← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΥΜΕΟΥ, Αριθ. Αγ.: 5857/08, 7/11/2014

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΥΜΕΟΥ, Αριθ. Αγ.: 5857/08, 7/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A401 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αριθ. Αγ.: 5857/08 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντος -και- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΥΜΕΟΥ, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Ημερομηνία: 7.11.2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μορφινή Κυπριανίδου, για Μιχαήλ Χ. Σταματάρη & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο: κ. Κωστής Ευσταθίου με κ. Γιώργο Τρίγγα, για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.

  1. Η αξίωση Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ουδέν δικαίωμα έχει να επεμβαίνει, εισέρχεται, κατέχει, διαμένει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο χρησιμοποιεί το διαμέρισμα με αριθμό 3, το οποίο βρίσκεται στη οδό Επαμεινώνδα 21, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, Στρόβολος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο ή τους αντιπροσώπους του όπως εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος στην οδό Επαμεινώνδα 21, διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, 2034, Στρόβολος, στον δικαιούχο Ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο ή στους αντιπροσώπους του να επεμβαίνουν και/ή διαμένουν στο διαμέρισμα στην οδό Επαμεινώνδα 21,διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III ,2034, Στρόβολος. Δ. Αποζημιώσεις ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή άλλως για την παράνομη κατοχή του πιο πάνω διαμερίσματος και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις . Ε. Νόμιμο Τόκο . ΣΤ. Έξοδα της παρούσης αγωγής πλέον έξοδα επίδοσης.». Α.
  2. Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς γεγονότων που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης-
  3. «Ο Ενάγων υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως τροποποιήθηκε, εγείρει την παρούσαν αγωγή εναντίον του Εναγόμενου δια και εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  4. Η Κυπριακή Δημοκρατία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν και είναι μόνιμος ιδιοκτήτης και έχει δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος στην οδό Επαμεινώνδα 21, διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, 2034, Στρόβολος.
  5. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας και/ή άδειας ημερομηνίας 25-11-1978 ο Ενάγων μέσω του Διευθυντού του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως συμφώνησε μετά του εκτοπισθέντος Συμεών Ιακώβου, ο οποίος ήταν ο πατέρας του Εναγόμενου, όπως του παραχωρήσει άδεια χρήσεως του διαμερίσματος στη οδό Επαμεινώνδα 21, διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, 2034, Στρόβολος, για σκοπούς ιδιωτικής κατοικίας.
  6. Ήταν μεταξύ των άλλων όρων, της εν λόγω γραπτής συμφωνίας και/ή άδειας, ουσιώδης όρος, όπως το ακίνητο χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως ιδιωτική κατοικία υπό της αδειούχου και της οικογένειας της και μόνον, και ότι στην περίπτωση που θα εχρησιμοποιείτο διαφορετικά θα χρειαζόταν η προηγούμενη έγγραφος άδεια του Ενάγοντος.
  7. Ο ανωτέρω δικαιούχος απεβίωσε κατά ή περί τον Μάιο του 1982 και η σύζυγος του Χρυστάλλα Ιακώβου απεβίωσε στις 21/02/
  8. Ο Εναγόμενος ο οποίος είναι υιός των πιο πάνω κατέχει παράνομα το ειρημένο.
  9. Σύμφωνα με τον όρο 4 της ειρημένης συμφωνίας και/ή άδειας χρήσης «Ο Αδειούχος και/ή οικογένεια αυτού αναλαμβάνουν όπως εκκενώσουν το ακίνητον και παραδώσουν τούτο εις τον Ιδιοκτήτην εις οιαν καλήν κατάστασιν παρέλαβεν τούτο εντός τριάκοντα ημερών αφ ότου ζητηθή παρ' αυτού.».
  10. Ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως απέστειλε επιστολή με ημ. 04/01/08 στον εναγόμενο με την οποία τον καλούσε όπως σε διάστημα ενός μηνός εκκενώσει το ειρημένο διαμέρισμα και παραδώσει τα κλειδιά στον Τοπικό Διαχειριστή του οικισμού και ο Εναγόμενος μέσω του δικηγόρου του, απάντησε ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την οικία την ευρισκόμενη επί της οδού Επαμεινώνδα 21, διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, 2034, Στρόβολος,
  11. Η σύζυγος του εναγόμενου, Φωτεινή Συμεού, κατέχει τίτλους ιδιοκτησίας της υπ' αριθμό 31 κατοικίας στην αυτοστέγαση Λατσιών, τεμ. 1797, Αγίου Στεφάνου 3, Λατσιά όπου και διαμένουν σήμερα .
  12. Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας επιφυλάσσει τα δικαιώματα της να αναφερθεί λεπτομερώς στο περιεχόμενο και τη νομική ερμηνεία της Συμφωνίας Παραχωρήσεως άδειας χρήσεως του εν λόγω διαμερίσματος, ημερομηνίας 25-11-1978 .
  13. Ο Εναγόμενος άνευ νόμιμου λόγου και/ή αιτίας και/ή συμφωνίας και/ή άδειας του Ενάγοντος παράνομα κατέχει το εν λόγω διαμέρισμα στο οποίο συνεχίζει να διαμένει ως σήμερα.
  14. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος επεμβαίνει στο εν λόγω διαμέρισμα ως <TRESPASSER>
  15. Η αξία της εν λόγω οικίας ανέρχεται στις Λ.Κ. 37.000.- (63218.25.-ΕΥΡΩ).
  16. Ως εκ της παρανόμου κατοχής ο Ενάγων αποστερήθηκε και συνεχίζει να στερείται της χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος και υπόκειται σε οικονομικές ζημιές.
  17. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Ενάγων εγείρει την παρούσα αγωγή και αξιοί παρά του Εναγόμενου ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, και ΣΤ ανωτέρω.». Οι ισχυρισμοί γεγονότων όπως, εξ αντιδιαστολής, δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου είναι ότι:
  18. «Ο Εναγόμενος παραδέχεται τις παραγράφους 1 και 2 της αγωγής εναντίον του.
  19. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ομοίως τις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως εναντίον του αλλά λέγει ότι η συμφωνία της παραγράφου 3 προέβλεπε την διαμονή στην επίδικη οικία τόσον του Συμεών Ιακώβου όσον και της οικογένειας του. Ο εναγόμενος κατά την υπογραφή του συμβολαίου περιλαμβάνετο στα μέλη της οικογένειας του Συμεώνος Ιακώβου του οποίου ήταν υιός και ως τέτοιος σημειώθηκε στο έγγραφο και/ή στον φάκελλο της υποθέσεως ως δικαιούχος και/ή κάτοχος της οικίας.
  20. Τοιουτοτρόπως, ο ενάγων κωλύεται και/ή εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς και/ή εγγράφου από του να αξιοί την εκδίωξη του εναγομένου εκ της ως άνω οικίας.
  21. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ομοίως τις παραγράφους 4 και 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως.
  22. Αρνείται ο εναγόμενος ότι κατέχει το εν λόγω υποστατικό παράνομα και εν πάσει περιπτώσει επιφυλάσσεται να αναφερθεί κατά τη δικάσιμο στο πλήρες νόημα και σημασία τόσον του εγγράφου ημερομηνίας 25.11.1978 όσον και στις μετέπειτα ενέργειες των διαδίκων και την εν γένει την συμπεριφορά.
  23. Ο Εναγόμενος δηλώνει περαιτέρω ότι ευρίσκεται εν διαστάσει προς την σύζυγο του Φωτεινή Συμεού και χρησιμοποιεί την επίδικη οικία ως τόπο διαμονής του, ως συνέχεια της διαμονής του με την οικογένεια του πατρός του αλλά και της μητρός του και στερείται της οιασδήποτε ακίνητης περιουσίας.
  24. Περαιτέρω, ο εναγόμενος καθ' υπόδειξη του Τμήματος Πολεοδομίας αλλά και του Υπουργείου Εσωτερικών έχει αιτηθεί την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του για την εν λόγω οικία και προς τούτο έχουν συγκατατεθεί οι εν ζωή αδελφοί του εναγομένου.
  25. Ο Εναγόμενος υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ανωτέρω, αρνείται όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται και λέγει ότι ο ενάγων κωλύεται και/ή εμποδίζεται από την εν γένει του συμπεριφορά στην αιτούμενη θεραπεία και αιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα.». Τα δικόγραφα έκλεισαν χωρίς να κατατεθεί Απάντηση από πλευράς Ενάγοντος και η υπόθεση ήχθη σε ακρόαση στη βάση των πιο πάνω αναφερόμενων ισχυρισμών. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για ν' αποδείξει την υπόθεσή της, η πλευρά του Ενάγοντος παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες: (α) τον κ. Γιάννο Χρίστου (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος όπως ανέφερε στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), το περιεχόμενο της οποίας αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, είναι Ανώτερος Τεχνικός στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, υπεύθυνος για τα θέματα διαχείρισης προσφυγικών οικισμών Λ/σιας από το Φεβρουάριο του 2009 και έχει στην κατοχή του το φάκελο που αφορά στην παρούσα υπόθεση, (β) τον κ. Αιμίλιο Τσίγγη, Κτηματολογικό Λειτουργό (στο εξής «ο ΜΕ2»), και (γ) τον κ. Αντρέα Λοΐζου, υπεύθυνο στην Υπηρεσία Μέριμνας (στο εξής «ο ΜΕ3»). Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υιοθέτησε και επιβεβαίωσε με τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), τους ισχυρισμούς γεγονότων που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Κατέθεσε αντίγραφο της επίδικης εγγράφου συμφωνίας / Άδειας Χρήσης, ημερ. 25.11.1978 ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, καθώς και το πρωτότυπο αυτής, όταν του ζητήθηκε, ως το Έγγραφο Β. Στο σύνολό της η μαρτυρία του ΜΕ1 συνοψίζεται ως ακολούθως ꞉ (α) H επίδικη έγγραφη συμφωνία / Άδεια Χρήσης (ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α και ως το Έγγραφο Β) υπογράφηκε μεταξύ του Συμεών Ιακώβου και του τότε Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως σε συνέχεια επιστολής ημερ. 11/11/1978 από τον Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς τον Συμεών Ιακώβου (Έγγραφο Γ), με το εξής περιεχόμενο꞉ «ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ Τη 11/11/78 Κύριε, Περαιτέρω προς την επιστολή μου δια της οποίας σας επληροφορούσα ότι η αίτησίς σας δια την παραχώρησιν οικίας εις Κυβερνητικόν Οικισμόν της περιοχής Λευκωσίας ενεκρίθη, επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι η οικία η οποία σας παρεχωρήθη επί της οδού Επαμεινώνδα αρ. 21 αρ. Διαμ. 3 εις τον οικισμόν Στροβόλου ΙΙΙ είναι τώρα έτοιμη και ως εκ τούτου παρακαλείσθε όπως την προσεχή ...1978 και ώραν 9 πμ. Παρουσιασθείτε εις τα Γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, Λευκωσία, δια να υπογράψητε τα σχετικά Συμβόλαια και να παραλάβητε τα κλειδιά της οικίας.
  26. [...]». (β) Τόσο το αντίγραφο της έγγραφης συμφωνίας / άδειας χρήσης που ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, όσο και στο αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας που είχε στην κατοχή του ο Εναγόμενος, καθώς και το πρωτότυπο της ίδιας συμφωνίας που βρισκόταν στο φάκελο του επίδικου υποστατικού και τον οποίο είχε στην κατοχή του το ΜΕ1 (όπου το πρωτότυπο της συμφωνίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ως Έγγραφο Β), περιείχαν τις ίδιες καταχωρήσεις στο σημείο που αναγράφονται τα μέρη της συμφωνίας. Ειδικότερα, και στα τρία έγγραφα αναγράφεται ότι꞉ «Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ αυτή εγένετο την 25 ημέραν του Νοεμβρίου 1978 ΜΕΤΑΞΥ του κ. Κ. Φ. Ιωαννίδη, Διευθυντού του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως εκ μέρους της Δημοκρατίας της Κύπρου (εν τοις εφεξής αναφερομένου ως «ο Ιδιοκτήτης» του όρου τούτου περιλαμβάνοντος τους εν υπουργήματι διαδόχους και αντιπροσώπους αυτού) αφ' ενός και του/της/ των κ.꞉ 1 Συμεών Ιακώβου (ic.[.]) Απεβίωσε
  27. Χρυστάλλα (ic.[.]) (εν τοις εφεξής αναφερόμενου ως «ο Αδειούχος») αφ' ετέρου.». (γ) Τα μέλη της οικογένειας του αρχικού Δικαιούχου, κ. Συμεών Ιακώβου, απαριθμούνταν ονομαστικά σε Πίνακα στη σελ. 4 της έγγραφης συμφωνίας / Άδειας Χρήσης ως εξής꞉ Α/Α Ονόματα μελών οικογενείας. Ηλικία Συγγένεια
  28. Χρυστάλλα Συμεού 47 Σύζυγος
  29. Ζωούλλα Συμεού 22 Θυγατέρα
  30. Σπυρούλλα Συμεού 9 Θυγατέρα
  31. Παναγιώτης Συμεού 18 Υιός (δ) Ο ΜΕ1 δεν γνώριζε ποια από τα μέλη της οικογένειας του αρχικού Αδειούχου, κ. Συμεών Ιακώβου, συνέχισαν μετά τον θάνατό του (που επήλθε κατά ή περί το Μάη 1982) να διαμένουν στο επίδικο υποστατικό. Ομοίως ο ΜΕ1 δεν γνώριζε ποια από τα μέλη της οικογένειας του αρχικού Αδειούχου διέμεναν ή συνέχισαν να διαμένουν στο επίδικο υποστατικό κατά ή μετά το θάνατο της Χρυστάλλας Συμεού, ο οποίος επήλθε το 2005 . (ε) Μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών

(3)ετών από την ημερομηνία του θανάτου της Χρυστάλλας Συμεού (βλ. Βεβαίωση, ημερ. 9/3/2010, του Επάρχου Λευκωσίας ότι η μεταστάσα Χρυστάλλα Ιακώβου, κάτοχος Δελτίου Ταυτότητας 026069 απεβίωσε στις 21 Φεβρουαρίου 2005 στη Λευκωσία (Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α)) μέχρι την αποστολή στον Εναγόμενο της επιστολής, ημερ. 4/1/2008, από το Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Στην υπό αναφορά επιστολή ημερ. 4/1/2008, αναφέρεται ότι꞉ «Περιήλθε σε γνώση του Τμήματος αυτού ότι την πιο πάνω οικιστική μονάδα που διέμεναν οι αποβιώσαντες γονείς σας την κατακρατείτε παράνομα και αρνείστε να την παραδώσετε.» και με την οποία κλήθηκε ο Εναγόμενος όπως το αργότερο σε διάστημα ενός μηνός την εκκενώσει και παραδώσει τα κλειδιά στον τοπικό διαχειριστή του οικισμού.». (στ) Στην επιστολή, ημερ. 4/1/2008 (η οποία στο εξής θα αναφέρεται ως «η Ειδοοποίηση εκκένωσης»), απάντησε προς το Υπουργείο Εσωτερικών, Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ο συνήγορος του Εναγομένου, κ. Κωστή Ευσταθίου με την επιστολή, ημερ. 10.1.2008, (Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α), λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉ · Ότι ο πελάτης του διαμένει στην οικία, η οποία αρχικά είχε παραχωρηθεί στην αποβιώσασα μητέρα του Χρυστάλλα Συμεού και στην οποία οικία αυτός μεγάλωσε και έζησε μαζί με τη μητέρα του μέχρι το θάνατό της. · Ότι ο πελάτης του δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την οικία του για την οποία εξ όσων αυτός δύναται να καταθέσει είχε εκδοθεί πιστοποιητικό εγγραφής επ' ονόματι της μητέρας του. · Ότι ο πελάτης του διεκδικεί την οικία ως κληρονόμος της αποβιωσάσης Χρυστάλλας Συμεού και η οποία, εν πάση περιπτώσει, είχε διεκδικηθεί από την ίδια κατά τα χρόνια που αυτή διέμενε στη συγκεκριμένη οικιστική μονάδα. (ζ) Κληθείς να αιτιολογήσει την καθυστέρηση των 3 ετών που παρήλθε από το θάνατο της Χρυστάλλας Συμεού μέχρι την αποστολή προς τον Εναγόμενο της Ειδοποίησης Εκκένωσης, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι ήταν «Μέχρι να εντοπίσει το Τμήμα το ότι έχει κενωθεί η οικιστική μονάδα ή έχουν αποβιώσει οι δικαιούχοι.». Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ΜΕ1, σε έρευνες που είχαν γίνει από το Τμήμα για τον συγκεκριμένο οικισμό, εντοπίστηκε πρώτα ότι ο κ. Συμεού είχε αποβιώσει και ότι η σύζυγός του Χρυστάλλα ήταν στο γηροκομείο. Νέα έρευνα ξεκίνησε στις 15.4.2006 από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως σε συνεργασία με την Υπηρεσία Μερίμνης αναφορικά με τις τιτλοποιήσεις οικιστικών μονάδων. Τότε εντοπίστηκαν τα γεγονότα (σε ποια γεγονότα ακριβώς αναφερόταν, δεν το ξεκαθάρισε ο ΜΕ1, αλλά προκύπτει από την εξέλιξη της μαρτυρίας του ότι αναφερόταν στο αίτημα του Εναγομένου για να του μεταβιβαστεί η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού και τα συναφή ευρήματα). Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι αυτός ανέλαβε για πρώτη φορά το φάκελο της παρούσας υπόθεσης το 2009, δηλ. μετά την έγερση της υπό κρίση αγωγής, και ήταν ήδη καταγραμμένα στο φάκελο τα ευρήματα της έρευνας. (η) Παρά το ότι η Βεβαίωση θανάτου της Χρυστάλλας Συμεού είναι ημερομηνίας 9.3.2010, εντούτοις ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι το Τμήμα Πολεοδομίας είχε γνώση για το θάνατό της από πολύ προηγουμένως και το αργότερο από το Μάη του 2005, όταν παρέλαβαν την επιστολή του Εναγομένου με την οποία αυτός αιτήθηκε να του μεταβιβαστεί η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού. Η υπό αναφορά επιστολή η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α δεν αποκαλύπτει πότε ακριβώς αυτή συντάχθηκε. Φέρει όμως σφραγίδα ότι ελήφθη στα Κεντρικά Γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας & Οικήσεως στις 24.5.2005, δηλ. 3 μήνες μετά το θάνατο της μητέρας του. Ως συντάκτης της αναγράφεται ο Παναγιώτης Συμεού (δηλ. ο Εναγόμενος), αλλά φέρει, πέραν της δικής του υπογραφής, και την υπογραφή της μητέρας του, Χρυστάλλας Συμεού. Έχει, δε, το εξής περιεχόμενο꞉ «Προς Πολεοδομία Λευκωσίας Αίτηση για μεταβίβαση σπιτιού Εγώ ο υποφαινόμενος Παναγιώτης Συμεού με αριθμό ταυτότητας 533161, από την Τρεμετουσιά Λάρνακας, δεν έχω λάβει βοήθεια για το προσφυγικό. Λόγο μόνιμης αναπηρίας που έχω στο αριστερό πόδι δεν εργάζομαι. Εγώ η μητέρα του, Χρυστάλλα Συμεού με αριθμό ταυτότητας 026069 από την Τρεμετουσιά Λάρνακας, επιθυμώ όπως μεταβιβάσω την προσφυγική μου οικία, που βρίσκεται στην οδό Επαμεινώνδα Νο. 21, Διαμέρισμα 3, Στρόβολος 3, Λευκωσία, στον γιο μου Παναγιώτη Συμεού. Σας ευχαριστώ. Παναγιώτης Συμεού [και από κάτω οι εξής δύο υπογραφές꞉] Χρυστάλλα Συμεού Παναγιώτης Συμεού». (θ) Ήταν η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου, όπως υποβλήθηκε στον ΜΕ1, ότι η προπαρατεθείσα επιστολή (ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α) είχε υποβληθεί από τη Χρυστάλλα Συμεού προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού προς τον Εναγόμενο ως προσώπου που ήταν δικαιούχος της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού. Ο ΜΕ1 απέρριψε την εκδοχή αυτή αιτιολογώντας τη θέση του ως εξής꞉ «Ο νόμος περί τιτλοποίησης κυβερνητικών οικιών έγινε στις 7.4.
  1. Η επιστολή που αναφέρετε (Τεκμήριο 7) παραλήφθη από το Τμήμα στις 24.5.2005, άρα δεν υπήρχε θέμα τιτλοποίησης.». Στην πορεία της αντεξέτασης του επί του ιδίου θέματος, ο ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία περί του ότι το περιεχόμενο της επιστολής ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α εξετάστηκε από την Υπηρεσία Μερίμνης και απορρίφθηκε στις 12.12.
  2. Προς απόδειξη του γεγονότος αυτού, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το έγγραφο που τιτλοφορείται «Απορριφθείσες Αιτήσεις για Στέγαση σε Κυβερνητικό Οικισμό στη Λευκωσία». Η κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου από τον ΜΕ1 ως κανονικού τεκμηρίου προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του Εναγομένου με αποτέλεσμα αυτό να κατατεθεί από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ.
  3. Στη συνέχεια, το ίδιο έγγραφο κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο από τον ΜΕ3 που ήταν Λειτουργός της Υπηρεσίας Μέριμνας και είχε στην κατοχή του το φάκελο της αίτησης (βλ. το Έγγραφο Δ). Η αιτιολογία της απόρριψης της αίτησης του Εναγομένου όπως καταγράφεται στο Έγγραφο Δ είναι η εξής꞉ «Παρατηρήσεις Αρ. Πρακτ. 124/2006, Ημερ. Πρακτ. 12.12.2005꞉ «Παναγιώτης Συμεού (Πολ. Ταυτ. 533161) Απορρίπτεται το αίτημά του όπως μεταβιβαστεί επ' ονόματί του η άδεια χρήσης του κρατικού διαμερίσματος με Αρ. 3, της οδού Επαμεινώνδα Αρ. 21, του Κυβερνητικού Οικισμού Στροβόλου ΙΙΙ, στη Λευκωσία, γιατί τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του είναι κάτοχοι από ½ μερίδιο κατοικίας αυτοστέγασης στα Λατσιά στην οποία και διαμένουν.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι το εμπόδιο στο να γίνει ο Εναγόμενος δικαιούχος της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού δεν ήταν το ότι δεν είχε υπογράψει την άδεια χρήσης, παρά μόνο το ότι είχε άλλη περιουσία ή/και το ότι είχε λάβει άλλη κρατική βοήθεια. Αν δεν είχε άλλη περιουσία, θα μπορούσε να γίνει δικαιούχος. Αν δεν είχε πάρει άλλη κρατική βοήθεια, θα μπορούσε να γίνει δικαιούχος. Ο ΜΕ1 τοποθετήθηκε καταληκτικά ότι η Υπηρεσία δεν τον θεωρεί δικαιούχο πρόσωπο διότι έχει βοηθηθεί από άλλο σχέδιο στέγασης του Κράτους. Σε ό,τι αφορά την πολιτική τιτλοποίησης οικιστικών μονάδων σε κυβερνητικούς οικισμούς, ο ΜΕ1 εξήγησε, συναφώς, ότι αποτελούσε προϋπόθεση για την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας το να αποδειχθεί ότι ο αιτητής ήταν δικαιούχος χρήσης της οικιστικής μονάδας. Στις περιπτώσεις που εκδόθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας σε μέλη οικογένειας των οποίων οι γονείς απεβίωσαν πριν τις 7.4.2006, εκείνα τα μέλη της οικογένειας δεν είχαν προηγουμένως λάβει άλλη βοήθεια από το Κράτος (διότι οι πρόσφυγες δικαιούνται μία και μόνο βοήθεια) και τα άτομα αυτά είχαν εγκριθεί από την Υπηρεσία Μερίμνης και είχαν καταστεί δικαιούχοι. (ι) Ως προς το ζήτημα του ποια περιουσία είχε επ' ονόματί του ο Εναγόμενος κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας του, Χρυστάλλας Συμεού, ο ΜΕ1 παρέπεμψε σε αντίγραφο Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), εκδοθέν την 12/3/2010, όπου φαίνονται οι εξής λεπτομέρειες ακινήτου꞉ «Οικόπεδο 363 τ.μ., Αρ. Εγγραφής 6/1877, Τοποθεσία Αγίου Στεφάνου 3, Αρχ. Μιχαήλ, Δήμος Λατσιών, Λευκωσία, Τμήμα 6, Φύλλο 30, Σχέδιο 23Ε1 Τεμάχιο 1797, Αγοραία αξία €29.600,00σ., Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης Τζιωρτζή Φωτεινή.». Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι σύμφωνα με άλλο έγγραφο που τιτλοφορείται «Ιστορικό Ιδιοκτησίας Ακινήτου Κατά Περίοδο» (αρχικά κατατεθέν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 1 υπό το Έγγραφο Α και έπειτα κατατεθέν από τον ΜΕ2 ως κανονικό τεκμήριο - Έγγραφο Δ), το ίδιο ακίνητο είχε αρχικά εγγραφεί από 5/12/97 εξ ημισίας (δηλ. κατά ½ μερίδιο) στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του Τζιορτζή Φωτεινή. Παρέμενε στην εξ ημισίας ιδιοκτησία του Εναγομένου μέχρι την 14/8/2006, ημερομηνία κατά την οποία αυτός μεταβίβασε το μερίδιό του στη σύζυγό του, με αποτέλεσμα αυτή να εμφανίζεται στο Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α ως η μόνη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης του ακινήτου. Άρα, ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να φαίνεται ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, άλλης από την επίδικη, ακίνητης ιδιοκτησίας κατά την ημερομηνία θανάτου της μητέρας του, Χρυστάλλας. (ια) Ως προς το ζήτημα της εξακρίβωσης του χώρου όπου κατοικούσε ο Εναγόμενος μετά το θάνατο της μητέρας του, και ειδικότερα σε σχέση με τη θέση του Εναγομένου ότι μετά το γάμο του αυτός συνέχιζε να ζει στο επίδικο υποστατικό με τη σύζυγό του Φωτεινή, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι αυτός δεν μπορούσε να γνωρίζει πότε έγινε ο γάμος του Εναγομένου με τη Φωτεινή και πώς είναι πλέον οι σχέσεις του Εναγομένου με αυτήν. Συγχρόνως, όμως ο ΜΕ1 επιχείρησε να αποδείξει ότι είναι ψευδής ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι λόγω διάστασης με τη σύζυγό του, διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα. Προς τούτο ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας. Έγγραφο, ημερ. 9/3/2010, που τιτλοφορείται «Ιστορικό Μετρήσεων Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας», για να δείξει ότι είναι σχεδόν ανύπαρκτη η κατανάλωση ύδατος στο επίδικο υποστατικό της οδού Επαμεινώνδα 21, Διαμ. 3, για την περίοδο από 5/12/2006 μέχρι 8/2/
  4. Η κατάθεση της εν λόγω κατάστασης ως κανονικού τεκμηρίου προσέκρουσε σε ένσταση του συνηγόρου του Εναγομένου και εν τέλει κατατέθηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 2 υπό το Έγγραφο Α. Σημειωτέον ότι ολοκληρώθηκε η ακροαση της αγωγής χωρίς να προσέλθει οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας για να παρουσιάσει το εν λόγω έγγραφο ως κανονικό τεκμήριο. Πάντως, κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΕ1 είχε δώσει μαρτυρία ότι ο ίδιος διαπίστωσε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν διαμένει στο επίδικο υποστατικό, αφότου διενήργησε επιτόπια έρευνα από τα μέσα του
  5. Όπως δήλωσε ο ΜΕ1, πήγε προσωπικά επί τόπου τουλάχιστον 10 φορές και ποτέ του δεν βρήκε τον Εναγόμενο μέσα στο επίδικο υποστατικό. (ιβ) Ερωτηθείς ο ΜΕ1 αν γνώριζε κατά πόσον η απόφαση που περιέχεται στο Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 3 κοινοποιήθηκε οποτεδήποτε στον Εναγόμενο, ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν ήταν ευθύνη της δικής του Υπηρεσίας να το αποστείλει, δηλ. του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, αλλά άλλης Υπηρεσίας, ήτοι της Υπηρεσίας Μέριμνας. Δεν γνώριζε ο ΜΕ1 να πει με βεβαιότητα αν η Υπηρεσία Μέριμνας κοινοποίησε την απόφασή της στον Εναγόμενο, παρά μόνο δήλωσε ότι πίστευε «ότι θα του έστειλε» και πως το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως στηρίχθηκε στην εν λόγω απόφαση για να ζητήσει την εκκένωση και παράδοση του επίδικου υποστατικού. Δήλωσε περαιτέρω ο ΜΕ1 ότι δεν φαινόταν στο φάκελο που τηρεί το Τμήμα τους για το επίδικο ακίνητο να ασκήθηκε προσφυγή κατά της απόφασης για απόρριψη της αίτησης για μεταβίβαση της άδειας χρήσης του επίδικου ακινήτου στον ίδιο. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι αν είχε γίνει προσφυγή από τον Εναγόμενο, θα φαινόταν στο διοικητικό φάκελο του επίδικου υποστατικού. (ιγ) Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ1 επανήλθε στη θέση ότι με βάση το ίδιο το περιεχόμενο της άδειας χρήσης, ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, ο Εναγόμενος δεν θεωρείται Αδειούχος - δικαιούχος. Η μαρτυρία του ΜΕ
  6. Ο ΜΕ2, κ. Αιμίλιος Τσίγκης εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Έχει την ευθύνη παρουσίασης των διαφόρων εγγράφων που αφορούν την Υπηρεσία του ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Αναγνώρισε ο ΜΕ 2 το Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 1 ως το πιστοποιητικό ιστορικού ακίνητης ιδιοκτησίας για ένα ακίνητο που είναι στο Δήμο Λατσιών (Αγίου Στεφάνου 3, ενορία Αρχαγγέλου, Λατσιά) με αριθμό εγγραφής 6/
  7. Το αναγνώρισε ως έγγραφο από πού εκδόθηκε από την Υπηρεσία του. Το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ από τον ΜΕ
  8. Αναφερόμενος στο περιεχόμενο του Εγγράφου Δ, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο στα Λατσιά ενεγράφη αρχικά ανά ένα δεύτερο (1/2) μερίδιο στη Φωτεινή Τζιωρτζή και Παναγιώτη Συμεού από 5.12.
  9. Ακολούθως το ανωτέρω ακίνητο ανεγράφη ολόκληρο στην Φωτεινή Τζιωρτζή δυνάμει δωρεάς του ενός δεύτερου (1/2) μεριδίου από τον Παναγιώτη Συμεού. με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.4105/2006, η οποία έγινε στις 7.8.
  10. Πριν την πρώτη εγγραφή που αναγράφεται επ' ονόματι του Παναγιώτη Συμεού και της κυρίας Φωτεινής Τζιωρτζή το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περιήλθε στην κατοχή των Παναγιώτη Συμεού και Φωτεινής Τζιωρτζή δυνάμει παραχώρησης σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.12.1997 και αριθμός 47.
  11. Ο ΜΕ2 εξήγησε περαιτέρω ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αφορά σε οικόπεδο πάνω στο οποίο υπάρχουν κτίρια τα οποία δεν έχουν εγγραφεί ακόμα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι σύμφωνα με το μηχανογραφημένο δελτίο το οποίο είχε στην κατοχή του, γινόταν αναφορά στην ύπαρξη ισόγειας κατοικίας με αυλή και κάποια εξωτερικά κτίρια. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  12. Η μαρτυρία του ΜΕ3 Ο ΜΕ3, κ. Αντρέας Λοΐζου, εργάζεται στην Υπηρεσία Μέριμνας του Υπουργείου Εσωτερικών από τον Ιούνιο του
  13. Είναι ο διοικητικός λειτουργός της Υπηρεσίας. Τα καθήκοντά του, όπως αυτός ανέφερε, περιλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα, θέματα νομοθεσίας και τιτλοποιήσεις. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ3 είδε και αναγνώρισε το Τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 3 ως το πρακτικό της απόφασης της Επιτροπής Στεγαστικής Βοήθειας, ημερομηνίας 12.12.
  14. Ακολούθως το συγκεκριμένο πρακτικό κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο (Έγγραφο Δ). Εξήγησε ο ΜΕ3 ότι η απόφαση αφορά στο αίτημα του κυρίου Παναγιώτη Συμεού όπως μεταβιβαστεί επ' ονόματί του η άδεια χρήσης του κρατικού διαμερίσματος επί της οδού Επαμεινώνδα αριθμός 21, διαμέρισμα
  15. Ο ΜΕ3 εξήγησε περαιτέρω ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν απορριπτική, εφόσον σύμφωνα με τα ισχύοντα τότε κριτήρια ο αιτητής κατείχε ένα δεύτερο (1/2) μερίδιο άλλης κατοικίας. Ένα δεύτερο (1/2) o ίδιος και ένα δεύτερο (1/2) η σύζυγος του. Ερωτηθείς από τη συνήγορο του Ενάγοντος αν γνωρίζει κατά πόσον η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στον Παναγιώτη Συμεού, ο ΜΕ3 απάντησε ως εξής: «Γνωστοποιήθηκε άμεσα από την Υπηρεσία μας και μάλιστα σύμφωνα με το αρχείο μας τον Οκτώβριο του 2006 με επιστολή του ζητά επανεξέταση του αιτήματος του. Ζήτησε επανεξέταση του αιτήματος του, ημερομηνίας 10.10.
  16. Και στις 24.10.2006 του απαντήσαμε ότι δεν μπορεί να επανεξεταστεί το αίτημα του, εφόσον δεν προσκόμισε οποιαδήποτε νέα στοιχεία.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε δει ποτέ του την επιστολή περί του αιτήματος του Εναγομένου για επανεξέταση, ούτε είχε αντίγραφο αυτής για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, παρά μόνο έβλεπε από τις καταχωρήσεις στο αρχείο που είχε για τον Εναγόμενο ότι λήφθηκε τέτοια επιστολή την εν λόγω ημερομηνία. Περαιτέρω, ο ΜΕ3 διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ότι η θέση που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η απόφαση που περιέχεται στο Έγγραφο Δ γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο, εδράζετο στο εξής σκεπτικό του: «Είναι τυπική διαδικασία που ακολουθούμε. Με την έκδοση των πρακτικών, αποστέλλονται επιστολές. Δεν καταγράφεται στο αρχείο του κάθε αιτητή.». Συγχρόνως, ο ΜΕ3 διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ότι για την ισχυριζόμενη απορριπτική απόφαση επί του αιτήματος επανεξέτασης, ημερ. 24.10.2006, υπήρχε καταχώρηση στο αρχείο της Υπηρεσίας σημείωση ότι στάληκε στον Αιτητή σχετική γνωστοποίηση, αλλά δεν καταχωρήθηκε στο φάκελο του αιτητή η απόφαση. Καταχωρείται μόνο η κατάληξη, δηλαδή η ημερομηνία αποστολής της απαντητικής επιστολής. Και τούτο ως θέμα πρακτικής. Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι στην πραγματικότητα δεν τηρείται φάκελος, παρά μόνο ατομική κάρτα για κάθε αιτητή, επί της οποίας καταχωρείται σύντομη περιγραφή της αλληλογραφίας και σημειώσεις των σχετικών ημερομηνιών, χωρίς να τηρείται αντίγραφο της ίδιας της αλληλογραφίας. Το μόνο που καταγράφεται πλήρως πάνω στην κάρτα, σύμφωνα με τον ΜΕ3, είναι η απόφαση, η οποία είναι καθοριστική για μελλοντικό αίτημα. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  17. Η μαρτυρία του Εναγομένου Ο Εναγόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, ημερ. 20/3/14, ως το Έγγραφο Ε.
  18. «Ονομάζομαι Παναγιώτης Συμεού και είμαι ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση. Είμαι τέκνο του μακαρίτη πατέρα μου Συμεών Ιακώβου και της μητέρας μου Χρυστάλλας Συμεού επίσης αποβιώσασας.
  19. Κατάγομαι και είμαι πρόσφυγας από την Τρεμετουσιά της επαρχίας Λάρνακας όπου και μέναμε μέχρι την τουρκική εισβολή του
  20. Μετά την προσφυγιά η οικογένεια μου, δηλαδή οι γονείς μου, εγώ και οι αδελφές μου Ζωούλα Συμεού και Σπυρούλα Συμεού κατοικήσαμε από το 1978 στο Συνοικισμό Στρόβολος III, όπου και η επίδικη κατοικία. Ήμουν τότε νεαρό παιδί 18 χρόνων και έζησα όλη μου τη ζωή σχεδόν σε εκείνο το σπίτι.
  21. Ακόμη και μετά τον θάνατο του πατέρα μου ολόκληρη η οικογένεια εξακολουθούσαμε να κατοικούμε μέσα σε αυτό. Με το πέρασμα του χρόνου η αδελφή μου Ζωούλα η οποία ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη μου παντρεύτηκε τον Ηράκλη Χαραλάμπους από το Τσέρι και κατοικεί στο Τσέρι από τότε. Αργότερα η αδελφή μου Σπυρούλα η οποία ήταν περίπου εννέα χρόνια μικρότερη μου παντρεύτηκε τον Δημήτρη Χρυσοστόμου και κατοικεί και αυτή στην Λακατάμεια σε ιδιόκτητη κατοικία με την οικογένεια της.
  22. Εγώ παρέμεινα μαζί με την μητέρα μου γηροκομώντας την μέχρι και τον θάνατο της που επεσυνέβη στις 21.5.
  23. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκα το 1980 την Φωτεινή Ντορζή με την οποία και ζούσαμε στην επίδικη κατοικία μέχρι και τον χωρισμό μας το
  24. Έκτοτε είμαστε σε διάσταση παρά τις προσπάθειες που έκαμα για συμφιλίωση.
  25. Η μητέρα μου μέχρι και τον θάνατο της με διαβεβαίωνε ότι το σπίτι αυτό θα μου το μεταβίβαζε και επίσημα. Είχε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή θα εκδιδόταν τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι είτε αυτής είτε εμένα. Καταθέτω ως Τεκμήριο (βλ. Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Ε) αντίγραφο επιστολής του δικηγόρου μου που έγινε σε ανύποπτο χρόνο την οποία απέστειλε ο δικηγόρος μου στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας με δική μου προτροπή.
  26. Είναι γεγονός ότι η γυναίκα μου και εγώ είχαμε από 1/2 μερίδιο της κατοικίας που της είχε.δοθεί από την Μέριμνα στην Αυτοστέγαση Λατσιών, στην οδό Στεφάνου αρ. 3, το οποίο μερίδιο εγώ της επαναμεταβίβασα μετά από απαίτηση δική της και της οικογένειας της.
  27. Η επίδικη κατοικία ήταν πάντα ο τόπος διαμονής της και θέλω μέχρι την επιστροφή μου στο χωριό μου να κατοικώ εκεί.
  28. Το 2013 έπαθα ατύχημα με το αυτοκίνητο και υποφέρω από τότε με τα τραύματα μου. Βρήκα καταφύγιο στην αδελφή μου στο Τσέρι και κάποιες φορές για να μην ενοχλώ διαμένω στο σπίτι μου στο Στρόβολο όπου είτε η μία είτε η άλλη αδελφή μου με επισκέπτονται για να με φροντίζουν.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η επιστολή, ημερ. 30.11.2007, ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Ε, για την οποία γίνεται αναφορά στην παρα. 6 αναφέρει τα εξής꞉ «30 Νοεμβρίου 2007 Προς Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας 1455 Λευκωσία Αξιότιμε κύριε, Η παρούσα υποβάλλεται εκ μέρους του πελάτη μου κ. Παναγιώτη Συμεού προτιθέμενου διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Χρυστάλλας Συμεού τέως από την Τρεμετουσιά με αρ. Δ.Τ. 026069 και η οποία κατά την 21/2/2005 είχε την κατοικία της επί της οδού Επαμεινώνδα 21, Διαμ. 3 στον Στρόβολο, με θέμα ως κατωτέρω꞉ Ο πελάτης μου σας παρακαλεί μέσω μου όπως με πληροφορήσετε περί της τύχης του τίτλου ιδιοκτησίας ο οποίος εξεδόθη επ' ονόματί της αποβιώσασας πριν το θάνατό της σχετικά με την οικία Επαμεινώνδα 21, Διαμ. 3 στον Στρόβολο. Η πιο πάνω πληροφορία είναι απαραίτητη δια να δυνηθεί ο πελάτης μου να προχωρήσει στη διαχείριση και κατανομή της περιουσίας στους κληρονόμους. Διατελώ Κατ' εντολή ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δικηγόρος» Σε συμπληρωματικές ερωτήσεις του συνηγόρου του, στο πλάισιο της κυρίως εξέτασής του, ο Εναγόμενος διευκρίνισε ότι με τη σύζυγό του δεν έχουν συμφιλιωθεί. Πάνε για διαζύγιο. Δεν μένουν μαζί. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος θυμόταν να πει ακριβώς την ημερομηνία του γάμου του με τη Φωτεινή Ντορζή (στις 7.9.1980). Δήλωσε, επίσης, ότι δεν απέκτησαν παιδιά. Ερωτηθείς, ωστόσο, ο Εναγόμενος να πει από πότε είναι αυτός σε διάσταση με τη σύζυγό του, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν. Όταν του υποδείχθηκε ότι στη γραπτή του δήλωση ισχυρίστηκε ότι είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του από το 2007, η απάντηση του Εναγομένου ήταν «Δεν θυμούμαι.». Ανασκεύασε στη συνέχεια λέγοντας ότι αυτά που γράφει η γραπτή του δήλωση τα έγραψε ο δικηγόρος του, σύμφωνα με δικές του οδηγίες. Αντεξετασθείς αναφορικά με το πού κατοικούσε με τη σύζυγό του μετά το γάμο τους και μέχρι να φτάσει να βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, η απάντηση που έδωσε ο Εναγόμενος, ευθέως και αυθόρμητα, ήταν «Στα Λατσιά, Αγ. Στεφάνου 3», στο σπίτι που, ως αυτός ισχυρίστηκε, παραχώρησε στη γυναίκα του ο παπάς της. Ανασκεύασε αμέσως μετά λέγοντας ότι πριν αποβιώσει η μητέρα του ζούσε και μαζί της. Σε αυτό το σημείο ζήτησε ο ίδιος να διακοπεί η ακροαματική διαδικασία λόγω του ότι δεν αισθανόταν καλά, λόγω της κατάστασης του θώρακά του που συνεπεία του δυστυχήματος υποστηριζόταν από τεχνητή κατασκευή. Ως προς αυτή την κατάσταση δεν υπήρξε αμφισβήτηση ούτε και ένσταση στο αίτημα αναβολής, το οποίο και εγκρίθηκε. Παραδέχθηκε ο Εναγόμενος ότι ήταν και η γυναίκα του πρόσφυγας, αλλά αρνήθηκε ότι αυτός και η σύζυγός του πήραν ως ζευγάρι οικονομική βοήθεια από το Κράτος (ειδικότερα, από την Υπηρεσία Μέριμνας) για ανέγερση της κατοικίας τους στα Λατσιά. Ισχυρίστηκε ότι την οικονομική βοήθεια την είχε πάρει ο πεθερός του. Ο Εναγόμενος παραδέχθηκε παρά ταύτα ότι το ½ μερίδιο εκείνου του περιουσιακού στοιχείου γράφτηκε αρχικά στο όνομα του Εναγομένου. Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Εναγόμενος αποξενώθηκε του περιουσιακού στοιχείου στα Λατσιά, αυτός έδωσε μαρτυρία ότι το μεταβίβασε στη σύζυγό του, αφού, κατά την έκφραση του Εναγομένου, «Εβάλαν με πάνω τζιαι της το έκαμα». Απαντώντας στην υποβολή της συνηγόρου του Ενάγοντος ότι ο λόγος που της το μεταβίβασε ήταν για να μπορεί αυτός να διεκδικήσει την ιδιοκτησία και τιτλοποίηση του επίδικου υποστατικού, ο Εναγόμενος δεν το αρνήθηκε. Απεναντίας, αυτούσια η απάντησή του ήταν η εξής: «Α. [Είμαι] σε διάσταση. Είμαι άνθρωπος παραδέχομαι ότι έκαμα ένα λάθος. Και επήγα και της το μεταβίβασα όλο για να μπορώ εγώ να πάρω το δικό μου στο Στρόβολο και είμαι μέχρι τώρα εκεί.». Κατά τη συνέχιση της διαδικασίας σε νέα δικάσιμο και απαντώντας στην υποβληθείσα θέση ότι αυτός δεν είναι σε διάσταση με τη γυναίκα του και γι' αυτό δεν θυμόταν την προηγούμενη φορά να πεί πότε επήλθε η διάσταση, ο Εναγόμενος είπε πως έκανε λάθος την προηγούμενη φορά που είπε πως δεν χώρισε, και το λάθος αυτό οφειλόταν στους πόνους και το άγχος που είχε για το Δικαστήριο, ενώ η αλήθεια είναι ότι χώρισαν. Ποια ακριβώς ημερομηνία άρχισαν να είναι σε διάσταση εξακολουθούσε να μην μπορεί να πει ο Εναγόμενος. Απαντώντας στην υποβληθείσα θέση ότι αυτός δεν είναι δικαιούχος χρήσης του επίδικου υποστατικού, ο Εναγόμενος επικαλέστηκε την αναπηρία του ως λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι είναι δικαιούχος. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι αυτός δεν διαμένει στο επίδικο υποστατικό, αλλά στις αδελφές του, λέγοντας ότι: Α. Δεν είπα μένω στις αδερφές μου. Μένω στο διαμέρισμα, έρχονται οι αδερφές μου και με βοηθάνε. Μια Κυριακή έρχονται και με παίρνουν σπίτι τους για να κάνουμε μεσημεριανό και την επόμενη Κυριακή, έρχεται η 2η αδερφή μου, κάνει το ίδιο, και μετά φέρνουν με στο σπίτι, δηλ. το διαμέρισμα. Σε ό,τι αφορά την επιστολή ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α, η οποία αφορούσε στο αίτημα για μεταβίβαση της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού στον ίδιο, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ποιος την έδωσε στο Τμήμα Πολεοδομίας ούτε ποιος είχε συμφέρον να τη δώσει. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι αυτή η αίτηση ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α δόθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας μετά τον θάνατο της μητέρας του και επομένως δεν υπέγραψε η μητέρα του, αλλά ο ίδιος ο Εναγόμενος που ήταν αυτός που είχε και το συμφέρον, η απάντηση του Εναγομένου ήταν «Ή εγώ ή η μάμα μου. Δεν γνωρίζω, κα Πρόεδρε.». Επικαλέστηκε στη συνέχεια τον όρκο του να πει την αλήθεια και αρνήθηκε ότι αυτός ήταν που έγραψε την επιστολή και όχι η μητέρα του. Δεν υπήρξε επανεξέταση του Εναγομένου. Δεν προσήλθε ουδείς άλλος μάρτυρας προς υποστήριξη της εκδοχής του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία του ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Κρίνω ότι κάλυψε σε λεπτομέρεια όλες τις πτυχές της υπόθεσης. Εμφανίστηκε ενώπιόν μου ως πρόσωπο που δεν είχε υπερβάλλοντα ζήλο να κερδίσει την υπόθεση, παρά μόνο ως ειλικρινής μάρτυρας που δίδει μαρτυρία για τα γεγονότα όπως περιήλθαν σε γνώση του στο πλαίσιο των επαγγελματικών καθηκόντων του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις μεταξύ της κυρίως εξέτασής του και της αντεξέτασής του. Ούτε υπάρχει οτιδήποτε στη μαρτυρία του που να συγκρούεται με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων του Ενάγοντος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΕ2 στηρίχθηκε σε πραγματική μαρτυρία, αρχεία και έγγραφα η γνησιότητα και πληρότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αντεξετάστηκε ο ΜΕ2 ως προς το περιεχόμενο της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 3.12.97 στην οποία αυτός παρέπεμψε αναφορικά με την παραχώρηση στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του άλλης από την επίδικη γης ή/και κατοικίας. Δεν κλονίσθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Την αποδέχομαι ως αντικειμενική, ειλικρινή και ως τέτοια αληθή και αξιόπιστη. Αποδεικνύεται κατά την κρίση μου στη βάση αυτής ότι κατά ή περί την 1.1.97 ο Εναγόμενος έλαβε κρατική βοήθεια επ' ονόματί του και όχι έμμεσα (μέσω της συζύγου του ή του πεθερού του όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος), υπό τη μορφή της παραχώρησης στο όνομά του ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων κατά ½ μερίδιο του ακινήτου στα Λατσιά με τις λεπτομέρειες που εμφαίνονται στο Έγγραφο Δ. Η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ασφαλή βάση για τη διαμόρφωση οποιωνδήποτε ευρημάτων γεγονότων. Ενώ στηρίχθηκε για τα λεγόμενά του σε μια «κάρτα», όπως την περίγραψε, η οποία υπέχει τη θέση του διοικητικού φακέλου για την περίπτωση των αιτημάτων του Αιτητή, εντούτοις αυτή η ίδια η κάρτα δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορεί να ελεγχθεί του λόγου το αληθές. Το χειρότερό όμως είναι ότι κατά την αντεξέτασή του ΜΕ3 από το συνήγορο του Εναγομένου, διαφάνηκε ότι αυτός αναφερόταν σε διοικητικές πράξεις που έγιναν ή σε επιστολές που στάληκαν χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στην έκδοσή ή σύνταξή τους και χωρίς συνεπώς να μπορεί να επιβεβαιώσει το περιεχόμενό τους ή να τις παρουσιάσει ως τεκμήρια για να αποδείξει το περιεχόμενό τους. Παρέμεινε, έτσι, υποθετικό και μετέωρο το κατά πόσον η Διοίκηση εξωτερίκευσε προς τον Εναγόμενο αυτήν την ίδια την απόφασή της να απορρίψει το αίτημά του για μεταβίβαση επ' ονόματί του της άδειας χρήσης του επίδικου ακινήτου. Διαφορετική θα ήταν η κατάληξή μου αν παρουσιαζόταν αυτούσια η αλληλογραφία με την οποία να αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ΜΕ3 περί ύπαρξης αλληλογραφίας, αφενός, περί κοινοποίησης της απορριπτικής απόφασης και, αφετέρου, περί υποβολής αιτήματος για επανεξέταση. Η μαρτυρία του Εναγομένου ήταν πρόδηλα αναξιόπιστη σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί διάστασής του με τη σύζυγό του, αφού σε αντίθεση με άλλα συμβάντα (όπως είναι ο γάμος του και ο θάνατος της μητέρας του) δεν ήταν σε θέση να δώσει σε καμία από τις δύο ακροαματικές συνεδρίες μια ενδεικτική έστω ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, ενώ εμφανίστηκε διστακτικός ακόμη και να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ως προς τη χρονολογία κατά την οποία επήλθε η διάσταση στην έγγαμη σχέση του με τη σύζυγό του. Αυθόρμητα πάντως και ερήμην του λόγου του, ο Εναγόμενος διέψευσε και το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ως προς το χώρο διαμονής του καθ' ον χρόνο ήταν παντρεμένος και προτού καν αποβιώσει η μητέρα του. Παραδέχθηκε ξεκάθαρα ότι ζούσε στα Λατσιά μαζί με τη σύζυγό του και όχι στο επίδικο υποστατικό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Αποδεικνύεται κατά την κρίση μου στη βάση της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή ως ανωτέρω, ότι- (α) Η Κυπριακή Δημοκρατία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν και είναι μόνιμος ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού, ήτοι του διαμερίσματος στην οδό Επαμεινώνδα 21, διαμ.3, Κυβερνητικός Οικισμός Στροβόλου III, 2034, Στρόβολος. (β) Η επίδικη άδεια χρήσης, ημερομηνίας 25.11.1978, χορηγήθηκε στον πατέρα του Εναγομένου στο πλαίσιο της στεγαστικής πολιτικής για τους εκτοπισθέντες. Κατά ή περί το Μάη του 1982 ο Αδειούχος πατέρας του Εναγομένου απεβίωσε και - σε άγνωστη ημερομηνία - καθορίστηκε από τη διοίκηση ως Αδειούχος η σύζυγος του αποβιώσαντος, κα Χρυστάλλα Συμεού. Η εν λόγω Αδειούχος απεβίωσε την 21 Φεβρουαρίου
  1. (γ) Μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής, δεν είχε παραχωρηθεί ποτέ άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού επ' ονόματι του Εναγομένου ως Αδειούχου. Ωστόσο, κατά το χρόνο χορήγησης της άδειας χρήσης στις 25.11.1978, ο Εναγόμενος αναφερόταν ως μέλος της οικογένειας του Αδειούχου, ο οποίος είχε δικαίωμα να διαμένει στο επίδικο υποστατικό υπό τους όρους που περιέχονταν στην επίδικη άδεια χρήσης. (δ) Αποτελούσε, μεταξύ άλλων, όρο της επίδικης άδειας ημερ. 25.11.1978- · ότι το ακίνητο θα χρησιμοποιήτο αποκλειστικά ως ιδιωτική κατοικία υπό του Αδειούχου και της οικογένειάς του, · ότι η ισχύς της Άδειας θα διαρκούσε καθ' ον χρονικό διάστημα ο Αδειούχος θα είχε, κατά την απόλυτον κρίσι του Ιδιοκτήτη, ανάγκη της κρατικής οικίας για σκοπούς διαμονής. (ε) Ο Εναγόμενος είχε από 5.12.1997, δηλαδή προτού αποβιώσει η μητέρα του, αποκτήσει δικαίωμα ιδιοκτησίας και κατοχής σε άλλο ακίνητο στα Λατσιά. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μεταβιβάστηκε η ιδιοκτησία του στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του, Φωτεινή Τζιωρτζή, δυνάμει παραχώρησης από την Κυπριακή Δημοκρατία σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.12.1997 και αριθμός 47.
  2. Εκεί, και όχι στο επίδικο υποστατικό, διέμενε ο Εναγόμενος αφότου παντρεύτηκε και για πάντα χρόνο μέχρι και το θάνατο της μητέρας του το
  3. (στ) Επήλθε ο θάνατός της μητέρας του Εναγομένου και κατόπιν αυτού στάληκε από τον Ενάγοντα προς το Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, επιστολή αγνώστου ημερομηνίας, η οποία λήφθηκε στο εν λόγω Τμήμα στις 24.5.2005, με την οποία ο Ενάγοντας ζητούσε όπως του μεταβιβασθεί η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού με σκοπό να του εκδοθεί και τίτλος ιδιοκτησίας αυτού. (ζ) Εξετάστηκε το αίτημά του Ενάγοντος από τη Διοίκηση και απερρίφθη με απόφαση που λήφθηκε στις 12.12.2005, για το λόγο ότι διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης και κάτοχος άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία και διέμενε. (η) Δεν έχει αποδειχθεί αν η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του Εναγομένου για μεταβίβαση της επίδικης άδειας χρήσης στο όνομά του εξωτερικεύθηκε προς τον Εναγόμενο. Βέβαιο είναι ότι δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της. (θ) Πάντως εξίσου βέβαιο είναι ότι ο Εναγόμενος αποξενώθηκε του μεριδίου του στην ακίνητη ιδοκτησία που είχε στα Λατσιά μόλις την 7.8.2006, δηλαδή σε χρόνο που είναι μεταγενέστερος της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, παραχώρησε δια δωρεάς το μερίδιό του στη σύζυγό του, με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.4105/2006, ημερ. 7.8.
  4. Και τούτο, για να διεκδικήσει ο Εναγόμενος την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. (ι) Το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, διενήργησε, μέσω του ΜΕ1, περαιτέρω επιτόπιους ελέγχους στο επίδικο υποστατικό κατά το έτος 2007 και διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος δεν χρησιμοποιούσε το επίδικο υποστατικό για μόνιμη κατοικία του. Την 4.1.2008 ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο με την οποία τον καλούσε να παύσει να κατακρατεί παράνομα το επίδικο υποστατικό και να το εκκενώσει εντός διαστήματος 1 μηνός και παραδώσει τα κλειδιά στον Τοπικό Διαχειριστή του Οικισμού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης επί ακινήτου. Η συμπεριφορά η οποία εμπίπτει στην έννοια αυτού του αδικήματος, οι υπερασπίσεις και το αποδεικτικό βάρος προδιαγράφονται από το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο και παραθέτω: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.» Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος είναι στον Ενάγοντα να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος επέδειξε ή/και συνεχίζει να επιδεικνύει συμπεριφορά η οποία συνιστά είσοδο σε ακίνητη ιδιοκτησία, ή πρόκληση ζημιάς σε αυτή ή επέμβαση / παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή. Εφόσον αποδειχθεί η επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στον Εναγόμενο να αποδείξει ότι αυτή δεν ήταν παράνομη. Στην παρούσα υπόθεση, το ότι το επίδικο υποστατικό αποτελεί ακίνητη ιδιοκτησία δεν αποτελεί θέμα αντιδικίας. Συγχρόνως, αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός το ότι, κατά ή περί τις 4/1/2008 που αποστάληκε στον Εναγόμενο η ειδοποίηση για εκκένωση του επίδικου υποστατικού (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), αυτός ασκούσε πράγματι είσοδο και/ή επέμβαση και/ή κατείχε το επίδικο υποστατικό και/ή το κατακρατούσε. Αποδεικτική τούτων είναι η παραδοχή που περιέχεται στην επιστολή του συνηγόρου του, ημερ. 10.1.2008, (Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α), ότι ο πελάτης του διαμένει στην οικία και δεν προτίθεται να την εγκαταλείψει. Ό,τι απομένει στην παρούσα υπόθεση να κριθεί είναι κατά πόσον ευσταθεί η υπεράσπιση την οποία ο Εναγόμενος επικαλείται για να αποδείξει το νόμιμο της επέμβασής του στο επίδικο υποστατικό. Ήτοι, ότι αυτός αποτελεί αδειούχο χρήσης του επίδικου υποστατικού δυνάμει της έγγραφης συμφωνίας / άδειας χρήσης, ημερ. 25.11.1978, ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α και το Έγγραφο Β, η οποία κατά τον ισχυρισμό του - όπως προωθήθηκε από το συνήγορό του στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων - ουδέποτε ανακλήθηκε ή τερματίστηκε και συνεπώς συνεχίζει να ισχύει. Ακολουθεί, κατά συνέπεια, το ζήτημα προσδιορισμού- · αφενός, του νομικού καθεστώτος της άδειας χρήσης, ήτοι αν η χορήγησή της ή/και η ανάκλησή της ή/και ο τερματισμός της διέπονται και ρυθμίζονται από το δημόσιο ή το ιδιωτικό δίκαιο, και · αφετέρου, της νομικής ερμηνείας του περιεχομένου της επικαλούμενης άδειας χρήσης, καθώς και της εμβέλειας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αυτή δημιουργεί. Μελέτη της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναδεικνύει ότι έχουν πλέον αποσαφηνιστεί τα εξής꞉ · Η χορήγηση άδειας χρήσης υποστατικού που είναι ιδιοκτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον εντάσσεται μέσα στα πλαίσια της γενικότερης πολιτικής του Κράτους για στεγαστική αποκατάσταση των εκτοπισθέντων από τις εστίες τους ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής του 1974, αποτελεί λειτουργία που έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί ότι προάγει δημόσιο σκοπό και ως τέτοια πράξη ή απόφαση εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι οι εκτοπισθέντες αποτέλεσαν ένα σημαντικό μέρος του Κυπριακού πληθυσμού και γενικά το σύνολο του λαού είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σωστή εφαρμογή της σχετικής στεγαστικής πολιτικής. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση (Καλλή, Δ.), ημερ. 5.3.2002, στην υπόθεση Κωστάκη Καρεσίου ν 1. Χρυστάλλας Καραπίττα, 2. Ζουβάνη Καραπίττα, 3. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 338. Αντίστοιχο σκεπτικό υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην Κολοκάση ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/06, απόφαση ημερ. 17.7.2008, αναφορικά με την παραχώρηση άδειας για κατοχή Τουρκοκυπριακής περιουσίας, καθώς και τον τερματισμό τέτοιας άδειας. · Η άδεια χρήσης είναι εκτελεστή διοικητική πράξη καθότι προδιαγράφει και καθορίζει τη σχέση του αδειούχου με το επίδικο ακίνητο. Του δίδει δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί για ιδιοκατοίκηση (ως κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειάς του) και συγχρόνως του δημιουργεί την υποχρέωση να το εγκαταλείψει και να το παραδώσει στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην άδεια, εφόσον ζητηθεί, χωρίς μάλιστα να δύναται να αξιώσει αποζημιώσεις. Παραπέμπω και πάλιν στα νομολογηθέντα στην υπόθεση Κωστάκη Καρεσίου, ανωτέρω. · Η άδεια χρήσης δεν δημιουργεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή εμπράγματα δικαιώματα στον αδειούχο. Βλ. την Κωστάκη Καρεσίου, ανωτέρω, με παραπομπή στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327 (απόφαση Αρτέμη, Δ.).[1] · Ο τερματισμός της άδειας ανάγεται στο ίδιο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ των μερών και επενεργεί στον ίδιο τομέα δικαίου. Το δικαίωμα τερματισμού συνιστά επακόλουθο πράξης εξουσίας, συναρτάται με αυτήν και σκοπεί στον επαναπροσδιορισμό των δικαιωμάτων των εφεσειόντων στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Παραπέμπω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Δημοκρατίας
(1992)1 ΑΑΔ 882, 896. · Η ανάκληση τέτοιας άδειας χρήσης υπάγεται εξίσου στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου (βλ. την Κωστάκη Καρεσίου, ανωτέρω). Ως ανάκληση νοείται η διοικητική πράξη με την οποία αίρεται η ισχύς, για το μέλλον ή αναδρομικώς μιας άλλης διοικητικής πράξεως, ήτοι της παραχώρησης της άδειας (Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, τρίτη έκδοση, παρα. 680). · Η ίδια η πράξη της διοίκησης να ανακτήσει κατοχή από πρόσωπο στο οποίο δεν είχε προηγουμένως παραχωρηθεί άδεια δεν εντάσσεται στο δημόσιο δίκαιο, αλλά στο ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, η ειδοποίηση της διοίκησης στον επεμβασία να εγκαταλείψει την κυβερνητική κατοικία, ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (Βλ. τα λεχθέντα στην Κολοκάση ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 34/06, απόφαση ημερ. 17.7.2008, με παραπομπή στην Θαλασσινός ν Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 160) Τούτο διότι η ειδοποίηση έλκει την ύπαρξή της από περιουσιακά δικαιώματα του δημοσίου. Η αποστολή της ειδοποίησης δεν στοχεύει σε μονομερή καθορισμό δικαιωμάτων αλλά είναι επακόλουθη των περιουσιακών δικαιωμάτων της Δημοκρατίας. Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα φανερώνεται και από το γεγονός ότι η Δημοκρατία θα πρέπει να καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για να αξιώσει έξωση σε περίπτωση παράνομης κατακράτησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας (Βλ. την υπόθεση αρ. 609/07, Σταύρος Ζαχαρία ν Δημοκρατίας, απόφαση Στ. Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 15.5.2008). Πάντως, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Woodfall on Landlord And Tenant, 25η έκδοση, παράγραφος 19, σελ. 12, η ανακλητή άδεια χρήσης τερματίζεται, μεταξύ άλλων, και με το θάνατο είτε του ιδιοκτήτη είτε του κατόχου της άδειας. Δεν είναι αναγκαίο να εκδοθεί πράξη ανάκλησης της άδειας σε περίπτωση θανάτου του αδειούχου. Έπεται ότι, μετά το θάνατο του Αδειούχου, εναπόκειται στο Κράτος μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών να παραχωρήσουν νέα άδεια χρήσης σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο της οικογένειας του αδειούχου, εφόσον το αιτηθεί και εάν τούτο είναι επιθυμητό και συμβατό με την ισχύουσα στεγαστική πολιτική των εκτοπισθέντων. Για υιοθέτηση της προσέγγισης αυτής, παραπέμπω σε μια πρωτόδικη απόφαση ημερ. 7.5.2014, στην Αγωγή 5567/07, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μιχάλη Παλάοντα (ενώπιον Δ.Ι. Κίτσιου, Ε. Δ. Λ/σου). Δεν είναι, κατά την κρίση μου, τυχαίο το γεγονός ότι σωρεία υποθέσεων ήχθησαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήματα που υποβάλλονταν από άτομα τα οποία, αν και αναγράφονταν στην άδεια χρήσης ενός επίδικου υποστατικού ως άτομα που είχαν δικαίωμα να διαμένουν στο επίδικο υποστατικό ως μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος αδειούχου, εντούτοις δεν θεωρείτο ότι συνέχιζαν να έχουν το όφελος της άδειας χρήσης μετά το θάνατο του αδειούχου γονέα τους και επιζητούσαν τη μεταβίβαση της άδειας χρήσης επ' ονόματί τους. Παραπέμπω συναφώς στην υπόθεση αρ. 533/2007 Ελένη Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας, απόφαση Γ. Ερωτοκρίτου, Δ., ημερ. 9.10.2008, υπόθεση αρ. 609/07 Σταύρος Ζαχαρία ν Δημοκρατίας, απόφαση Στ. Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 15.5.2008, υπόθεση αρ. 493/2012, Άννα Προδρόμου ν Δημοκρατίας, απόφαση Στ. Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 25.9.
  1. Στην παρούσα υπόθεση, με βάση το περιεχόμενο της Εγγράφου Συμφωνίας / Άδειας Χρήσης, ημερ. 25.11.1978, ως το Έγγραφο Β, η άδεια χρήσης που παραχωρήθηκε, αρχικά στον πατέρα του Εναγομένου ως Αδειούχο και κατ' ακολουθίαν, μετά το θάνατο εκείνου, στη μητέρα του Εναγομένου ως Αδειούχου, τελούσε σε ισχύ υπό τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων όρους: «2(α) Το ακίνητον θα χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ως ιδιωτική κατοικία υπό του Αδειούχου και της οικογενείας του μόνον.». «2(η) Ο Αδειούχος δεν θα εκχωρή ή υπεκμισθή εις οιονδήποτε φυσικόν πρόσωπον ή οργανισμόν το ακίνητον ή οιονδήποτε μέρος τούτου, ουδέ παραχωρή οιανδήποτε εμπράγματον δουλείαν, δικαίωμα διαβάσεων ή προνόμιον επί του ακινήτου.». «2(θ) Άμα τη λήξει της ισχύος της παρούσης Αδείας ο Αδειούχος υποχρεούται να αποδώση τω Ιδιοκτήτη το ακίνητον μεθ΄ όλων των επ΄ αυτού επενεχθεισών βελτιώσεων και οιωνδήποτε κτιρίων και άλλων οικοδομών αίτινες ήθελον ανεγερθή επί του ακινήτου δυνάμει των προνοιών της παρούσης Αδείας εν καλή καταστάσει και τάξει. Επί τούτω αι προμνησθείσαι βελτιώσεις, κτίρια και άλλαι οικοδομαί θα περιέλθωσιν εις την απόλυτον κυριότητα του Ιδιοκτήτου όστις ουδεμίαν υποχρέωσιν υπέχει όπως καταβάλη των Αδειούχων την αξίαν αυτών ή οιανδήποτε ετέραν αποζημίωσιν.». «
  2. Ο Αδειούχος αναγνωρίζει ότι η ενέργεια του Ιδιοκτήτου να επιτρέψη εις αυτόν και τα λοιπά μέλη της οικογενείας του, ως εμφαίνονται εις τον κάτωθι Πίνακα, να κατοικήση εις το περί ου ο λόγος ακίνητον ουδόλως δημιουργεί σχέσεις Ιδιοκτήτου και Ενοικιαστού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και οιονδήποτε δικαίωμα κατοχής ή αποζημιώσεως προς όφελος αυτού.». «
  3. Η ισχύς της παρούσης Αδείας θα διαρκέση καθ΄ ον χρονικόν διάστημα ο Αδειούχος θα έχη, κατά την απόλυτον κρίσιν του Ιδιοκτήτου, ανάγκην χρήσεως της κρατικής οικίας δια σκοπούς διαμονής.». Κρίνω πως η επίδικη συμφωνία αποτελεί κλασσική περίπτωση άδειας, η οποία δεν αποτελεί πράξη ενοικίασης ούτε δημιουργεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα στον Αδειούχο και πολύ περισσότερο σε τρίτα πρόσωπα (μέλη της οικογένειάς του) που θα είχαν το όφελος αυτής. Περαιτέρω, κρίνω ότι, ελλείψει εκδήλωσης διαφορετικής βούλησης από μέρους της Διοίκησης, η επίδικη άδεια τερματίστηκε αυτοδικαίως με το θάνατο της μητέρας του Εναγομένου που ήταν Αδειούχος, ανεξαρτήτως του αν δεν γνωστοποιήθηκε στον Εναγόμενο ανάκληση της εν λόγω άδειας μετά ή και συνεπεία του θανάτου της. Τούτο προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο προμνησθέν Σύγγραμμα Woodfall on Landlord And Tenant, 25η έκδοση, παράγραφος 19, σελ. 12, τα οποία υιοθετήθηκαν και από τον αδελφό Δικαστή Κίτσιο. Δεδομένου του θανάτου του αναφερόμενου στην επίδικη άδεια χρήσης ως Αδειούχου, δεν χρειαζόταν η έκδοση ξεχωριστής πράξης ανάκλησης της επίδικης άδειας. Υπό το πιο πάνω δεδομένο και εφόσον έχει δοθεί στον Εναγόμενο Ειδοποίηση Εκκένωσης του επίδικου υποστατικού, η προθεσμία συμμόρφωσης με την οποία έχει επίσης παρέλθει, δεν θεωρώ ότι η παρούσα αγωγή ασκήθηκε πρόωρα. Το ότι τα δικαιώματα της επίδικης άδειας χρήσης δεν μετέρχονταν ή μεταβιβάζονταν ή κληρονομούνταν αυτοδικαίως στον Εναγόμενο εξαιτίας του θανάτου της μητέρας του που ήταν βάσει του περιεχομένου της επίδικης άδειας χρήσης, κατά σειρά καταχωρημένη ως Αδειούχος, φαίνεται άλλωστε να αναγνωριζόταν από τον Εναγόμενο ο οποίος και αιτήθηκε, μετά το θάνατο της μητέρας του (με το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α) να του παραχωρηθεί η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού. Και ενέχει τη δική του σημασία το γεγονός ότι ο Εναγόμενος προέβη σε αυτή την ενέργεια προτού καν αποσταλεί σε αυτόν από το Κράτος η Ειδοποίηση Εκκένωσης του επίδικου υποστατικού. Πάντως, το ότι η απόφαση απόρριψης του αιτήματος του Εναγομένου όπως του μεταβιβασθεί και/ή παραχωρηθεί η επίδικη άδεια χρήσης δεν έχει αποδειχθεί ότι γνωστοποιήθηκε και / ή εξωτερικεύθηκε προς τον Εναγόμενο (βλ. την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ3) δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι συντηρούσε σε ισχύ την επίδικη άδεια χρήσης, εφόσον εκείνη κρίνεται ως τερματισθείσα άπαξ του θανάτου του αδειούχου. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν, κατά την ταπεινή μου κρίση, δια της παράλειψης της διοίκησης να απαντήσει στο αίτημα του Εναγομένου για μεταβίβαση της άδειας να δημιουργηθούν σιωπηρώς έννομα αποτελέσματα στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου υπό την έννοια της παραχώρησης σε αυτόν άδεια χρήσης. Συγχρόνως, διευκρινίζω ότι το κατά πόσον ήταν νόμιμη η απόρριψη του αιτήματος του Εναγομένου στη βάση των εν ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο κριτηρίων για την παραχώρηση σε αυτόν της άδειας χρήσης ή/και για την τιτλοποίηση του επίδικου υποστατικού εκφεύγει του δικού μου δικαιοδοτικού βάθρου, εφόσον η νομιμότητα της σχετικής απορριπτικής απόφασης υπόκειται αποκλειστικά σε αναθεωρητικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Έτσι, δεν έχει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο να διατυπώσει ευρήματα αναφορικά με το κατά πόσον ο Εναγόμενος πληρούσε ή όχι τα εν λόγω κριτήρια για να χορηγηθεί επ' ονόματί του άδεια χρήσης. Πάντως, εάν ήθελε κριθεί σε δεύτερο βαθμό εσφαλμένη η προπαρατεθείσα ανάλυση ως προς το ότι τερματίστηκε αυτοδικαίως η ισχύς της επίδικης άδειας χρήσης με το θάνατο της Αδειούχου μητέρας του Εναγομένου και ότι δεν ήταν αναγκαία μετά θάνατό της η έκδοση πράξης ανάκλησης, τότε η θέση μου διατυπώνεται ως εξής: έχει αποδειχθεί το αγώγιμο δικαίωμα της Δημοκρατίας, εφόσον δόθηκε ειδοποίηση εκκένωσης, ως είχε δικαίωμα η Κυπριακή Δημοκρατία ως Ιδιοκτήτης να δώσει δυνάμει του όρου 4 της επίδικης άδειας χρήσης και εφόσον κατά τη δική της απόλυτη κρίση ως Ιδιοκτήτης ο Εναγόμενος δεν είχε πλέον ανάγκη χρήσεως της κρατικής οικίας για σκοπούς διαμονής, ως ο όρος 7 της άδειας προβλέπει. Η περί του αντιθέτου μαρτυρία του Εναγομένου ότι αυτός βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του και γι' αυτό έχει ανάγκη χρήσης της επίδικης κατοικίας, υπενθυμίζω ότι έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Έχει εξάλλου αποτελέσει εύρημά μου επί των γεγονότων δεδομένης της αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι
(1)ο Εναγόμενος έπαυσε μετά το γάμο του να χρησιμοποιεί το επίδικο υποστατικό ως κατοικία και διέμενε στην ιδιόκτητη κατοικία στα Λατσιά, ότι
(2)αποξενώθηκε του περιουσιακού του συμφέροντος στο ακίνητο στα Λατσιά, απλώς και μόνον για να διεκδικήσει την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου, και ότι
(3)ακόμη και μετά που αποξενώθηκε του εν λόγω ακινήτου επιτόπιες έρευνες που έγιναν μεταξύ 2007 και 2010 στο επίδικο υποστατικό έδειξαν ότι δεν το χρησιμοποιούσε ως μόνιμη κατοικία του. Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν αφήνει εξάλλου καμία αμφιβολία περί της πρόθεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ιδιοκτήτη να τερματίσει την όποια παράλληλη ή παρεμφερή σύμβαση είχε συνάψει η Δημοκρατία με τον Εναγόμενο ως τρίτο πρόσωπο προς όφελος του οποίου είχε χορηγηθεί στους αποθανόντες γονείς του η άδεια χρήσης ημερ. 25.1.78 (βλ. απόφαση ημερ. 29.2.2008, Πολιτική Έφεση αρ. 206/2006, Γιωργούλα Καραολή κ.α. ν Γιώργου Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ 225.). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, (βλ. Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης εκδίδεται υπέρ του Ενάγοντος δικαιωματικά διάταγμα για άρση της επέμβασης, προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Ενόψει όλων των πιο πάνω διαπιστώσεών μου, εκδίδονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου Δήλωση και Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφορικά με τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, λαμβάνω υπόψη τα εξής νομολογηθέντα στην Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω να απορρίπτω την αξίωση του Ενάγοντος για ενοίκια και/ή ενδιάμεσα οφέλη καθότι δεν προσκομίστηκε εκ μέρους του μαρτυρία για την αγοραία ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου. Επικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100,00 εναντίον του Εναγόμενου και υπέρ του Ενάγοντος Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €10.000,00 - €50.000,00 και όχι στην κλίμακα της αγωγής ενόψει του ότι δεν δόθηκε απόδειξη ότι η αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας ανέρχεται σε ΛΚ37.000- ως αναγράφεται στην παρα. 13 της Έκθεσης Απαίτησης, παρά μόνο δόθηκε απόδειξη ότι η αγοραία αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας σε τιμές του 1980 ανέρχεται σε €10.764,19 (βλ. τα Τεκμήρια 1 και 6 υπό Έγγραφο Α), αλλά και της μη απόδειξης οποιασδήποτε απώλειας ενοικίων ή ζημιάς στη βάση των οποίων να μπορούσε να υποστηριχθεί η απαίτηση για έξοδα ως η κλίμακα που σημειώθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. (υπ.)............................................... Α.Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ, ανωτέρω, υιοθετήθηκε ο πιο κάτω ορισμός του όρου licence (άδεια) από το σύγγραμμα Hill and Redman΄s Law of Landlord and Tenant, 15η έκδοση, σελ. 21: "Rule 7 - A licence is a permission which entitles the licensee to do some act on the land which would otherwise be a trespass, but which does not create any estate of interest in the land. Σε μετάφραση: «Κανών 7 - 'Αδεια είναι η συγκατάθεση η οποία παρέχει δικαίωμα στον κάτοχο της άδειας να κάμει κάτι επί της γης το οποίο άλλως θα αποτελούσε παράνομη επέμβαση αλλά δεν δημιουργεί δικαίωμα επί της γης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.