← Κύπρος

Στέλιος Αντωνίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αίτησης 153/14, 12/12/2014

Στέλιος Αντωνίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αίτησης 153/14, 12/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 153/14 ΜΕΤΑΞΥ: Στέλιος Αντωνίου Ενάγοντος και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 12.12.2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση꞉ κ. Σταυρινίδης με κ. Παναούτα, για Δ. Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Αιτητή꞉ κα. Δ. Παπαμιλτιάδους, για κα Ιάση Τσιντίδου, Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την ex parte αίτηση υπό του Εναγομένου - Αιτητή, ημερ. 7.2.2014, για μη εκτέλεση και/ή ακύρωση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας Ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 7.2.2014, με την οποία εξαιτείται από το Δικαστήριο «όπως δοθούν οδηγίες υπό τύπο διατάγματος προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για μη εκτέλεση και/ή ακύρωση του Εντάλματος Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής περιουσίας με αριθμό 1977/13 για το οποίο δόθηκε άδεια για εκτέλεση στην Επαρχία Λευκωσίας». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.40 θ.15, Δ.40 θ16 και Δ.40 Θ.

  1. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στη συνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση της Ναυσικάς Πιρόκκα από την Λευκωσία, η οποία, όπως δηλώνει στην παρα. 2, είναι Γραμματειακός Λειτουργός στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στη Λευκωσία και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ε/Δ προς υποστηριξη της αίτησης. Η κα Πιρόκκα προβαίνει στην Ε/Δ στηριζόμενη σε πληροφορίες που έχει λάβει από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, από τον υπηρεσιακό φάκελο που σχετίζεται με την Αγωγή 666/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα που σχετίζονται με το Ένταλμα Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής περιουσίας με αριθμό 1977/13 αλλά και από νομικές συμβουλές του Δικηγόρου της Δημοκρατίας κ. Παύλου Κυριακίδη. Όπως δηλώνει η κα Πιρόκκα στις παρα. 3 έως 12 της Ε/Δ της꞉ · Στο πλαίσιο της Αγωγής 666/2007 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 13/5/2013, μετά από ακροαματική διαδικασία, απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 για το ποσό των €8.000- με τόκο προς 8% ετησίως από 8/2/2007 μέχρι 14/10/2008 και με τόκο 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξοφλήσεως. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Πιρόκκα ως το Τεκμήριο
  2. · Στις 12/7/2013 οι Δικηγόροι του Ενάγοντος απέστειλαν στη Νομική Υπηρεσία την Απόφαση ημερομηνίας 13.5.2013 και ζήτησαν όπως γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για πληρωμή των εξ αποφάσεως ποσών. Στις 5/8/2013 το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας έμβασε σε λογαριασμό του Ενάγοντα τα ακόλουθα ποσά: (α) €1.480,93, (β) €8.753,
  3. Κατέβαλαν, δηλαδή, συνολικά το ποσό των €10.234,
  4. · Ο Ενάγοντας στις 26/8/2013 αιτήθηκε την έκδοση Εντάλματος Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής Περιουσίας. Αντίγραφο της αίτησης αυτής επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Πιρόκκα ως το Τεκμήριο
  5. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αίτησης, ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε το ένταλμα με αριθμό 1977/13, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην Ε/Δ της κας Πιρόκκα ως Τεκμήριο
  6. Όπως αναφέρει η κα Πιρόκκα, το υπόβαθρο της αίτησης του Ενάγοντος για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας ήταν η μη καταβολή του συνολικού ποσού των €957- που αντιπροσωπεύει μέρος των εξ αποφάσεως τόκων επί του ποσού των €8.
  7. Πράγματι, υπό το Τεκμήριο 2 της Ε/Δ της, η κα Πιρόκκα επισυνάπτει την ένορκη δήλωση ημερ. 27.8.2013, στην οποία είχε προβεί ο Ενάγων καθ' ον χρόνο αιτήθηκε την έκδοση του εντάλματος εκτέλεσης και στην οποία αυτός δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι του κατέβαλαν στις 5/8/2013, μέσω εμβάσματος, μόνο το ποσό των €10.234.55 και, ως η θέση του, παρέλειψαν να του πληρώσουν το ποσό των €957,67σ., το οποίο αντιπροσωπεύει - το ποσό €322,98 που αποτελεί το υπόλοιπο των τόκων προς 8% ετησίως επί του ποσού των € 8.000- για την περίοδο 08/02/2007 μέχρι 14/10/2008, και το ποσό των €634,69 το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο των τόκων προς 5,5% ετησίως για την περίοδο από 15/10/2008 μέχρι 05/08/2013 ημέρα πληρωμής του προαναφερθέντος ποσού. Υπό το φως του πιο πάνω πραγματικού υπόβαθρου, η θέση του Εναγομένου - Αιτητή , όπως εκφράζεται από την κα Πιρόκκα είναι ότι- «με το έμβασμα ημερομηνίας 5/8/2013 δεν οφείλεται πλέον οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα, καθώς, σύμφωνα με τον περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμο του 2002 (117(Ι)/2002 (όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα), άρθρα 3

(1), 3
(2)(β)(γ), κάθε πρόσωπο όπως αυτό καθορίζεται στον Νόμο υποχρεούται να καταβάλλει έκτακτη εισφορά για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Δημοκρατίας. Τέτοιο πρόσωπο είναι και πρόσωπο που είναι κάτοικος της Δημοκρατίας και ο οποίος λαμβάνει ή πιστώνεται με ποσό τόκου και οφείλει να συνεισφέρει σε ποσοστό 30% επί των τόκων που λαμβάνονται ή πιστώνονται. Περαιτέρω, το Άρθρο 4
(1)του πιο πάνω Νόμου υποχρεώνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο πληρώνει τόκους, όπως παρακρατεί έκτακτη εισφορά σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 από οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται ή θα γίνει. Είναι σε αυτή την βάση που το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας δεν κατέβαλε και παρακράτησε το υπόλοιπο των εξ αποφάσεως τόκων επί του ποσού των €8.000 που ανέρχεται στο ποσό το οποίο ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε ως υπόβαθρο για σκοπούς έκδοσης του Εντάλματος Τεκμήριο 3.». Είναι στη βάση των πιο πάνω, που ο Εναγόμενος - Αιτητής, ως δηλώνει η κα Πιρόκκα, θεωρεί ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο δώσει οδηγίες υπό τύπο διατάγματος προς τον Πρωτοκολλητή για μη εκτέλεση και/ή ακύρωση του Εντάλματος με αριθμό 1977/
  1. Κατόπιν οδηγιών του παρόντος Δικαστηρίου, η αίτηση επιδόθηκε στον Ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση, ο οποίος εμφανίστηκε και έλαβε άδεια καταχώρισης ένστασης. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης που καταχώρισε στις 8.7.2014, δικογραφούνται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης꞉ «(α) Ο τίτλος της αίτησης πάσχει νομικά και/ή δεν είναι ορθός, ώστε να προσδιορίζονται σωστά οι διάδικοι σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανονισμούς. (β) Η αίτηση των Αιτητών είναι ελαττωματική και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πάσχει και/ή είναι νομικά αστήρικτη γιατί δεν στοιχειοθετείται το σωστό νομικό βάθρο με αναφορά στον Νόμο και/ή τους Δικονομικούς Κανονισμούς και τη νομολογία. (γ) Η αίτηση των Αιτητών με τα γεγονότα που αναφέρει και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αστήρικτη σύμφωνα με τους νόμους και/ή δικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως. (δ) Η αποκοπή από τον Αιτητή σε ποσοστό 30% στους επιδικασθέντες τόκους με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/5/2013 ως έκτακτη εισφορά για την Άμυνα είναι αντισυνταγματική γιατί ο τροποποιητικός νόμος 29(Ι)/2013 δεν έχει αναδρομική ισχύ και είναι παράνομη γιατί το εισόδημα του Στέλιου Αντωνίου δεν υπερβαίνει τις €12.000-. (ε) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, και/ή παράτυπη και/ή ελαττωματική γιατί η ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά εξ ακοής και είναι αντίθετη και/ή παραβαίνει τους Δικαστικούς Κανονισμούς και τη νομολογία. (στ) Το Δικαστήριο υπό τας περιστάσεις δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Αιτητών, αλλά να απορρίψει την αίτηση, η οποία είναι κακόπιστη, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση, γιατί με την ενέργεια του αυτή ο Αιτητής προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος με επιπτώσεις στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση.». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση του Ενάγοντος εκτίθενται στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 8.7.
  2. Όπως αναφέρει στις παρα. 6 έως 12 της Ε/Δ του - «
  3. Εξ' όσων γνωρίζω μετά την πληροφόρηση που είχα από τον δικηγόρο μου η αποκοπή ποσοστό 30% από τους τόκους είναι παράνομη γιατί είναι αντισυνταγματική γιατί δεν υπάρχει αναδρομικότητα στην περίπτωση του τροποποιητικού Νόμου 29(Ι)/2013 που αύξησε την εισφορά σε 30% για το λόγο ότι η απόφαση έχει εκδοθεί πριν τη θέσπισή του γιατί πιστεύω από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης έχω αποκτήσει συνταγματικό νόμιμο δικαίωμα είσπραξης τόκων όπως ίσχυε ο σχετικός νόμος με την ανάλογη αποκοπή για έκτακτη εισφορά στην Άμυνα σε ποσοστό που προέβλεπε ο τότε ισχύων Νόμος.
  4. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω μετά την πληροφόρηση που είχα από το δικηγόρο μου εάν ευρεθεί από το Δικαστήριο ότι υπάρχει αναδρομικότητα του τροποποιητικού Νόμου 29(Ι)/2013 που αύξησε την εισφορά σε 30% η περίπτωση μου εμπίπτει στις εξαιρέσεις που προβλέπει ο Νόμος για χαμηλή συνεισφορά γιατί το εισόδημα μου δεν υπερβαίνει ετησίως τις €12.000- και το οποίο προέρχεται από δημόσιο βοήθημα που λαμβάνω.
  5. Εξ όσων γνωρίζω μετά την πληροφόρηση που είχα από τον δικηγόρο μου, ο τίτλος της αίτησης πάσχει νομικά, είναι αντικανονικός και λανθασμένος, δεν υποστηρίζεται από σωστό νομικό βάθρο με αναφορά στο Νόμο, τους Δικονομικούς Κανονισμούς και τη νομολογία και δεν ανταποκρίνεται στο σωστό τίτλο που φέρει το ένταλμα εκποίησης.
  6. Περαιτέρω πιστεύω ότι η παρούσα αίτηση όπως έχει καταχωρηθεί από τον Γενικό Εισαγγελέα δεν είναι ενδιάμεση αλλά πρωτογενής αλλά εν πάση περιπτώσει για να υπάρξει αναφορά σε ενάγοντα και εναγόμενο είναι μόνο σε αγωγή ενώ σε αίτηση αναφέρονται σε Αιτητή και Καθ'ης η αίτηση και στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να κατονομάζεται ο Γενικός Εισαγγελέας ως Αιτητής και όχι Εναγόμενος και εγώ Καθ' ου η αίτηση και όχι Ενάγοντας για το λόγο ότι όπως έχει αναγραφεί ο τίτλος είναι λανθασμένος, εκ μέρους μου δεν καταχωρήθηκε καμία αίτηση με τον τίτλο αυτό ούτε και ο τίτλος του εντάλματος εκτέλεσης φέρει αυτόν τον τίτλο και επομένως η αίτηση πάσχει νομικά και είναι αντικανονική.
  7. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω η αίτηση των Αιτητών είναι ελαττωματική, παράτυπη, αντικανονική και πάσχει νομικά γιατί δεν στηρίζεται σε σωστό νομικό βάθρο με αναφορά στον Νόμο και τους Δικονομικούς Κανονισμούς όπως προβλέπει η Νομολογία.
  8. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω η αίτηση των Αιτητών με τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι παράτυπη, ανικανονική, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν είναι σύμφωνη με τον περί Έκτακτης Εισφοράς Νόμο του 2002, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και πιστεύω ότι η αποκοπή σε ποσοστό 30% από τους επιδικασθέντες τόκους με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 13/5/2013 ως έκτακτη εισφορά για την Άμυνα είναι αντισυνταγματική και παράνομη γιατί ο τροποποιητικός νόμος 29(Ι)/2013 δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν ελήφθη υπόψη ότι το εισόδημα του Στέλιου Αντωνίου δεν υπερβαίνει τις €12.000 και έχει ως πηγή το δημόσιο βοήθημα το οποίο λαμβάνει.
  9. Εξ όσων γνωρίζω και πιστεύω η ένορκη δήλωση της Ναυσικάς Πιρόκκα ημερομηνίας 7/2/2014 που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και νομικά ελαττωματική γιατί η ενόρκως δηλούσα Ναυσικά Πιρόκκα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά εξ ακοής γιατί τα πολλά από τα γεγονότα που αναφέρει τα πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και το γεγονός αυτό παραβαίνει τους Δικαστικούς Κανονισμούς και τη νομολογία.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η έκδοση Εντάλματος Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής Περιουσίας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, μέτρο εκτέλεσης απόφασης εκδοθείσας σε αγωγή. Ως τέτοιο, εκδίδεται από το καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο εκδίκασης της αγωγής. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας έχει γίνει πρόνοια για τη δυνατότητα να εκτελεστεί ένα τέτοιο Ένταλμα ακόμη και εκτός της επαρχίας στην οποία εδρεύει το Δικαστήριο που το εξέδωσε. Ειδικότερα, η ρύθμιση αυτή προβλέπεται στη Δ.40, θ.16, την οποία και παραθέτω꞉ «
  10. Where any judgment or order is sought to be executed out of the District of the Court by which such judgment or order is given, the writ shall be prepared by a Registrar of such Court in the same manner as any writ of execution to be executed within the District of the Court is prepared, save that it shall be addressed to the Sheriff of the District within which the writ is to be executed. Such writ shall be delivered by a Registrar to the party applying for the same, and shall be presented by him to the Registrar of the Court within the District of which it is to be executed. On presentation thereof by him the same shall be signed by one of the Judges of such last-mentioned Court, and shall then be passed to the Sheriff for execution.». Σε ανεπίσημη μετάφραση꞉ «
  11. Οπου οιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα πρόκειται να εκτελεσθεί εκτός της επαρχίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή διάταγμα το ένταλμα θα προετοιμάζεται από τον Πρωτοκολλητήν του τοιούτου Δικαστηρίου κατά τον ίδιο τρόπο όπως οιονδήποτε ένταλμα εκτελέσεως που θα εκτελεσθεί εντός της επαρχίας του Δικαστηρίου που το προετοιμάζει με την διαφορά ότι θα απευθύνεται στο εντεταλμένο επί της εκτέλεσης ενταλμάτων της Επαρχίας εντός της οποίας το ένταλμα θα εκτελεσθεί. Το τοιούτο ένταλμα θα πρέπει να παραδίδεται από τον Πρωτοκολλητή στο διάδικο που αποτείνεται και ο διάδικος αυτός θα το παρουσιάζει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εντός της Επαρχίας που θα εκτελεσθεί. Κατά την παρουσίαση του εντάλματος στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να υπογραφεί από ένα των Δικαστών του τελευταίου αναφερόμενου Δικαστηρίου και να δοθεί στον Πρωτοκολλητή για εκτέλεση.». Στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο Ένταλμα αρ. 1977/13 εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τη δικογραφία ως παραδεκτό γεγονός, στις 4.9.2013 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το οποίο ήταν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την έκδοση της απόφασης στην αγωγή αρ. 666/2007, ως μέτρο εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Προκύπτει ως εξίσου παραδεκτό γεγονός στην όψη της δικογραφίας, ότι κατ' εφαρμογήν της προβλεπόμενης στη Δ.40,θ.16 διαδικασίας, το εν λόγω Ένταλμα υπεγράφη από Δικαστή του Επαρχ. Δικαστηρίου Λευκωσίας και δόθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχ. Δικαστηρίου Λευκωσίας για εκτέλεση (σχετικό το Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ της κας Πιρόκκα). Οι νομικές συνέπειες της υπογραφής του επίδικου Εντάλματος από Δικαστή του Επαρχ. Δικαστηρίου Λευκωσίας κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα προκύπτουν από όσα η Δ.40, θ.17 ορίζει꞉ «
  12. Such writ when so signed shall for all purposes be deemed to be a writ issued out of such last-mentioned Court, and all questions arising in the course of, or consequent on the execution of such writ, shall be disposed of by such last-mentioned Court.
  13. Τοιούτο ένταλμα όταν υπογραφεί θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς σαν ένταλμα που εξεδόθη από το τελευταίο αναφερόμενο Δικαστήριο και για όλα τα ερωτήματα που θα προκύψουν σχετικά με την εκτέλεση θα διεκπεραιώνονται από το τελευταίο αναφερόμενο Δικαστήριο.». Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται, δυνάμει της Δ.40, θ.17, εξουσία και αρμοδιότητα να αποφασίζει και να διεκπεραιώνει «όλα τα ερωτήματα που θα προκύψουν σχετικά με την εκτέλεση» του Εντάλματος αρ. 1977/
  14. Η διαδικασία με την οποία δυνατόν να τεθούν ερωτήματα που αφορούν στην εκτέλεση ενός Εντάλματος Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής Περιουσίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εξέδωσε το ένταλμα ή του Δικαστηρίου που το υπέγραψε σύμφωνα με τη Δ.40, θ.16, προβλέπεται στη Δ.40,θ.15꞉
  15. If either the deputy sheriff executing a writ or any person interested in or affected by the execution thereof wishes to have the Court's directions in any matter relating to it, he may apply to the Court out of which the writ issued or to a Judge thereof, for directions to the deputy sheriff; and the Court or Judge may, either ex parte or upon notice given to such person as the Court or Judge may think fit, give such directions as may be just. Directions given to the deputy sheriff on his own application need not be entered as an order. In other cases any person interested in or affected thereby may require the directions to be entered as an order and deliver an office copy of the order to the deputy sheriff for compliance therewith, or may appeal therefrom if dissatisfied: Provided that where the application is made by a person claiming property seized under a writ of execution, directions shall not be given ex parte.
  16. Αν ο εντεταλμένος για την εκτέλεση του εντάλματος ή οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο επηρεαζόμενο από την εκτέλεση, επιθυμεί να έχει οδηγίες του Δικαστηρίου σε οιονδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή που εξέδωσε το ένταλμα για οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, είτε με μονομερή αίτηση ή κατόπιν ειδοποίησης που θα δοθεί σε τέτοιο πρόσωπο που θα κρίνει ορθό το Δικαστήριο ή Δικαστής να δώσει τέτοιες οδηγίες που θα είναι δίκαιες. Οδηγίες που δίδονται στον Πρωτοκολλητή με δική του αίτηση δεν χρειάζεται να εκδοθούν στο διάταγμα. Στις άλλες περιπτώσεις οιονδήποτε πρόσωπο που ενδιαφέρεται ή επηρεάζεται από την εκτέλεση μπορεί να ζητήσει όπως οι οδηγίες δοθούν υπό τύπο διατάγματος και τότε δίδει αντίγραφο του διατάγματος στον Πρωτοκολλητή για υπακοή ή μπορεί να κάμει έφεση αν δεν ικανοποιηθεί η αίτηση του. Νοείται ότι όπου η αίτηση γίνει από πρόσωπο που διεκδικεί περιουσία που κατασχέθηκε με ένταλμα εκτελέσεως οδηγίες δεν θα πρέπει να δίνονται για μονομερή αίτηση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Δεν έχω αντιληφθεί στη βάση της δικογραφίας όσον αφορά στην υπό κρίση αίτηση να αμφισβητείται η ιδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως ενδιαφερόμενου προσώπου ή ως προσώπου που είναι επηρεαζόμενο από την εκτέλεση. Νομιμοποιείται ο Γενικός Εισαγγελέας να επικαλείται τις διατάξεις της Δ.40, θ.
  17. Σημειώνω εδώ ότι, παρά τη διαζευκτική διατύπωση της Δ.40, θ.15 ως προς τον τύπο της αίτησης (βλ. τη φράση «είτε με μονομερή αίτηση ή κατόπιν ειδοποίησης που θα δοθεί σε τέτοιο πρόσωπο που θα κρίνει ορθό το Δικαστήριο»), η Δ.48, θ.8
(1)(mm)[1] φαίνεται να περιορίζει τη δυνατότητα καταχώρισης μονομερούς αίτησης δυνάμει της Δ.40, θ.15 μόνο από μέρους του εντεταλμένου για την εκτέλεση του εντάλματος, ενώ κάθε άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο από την εκτέλεση του εντάλματος πρόσωπο φαίνεται να υπόκειται στην υποχρέωση να καταχωρήσει δια κλήσεως αίτηση, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη Δ.48, θ.9.[2] Εφόσον στην παρούσα υπόθεση η αίτηση επιδόθηκε με δικές μου οδηγίες[3] στον Εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση, εκδικάστηκε από την αρχή ως δια κλήσεως αίτηση και συνεπώς δεν υφίσταται πλέον παρατυπία. Με απασχόλησε το κατά πόσον στο πλαίσιο των ζητούμενων «οδηγιών», κατά την έννοια της Δ.40, θ.15, είναι δυνατόν να ζητείται Διάταγμα ακύρωσης του επίδικου Εντάλματος. Έρευνα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με οδήγησε στην απόφαση ημερ. 29.1.2013 του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 187/2009, Ιωάννου Κοντού κ.α. ν Global Capital Ltd, όπου εκεί έγινε δεκτό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εν προκειμένω το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου είχε υπογραφεί για εκτέλεση Ένταλμα Κατάσχεσης και Εκποίησης Κινητής Περιουσίας το οποίο είχε εκδοθεί αρχικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 78/02, είχε αρμοδιότητα δυνάμει της Δ.40, θ.17, να αποφασίσει για την ακύρωση του εν λόγω Εντάλματος επί το ότι η απόφαση στην αγωγή 78/02 είχε πλήρως εξοφληθεί. Και τούτο ως ζήτημα που σχετίζεται με την εκτέλεση και το οποίο δέον να διεκπεραιώνεται από το τελευταίο αναφερόμενο Δικαστήριο. Διευκρινίστηκε στην ίδια απόφαση ότι αυτό για το οποίο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν θα είχε αρμοδιότητα να αποφασίσει ήταν τυχόν αναστολή της εκτέλεσης της ίδιας της δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ. 78/02 και ότι τέτοιο ζήτημα δεν αναφύετο στη βάση της αίτησης που είχε να αντιμετωπίσει το δικαστήριο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε εν τέλει στην Πολιτική Έφεση 187/2009 την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί το Ένταλμα, ήταν η επί της ουσίας του ερωτήματος, κατά πόσον εκκρεμούσε οφειλόμενο υπόλοιπο στην αγωγή ή αν αυτό εξοφλήθηκε, διαφορετική κατάληξη του Ανωτάτου από εκείνη στην οποία είχε καταλήξει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κρίνω ότι η συνδυαστική εφαρμογή της Δ.40, θ.15 με τη Δ.40, θ.17 δίδει αρμοδιότητα στο παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει το εγερθέν ερώτημα στην υπό κρίση αίτηση, αν δηλαδή έχει εξοφληθεί η εκδοθείσα στην αγωγή 666/07 απόφαση ως διατείνεται ο Γενικός Εισαγγελέας, Εναγόμενος- Αιτητής και αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική τότε να δώσει οδηγίες όπως μην εκτελεστεί το ένταλμα ή/και να το ακυρώσει. Και επειδή πολύς λόγος έγινε από τον Ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση για το κατ' ισχυρισμόν παράτυπο της αίτησης λόγω του ότι αυτή καταχωρήθηκε ως εναρκτήρια αίτηση, αξίζει να παραπέμψω στα όσα υπεδείχθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προμνησθείσα Πολιτική Έφεση 187/2009꞉ «Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγήθηκε πρωτοδίκως και κατά την ακρόαση της έφεσης ότι με την αίτηση δεν ζητήθηκε η ερμηνεία εγγράφων αλλά η ακύρωση ή ο παραμερισμός του εντάλματος κατάσχεσης περιουσίας και επομένως οι αιτητές (εφεσίβλητοι) λανθασμένα επέλεξαν να προωθήσουν το εν λόγω αίτημα με πρωτογενή αίτηση κατ΄ επίκληση των προνοιών της Δ.
  1. Προδήλως, οι εφεσείοντες επικαλέστηκαν τις πρόνοιες της Δ.55 επικουρικά, ίσως εκ του περισσού, εφόσον το ζητούμενο ήταν ο παραμερισμός ή/και η ακύρωση του εντάλματος, θεραπεία υποστηριζόμενη στην αίτηση από την Δ.40 θ.θ. 16,
  2. Το δικαστήριο όφειλε πρώτα να διαπιστώσει κατά πόσο το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονταν στην εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Για να καταλήξει στην αναγκαία προς τούτο διαπίστωση, απαραιτήτως έπρεπε να ανατρέξει τόσο στο κείμενο της εκ συμφώνου απόφασης όσο και στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του αναφορικά με τις ημερομηνίες των πληρωμών, τα ποσά που αντιστοίχως καταβλήθηκαν κλπ. Καθώς είναι αυτονόητο, η επίλυση του προηγούμενου ζητήματος θα ήταν καθοριστική του αποτελέσματος. Η πιο πάνω διαδικασία είχε ως έρεισμα τις πρόνοιες της Δ.40 θ.θ. 16 και 17, η οποία αποτέλεσε μέρος της νομικής βάσης της αίτησης. Σημειώνουμε επίσης ότι ο εφεσείων δεν ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε σύγχυση, βλάβη ή δυσμενής επηρεασμός της υπόθεσης του εξαιτίας του τύπου της αίτησης που χρησιμοποιήθηκε ή της νομικής θεμελίωσης της αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Ομοίως, στην παρούσα υπόθεση έχει δικογραφηθεί από τον Εναγόμενο - Αιτητή κατάλληλη νομική βάση για την ενεργοποίηση της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου για την έκδοση οδηγιών ή/και διατάγματος ως το αιτητικό, ενώ συγχρόνως δεν έχει δικογραφηθεί από τον Ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση η πρόκληση σε αυτόν οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού από το γεγονός ότι επιλέγηκε ο συγκεκριμένος τύπος καταχώρισης της αίτησης (ήτοι εναρκτήριας αίτησης). Όσον αφορά τον τίτλο της αίτησης, για τον οποίο εκδηλώθηκε παράπονο περί παρατυπίας, παρατηρώ ότι σε αυτόν κατονομάζονται, ως απαιτεί η Δ.63, θ.1.[4]- το Δικαστήριο στο οποίο καταχωρείται η αίτηση, τα ονόματα των μερών στην αίτηση ο αριθμός της αίτησης Το γεγονός και μόνο ότι η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η αίτηση δεν φαίνεται στον τίτλο της αίτησης, παρά μόνο στο σώμα της αίτησης, δεν θεωρώ ότι αποτελεί ουσιώδη παρατυπία, η οποία να οδηγεί σε ακυρότητα την αίτηση. Επίσης, το γεγονός ότι στον τίτλο της αίτησης ο Γενικός Εισαγγελέας περιγράφεται ως Εναγόμενος και ο Στέλιος Αντωνίου περιγράφεται ως Ενάγων ωσάν η αίτηση να αποτελεί «αγωγή» είναι δυνατόν να διαβάζεται υπό το πρίσμα της Δ.63, θ.5, όπου ο όρος αγωγή ορίζεται κατά τρόπο που περιλαμβάνει «οιανδήποτε υπόθεσιν, Θέμα, αίτησιν δί αναφοράς (petitiοn), αίτησιν ή αίτησιν δια κλήσεως (οriginating summons)». Πιο κατάλληλο θα ήταν βεβαίως για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης να περιγράφεται ο Στέλιος Αντωνίου ως καθ' ου η αίτηση, παρά ως Ενάγων, και ο Γενικός Εισαγγελέας ως αιτητής, παρά ως Εναγόμενος, αλλά οι ιδιότητες αυτές προκύπτουν αβίαστα από το σώμα της αίτησης και δεν δημιουργούν κίνδυνο ουσιαστικής αδικίας στον Στέλιο Αντωνίου. Δεν προκύπτει ζήτημα ακυρότητας της αίτησης εξαιτίας των πιο πάνω δύο στοιχείων που κατέγραψα (βλ. τη Δ.64, θ.1[5]). Εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε ενώπιόν μου αίτηση από μέρους του Στέλιου Αντωνίου για παραμερισμό της αίτησης δυνάμει της Δ.64, θ.2[6], προτού προχωρίσει στην καταχώριση ένστασης σε αυτήν. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, προχωρώ να εξετάσω επί της ουσίας το ερώτημα που εγείρεται με την αίτηση, δηλαδή το αν η απόφαση στην αγωγή 666/2007 έχει εξοφληθεί από το Γενικό Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να μην παραμένει αντικείμενο προς εκτέλεση του επίδικου Εντάλματος αρ. 1977/
  3. Επ' αυτού του ερωτήματος, παρατηρώ ότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό που παρακρατήθηκε κατά τη διενέργεια του εμβάσματος ημερ. 5.8.2013 προς τον Ενάγοντα Στέλιο Αντωνίου, ισούται με το 30% επί του ποσού των τόκων που επιδικάστηκαν υπέρ του στην αγωγή. Δεν τίθεται, δηλαδή, ενώπιον μου ζήτημα εσφαλμένου υπολογισμού του ισόποσου του 30% επί των πληρωτέων τόκων. Δεν εγείρεται ζήτημα απόδοσης άλλου ποσού από εκείνο που πράγματι παρακρατήθηκε ως ισόποσο του συγκεκριμένου ποσοστού έκτακτης εισφοράς για την άμυνα. Το μόνο ζήτημα που δικογραφήθηκε άπτεται της νομιμότητας της παρακράτησης, ήτοι του αν χωρούσε εφαρμογής ο Ν.29(Ι)/2013κατά την πληρωμή των εξ αποφάσεως τόκων στον Στέλιο Αντωνίου και αν ήταν νόμιμο να παρακρατηθεί το συγκεκριμένο ποσοστό της τάξεως του 30% ενόψει της εισοδηματικής του κατάστασης. Κατά την κρίση μου, δεν χωρεί έλεγχος νομιμότητας της παρακρατηθείσας έκτακτης εισφοράς για την άμυνα από το παρόν Δικαστήριο και δη στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Για πράξεις που εμπίτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, αποκλειστική αρμοδιότητα άσκησης ακυρωτικού ελέγχου έχει, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον ο κ. Στέλιος Αντωνίου αμφισβητεί τη νομιμότητα και όχι την ορθότητα του ποσού της έκτακτης εισφορά που επιβλήθηκε καθηκόντως δυνάμει του άρθρου 4
(1)από το Γενικό Λογιστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας επί των τόκων που ήσαν πληρωτέοι από αυτό προς τον κ. Αντωνίου, αυτός θα έπρεπε να ασκήσει άλλο ένδικο μέσο, ήτοι να διεκδικήσει - σύμφωνα με τα οριζόμενα στον περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα Νόμο του 2002, Ν.117(Ι)/2002, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.29(Ι)/2013- την ακύρωση της επιβληθείσας στον ίδιο έκτακτης εισφοράς ή/και την επιστροφή της παρακρατηθείσας έκτακτης εισφοράς στο μέτρο που υπερβαίνει το % που ως η εισήγησή του θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του και. Δεν αποτελεί, ωστόσο, ρόλο του παρόντος Δικαστηρίου να ακούσει μαρτυρία για την εισοδηματική κατάσταση του κ. Αντωνίου και να κρίνει αν θα έπρεπε αυτός να υποβληθεί σε χαμηλότερο συντελεστή παρακράτησης έκτακτης εισφοράς. Αναφέρω τα πιο πάνω υπό το φως των διάταξεων του άρθρου 4
(2)και
(5)του Νόμου. Παραθέτω τις σχετικές διατάξεις꞉ «4.—
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο πληρώνει μερίσματα ή τόκους ή ενοίκια, οφείλει όπως παρακρατεί έκτακτη εισφορά σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 3 από οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται ή θα γίνει και καταβάλλει αυτή στο Διευθυντή μαζί με κατάσταση η οποία παρέχει πλήρη στοιχεία των συνθηκών συνεπεία των οποίων έγινε η παρακράτηση και πώς υπολογίστηκε η έκτακτη εισφορά που παρακρατήθηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς παρακράτησης έκτακτης εισφοράς επί ενοικίων σύμφωνα με το παρόν εδάφιο, «πρόσωπο» σημαίνει εταιρεία, συνεταιρισμό, τη Δημοκρατία και αρχή τοπικής διοίκησης.
(2)Οποιαδήποτε έκτακτη εισφορά, η οποία απαιτείται όπως παρακρατηθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), θεωρείται ως έκτακτη εισφορά που επιβλήθηκε στο πρόσωπο από το οποίο απαιτείται όπως η εν λόγω έκτακτη εισφορά παρακρατηθεί και δύναται να ανακτηθεί από αυτό: Νοείται ότι τίποτε από όσα προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν ερμηνεύεται ότι εμποδίζει το Διευθυντή να εισπράξει την έκτακτη αυτή εισφορά από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε το μέρισμα ή τον τόκο ή τα ενοίκια, παρά το γεγονός ότι δεν επεβλήθη φορολογία επί του προσώπου αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι όταν δεν παρέχονται καταστάσεις ή άλλα στοιχεία, ο Διευθυντής δύναται, να καθορίσει κατά την κρίση του το ποσό της έκτακτης εισφοράς το οποίο έπρεπε να παρακρατηθεί.
(5)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η βεβαίωση, καταβολή, είσπραξη και παρακράτηση οποιουδήποτε ποσού έκτακτης εισφοράς καθώς και οποιουδήποτε τόκου επ' αυτής διενεργείται σύμφωνα με τις ανάλογες διατάξεις των περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμων και του περί Εισπράξεως Φόρων Νόμου.». Παραθέτω, επίσης, τις διατάξεις του άρθρου 3
(1)
(2)(β) του Νόμου περί Έκτακτης Εισφοράς για την Άμυνα꞉ «3.—
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, κάθε πρόσωπο που καθορίζεται στο εδάφιο
(2)υποχρεούται να καταβάλλει έκτακτη εισφορά για την ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Δημοκρατίας.
(2)Τα πρόσωπα τα οποία υποχρεούνται να καταβάλλουν έκτακτη εισφορά σύμφωνα με το εδάφιο
(1)είναι — (β) Κάθε πρόσωπο που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία, το οποίο λαμβάνει ή πιστώνεται με ποσό τόκου, εκτός τόκου που εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου (γ), σε ποσοστό τριάντα τοις εκατόν (30%) επί του ποσού των τόκων που λαμβάνονται ή πιστώνονται: Νοείται ότι — (
  1. i)Τόκος που αποκτά πρόσωπο από τη συνήθη διεξαγωγή της επιχείρησής του, περιλαμβανομένου τόκου που συνδέεται στενά με τη συνήθη διεξαγωγή της επιχείρησης και τόκου που αποκτά συλλογικό επενδυτικό σχέδιο ανοικτού ή κλειστού τύπου, δεν θεωρείται τόκος για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου˙ (
  2. ii)τόκος που λογίζεται ότι καταβάλλεται σε εταιρεία δυνάμει του άρθρου 39 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου εμπίπτει στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου· (iii) άτομο του οποίου το συνολικό ετήσιο εισόδημα, περιλαμβανομένων και των τόκων, δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων ευρώ (€12.000) ετησίως, έχει δικαίωμα επιστροφής της παρακρατηθείσας έκτακτης εισφοράς επί των τόκων πέραν του ποσού που αντιστοιχεί στο τρία επί τοις εκατόν (3%)· (γ) κάθε άτομο που είναι κάτοικος στη Δημοκρατία για τόκους που λαμβάνει ή πιστώνεται από πιστοποιητικά αποταμιεύσεως της Κυπριακής Κυβέρνησης, χρεόγραφα αναπτύξεως της Κυπριακής Κυβέρνησης καθώς και τόκους που λαμβάνει ή πιστώνεται ταμείο προνοίας ή το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σε ποσοστό τρία τοις εκατόν (3%).». Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η παρακράτηση του ποσοστού 30% επί των τόκων την ώρα που πιστώνονται και εναπόκειται στο πρόσωπο προς όφελος του οποίου πιστώθηκαν οι τόκοι να αιτηθεί στη συνέχεια την ακύρωση της παρακράτησης ή/και να αξιώσει την επιστροφή της παρακρατηθείσας εισφοράς στο βαθμό που υπερβαίνει το 3%, επικαλούμενο την εισοδηματική του κατάσταση. Δεν χωρεί εκτέλεσης το επίδικο Ένταλμα ως ένδικο μέσο για τη διεκδίκηση της επιστροφής της παρακρατηθείσας εισφοράς από μέρους του κ. Στέλιου Αντωνίου - ενάγοντος στην εν λόγω αγωγή. Χρειάζεται να προηγηθεί η ακύρωση της πράξης της επιβολής της έκτακτης εισφοράς στον ίδιο με άλλο ένδικο μέσο. Συνεπώς, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διατάξεις, αποδέχομαι ως ορθή και τεκμηριωμένη η θέση του Γενικού Εισαγγελέως στην υπό κρίση αίτηση ότι δεν εκκρεμεί οποιοδήποτε οφειλόμενο για πληρωμή ποσό τόκων στο πλαίσιο εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή 666/2007, εφόσον ό,τι παρακρατήθηκε ισούται με το προβλεπόμενο από το Νόμο ποσοστό έκτακτης εισφοράς για την άμυνα. Άνευ βλάβης των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι για να καταλήξω στο πιο πάνω εύρημα είναι αναγκαίο να υπεισέλθω σε εξέταση της θέσης που διατύπωσε ο συνήγορος του κ. Στέλιου Αντωνίου περί δήθεν παράνομης και/ή αντισυνταγματικής, αναδρομικής, εφαρμογής του τροποποιητικού Ν.29(Ι)/2013στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είμαι σε θέση να επισημάνω, συναφώς, ότι- (α) Βάσει των διατάξεων του ιδίου του Ν.29(Ι)/2013, ο εν λόγω Νόμος τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.[7] Ο Νόμος 29(Ι)/2013 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.4.2013, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση. Έπεται ότι η 29η Απριλίου 2013 είναι η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.29(Ι)/2013. Καθοριστική όσον αφορά τον χρονικό προσδιορισμό των πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίον εφαρμογής του Ν.29(Ι)/2013 είναι η ίδια διάταξη του άρθρου 3 του Ν.29(Ι)/2013 στην οποία καθορίζεται ότι ο εν λόγω Νόμος «εφαρμόζεται αναφορικά με τόκους που λαμβάνονται ή πιστώνονται ή λογίζονται ότι λαμβάνονται ή πιστώνονται από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και μετά». (β) Η απόφαση υπέρ του Ενάγοντος στην Αγωγή 666/2007 - καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση εκδόθηκε στις 13.5.2013, καθ' ον χρόνο ο Ν.29(Ι)/2013βρισκόταν ήδη σε ισχύ. Καθοριστική εν πάση περιπτώσει για το αν τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος είναι η ημερομηνία που διενεργείται η πληρωμή του ποσού των επιδικασθέντων τόκων, εν προκειμένω η πίστωση. Αυτή διενεργήθηκε από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας στις 5.8.2013, ημερομηνία κατά την οποία ο Ν.29(Ι)/2013βρίσκετο σε ισχύ. Επομένως, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο συνήγορος του Ενάγοντος - Καθ' ου η αίτηση, θα κατέληγα σε εύρημα ότι δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής του Ν. 29(Ι)/2013 στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Ότι ο Νόμος εφαρμόστηκε, ως έπρεπε, σε γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του και εντός του πεδίου εφαρμογής του. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω τοποθέτησεών μου, παρατηρώ εδώ, παρενθετικά και μόνο, ότι εύστοχα η συνήγορος του Εναγομένου - Αιτητή αναφέρθηκε στη γραπτή της αγόρευση σε μια ανακολουθία στις θέσεις και τη συμπεριφορά του συνηγόρου του Στέλιου Αντωνίου, αφού την ίδια ώρα που ισχυρίζεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι δεν έπρεπε να γίνει η παρακράτηση του 30% ως έκτακτης εισφοράς επί των τόκων επί του ποσού της απόφασης στην αγωγή 666/2007, αυτός εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν.29(Ι)/2013 επί των τόκων που επιδικάστηκαν επί των δικηγορικών εξόδων στην αγωγή 666/2007, υποβάλλοντας σχετικό τιμολόγιο στον Γενικό Εισαγγελέα για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων, με αποκοπή 30% ως έκτακτης εισφοράς για την άμυνα επί των τόκων επί των δικηγορικών εξόδων. Σχετικό αντίγραφο του τιμολογίου ημερ. 1/8/2013 επισυνάφθηκε στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του Εναγομένου - Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση. Κατάληξη Η υπό κρίση αίτηση υπό του Γενικού Εισαγγελέως για ακύρωση του επίδικου Εντάλματος αρ. 1977/2013 επιτυγχάνει. Ακυρώνεται το επίδικο Ένταλμα εφόσον η απόφαση στην αγωγή 666/2007 είχε ήδη από 5.8.2013, δηλαδή προ της έκδοσης του επίδικου εντάλματος ημερ. 4.9.2013, εξοφληθεί και, συνεπώς, εκτελεστεί. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένου - Αιτητή και εναντίον του κου Στέλιου Αντωνίου Ενάγοντος - καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Order 48, r.8.
(1)The following applications may be made ex parte- (mm) under Order 40, Rule 15, on application by deputy sheriff for directions in regard to the execution of a writ;». Σημειωτέον ότι η Δ.40, θ.17 δεν συμπεριλαμβάνεται στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό της Δ.48, θ.
  1. [2] O.48, r.
  2. Saving the powers conferred on the Courts and Judges by section 3 of the Courts of Justice (Supplementary Provisions) Law, Cap. 12, and section 8 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, to make temporary orders without notice under the circumstances and in the manner mentioned and provided in the said sections, all applications other than those mentioned in Rule 8 of this Order shall be made by summons supported by affidavits of the facts relied upon with this qualification that, unless required by the Court or Judge, the undermentioned applications (and any others in which an affidavit is expressly dispensed with) need not be accompanied by affidavit- [.]. Η Διαταγή 40,θ.15 δεν απαριθμείται στην παράγραφο που ακολουθεί. [3] «
(3)The Court or Judge dealing with an application made ex parte may direct that it be made by summons with notice to such persons as the Court or Judge may think fit.». [4] O.63, r.1.The name of the Court in which a writ of summons is filed, the names of the parties, and the enumber of the action together with the year in which it is instituted, shall form the title of the action. In the case of an originating summons, application, or petition, the title directed by the law or Rules governing the same, including the name of the Court in which it is filed and the enumber given to it in the registry of that Court, together with the year in which it is filed, shall form the title of such summons, application, or petition. And every document to be used in an action, or upon an originating summons, application, or petition, shall be intituled with the title thereof, together with any amended title that may become necessary : provided that where there are two or more plaintiffs, applicants or petitioners, or two or more defendants or respondents, it shall be sufficient, except in judgments and orders and where there is any provision to the contrary, to state the name of the first-named plaintiff, applicant or petitioner, and the first-named defendant or respondent, and that there are other plaintiffs, applicants, petitioners, defendants, or respondents, as the case may be. [5] O.64, r.1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή. [6]
  1. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. [7] «
  2. Η ισχύς του παρόντος Νόμου (29(Ι) του 2013) αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και εφαρμόζεται αναφορικά με τόκους που λαμβάνονται ή πιστώνονται ή λογίζονται ότι λαμβάνονται ή πιστώνονται από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και μετά.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.