ELTA GROUP LIMITED ν. CONSTANTINIDES & TINGIRIDES ENTERPRISES LIMITED (HE 250383), Αρ. Αγ. 6953/2013, 8/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 6953/2013 Μεταξύ: ELTA GROUP LIMITED Ενάγουσας -και- CONSTANTINIDES & TINGIRIDES ENTERPRISES LIMITED (HE 250383) Εναγoμένης Ημερομηνία: 8.12.2014 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια꞉ κ. Κατσουρίδης, για κ. Δ. Μιχαηλίδη, για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση꞉ κα. Ε. Κ. Καδή, για Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Εναγομένης, ημερ. 30.4.2014 για παραμερισμό της ερήμην της εκδοθείσας απόφασης, ημερ. 31.1.2014, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη εξαιτείται꞉ «(Α) Διάταγμα και/η Απόφαση παραμερίζον (setting aside) και/η ακυρώνων την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/1/2014, ΚΑΙ/Η (Β) Διάταγμα και/η Απόφαση αναστέλλον την ισχύ της Αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/1/2014 μέχρι και της πλήρους αποπερατώσεως της παρούσης Αιτήσεως, ΚΑΙ/Η (Γ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.». Η Αίτηση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17 0.0.2, 3, 4, 5, 6 και 10, Δ.26 0.14, Δ.40 0.0.2,3,7 και 11, Δ.44 0.11 και Δ.48 0.0.1, 2 και 9(H), Δ.64 01 και 2, επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και επί του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκον Δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») του κ. Γιώργου Κωνσταντινίδη, από τη Λευκωσία. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενό της꞉ 1. «Είμαι Διευθυντής και Γραμματέας των Εναγομένων-Αιτητών και ορκίζομαι την παρούσα υπό την εν λόγω ιδιότητα μου βάσει οδηγιών και συμβουλών τις οποίες έλαβα υπό του Δικηγόρου των Εναγομένων και εξ'όσων κάλλιο γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι. 2. Είμαι εξουσιοδοτημένος υπό των Εναγομένων όπως ορκισθώ τη παρούσα Ένορκη Δήλωση καθ'ότι γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν τη παρούσα υπόθεση. 3. Περί τα μέσα Απριλίου 2014 επικοινώνησε μετά των Εναγομένων ο κος Κυριάκος Θωμά, Δικαστικός Επιδότης ο οποίος ανέφερε ότι έχει εκδοθή στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/1/2014. 5. Αμέσως επικοινώνησα μετά του Δικηγόρου μας και του ανέφερα τα ανωτέρω ο οποίος ανέλαβε να διερευνήσει το όλο θέμα καθ'ότι όπως του ανέφερα δεν γνωρίζαμε ότι εκδόθηκε απόφαση καθώς επίσης ότι κατεχωρήθηκε αγωγή εναντίο των Εναγομένων. 6. Ο Δικηγόρος μας μετά από έρευνα στο φάκελλο του Δικαστηρίου μας ανέφερε ότι σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης του Επιδότη, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα την 11/12/2013 αφήνοντας το στη παρουσία του έναντι της υπογραφής Μαρίας Παπαλουκά για τον Εναγόμενο τον οποίο δεν βρήκα στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του. Περαιτέρω αναφέρει ότι η Μαρία Παπαλουκά είναι Γραμματέας και υπεύθυνη παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εταιρείας. Αντίγραφο της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1. 7. Η εν λόγω Μαρία Παπαλουκά ήτο απλή υπάλληλος των Εναγομένων και όπως με ενημέρωσε ουδέποτε υπέγραψε η ίδια για να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα αφού δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και ούτε ήτο το αρμόδιο πρόσωπο για να αποδέχεται επιδόσεις για την Εναγόμενη Εταιρεία. 8. Γραμματέας και Διευθυντής της Εναγομένης Εταιρείας είναι ο κος Γιώργος Κωνσταντινίδης ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ευρίσκετο στο DUBAI. 9. Περαιτέρω από την έρευνα που διενήργησε ο Δικηγόρος μας διεφάνη ότι την 31/1/2014 εξεδόθη απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και ενάντιον των Εναγομένων λόγω μη εμφάνισης των Εναγομένων. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2. 10. Όπως εμφαίνεται από το αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση επίδοσης του επιδότη δεν υπάρχει οποιαδήποτε υπογραφή της Μαρίας Παπαλουκά αλλά απλώς ο επιδότης έχει γράψει ο ίδιος το όνομα αυτής. Γνωρίζω το γραφικό χαρακτήρα της Μαρίας Παπαλουκά και δεν είναι ο δικός της με τον οποίο αναγράφεται το όνομα της. 11. Είναι η ταπεινή μου εισήγηση και εξ'όσων με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μας ότι η εκδοθείσα εναντίο των Εναγομένων απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί λόγω μη επίδοσης και/η λόγω μη κανονικής επίδοσης. 11. Περαιτέρω αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση εις την Αγωγή. Συγκεκριμένα και ουχί περιοριστικώς ισχυρίζομαι ότι ουδέν ποσό οφείλουν οι Εναγόμενοι προς τους Ενάγοντες και διαζευκτικώς εάν ήθελε αποδειχθεί ότι οφείλεται οιονδήποτε ποσό αυτό δεν είναι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση αλλά πολύ ολιγότερο και το ποσό αυτό ενδεχομένως να οφείλεται από άλλη Εταιρεία η οποία δεν έχει σχέση με τους Εναγομένους. 12 Την 30.4.2014 2014 οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν μονομερή (Ex-Parte) αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 31/1/2014. 13. Εν όψει των ανωτέρω είμαι της γνώμης και ειλικρινώς πιστεύω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις δια να ασκήσει το Σεβαστό Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Εναγομένων και να παραμερίσει την απόφαση ημερομηνίας 31/1/2014. 14. Δι' άπαντα τα ανωτέρω αναφερόμενα αιτούμαι ως η Αίτηση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Με Ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης που καταχώρησε στις 8.7.2014, η Ενάγουσα ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση παραμερισμού Για τους ακόλουθους λόγους: «Α. Η εκδοθείσα Απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί καθότι εκδόθηκε νομότυπα και δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμιά περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις νια την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως έχουν καθοριστεί από την σχετική νομολογία επί του θέματος. Β. Η παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 30/04/2014 είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη εφόσον η Ένορκη Δήλωση που την στηρίζει δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, είναι παραπλανητική και περιέχει ψευδείς δηλώσεις. Γ. Η Εναγόμενη / Αιτήτρια επέδειξε συμπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρο βαθμού καταφρόνησης της Δικαστικής Διαδικασίας. Δ. Η Εναγόμενη / Αιτήτρια καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αιτιολόγηση για την καθυστέρηση της στην καταχώρηση της παρούσας. Ε. Η Αίτηση της Εναγομένης / Αιτήτριας αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον της από την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση και εκμηδενισμό των πιθανοτήτων είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών, και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. ΣΤ. Η Εναγόμενη /Αιτήτρια απέτυχε ή/και δεν αποκάλυψε καλή και νόμιμη Υπεράσπιση ούτε και παρουσίασε ή αποκάλυψε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές λεπτομέρειες, περιστατικά και στοιχεία για το ότι έχουν καλή και συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της επίδικης διαφοράς τους με την Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση. Ζ. Η παρούσα Αίτηση γίνεται καταχρηστικά, κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης πλήττοντας καίρια την διασφάλιση του δικαιώματος της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση για την άνευ προσκόμματος αποπεράτωση της υπόθεσης και την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (finality of judgments). Περαιτέρω όλα όσα αναφέρει στην Αίτηση της η Εναγόμενη/Αιτήτρια είναι εκ των υστέρων σκέψεις που απώτερο σκοπό έχουν την πεπλανημένη αιτιολόγηση για τους λόγους για τους οποίους δεν καταχώρησαν εμφάνιση 4 περίπου μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και την αποφυγή των υποχρεώσεων τους. Η. Δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμιά περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως έχουν καθοριστεί από την σχετική νομολογία επί του θέματος.». Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17, Θ.Θ 1-10, Δ.26, Θ14, Δ.33 Θ 2,3 και 5 Δ.48, Θ.1, 2, 4, 7, και 9 (
- h)Δ.40 Θ.7 (Β) και 11 και επί του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5 ,6,7 και 9 στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60Άρθ. 32, στον περί Εταιρειών Νόμος (ΚΕΦ.113) Άρθρο 372 και επί των γενικών ή/και συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η Ένσταση της Ενάγουσας εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση, ημερ. 8.7.2014, του κ. Σωτήρη Καραολή από τη Λευκωσία, ο οποίος, όπως δηλώνει στην παρα. 1 της Ε/Δ του, είναι συνεργάτης δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. στη Λευκωσία, οι οποίοι είναι δικηγόροι της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της ένστασης. Γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται λόγω προσωπικής πληροφόρησης που έτυχε επί του προκειμένου από την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση και τους αντιπροσώπους της, καθώς επίσης και λόγω της άμεσης εμπλοκής του σε αυτά. Ως εκ των ανωτέρω, δηλώνει ότι είμαι κατάλληλο πρόσωπο για να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση για σκοπούς απόδειξης της παρούσας αγωγής. Ο λόγος για τον οποίο ο κ. Καραολής επεξηγεί ότι ήταν υπό τις περιστάσεις απολύτως αναγκαίο να προβεί εκείνος προσωπικά στην ένορκη δήλωση αντί οποιουδήποτε άλλου αντιπροσώπου της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, είναι ότι η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση εδρεύει στο εξωτερικό (στο Ηνωμένο Βασίλειο) και δεν θα ήταν εφικτό να προσέλθει κάποιος αντιπρόσωπος της στην Κύπρο για να ορκιστεί στα γεγονότα της ένορκης δήλωσης στην δεδομένη αυτή στιγμή. Υιοθετούνται από τον κ. Καραολή και επαναλαμβάνονται στην Ε/Δ του οι λόγοι ένστασης ως δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης της Ενάγουσας στην αίτηση παραμερισμού. Καταλήγει να εισηγείται ότι για τους συγκεκριμένους νομικούς λόγους ένστασης, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις παραμερισμού της ερήμην της Εναγομένης εκδοθείσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Κριτήρια αναφορικά με το νομότυπο της επίδοσης του κλητηρίου Αναφορικά με την επίδοση δικογράφου σε νομικό πρόσωπο, σχετική είναι η Διαταγή 5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία παραθέτω αυτούσιαː «7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; [...]». Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10954, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού -ν- Chr.P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1A A.A.Δ. 43 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου λέχθηκε ότι, προκειμένου για επίδοση κλητηρίου σε νομικό πρόσωπο, δεν αποδεικνύεται καλή και νομότυπη επίδοση με το να αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του επιδότη που διενήργησε την επίδοση ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής "αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον" χωρίς να υπάρχουν λεπτομέρειες αποδεικτικές της παραλαβής. Παρά το ότι το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προβλέπει ότι "Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ", το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι το άρθρο 372 θα πρέπει να διαβάζεται κατά τρόπο συνάδοντα προς το άρθρο 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος, και παρατήρησε, συναφώς προς τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης, τα εξήςː «Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση.». Δεν αρκεί συνεπώς να αφήνεται το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, αλλά ο επιδότης θα πρέπει να φροντίζει να καταγράφει στην ένορκη δήλωση επίδοσής λεπτομέρειες που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε παραλαβή του κλητηρίου, ήτοι το όνομα αυτού που παρέλαβε εκ μέρους της εταιρείας και την ιδιότητά του. Το αν αυτός που παραλαμβάνει το κλητήριο είναι ένας απλός υπάλληλος εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή εγγράφων και όχι αξιωματούχος της εταιρείας κατά την έννοια του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, προκύπτει από τη νομολογία ότι αντιμετωπίζεται ελαστικά, νοουμένου ότι υπάρχουν επαρκείς λεπτομέρειες στην ένορκη δήλωση επίδοσης ώστε να αποδεικνύεται η παραλαβή του κλητηρίου. Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την J.Z.CLASSIC MUZIC PRO LTD, ν. ALKADIA MUSIC LAND LTD
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151꞉ «Η βασική επιχειρηματολογία του δικηγόρου πρωτοδίκως και ενώπιον μας, ήταν πως η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας ήταν παράτυπη και κακή, γιατί δεν έγινε σε κάποιο αξιωματούχο της ώστε να λάβει γνώση της εναντίον της αγωγής. Ισχυρίστηκε επίσης πως το γεγονός ότι ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας τούτο δεν συνιστά καλή επίδοση. Τα πιο πάνω γεγονότα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε αξιωματούχος της εφεσείουσας προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης για επαναφορά, προσθέτει δε πως η εφεσείουσα έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή στη βάση ισχυρισμών που προβάλλει. [...] Είναι κοινώς παραδεκτό πως το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εφεσείουσας, που είναι το γραφείο των δικηγόρων της στη Λεμεσό. Στο αντίγραφο του κλητηρίου, που κατέθεσε στο πρωτοκολλητείο ο επιδότης, υπάρχει η μονογραφή του προσώπου που το παρέλαβε, και η σχετική νομότυπη ένορκη βεβαίωση του επιδότη. [...] Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όμως έχουν μια καίρια και ουσιαστική διαφορά από εκείνα στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολης Λεμεσού και Chr.P.Michaelides (Estates) Ltd. Στην τελευταία ρητά αναφέρεται πως ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ εδώ υπάρχει υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, τούτο δε επιμαρτυρείται και από τον επιδότη.». Το αν ο υπάλληλος της εταιρείας ο οποίος παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και ο οποίος κατονομάζεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, ενημέρωσε ή όχι τους αξιωματούχους της εταιρείας, δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο. Η παράλειψή του να ενημερώσει τους αξιωματούχους για την εταιρεία, ακόμη και αν αποδειχθεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε δικαστικό εύρημα κακής επίδοσης. Παραπέμπω στην Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ 1319. απόφαση ημερομηνίας 15/12/2006, όπου ο Ηλιάδης Δ. ανέφερε: «...Οι εφεσείοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η επίδοση που είχε γίνει ήταν κακή, αλλά απέτυχαν να αντικρούσουν τα πιο πάνω γεγονότα και η επίδοση ήταν νόμιμη, αφού σύμφωνα με τη Δ.5, θ. 7 η επίδοση σε γραμματέα νομικού προσώπου θεωρείται καλή επίδοση. Το γεγονός ότι η γραμματέας ήταν υπερήλικη με προβλήματα υγείας και ότι τοποθέτησε τα έγγραφα επίδοσης σε ένα συρτάρι και ξέχασε να τα παραδώσει στους εφεσείοντες, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδοσης...» Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, εξετάστηκε η θέση του αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι το πρόσωπο στο οποίο αυτή επιδόθηκε του ήταν άγνωστο. Κρίθηκε ότι είναι ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας του επιδότη έναντι της αξιοπιστίας αυτού που αμφισβητεί την επίδοση. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφασηː «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση παραμερισμού, αναζήτησε - ορθά, κατά την άποψή μας - κατά πόσο η εκδοχή του εφεσείοντα ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της αγωγής, επειδή το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοσή της του ήταν άγνωστο, ήταν αληθής. Για το ζήτημα αυτό υπήρχαν, από τη μια, η ένορκη δήλωση του επιδότη, ο οποίος, σημειωτέον, δε ζητήθηκε από τον εφεσείοντα να αντεξεταστεί, και τα στοιχεία του φακέλου και, από την άλλη, η θέση του εφεσείοντα, ο οποίος, επίσης, δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο δε συνυπολόγισε τη μαρτυρία της εφεσίβλητης, αφού αυτή, όπως το ίδιο καταγράφει στην απόφασή του, αντεξεταζόμενη, δέχθηκε ότι δε γνώριζε εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν υπάλληλος του εφεσείοντα. Αιτιολόγησε, όμως, γιατί δεν αποδέχθηκε τη θέση του εφεσείοντα. Διαπίστωσε, μέσα από το φάκελο, ότι, προτού εκδοθεί η επίδικη απόφαση, είχε επιδοθεί προσωπικά στον ίδιο η ΄Εκθεση Απαίτησης, γεγονός που του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση όχι μόνο της ύπαρξης της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον του με γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο ΄Ενταλμα, αλλά και όλων των λεπτομερειών, στις οποίες η εφεσίβλητη στήριζε την αξίωσή της. Σημαντικό ήταν εάν ο εφεσείων έλαβε γνώση της αγωγής και αυτό απαντάτο από την επίδοση προσωπικά σ' αυτόν της ΄Εκθεσης Απαίτησης, και καθιστούσε επουσιώδες, στα πλαίσια της αίτησης, εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν ή όχι υπάλληλός του. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή του για το πότε αυτός έλαβε γνώση της αγωγής δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια ήταν αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν. Η απόρριψη της εκδοχής του δεν έγινε αυθαίρετα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αλλά στη βάση αξιολόγησης όλων των ενώπιόν του στοιχείων.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Πάντως, το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ.. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού προωθεί την εκδοχή της παράτυπης επίδοσης, διεκδικώντας βασικά τον παραμερισμό ως ζήτημα ex debto justitiae. Έχοντας κατά νου την προμνησθείσα νομολογία, είμαι ικανοποιημένη ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου αποκαλύπτει νομότυπη επίδοσηː (α) Πρώτον, η ένορκη δήλωση του επιδότη καταγράφει με σαφήνεια και ονομαστικά ποιος παρέλαβε το πιστόν αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος και με ποια ιδιότητα (κα. Μαρία Παπαλουκά, γραμματέας & υπεύθυνη παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο). (β) Δεύτερον, στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι το πιο πάνω πρόσωπο παρέλαβε το κλητήριο έναντι της υπογραφής του, η οποία και φαίνεται επί του κλητηρίου που υπάρχει στο φάκελο, ως επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Διευκρινίζω ότι το παρόν Δικαστήριο καθ' ον χρόνο εξέδιδε την επίδικη απόφαση στην αγωγή έλαβε γνώση του γεγονότος ότι η κα Παπαλουκά δεν είναι γραμματέας υπό την έννοια του αξιωματούχου της εταιρείας βάσει του περί Εταιρειών Νόμου, παρά μόνο υπάλληλος με καθήκοντα γραμματειακά, περιλαμβανομένης της ευθύνης παραλαβής των εγγράφων. Σχετικές οι σημειώσεις του Δικαστηρίου ημερ. 31.1.2014 που βρίσκονται καταγραμμένες στο φάκελο του Δικαστηρίου αναφορικά με διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από τη συνήγορο της Ενάγουσας στο στάδιο της διαδικασίας απόδειξης. Προχώρησε το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή, έχοντας κατά νου ότι όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα νομολογία, δεν είναι καταλυτικής σημασίας το γεγονός ότι η κα Παπαλουκά δεν είναι αξιωματούχος κατά την έννοια του περί Εταιρειών Νόμου και ότι εναπόκειται στην Εναγομένη εταιρεία να αμφισβητήσει την επικαλούμενη ιδιότητά της ως υπεύθυνης παραλαβής εγγράφων ή και ως υπαρκτού προσώπου το οποίο όντως παρέλαβε το κλητήριο. Τέτοια αμφισβήτηση δικογραφείται πράγματι στην παρα. 6 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού. Ωστόσο, εφόσον το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του αιτούντος τον παραμερισμό, και εφόσον η Ενάγουσα επιμένει στην αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης, κρίνω ότι θα έπρεπε να ζητούσε η Εναγομένη / Αιτήτρια άδεια για να αντεξετάσει τον επιδότη ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών γεγονότων που κατέγραψε στην ένορκη δήλωσή του. Αίτημα αντεξέτασης του επιδότη δεν υπήρξε και δεν δύναται το Δικαστήριο να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του από δική του πρωτοβουλία. Πάντως, το ότι η κα Παπαλουκά είναι υπαρκτό πρόσωπο δεν αμφισβητείται από την Εναγομένη. Το ότι η κα Παπαλουκά είναι υπάλληλος της Εναγομένης στο εγγεγραμμένο της γραφείο επίσης δεν αμφισβητείται. Η αμφισβήτηση περιορίζεται στο αν είχε εξουσιοδότηση να υπογράψει και αν όντως υπέγραψε για την παραλαβή του κλητηρίου. Ως προς την αμφισβήτηση της υπογραφής της κας Παπαλουκά, παρατηρώ ότι ουδέν δείγμα της υπογραφής της δίδεται στο πλαίσιο της Ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, προκειμένου να αποδειχθεί ο ισχυρισμός που προωθεί η Εναγομένη ότι δεν ανήκει στην κα Παπαλουκά η υπογραφή που είναι σημειωμένη επί του κλητηρίου, αλλά στον επιδότη. Ο γραφικός χαρακτήρας των αναγραφόμενων από τον επιδότη στην ένορκη δήλωση επίδοσης δεν φαίνεται, εν πάση περιπτώσει, να είναι ο ίδιος με εκείνον της υπογραφής επί του κλητηρίου. Δεν έχει αποδειχθεί δεόντως η αλήθεια της εκδοχής της Ενάγουσας - Αιτήτριας ως προς το στοιχείο αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η επίδοση αποδείχθηκε να είναι παράτυπη , ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της απόφασης ex debito justitiae. Προχωρώντας στο επόμενο ζήτημα, δηλαδή στο κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, κρίνω ότι όσα αναφέρονται στην παρα. 11 της Ε/Δ του κ. Γιώργου Κωνσταντινίδη κάθε άλλο παρά επαρκή είναι για να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Εντελώς αόριστες και υποθετικές είναι οι εκεί αναφορές. Ενόψει των προεκτεθέντων διαπιστώσεών μου, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον η Εναγομένη έδειξε δέουσα επιμέλεια να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση. Συνεπακόλουθα, απορρίπτω την αίτηση, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο