← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥΜΠΑ κ.α., Αρ. Αίτησης 2136/2013, 19/11/2014

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥΜΠΑ κ.α., Αρ. Αίτησης 2136/2013, 19/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A416 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 2136/2013 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Αιτήτριας - και -

  1. ΕΚΤΟΡΑ ΤΟΥΜΠΑ, εξ Αγίων Τριμιθιάς
  2. ΠΑΝΤΕΛΟΥ ΤΟΥΜΠΑ, εξ Αγίων Τριμιθιάς
  3. ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥΜΠΑ, εξ Αγίων Τριμιθιάς
  4. ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, εκ Στροβόλου
  5. ΚΡΙΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Στροβόλου
  6. ΜΑΡΙΝΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Στροβόλου Καθ' ων η Αίτηση 19 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσειςː Για την Αιτήτριαː κα Μ. Χλωρακιώτου, για Μ. Χλωρακιώτου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 έως 6ː κα Κυπριανίδου, για Μιχαήλ Χ. Σταματάρη & Συνεργάτες ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 15/10/2013, η Αιτήτρια αιτείται - «Α. Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η Διαιτητική Απόφασις ημερ. 05/09/2012 εναντίον των Καθ'ων η αίτησις 1-6 καταχωρηθεί και/ή εγγραφεί προς εκτέλεσιν εις το Πρωτοκολλητείον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Β. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δικαίαν. Γ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ.». Η αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρα 52

(1)-
(5), στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 θ.θ.1-3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Υ»), ημερομηνίας 15/10/2013, της κας Μαρίας Στυλιανού, η οποία όπως δηλώνει στην παρα. 1 της Ε/Δ είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ε/Δ. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 2 - 9 της Ε/Δ τηςː «
  1. Την 05/09/2012 εξεδόθη Διαιτητική απόφαση προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ'ων η αίτησις αρ. 1 - 6 προσωπικώς και αλληλεγγύως δια το ποσόν των €15.571,59 κεφάλαιο, πλέον τόκο προς 10,5% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 05/09/2012, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον €200 έξοδα διαιτησίας.
  2. Εις περίπτωσιν αυξήσεως του βασικού καθώς επίσης και του περιθωρίου του επιτοκίου εκ μέρους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ, τότε το πιο πάνω επιτόκιο των 10,5% θ' αυξάνεται ανάλογα.
  3. Απαίτησις της Ενάγουσας Εταιρείας είναι όπως οι πιο πάνω αναφερόμενοι Εναγόμενοι πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ το πιο πάνω ως αι παράγραφοι 2 και 3 ανωτέρω.
  4. Η ως άνω Διαιτητική Απόφασις εξεδόθη δυνάμει Δανείου υπ' αρ. 7451211-6 η οποία και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Α».
  5. Η ως άνω Διαιτητική Απόφασις εξεδόθη εις τους Καθ'ων η αίτησις 3, 6 την 15/10/2012 δια Ιδιωτικής Επιδόσεως, εις τον Καθ' ου η αίτησις 4 την 20/10/2012 δια Ιδιωτικής Επιδόσεως και εις τον Καθ'ου η αίτησις 1 την 05/09/2012 δια Ιδιωτικής Επιδόσεως η οποία και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ «Β».
  6. Η ως ανω Διαιτητική Απόφασις δεν έχει εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από της ημερομηνίας της προς τους Καθ'ων η αίτησις 1-6 γνωστοποιήσεως της Διαιτητικής Αποφάσεως και συνεπώς κατέστη τελεσίδικος.
  7. Άπαντα τα ανωτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθά και αληθή.
  8. Εν όψει των ανωτέρω εξαιτούμαι παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου ως η αίτησις.». Καταχώρησαν Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση ο μεν Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στις 27/2/2014, οι δε Καθ' ων αρ. 4 και 5 την 1.7.
  9. Προκύπτει από το περιεχόμενο της Ε/Δ του Καθ' ου αρ. 1, η οποία συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασής του, ότι η ένσταση αυτή καταχωρείται και εκ μέρους των Καθ'ων η αίτηση αρ. 2, 3 και 6 οι οποίοι εξουσιοδότησαν τον Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 όπως προβεί στην Ε/Δ και εκ μέρους τους. Οι λόγοι Ένστασης που δικογραφούνται στην Ειδοποίηση Ένστασης των Καθ' ων η αίτηση αρ. 4 και 5 είναι οι ίδιοι με εκείνους που δικογράφησε ο Καθ' ου αρ.
  10. Συγκεκριμένα, οι λόγοι ένστασης που εγείρονται είναι οι εξής: «α) Η επίδικη απόφαση δε φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. β) Η επίδικη απόφαση είναι ασαφής και ασυνάρτητη. γ) Δεν επιδικάζεται συγκεκριμένο ποσό υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, αλλά διατάσσεται η πληρωμή συγκεκριμένου δανειου. δ) Στην απόφαση δεν καθορίζεται ο χρόνος πληρωμής, τα πρόσωπα που θα προβούν στην πληρωμή ούτε τα πρόσωπα προς τα οποία θα πρέπει να γίνει η πληρωμή. ε) Αναφέρεται αόριστα περί αύξησης του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου του επιτοκίου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ και ότι τότε θα αυξάνεται το επιτόκιο των 10,5%.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Καθ'ων αρ. 4 και 5 είναι κοινά με εκείνα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση αρ. 1, η οποία και υιοθετείται από τους Καθ'ων αρ. 2, 3 και
  11. Ανάγνωση της Ε/Δ του Καθ' ου αρ. 1, ημερ. 27.2.2014 ως επίσης και της Ε/Δ του ιδίου ημερ. 1/7/2014 αναδεικνύει ότι ουσιαστικά ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης ως εκτίθενται στην Ειδοποίηση Ένστασης. Τίποτα περαιτέρω δεν εκτίθεται εκεί ως ισχυρισμός γεγονότος που να αναλύει ή επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Οδηγήθηκε η υπόθεση σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων μελέτησα με προσοχή και θα αναφερθώ στις εκατέρωθεν αναπτυχθείσες θέσεις στο πλαίσιο αιτιολόγησης της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η διαμόρφωση δικαστικής κρίσης επί των εγερθέντων νομικών ισχυρισμών προϋποθέτει ανάλυση της νομικής βάσης της αίτησης. Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ως ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης (δηλ. όπως είχε τροποποιηθεί τελευταία με το Ν.123(Ι)/2003)προνοούσε ότι- «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) [...]. ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας. ή (γ) [...]. ή (δ) [...], η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ΄ οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Εφορον: Νοείται ότι- (α) [...] (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Εφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς. ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Εφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.». Η νομολογία έχει διασαφηνίσει, υπό το φως των διατάξεων του εδαφίου
(5)ανωτέρω, ότι η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης προτού ληφθούν μέτρα εκτέλεσής της αποτελεί «ζήτημα τύπου». Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Είναι με το ίδιο πνεύμα που σε πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 11.4.2012, του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 357/08, Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Συγχρόνως, στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 357/08, το Ανώτατο Δικστήριο προχώρησε και διασαφήνισε τα εξής: «Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κτλ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Ομοίως, σε παλαιότερη υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, λέχθηκε σχετικά με τη δυνατότητα εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης δυνάμει του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4): «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση εγγραφής της διαιτητικής απόφασης έχει επιδοθεί κανονικά και ως η νομολογία απαιτεί προκειμένου οι επηρεαζόμενοι από τη Διαιτητική απόφαση, εν προκειμένω οι Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 έως 6, να έχουν την ευκαιρία να ακουστούν προτού το Δικαστήριο εγγράψει την επίδικη διαιτητική απόφαση ως απόφαση Δικαστηρίου. Δεν έχει αμφισβητηθεί ενώπιόν μου στο πλαίσιο των καταχωρηθεισών Ενστάσεων των Καθ' ων 1 - 6 το γεγονός ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε δεόντως στους επηρεαζόμενους Καθ' ων 1 έως 6, ως δικογραφείται στην παρα. 6 της Ε/Δ ημερ. 15.10.2013 της κας Μαρίας Στυλιανού, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Αποτελεί και δικό μου εύρημα, στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου Β που επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Στυλιανού, ότι έγινε η δέουσα γνωστοποίηση προς τους Καθ'ων η αίτηση αρ. 1 - 6 κατά τις ημερομηνίες ως αναφέρονται στην παρα. 6 της ιδίας Ε/Δ. Ό,τι απομένει συνεπώς ως επίδικο θέμα προς εκδίκαση αφορά στο κατά πόσον η επίδικη διαιτητική απόφαση, ως είναι διατυπωμένη φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Λαμβάνω συναφώς υπόψη το περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης ως εκτίθεται στο Τεκμήριο Α που είναι επισυνημμένο στην προαναφερόμενη Ε/Δ της κας Μαρίας Στυλιανού. (Α) Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έγκυρης απόφασης. Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην Ε/Δ που συνοδεύει τις καταχωρηθείσες δύο Ειδοποιήσεις περί πρόθεσης ένστασης, ουδόλως εξειδικεύεται ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Δεν δικογραφείται υπό ποία άποψη είναι που ελλείπουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έγκυρης απόφασης. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τα αναζητήσει. Το ορθό θα ήταν οι παραπονούμενοι να εισηγηθούν προς το Δικαστήριο σε ποιο σημείο πάσχει η επίδικη απόφαση. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς παρατηρεί η συνήγορος της Αιτήτριας στην τελική της αγόρευση, η επίδικη διαιτητική απόφαση αποκαλύπτει, με ρητή αναφορά που γίνεται σε αυτή - (α) τη νομική βάση της απόφασης (βλ. την επικεφαλίδα της απόφασης όπου γίνεται μνεία στον περί Συνεργατικών Εταιρειών, Νόμο 22 του 1985, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 52 του Νόμου και 78, 79 των Θεσμών), (β) το όνομα του Διαιτητή (Λεωνίδας Λεωνίδου) και αναφορά στο γεγονός ότι αυτός είναι διορισθείς για να επιδικάσει συγκεκριμένη διαφορά υπό την πιο πάνω νομική βάση, (γ) τα μέρη της διαφοράς και η ιδιότητα αυτών (αφενός το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ως Ενάγουσα εταιρεία και αφετέρου ως Εναγόμενους τον Έκτορα Τούμπα υπό την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτη και τους Παντελού Τούμπα, Ανδρέα Τούμπα, Στέλιο Παπαδόπουλο, Κρίνο Χαραλάμπους και Μαρίνο Χαραλάμπους υπό την ιδιότητά τους ως Εγγυητές), (δ) την απαίτηση της Ενάγουσας εταιρείας η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της ενώπιόν του διαφοράς (όπως οι ως άνω Εναγόμενοι πληρώσουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα προς την ως άνω αναφερόμενη Ενάγουσα εταιρεία το ποσό του Δανείου αρ. 7451211-6 για €15.751,59 κεφάλαιο, πλέον τόκο προς 10,5% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 05/09/2012, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον €200 έξοδα, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση αυξήσεως του βασικού καθώς επίσης και του περιθωρίου του επιτοκίου εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας, τότε το πιο πάνω επιτόκιο των 10,5% θ' αυξάνεται ανάλογα), (ε) το γεγονός ότι δόθηκε ειδοποίηση στα επηρεαζόμενα μέρη για να προσέλθουν στη διαιτησία (αναφέρεται συγκεκριμένα ότι «στους Καθ' ων αρ. 1 μέχρι 6 επιδόθηκε ειδοποίηση αναφορικά με την ακρόαση της διαιτησίας»), (στ) τα μέρη που εμφανίστηκαν και τις δηλώσεις τους (αναφέρεται ότι «Στην ακρόαση παρουσιάζεται ο εναγόμενος 1, ο οποίος παραδέχεται/ αναγνωρίζει το δάνειο, ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας»), (ζ) την αιτιολογία και το διατακτικό της απόφασης («Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία, καθώς και τα ενώπιόν μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω όπως: (α) Το πιο πάνω ποσό και οι τόκοι του πληρωθούν αλληλεγγύως από τους εναγομένους 1 μέχρι 6 ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας, (β) έξοδα ποσού €200,00 πληρωθούν αλληλεγγύως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α))», (η) η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και ο τόπος έκδοσής της (Λευκωσία, 5.9.2012). Τα πιο πάνω στοιχεία συνθέτουν πλήρη εικόνα διαιτητικής απόφασης. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόδηλη έλλειψη γνωρίσματος έγκυρης απόφασης ούτε έχει προωθηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση τεκμηριωμένη εισήγηση περί μη εγκυρότητας αυτής. Συνεπακόλουθα, απορρίπτω τον 1ο λόγο ένστασης. (Β) Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι ασαφής και ασυνάρτητη. Ως προς τον τρόπο διατύπωσης των διαιτητικών αποφάσεων, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Παρατηρώ περαιτέρω ότι σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία υιοθετήθηκε σε σωρεία αποφάσεων Κυπριακών Δικαστηρίων, τα Δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τις διαιτητικές αποφάσεις με τέτοιο φιλελεύθερο τρόπο ώστε να κρίνονται ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι, συνήθως δεν αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της απόφασης. Τούτο με αφετηρία τα λεχθέντα στην παλαιά υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298, στην οποία ο Lord Eldon LC ανέφερε τα ακόλουθα: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Στην περίπτωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο εγερθείς λόγος ένστασης περί ασάφειας και αοριστίας δεν εξειδικεύεται ή επεξηγείται στην Ε/Δ που συνοδεύει τις δύο καταχωρηθείσες Ειδοποιήσεις περί πρόθεσης ένστασης. Δεδομένης της ανάλυσης του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης στην οποία έχω προβεί ανωτέρω, κρίνω κατάλληλο να απορρίψω αυτόν τον λόγο ένστασης ως ατεκμηρίωτο και ανυπόστατο. Ουδεμία ασυναρτησία ή ασάφεια δεν εντοπίζω στην επίδικη διαιτητική απόφαση. Στην ουσία, ελλείψει εμφάνισης και κατ' επέκταση ενστάσεως από πλευράς των εγγυητών, ο Διαιτητής κατέληξε να έχει ενώπιον του μόνο τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος εμφανίζεται στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης να μην ήγειρε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της οφειλής του προς την αιτήτρια, με αποτέλεσμα ο Διαιτητής να εκδίδει απόφαση ως η απαίτηση. Εάν οι Καθ' ων η αίτηση είχαν λόγο να αμφισβητούν επί της ουσίας την αλήθεια ή την ακρίβεια του περιεχομένου των καταγραφών που υπάρχουν στη διαιτητική απόφαση, όφειλαν να το εγείρουν μέσω έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης ως παρέχεται δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. (Γ) Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι δεν επιδικάζεται συγκεκριμένο ποσό υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, αλλά διατάσσεται η πληρωμή συγκεκριμένου δανείου. Δεν ευσταθεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης. Στην ίδια την όψη της επίδικης διαιτητικής απόφασης φανερώνει ότι υπάρχει καθορισμένο πρόσωπο υπέρ του οποίου επιλύεται η ενώπιόν του διαφορά (ήτοι το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ που είχε την επίδικη ενώπιόν του απαίτηση), καθώς και καθορισμένο ποσό απαίτησης το οποίο και επιδικάστηκε υπέρ του εν λόγω προσώπου. Το ότι το ποσό της απαίτησης αφορούσε σε συγκεκριμένο δάνειο αποτελεί λεπτομέρεια γεγονότων που ήταν ορθό και αναγκαίο να καταγραφεί στη διαιτητική απόφαση και ορθώς καταγράφηκε από τον διαιτητή, καθό τι προσδιορίζει τη βάση της απαίτησης. (Δ) Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι στην απόφαση δεν καθορίζεται ο χρόνος πληρωμής, τα πρόσωπα που θα προβούν στην πληρωμή ούτε τα πρόσωπα προς τα οποία θα πρέπει να γίνει η πληρωμή. Κατά την κρίση μου, ο καθορισμός του χρόνου πληρωμής του ποσού της απαίτησης άπτεται πρώτιστα και κύρια της ουσίας της απόφασης και στο βαθμό που οι Καθ' ων η αίτηση διαφωνούν με αυτόν, έχουν το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση του Διαιτητή δυνάμει του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Εφόσον δεν ασκήσουν έφεση, με τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο Νόμο για τέτοιο διάβημα η απόφαση του Διαιτητή καθίσταται τελεσίδικη ως έχει. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι η επίδικη απόφαση του Διαιτητή δεν εφεσιβλήθηκε εντός της καθορισθείσας στο Νόμο προθεσμίας, τούτης λογιζόμενης από την ημερομηνία που η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων. Έπεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αποδεχθεί το περιεχόμενο της Διαιτητικής απόφασης ως έχει. Η απαίτηση της Ενάγουσας / Αιτήτριας εταιρείας αφορούσε σε συγκεκριμένο υπόλοιπο δανείου. Ο Διαιτητής εξέδωσε, ως είχε εξουσία να πράξει, απόφαση ως η απαίτηση. Η συγκεκριμένη διατύπωση της απαίτησης και συνεπακόλουθα της απόφασης δείχνει ότι ολόκληρο το ποσό του δανείου ως έγινε παραδεκτό από τον πρωτοφειλέτη ενώπιον του Διαιτητή ήταν από 5.9.2012 άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Επαναλαμβάνω ότι αν άλλη ήταν η πρόθεση των μερών που εμφανίστηκαν ενώπιον του Διαιτητή ή αν διαφωνούσαν με αυτό το αποτέλεσμα όσοι δεν παρευρέθηκαν, θα έπρεπε να ανατρέξουν σε άλλο διάβημα για ανατροπή της διαιτητικής απόφασης. Δεν είναι όμως ορθό ότι υπάρχει κενό στη Διαιτητική απόφαση όσον αφορά τον καθορισμό του χρόνου πληρωμής του επιδικασθέντος ποσού. (Ε) Αναφορικά με το λόγο ένστασης ότι στην απόφαση αναφέρεται αόριστα περί αύξησης του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου του επιτοκίου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ και ότι τότε θα αυξάνεται το επιτόκιο των 10,5% Και πάλιν, κατά την κρίση μου, ο καθορισμός του επιτοκίου εμπίπτει στην ουσία της απόφασης και δεν είναι της παρούσας διαδικασίας να υπεισέλθω σε εξέταση αυτής της πτυχής της απόφασης του διαιτητή, αφ΄ης στιγμής ενώπιον του Διαιτητή εμφανίστηκε ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης, άκουσε την απαίτηση της Ενάγουσας να διατυπώνει το ζήτημα του επιτοκίου κατά τον ίδιο τρόπο και δεν ήγειρε ένσταση στην έκδοση διαιτητικής απόφασης ως η απαίτηση, ούτε εφεσίβαλε την απόφαση του Διαιτητή ως μη αποδίδουσα ορθά τις θέσεις που αυτός (δηλ. ο πρωτοφειλέτης) διατύπωσε ενώπιόν του. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω παρατηρήσεων και επισημάνσεών μου, καταλήγω να απορρίπτω όλους τους λόγους ένστασης που ήγειραν οι Καθ' ων 1 έως 6. Η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται, ως η παράγραφος Α αυτής. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 έως 6 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τα έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ....................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.