← Κύπρος

Γρηγόρη Θαλασσινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4175 /2008, 22/12/2014

Γρηγόρη Θαλασσινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4175 /2008, 22/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A459 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4175 /2008 Μεταξύ:

  1. Γρηγόρη Θαλασσινού, εκ Λευκωσίας
  2. Επίκτητου Ε. Παπακωνσταντίνου, εκ Λευκωσίας
  3. Τάκη Χριστούδια, εκ Λευκωσίας
  4. Γεώργιου Γεωργιάδη, εκ Λευκωσίας
  5. Σοφοκλή Μιχαηλούδη, εκ Λευκωσίας
  6. Πέτρου Μιχαηλίδη, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
  7. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας
  8. Συμβούλιο Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, εκ Λευκωσίας
  9. Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Προέδρου του, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Λ. Λουκαϊδης Για τον Εναγόμενο 1: κα. Θ. Μαυρομουστάκη Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή-Παραδεκτά Γεγονότα-Οι θέσεις των δύο πλευρών Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν στη δήλωση των ακόλουθων παραδεκτών γεγονότων και δεν δόθηκε μαρτυρία: Ο Ενάγοντας 1, Γρηγόρης Θαλασσινός, γεννήθηκε την 14.4.1933 και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με ημερομηνία αφυπηρέτησης την 1.2.
  10. Ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων την 19.2.1990 και στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων στις 12.2.
  11. Ο Ενάγοντας 2, Επίκτητος Ε. Παπακωνσταντίνου, γεννήθηκε την 5.3.1932 και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με ημερομηνία αφυπηρέτησης την 1.4.
  12. Ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων και στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων την 3.2.
  13. Ο Ενάγοντας 3, Τάκης Χριστούδιας, γεννήθηκε την 1.1.1943 και ήταν δημόσιος υπάλληλος. Συνταξιοδοτήθηκε από την Δημόσια Υπηρεσία την 1.2.
  14. Ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων την 22.11.1995 και στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων την 8.9.
  15. Ο Ενάγοντας 4, Γεώργιος Γεωργιάδης, γεννήθηκε την 15.4.
  16. Ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων με αρ. 1025 την 19.5.1976 και στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων την 21.12.
  17. Εργάστηκε ως δικηγόρος για ένα χρόνο και την 1.2.1978 διορίσθηκε ως Νομικός Βοηθός στο Δήμο Λευκωσίας. Στα πλαίσια των καθηκόντων του χειριζόταν θέματα σχετικά με νομικές συμβουλές και εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου για υποθέσεις του Δήμου Λευκωσίας μέχρι την 31.12.1997, οπότε και αφυπηρέτησε. Από την 1.1.1998 ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα ως ιδιώτης δικηγόρος. Ο Ενάγοντας 5, Σοφοκλής Μιχαηλούδης, γεννήθηκε την 26.11.1931 και αφυπηρέτησε από την Εκπαιδευτική Υπηρεσία την 31.12.
  18. Ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων την 31.7.1992 με αριθμό εγγραφής 2088 και στο Ταμείο Σύνταξης την 1.1.
  19. Ο Ενάγοντας 6, Πέτρος Μιχαηλίδης, γεννήθηκε την 15.3.1939 και ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων στις 12.1.1965 με αρ. εγγραφής 0571 και στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων την 1.12.
  20. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στη Λευκωσία μέχρι το Σεπτέμβρη του 1971 οπότε διορίστηκε Δικαστής, αργότερα Υπουργός και τελικά Πρέσβης της Δημοκρατίας σε διάφορες χώρες. Επανήλθε στο δικηγορικό επάγγελμα την 1.4.1999 αμέσως μετά την αφυπηρέτησή του από τη Δημόσια Υπηρεσία και έκτοτε ασκεί τη δικηγορία. Κατέχει ετήσια άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου αρχικά από το Ανώτατο Δικαστήριο και αργότερα από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και έχει καταβάλει όλα τα δικαιώματα και τέλη. Ενεγράφη στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων την 1.12.
  21. Οι Ενάγοντες άρχισαν να ασκούν δικηγορία και σε κάποιο στάδιο αποδέχθηκαν διορισμό σε θέση που δεν ήταν συμβατή με την άσκηση δικηγορίας. Όταν δε ολοκληρώθηκε η εργασία τους στην εν λόγω θέση ή θέσεις που δεν ήταν συμβατές με την άσκηση της δικηγορίας, επανήλθαν πίσω στην άσκηση της δικηγορίας. Σε κανένα από τους Ενάγοντες, όταν ενεγράφησαν στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων δεν λέχθηκε οτιδήποτε σε οποιοδήποτε στάδιο πέραν του ότι θα εφαρμοζόταν ο Νόμος και οι σχετικοί Κανονισμοί. Αυτό δε ισχύει και στην περίπτωση Εναγόντων οι οποίοι άρχισαν να ασκούν την δικηγορία για πρώτη φορά αφού τερμάτισαν την ενασχόληση τους σε εργασίες άλλες που ήταν ασυμβίβαστες με την άσκηση της δικηγορίας. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2007 και συγκεκριμένα ο Κανονισμός 4

(1)που τέθηκε σε ισχύ την 2.2.2008 και τροποποιεί τον Κανονισμό 17
(1)(γ) των βασικών κανονισμών είναι άκυρος για τους ακόλουθους λόγους (παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την Έκθεση Απαίτησης): «(
  1. i)Στην έκταση που η εν λόγω τροποποίηση ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται ή/και πρόκειται να εφαρμοστεί αναδρομικά σε σχέση με δικηγόρους που ήδη ασκούσαν το επάγγελμα βάσει του προηγουμένου νομικού καθεστώτος διότι είναι ασυμβίβαστη με τη γενική αρχή που διέπει την έναρξη ισχύος τροποποιητικών νομοθετημάτων σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς ή εφαρμογή τέτοιων νομοθετημάτων ελλείψει ρητής πρόνοιας περί του αντιθέτου ιδιαίτερα εφόσον προκαλεί αδικία σε πρόσωπα όπως οι Ενάγοντες που ξεκίνησαν την άσκηση της δικηγορίας σε προχωρημένη ηλικία και/ή μετά την αφυπηρέτησή τους από το δημόσιο ενόσω ίσχυε το προηγούμενο νομικό καθεστώς και ρύθμισαν την οικονομική ή/και επαγγελματική τους ζωή αναλόγως, (
  2. ii)Στην έκταση που η εν λόγω τροποποίηση δημιουργεί αδικαιολόγητη και απαράδεκτη δυσμενή διάκριση εις βάρος των Εναγόντων έχοντας υπόψη ότι η πιο πάνω τροποποίηση δεν συνοδεύεται με επιφύλαξη ευνοϊκή για τους Ενάγοντες παρόμοια με την πιο κάτω εν αντιθέσει προς τους δικηγόρους οι οποίοι καλύπτονταν από τον βασικό κανονισμό 17
(1)(β) που αναφερόταν σε 30 έτη άσκηση του επαγγέλματος και συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών και που σύμφωνα με την πιο πάνω τροποποίηση των βασικών κανονισμών η τριακονταετής άσκηση του επαγγέλματος μετατράπει σε 35 έτη και η ηλικία των 60 ετών μετετράπει σε ηλικία των 65 ετών αλλά συνοδεύτηκε με μια επιφύλαξη ευνοϊκή για την κατηγορία των συνταξιούχων αυτών σύμφωνα με την οποία προβλέπεται μειωμένη σύνταξη ανάλογα με τη συμπλήρωση του 60ου, 61ου, 62ου, 63ου, και 64ου έτους. Τονίζεται ξανά ότι παρόμοια επιφύλαξη δεν προβλέπεται για τους Ενάγοντες, (iii) Στην έκταση που αποτελεί αδικαιολόγητο περιορισμό στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος από πρόσωπα προχωρημένης ηλικίας όπως οι Ενάγοντες αφού αποτρέπει ή/και αποκλείει προσοντούχους δικηγόρους να ασκούν το επάγγελμα πέραν ορισμένης ηλικίας λόγω ουσιαστικού αποκλεισμού τους από τη δυνατότητα συνταξιοδότησης τους σαν αποτέλεσμα της πρόνοιας για αύξηση των ετών άσκησης του επαγγέλματος σε 25 έτη ως όρου συνταξιοδότησης λαμβανομένης υπόψη επί του προκειμένου της αύξησης της ηλικίας που απαιτείται για την ικανοποίηση του όρου αυτού για πρόσωπα που εισέρχονται στο επάγγελμα σε προχωρημένη ηλικία όπως οι Ενάγοντες με αποτέλεσμα να δημιουργείται και άνιση μεταχείριση σε σύγκριση με άλλους δικηγόρους νεότερης ηλικίας ή/και με άλλα επαγγέλματα. Τονίζεται επί του προκειμένου ότι η εκ των πραγμάτων αδικαιολόγητη και ανεπίτρεπτη στόχευση της πιο πάνω τροποποίησης/κανονιστικής πράξης κατά των προσώπων που ξεκίνησαν το δικηγορικό επάγγελμα σε προχωρημένη ηλικία όπως οι Ενάγοντες είναι οπωσδήποτε αποτρεπτική και συνάμα απάνθρωπη δεδομένου ότι στερεί σκόπιμα στην πράξη το δικαίωμα εξάσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος από τα εν λόγω πρόσωπα.» Με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε ο Εναγόμενος 1 εγείρει προδικαστική ένσταση επί του ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του αφού ουδεμία αιτία αγωγής προκύπτει και/ή αποκαλύπτεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας την οποία αυτός αντιπροσωπεύει και σε κάθε περίπτωση ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος. Άνευ βλάβης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι ο ίδιος και/ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπός του ευθύνεται για την τροποποίηση του επίδικου κανονισμού και περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις του Κανονισμού 17
(1)(γ) (και όχι μόνο αυτού), αφορούν όλους τους εγγεγραμμένους στο Μητρώο Δικηγόρων, που ενεγράφηκαν πριν την 2.2.2008, η ανάγκη για τις οποίες προέκυψε από σχετική αναλογιστική μελέτη. Είναι δε η θέση του ότι τα δικαιώματα των Εναγόντων δεν επηρεάστηκαν από τις αναφερόμενες τροποποιήσεις, η δε δυνατότητα παροχής σύνταξης σε αυτούς, υπό προϋποθέσεις, είναι ανοικτή και ανεπηρέαστη και ουδεμία πρόνοια των υπό αναφορά Κανονισμών περιορίζει την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος από άτομα προχωρημένης ηλικίας. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από την προώθηση ενός τέτοιου ισχυρισμού, αφού ήταν αποκλειστικά δική τους επιλογή η για σειρά ετών άσκηση άλλου επαγγέλματος, για την οποία δεν συνεισέφεραν οποιοδήποτε ποσό στο Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγείρουν καταρχήν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι οι Ενάγοντες δεν προσβάλλουν συγκεκριμένη πράξη των Εναγομένων, αλλά επιδιώκουν γενικά και αόριστα την αμφισβήτηση συγκεκριμένου νομοθετήματος χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε απόφαση τους με την οποία να απορρίπτεται συγκεκριμένο αίτημα ή οτιδήποτε που να πιστοποιεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν ασχοληθεί με την υπόθεση των Εναγόντων. Είναι, επομένως, η θέση τους ότι η αγωγή των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη και/ή ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και/ή ως δικονομικά εσφαλμένη και/ή ως καταχρηστική και/ή ως αγωγή στρεφόμενη αορίστως κατά κανονισμού και/ή νομοθετήματος αντί κατά συγκεκριμένου προσώπου, πράξης, απόφασης ή παράλειψης. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω θέσης τους, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν συμπληρώσει τον προβλεπόμενο ή τον καθορισμένο χρόνο που απαιτητό από το προηγούμενο νομικό καθεστώς ώστε να δικαιούνται να αξιώσουν σύνταξη ή εφάπαξ ποσό ή να θεωρούνται συνεισφορείς σύμφωνα με τον Νόμο και τους σχετικούς κανονισμούς. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι υπάρχει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των Εναγόντων όπως καθορίζεται στην αγωγή και ισχυρίζονται ότι οι γενόμενες τροποποιήσεις στον επίδικο κανονισμό δεν επηρεάζουν αρνητικά ή με οποιοδήποτε τρόπο κεκτημένα και/ή ουσιαστικά δικαιώματα χορήγησης σύνταξης των Εναγόντων εάν και εφόσον αποδειχθεί ότι υπάρχουν ή υπήρξαν. Οι επίδικες τροποποιήσεις αφορούν όλους τους εγγεγραμμένους στο Μητρώο Δικηγόρων που εγγράφηκαν σε αυτό πριν από τις 2.2.2008 και έγιναν μετά από αναλογιστική μελέτη και αφού κρίθηκαν αναγκαίες και απαραίτητες για την διάσωση και βιωσιμότητα του Ταμείου Σύνταξης Δικηγόρων. Με τις τροποποιήσεις αυτές, οι οποίες, μεταξύ άλλων, έγιναν για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων όλων των εισφορέων του, δεν επηρεάζεται οποιοδήποτε κεκτημένο και ουσιαστικό δικαίωμα των εισφορέων του Ταμείου. Αποτελεί, τέλος, θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι οι Ενάγοντες όπως και ο κάθε εισφορέας του Ταμείου έχουν δικαίωμα χορήγησης από το Ταμείο, υπό προϋποθέσεις, σύνταξης και εφάπαξ ποσού και ότι το δικαίωμα των Εναγόντων (και εάν υπήρχε) δεν επηρεάζεται από τις γενόμενες τροποποιήσεις. Για σκοπούς εύκολης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται κρίνω ορθό να παραθέσω αυτούσιο τον Κανονισμό 17
(1)(β) και (γ) όπως τροποποιήθηκε από τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) (Τροποποιητικούς) Κανονισμών του 2007: «...17.-
(1)Εισφορεύς τις παύει να είναι εισφορεύς όταν αποσυρθή της ασκήσεως του επαγγέλματος του και δικαιούται όπως λαμβάνη σύνταξιν ως προβλέπεται εν τοις παρούσι Κανονισμοίς υπό μιαν των ακολούθων περιστάσεων:... ...(β) επί τη συμπληρώσει τριακονταπενταετούς ασκήσεως του επαγγέλματος του και τη συμπληρώσει της ηλικίας των εξήκοντα πέντε ετών: Νοείται ότι εισφορέας ο οποίος έχει συμπληρώσει τριακονταπενταετή άσκηση του επαγγέλματος του αλλά δεν έχει συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του δικαιούται να λαμβάνει σύνταξη μειωμένη κατά 30% με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του, κατά 24% με τη συμπλήρωση του εξηκοστού πρώτου έτους της ηλικίας του, κατά 18% με τη συμπλήρωση του εξηκοστού δεύτερου έτους της ηλικίας του, κατά 12% με τη συμπλήρωση του εξηκοστού τρίτου έτους της ηλικίας του και κατά 6% με τη συμπλήρωση του εξηκοστού τέταρτου έτους της ηλικίας του' γ) επί τη συμπληρώσει εικοσιπενταετούς ασκήσεως του επαγγέλματος του και τη συμπληρώσει της ηλικίας των εβδομήντα ετών...» Αξίζει, επίσης, να παρατεθεί και το λεκτικό του κανονισμού ως ίσχυε αρχικά δυνάμει της Κ.Δ.Π. 642/1966, δηλαδή πριν την επίμαχη τροποποίηση: «...17.—
(1)Είσφορεύς τις παύει να είναι είσφορεύς όταν άποσυρθή τής ασκήσεως του επαγγέλματος του και δικαιούται όπως λαμβάνη σύνταξιν ως προβλέπεται εν τοις παροΰσι Κανονισμοίς ύπό μίαν των ακολούθων περιστάσεων:... ...(β) επί τή συμπληρώσει τριακονταετούς ασκήσεως τοΰ επαγγέλματος του καί τή συμπληρώσει τής ηλικίας τών εξήκοντα ετών' (γ) έπί τή συμπληρώσει εικοσαετούς ασκήσεως του επαγγέλματος του καί τή συμπληρώσει τής ηλικίας τών εξηκονταπέντε ετών...» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα όσα παρατίθενται πιο πάνω είναι πως ο επίδικος κανονισμός 17
(1)(γ) προνοούσε, πριν την τροποποίηση του, ότι οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν μετά την συμπλήρωση 20ετούς ασκήσεως του επαγγέλματος και την ηλικία των 65 ετών. Με την γενόμενη τροποποίηση, όμως, τα χρόνια άσκησης του επαγγέλματος για αφυπηρέτηση αυξήθηκαν στα είκοσι πέντε και η απαιτημένη ηλικία στα 70 έτη. Επιπρόσθετα, με την τροποποίηση έγινε αλλαγή και στις πρόνοιες του Κανονισμού 17
(1)(β) σε σχέση με τα χρόνια άσκησης του επαγγέλματος από 30 σε 35 έτη, και την ηλικία αφυπηρέτησης από 60 σε 65 έτη. Τέλος, η γενόμενη τροποποίηση πρόσθεσε σε αυτό το εδάφιο μια επιφύλαξη σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η πρόωρη αφυπηρέτηση με μειωμένη σύνταξη σε άτομα που έχουν συμπληρώσει το 60ο - 64ο έτος της ηλικίας τους. Η εν λόγω επιφύλαξη καλύπτει την κατηγορία των δικηγόρων που ναι μεν συμπλήρωσαν τα 35 έτη εξάσκησης επαγγέλματος αλλά όχι το 65 έτος της ηλικίας τους. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας η οποία, επαναλαμβάνεται, περιορίστηκε στις δηλώσεις των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ των θέσεων του διαδίκου που ο κάθε ένας εκπροσωπεί. Οι θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου και μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Η αγόρευση του κ. Λουκαϊδη περιστράφηκε γύρω από τρείς άξονες: Πρώτον, στο ότι ο επίδικος κανονισμός δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ εφόσον επεμβαίνει σε κεκτημένα δικαιώματα των Εναγόντων. Δεύτερον, ότι η σχετική τροποποίηση δημιουργεί αδικαιολόγητη και απαράδεκτη δυσμενή διάκριση σε βάρος των Εναγόντων έχοντας υπόψη ότι δεν συνοδεύεται με επιφύλαξη ευνοϊκή για τους Ενάγοντες παρόμοια με την εν αντιθέσει προς τους δικηγόρους που καλύπτονταν από τον βασικό κανονισμό 17
(1)(β) στον οποίο γίνεται αναφορά αμέσως πιο πάνω. Τρίτον, ότι η σχετική τροποποίηση δημιουργεί αδικαιολόγητο περιορισμό στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος από πρόσωπα προχωρημένης ηλικίας όπως οι Ενάγοντες αφού τους αποτρέπει και αποκλείει από τη δυνατότητα συνταξιοδότησής τους έχοντας υπόψη την πρόνοια για αύξηση των ετών άσκησης του επαγγέλματος σε 25 έτη ως όρου συνταξιοδότησης σε σύγκριση με άλλους δικηγόρους νεότερης ηλικίας. Στα πλαίσια της αγόρευσής του ο συνήγορος των Εναγόντων παρέπεμψε το Δικαστήριο στο σύγγραμμα The Declaratory Judgment by Lord Woolf and Jeremy Woolf, (London, Sweet & Maxwell, 2002) και υποστήριξε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δηλωτική απόφαση, ως ζητείται από τους Ενάγοντες, ακόμα και σε σχέση με μελλοντικά δικαιώματά τους. Η κα. Μαυρομουστάκη στην εμπεριστατωμένη γραπτή της αγόρευση προώθησε τις προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 1 και εισηγήθηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ως εκπρόσωπος της Δημοκρατίας ουδεμία σχέση έχει με το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων το οποίο είναι ιδιωτικό και δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπρόσθετα, αποτέλεσε θέση της ότι ουδεμία αιτία αγωγής προκύπτει και/ή αποκαλύπτεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε ευθύνη της Δημοκρατίας αναφορικά με την επίδικη τροποποίηση. Παρόλα αυτά, και άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων της, η κα. Μαυρομουστάκη υποστήριξε με παραπομπή σε σχετική νομολογία ότι κανένα δικαίωμα των Εναγόντων δεν έχει επηρεαστεί και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Από την πλευρά του ο κ. Τριανταφυλλίδης προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις υποστηρίζοντας ότι η αγωγή των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει: 1. Οι Ενάγοντες στερούνται εννόμου συμφέροντος στην προώθηση της αξίωσής τους αφού κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν νομιμοποιούνταν να διεκδικήσουν σύνταξη με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού που ίσχυε πριν από την τροποποίηση. 2. Με την παρούσα αγωγή προσβάλλεται ο συγκεκριμένος κανονισμός και όχι κάποια συγκεκριμένη πράξη ή απόφαση των Εναγομένων 2 και 3, με αποτέλεσμα η αξίωση των Εναγόντων να μην μπορεί να μην εξεταστεί. 3. Με δεδομένα τα όσα καταγράφονται στο σημείο
(1)πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα αναδρομικότητας του επίμαχου κανονισμού. 4. Σε κάθε περίπτωση, η επίδικη τροποποίηση δεν προκαλεί οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση εις βάρος των Εναγόντων και δεν επηρεάζει οποιοδήποτε άλλο δικαίωμά τους. Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων Το άρθρο 26.1 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, δυνάμει του οποίου τροποποιήθηκε ο επίδικος κανονισμός, έχει ως ακολούθως: «ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΑ 26.-
(1)Το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει κανονισμούς δυνάμει του Μέρους αυτού, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι οποίοι προνοούν για την καθίδρυση Ταμείου που θα κληθεί "το Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων" (το οποίο αναφέρεται στον νόμο αυτό ως «το Ταμείο») για παροχή συντάξεων και χορηγημάτων σε δικηγόρους εισφορείς που εισέφεραν στο Ταμείο οι οποίοι αποσύρονται από την άσκηση του επαγγέλματος, και σε περίπτωση θανάτου τους στις χήρες και τα ορφανά τους.» Στις 15.9.1966 το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω άρθρου 26
(1), εξέδωσε τους Περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς του 1966. Οι κανονισμοί εγκρίθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας (Κ.Δ.Π. 642). Με το άρθρο 3.1 των πιο πάνω Κανονισμών καθιδρύθηκε Ταμείο, «το Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων» για την παροχή συντάξεως σε αποσυρόμενους του επαγγέλματος δικηγόρους που εισέφεραν στο ταμείο ή σε περίπτωση θανάτου, στις χήρες και τα ορφανά τους. Ο τρόπος λειτουργίας του Ταμείου Σύνταξης Δικηγόρων (στο εξής το «Ταμείο») διατυπώθηκε στην υπόθεση Μιχάλη Γ. Κούμα ν. Ταμείου Συντάξεων Δικηγόρων
(2000)4 Α.Α.Δ. 1167. Το Ταμείο αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα και διοικείται από Συμβούλιο που απαρτίζεται από μέλη του δικηγορικού σώματος, με εισφορείς στο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Κεφ. 2, τους εγγεγραμμένους δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμά τους. Μόνο αυτοί δικαιούνται στα ωφελήματα του Ταμείου, που είναι η παροχή σύνταξης και άλλων χορηγημάτων. Όπως δε υποδείχθηκε στην υπόθεση Ραφαήλ ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 300, το Ταμείο δεν είναι κρατικό αλλά ιδιωτικό παρόλο που η θέσπισή του έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 και οι σχετικοί Κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία του εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η δε νομιμότητα των αποφάσεων του Ταμείου δεν υπόκειται στον αναθεωρητικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος (βλέπε Ραφαήλ κ.ά. ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων
(2000)4 Α.Α.Δ. 1212 και Γεώργιος Τορναρίτης ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων
(2008)1 Α.Α.Δ. 1071). Προδικαστική Ένσταση του Εναγόμενου αρ. 1 Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Εναγόμενου αρ. 1) εγείρεται προδικαστική ένσταση επί το ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος αφού στην προκείμενη περίπτωση δεν θα έπρεπε να ενάγεται ως αξιωματούχος της Πολιτείας καθότι υπό αυτή του την ιδιότητα ουδεμία ανάμειξη είχε στην τροποποίηση των κανονισμών. Το άρθρο 4
(2)των πιο πάνω Κανονισμών καθορίζει τον Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Ταμείου και ως το πρόσωπο το οποίο αντιπροσωπεύει το Ταμείο ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης αρχής. Με αυτό το δεδομένο, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγόμενου αρ. 1 είναι κατά την κρίση μου λανθασμένη, αφού όπως έχει υποδειχθεί και στην Ραφαήλ ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 300, στα πλαίσια μιας τέτοιας αγωγής, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν μπορεί να ενάγεται ως ο αξιωματούχος της Πολιτείας που έχει τις εξουσίες που αποδίδονται σ' αυτόν από το Σύνταγμα (βλέπε άρθρο 113 του Συντάγματος), αλλά με την ιδιότητα του Προέδρου του Ταμείου, αφού σύμφωνα με την παράδοση αλλά και τον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2, θεωρείται πρώτος τη τάξει στο δικηγορικό επάγγελμα. Η εισήγηση του κ. Λουκαϊδη επί το ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ενάγεται λόγω του ότι οι κανονισμοί προέρχονται από το κράτος το οποίο εκπροσωπεί, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού αφενός μια τέτοια θέση δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης αφετέρου οι επίδικοι Κανονισμοί έχουν τροποποιηθεί με απόφαση του Συμβουλίου του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου και εγκρίθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Επομένως, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάμειξη του Γενικού Εισαγγελέα στο συγκεκριμένο ζήτημα κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από το άρθρο 113 του Συντάγματος και για το λόγο αυτό η αγωγή εναντίον του θα πρέπει να απορριφθεί. Εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και εφαρμογή των νομικών αρχών στην προκειμένη περίπτωση Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει αποφάσεις αναγνώρισης δικαιώματος προβλέπεται στο άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  1. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (3η έκδοση), Τόμος 22, στις σελίδες 746-749 είναι απόλυτα κατατοπιστικό ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες δύναται να εκδοθεί αναγνωριστική/δηλωτική απόφαση (declaratory judgment): «
  2. Declaratory Judgments. Judgments and orders are usually deter­minations of rights in the actual circumstances of which the court has cognisance, and give some particular relief capable of being enforced. It is, however, sometimes convenient to obtain a judicial decision upon a state of facts which has not yet arisen, or a declaration of the rights of a party without any reference to their enforcement. Such merely declaratory judgments may now be given, and the court is authorised to make bind­ing declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed or not. There is a general power to make a declaration whether there be a cause of action or not, and at the instance of any party who is interested in the subject matter of the declaration, and although a claim to consequential relief has not been made, or has been abandoned, or refused; but it is essential that some relief should be sought, or that a right to some substantive relief should be established, and it is undesirable that declarations as to the true construction of documents should be made on motions for judgment in default of defence. A good reason for making a declaratory judgment is when damages alone are not an adequate remedy. The declaration claimed must relate to some legal right, and must confer some tangible benefit on the plaintiff. There is no jurisdiction to make a declaration on a subject relief in respect of which is beyond the juris­diction of the court; a declaratory judgment cannot be given where the only remedy open to the plaintiff is one prescribed by statute, or is an application for an order of mandamus, or for an injunction in lieu of in information in the nature of a quo warranto; but the jurisdiction of be court is not ousted by a statutory remedy which is purely in the nature of a penalty, and in fact affords no remedy to the plaintiff for the wrong of which he complains. When persons would otherwise be without a remedy for an injustice, a declaration may be made of the invalidity of a determination of a statutory tribunal. The remedy by declaration is available to ensure that a board or other authority set up by Parliament makes its determinations in accordance with the law, and this is so whether the determinations are judicial, disciplinary or administrative; nor is the remedy excluded by the fact that any determination is by statute made final.» Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την αξίωση των Εναγόντων ενόψει του ότι: Πρώτον, με την αγωγή δεν προσβάλλεται συγκεκριμένη πράξη ή απόφαση των Εναγομένων αρ. 2 και 3 αλλά ο επίμαχος κανονισμός, και δεύτερον, κατά τον χρόνο θέσπισης του επίμαχου κανονισμού οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να διεκδικήσουν σύνταξη με βάση τις πρόνοιες του κανονισμού που ίσχυαν πριν την τροποποίηση με αποτέλεσμα (σύμφωνα με τον κ. Τριανταφυλλίδη) να στερούνται έννομου συμφέροντος στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής. Όπως υποδεικνύεται στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 1611, η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης είναι διακριτική και θα πρέπει να ασκείται δικαστικά έχοντας, πάντοτε, κατά νου τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Επισημαίνεται, δε, ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην έκδοση αναγνωριστικής απόφασης όταν το ερώτημα που τίθεται είναι απλά ακαδημαϊκό ή όπου η δήλωση θα είναι αχρείαστη ή ενοχλητική ή όπου υπάρχει άλλη εναλλακτική θεραπεία, όπως επίσης ότι θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στον καθορισμό μελλοντικών δικαιωμάτων. Στο σύγγραμμα των Zamir & Woolf, The Declaratory Judgment (Sweet & Maxwell 2002) υπογραμμίζεται στην παράγραφο 4.032 ο πρωταρχικός ρόλος των Δικαστηρίων για εκδίκαση υπαρκτών διαφορών (existing disputes) μεταξύ των διαδίκων όπου η δικαστική απόφαση θα έχει άμεση και πρακτική σημασία για τουλάχιστον ένα εξ αυτών. Για το λόγο αυτό τα Δικαστήρια δεν αποφαίνονται επί θεωρητικών ή υποθετικών ζητημάτων. Αναφορά επί τούτου γίνεται στην υπόθεση R. v. Secretary of State for the Home Department, ex. p. Wynne [1993] 1 WLR 115 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τhe courts - including the Administrative Court - exist to resolve real problems and not disputes of merely academic significance, Judges do not sit as umpires on controversies in the Academy, however intellectually interesting or jurisprudentially important the problem and however fierce the debate which may be raging in the ivory towers or amongst the dreaming spires.» Σε σχέση με το ίδιο θέμα γίνεται παραπομπή στην παράγραφο 3.006 του συγγράμματος των Zamir και Woolf όπου υποδεικνύεται ότι δηλωτική απόφαση μπορεί να εκδοθεί όταν απειλείται παραβίαση κάποιου δικαιώματος του ενάγοντα στο μέλλον ή όπου, στην απουσία τέτοιων απειλών, υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τα δικαιώματά τους εάν επισυμβεί κάποιο γεγονός στο μέλλον. Είναι σε αυτά τα πλαίσια και με αναφορά στο σύγγραμμα The Declaratory Judgment by Lord Woolf and Jeremy Woolf, στις σελίδες 180 και 181 που ο κ. Λουκαΐδης εισηγείται ότι θα πρέπει να κριθεί η παρούσα αγωγή εφόσον αφορά μελλοντικά δικαιώματα των Εναγόντων. Στις παραγράφους 4.129 και 4.130 του πιο πάνω συγγράμματος των Zamir και Woolf επισημαίνεται ότι τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να είναι διστακτικά στην έκδοση δηλωτικής απόφασης σε σχέση με μελλοντικά δικαιώματα, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι δεν εξετάζονται υποθετικά δικαιώματα ή θεωρητικά ζητήματα. Σε ό,τι αφορά την αρχή περί μη εξέτασης θεωρητικών ζητημάτων, γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα The Declaratory Judgment by Zamir (London, Sweet & Maxwell, 1962) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 43: «Ιt is a principle of our jurisprudence and, it is to be supposed, of most systems of law - that courts will not entertain purely hypothetical questions. They will not pronounce upon legal situations which may arise, but generally upon those which have arisen.» Στα ίδια πλαίσια ο κ. Λουκαΐδης υποστήριξε ότι προκειμένου να εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής, θέση η οποία και με βρίσκει σύμφωνη. Όπως, όμως, έχει επισημαίνεται στο σύγγραμμα Declaratory Orders, P.W. Young,
(1975), Butterworths, στη σελίδα 26, το Δικαστήρια θα πρέπει να υιοθετούν μια αυστηρή προσέγγιση ώστε η εξουσία τους για έκδοση δηλωτικής απόφασης να ασκείται σε περιπτώσεις ύπαρξης διλήμματος ή αβεβαιότητας ή όπου είναι αναγκαίο για να διευκρινιστεί μια νομική κατάσταση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Victorian Chamber of Manufacturers v. Commonwealth (Price Regulatory)
(1943)67 CLR 333 στη σελίδα 345, μόνο τα πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα επηρεάζονται έχουν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κανονισμούς ή αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση συγκεκριμένους κανονισμούς. Σε αυτή τη βάση, στην υπόθεση Armstrong v. Victoria (no. 2)
(1957)99 CLR 28, όπου οι ενάγοντες ήταν μέλη διαφόρων συνδέσμων οδηγών φορτηγών οχημάτων και ζήτησαν δήλωση του Δικαστηρίου ότι κάποια νομοθετήματα (Victorian Acts) προσέκρουαν στο σύνταγμα της κοινοπολιτείας το οποίο προνοούσε ότι το εμπόριο μεταξύ των χωρών της κοινοπολιτείας θα έπρεπε να ήταν απόλυτα ελεύθερο, κρίθηκε ότι δικαίωμα για καταχώρηση της αγωγής είχαν μόνο οι οδηγοί φορτηγών οχημάτων που διεξήγαγαν εμπόριο προϊόντων με άλλες χώρες. Στην υπόθεση Draper v. British Optical Association [1938] 1 All E.R. 115, ο ενάγοντας ήταν μέλος του εναγόμενου συνδέσμου που υιοθέτησε κανόνες δεοντολογίας, σύμφωνα με τους οποίους απαγορευόταν συγκεκριμένος τρόπος διαφήμισης των μελών. Παράλληλα, ο ενάγοντας ήταν αξιωματούχος μιας εταιρείας η οποία προχώρησε με διαφήμιση και σε σχέση με το θέμα αυτό είχε αρχίσει πειθαρχική διαδικασία από τον εναγόμενο σύνδεσμο. Ο σύνδεσμος απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα καλώντας τον σε συνάντηση κατά την οποία θα συζητείτο το ενδεχόμενο διαγραφής του ονόματός του και τον ενημέρωσε για το δικαίωμα να παρευρεθεί και ακουστεί. Πριν από την ημερομηνία που καθορίστηκε για τη συνάντηση, ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγή ζητώντας δήλωση του Δικαστηρίου ότι η προσπάθεια του συνδέσμου να εφαρμόσει τον κώδικα δεοντολογίας θα ήταν ultra vires και ότι ο σύνδεσμος δεν είχε το δικαίωμα αφαίρεσης του ονόματός του. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως πρόωρη υποδεικνύοντας ότι καταχωρήθηκε πριν από την επίδικη συνάντηση κατά την οποία θα εξετάζονταν οι ενέργειες του ενάγοντα και το ενδεχόμενο διαγραφής του ονόματός του από τον σύνδεσμο. Ο Δικαστής Bailhache επισήμανε, μάλιστα, ότι δεν εκδίδεται δήλωση του Δικαστηρίου όπου ο ενάγοντας επιδιώκει την έκδοσή της επειδή φοβάται ότι σε κάποιο στάδιο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια αγωγή ή επειδή θέλει να βάλει ένα τέλος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Αποτελεί, επίσης, αρχή ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην έκδοση δηλωτικής απόφασης εκεί όπου αυτό δεν είναι αναγκαίο και δεν θα είχε καμία πρακτική σημασία. Στην υπόθεση Earl of Dysart v. Hammerton [1916] 1 Ch. 822, οι ενάγοντες ζητούσαν με την αγωγή τους δηλωτική απόφαση επί το ότι είχαν δικαίωμα από καιρού εις καιρό σε ένα πλοιάριο που έπλεε στον Τάμεση, όπως επίσης διάταγμα απαγορεύον τους εναγόμενους, οι οποίοι είχαν αρχίσει δρομολόγια στον ποταμό από του να ενοχλούν τους ενάγοντες κατά αυτό τον τρόπο. Η Βουλή των Λόρδων αποφάνθηκε ότι από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της συγκεκριμένης ενέργειας των εναγομένων προκαλείτο ενόχληση στους ενάγοντες απέρριψε το αίτημα για έκδοση δηλωτικής απόφασης, υποδεικνύοντας ότι η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης δεν θα είχε καμία αξία. Παρομοίως, το Δικαστήριο δεν εκδίδει δηλωτική απόφαση όπου τα γεγονότα είναι μεν συγκεκριμένα πλην όμως υποθετικά (βλέπε The Declaratory Judgment by Zamir (πιο πάνω) στις σελίδες 57 - 60). Παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση Roesin v. Atteorney General
(1918)34 T.L.R. 417, όπου ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγή ζητώντας δηλωτική απόφαση επί το ότι δεν ήταν υπόχρεος να εκτελέσει στρατιωτική θητεία με δεδομένες τις πρόνοιες νομοθεσίας δυνάμει της οποίας ρώσσοι υπήκοοι οι οποίοι κατοικούσαν στην Μεγάλη Βρετανία δεν είχαν τέτοια υποχρέωση. Απορρίπτοντας την αγωγή ως ενοχλητική το Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα: «It was an abuse of the process of the Court for a foreigner resident here to come and ask for a declaration whether he was or was not a subject of any particular State, not then having received any notice differentiating him from any other foreigner temporarily commorant here.» Τονίστηκε, ωστόσο, ότι η αγωγή του ενάγοντα θα μπορούσε να εξεταστεί όταν και εφόσον του είχε επιδοθεί ειδοποίηση καλώντας τον να προσέλθει σε στρατιωτική υπηρεσία. Εξετάζοντας την απαίτηση των Εναγόντων όπως αυτή προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών κρίνω ότι η αγωγή είναι πρόωρη και η έκδοση των δηλωτικών αποφάσεων που αξιώνονται δεν είναι δυνατή στο παρόν στάδιο για τους ακόλουθους λόγους:
  1. Όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, κατά τον χρόνο θέσπισης των επίδικων κανονισμών οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα σύνταξης με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού που ίσχυε πριν την τροποποίηση (σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Victorian Chamber of Manufactures v. Commonwealth και Armstrong v. Victoria (no.2) (πιο πάνω)).
  2. Επίσης, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής οι Ενάγοντες δεν είχαν συνταξιοδοτηθεί και δεν είχαν αιτηθεί σύνταξη από το Ταμείο με τρόπο ώστε η αγωγή να έχει καταχωρηθεί πρόωρα (βλέπε Draper v. British Optical Association πιο πάνω).
  3. Μέχρι στιγμής οι Ενάγοντες δεν έχουν συνταξιοδοτηθεί και με δεδομένη την αρχή ότι τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα κρίνονται κατά τον χρόνο αφυπηρέτησης/παραίτησης κάποιου (βλέπε Γεναγρίτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 1029), η εξέταση των ζητημάτων που εγείρονται από τους Ενάγοντες είναι καθαρά ακαδημαϊκό ζήτημα (βλέπε αποφάσεις Earl of Dysart v. Hammerton και Roesin v. Atteorney General (πιο πάνω)).
  1. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες δεν ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το τι θα εφαρμοστεί κατά τον χρόνο της αφυπηρέτησής τους που εν πάση περιπτώσει ακόμη παραμένει άγνωστος (όπως θα ήταν δυνατόν με βάση τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Declaratory Orders, P.W. Young, στη σελίδα 26 (πιο πάνω)), αλλά δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο επίμαχος κανονισμός είναι άκυρος για τους λόγους που επικαλούνται.
  2. Έχοντας κατά νου τις αρχές της νομολογίας που διέπουν την εξέταση θεμάτων συνταγματικότητας νόμων και κανονισμών (βλέπε σελίδες 27 και 28 πιο κάτω), κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται αμέσως πιο πάνω η εξέταση της παρούσας αγωγής δεν θα εξυπηρετήσει κανένα σκοπό. Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει την τύχη της υπόθεσης, θα προχωρήσω να εξετάσω για σκοπούς πληρότητας τις θέσεις των Εναγόντων περί ακυρότητας του επίδικου κανονισμού. Αναδρομική Ισχύς του επίδικου κανονισμού Θα εξετάσω αρχικά τη θέση των Εναγόντων ότι οποιαδήποτε τυχόν ερμηνεία και/ή εφαρμογή του επίδικου κανονισμού αναδρομικά σε σχέση με δικηγόρους (στην κατηγορία των οποίων εμπίπτουν και οι Ενάγοντες) που ήδη ασκούσαν το επάγγελμα βάσει του προηγούμενου νομικού καθεστώτος θα είναι ασυμβίβαστη με τη γενική αρχή που διέπει την έναρξη ισχύος τροποποιητικών νομοθετημάτων σύμφωνα με τα οποία απαγορεύεται η αναδρομική ισχύς ή εφαρμογή τέτοιων νομοθετημάτων ελλείψη ρητής πρόνοιας περί του αντιθέτου, για να παρατηρήσω ότι αυτή δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452 στη σελίδα 2475, νόμος θεωρείται ότι είναι αναδρομικός όταν αφαιρεί ή μειώνει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα που αποκτήθηκε με βάση τους υπάρχοντες νόμους ή δημιουργεί νέα υποχρέωση ή επιβάλλει καθήκον ή συνάπτει νέα ανικανότητα αναφορικά με συναλλαγές ή λόγους του παρελθόντος. Νόμος, όμως, δεν ονομάζεται αναδρομικός καθαυτό γιατί μέρος των προϋποθέσεων για την ενέργεια του προέρχεται χρονικά πριν τη θέσπισή του (βλέπε επίσης το σύγγραμμα του Νίκου Χρ. Χαραλάμπους Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης
(2004), στη σελίδα 201). Νόμος δεν είναι αναδρομικός επειδή η εφαρμογή του εξαρτάται ή βασίζεται σε γεγονότα του παρελθόντος, όμως είναι αναδρομικός εάν επηρεάζει δυσμενώς αποκρυσταλλωμένα κεκτημένα δικαιώματα που δημιουργήθηκαν πριν τη θέσπισή του (βλέπε Tingiridou v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1181, 1187 και Μαρούλα Χρ. Γιανουλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 241). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη υποδεχθεί, πριν από την τροποποίηση του επίμαχου κανονισμού οι Ενάγοντες δεν είχαν οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Και αυτό γιατί, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, κατά τον χρόνο που θεσπίστηκε η συγκεκριμένη τροποποίηση οι Ενάγοντες (κανένας από αυτούς) δεν είχαν συμπληρώσει είκοσι έτη άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος που απαιτούνταν με βάση τον τότε ισχύοντα κανονισμό. Ο όρος «κεκτημένο δικαίωμα» (vested right) προσδιορίζεται νομολογιακά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, όπου υποδείχθηκε ότι η επίκληση του όρου υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου, δηλαδή νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Όπως δε επισημαίνεται στην υπόθεση Ελένη Χριστοδούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 2178, στη σελίδα 2182, δεν είναι ανεκτή ή εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο, καθ' ότι ως είναι αυτονόητο η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του. Αναφορά επίσης αξίζει να γίνει στην υπόθεση Τουμάζου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 2935, όπου λέχθηκε ότι η προσδοκία για απόκτηση δικαιώματος (όπως και στην προκειμένη περίπτωση) δεν εξισώνεται με την κτήση του. Από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα ότι κατά τον χρόνο θέσπισης του επίδικου κανονισμού οι Ενάγοντες δεν είχαν αποκτήσει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα δυνάμει του προηγούμενου εν ίσχυ κανονισμού, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής με τον τρόπο που το εισηγείται ο κ. Λουκαίδης Σε κάθε περίπτωση, είναι καλά θεμελιωμένο πως δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα στην επ' αόριστο διατήρηση των νομοθετικών ρυθμίσεων (βλέπε Republic v. Menelaou (πιο πάνω), Vamasia Estates v. Singer Sewing Machines
(1985)1 C.L.R. 707 και Καρατζάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 480). Όπως πρόσφατα υποδείχθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στην Υπόθεση 2139/2006, Κωνσταντίνος Μούσα ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 7.9.2009, δεν υπάρχει δικαίωμα στη διατήρηση προαπαιτούμενων για ανέλιξη (σε εκείνη την υπόθεση), όπως αυτά έχουν κατά ορισμένο χρόνο καθοριστεί. Αυτός ο καθορισμός προσδίδει απλή προσδοκία η οποία, ωστόσο, είναι υποκείμενη στη γενικότερη αρχή πως υπάρχει δυνατότητα νέων ρυθμίσεων που ενδεχομένως θα την επηρεάσουν. Απόλυτα κατατοπιστικό σε σχέση με τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Μούσα (πιο πάνω): «Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου η άσκηση ελέγχου σκοπιμότητας ιδιαίτερα σε θέμα αυτής της φύσης που κατ' εξοχήν συναρτάται προς τις ανάγκες της υπηρεσίας και σημειώνω πως εδώ η απαίτηση δεν ήταν γενική αλλά τελούσε υπό την προϋπόθεση να προβλέπεται για τον αξιωματικό η άσκηση χρόνου διοίκησης. Οι προσδοκίες που είχε ο αιτητής δεν αναγνωρίζονται ως λόγος είτε γενικώς είτε προς διασφάλιση τους με επί τούτου μεταβατική διάταξη. Ούτε δικαιολογείται να εμπλέκονται στην περίπτωση οι άλλες αρχές, στις οποίες έγινε αναφορά, όπως εκείνες της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης και της ισότητας.» Δυσμενής Διάκριση εις βάρους των Εναγόντων ενόψει της μη ύπαρξης σχετικής επιφύλαξης ευνοϊκής για αυτούς Σε σχέση με το θέμα αυτό, αποτελεί θέση των Εναγόντων ότι η επίδικη τροποποίηση δημιουργεί αδικαιολόγητη και απαράδεκτη δυσμενή διάκριση εις βάρος τους έχοντας υπόψη ότι δεν συνοδεύεται με ευνοϊκή επιφύλαξη για αυτούς, παρόμοια με αυτήν που ισχύει για τους δικηγόρους οι οποίοι καλύπτονταν από τον βασικό κανονισμό 17
(1)(β) και προνοεί για 30έτη άσκηση του επαγγέλματος και συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών και που σύμφωνα με την πιο πάνω τροποποίηση των βασικών κανονισμών η τριακονταετής άσκηση του επαγγέλματος μετατράπηκε σε 35 έτη και η ηλικία των 60 ετών μετατράπηκε σε ηλικία των 65 ετών αλλά συνοδεύτηκε με μια επιφύλαξη ευνοϊκή για την κατηγορία των συνταξιούχων αυτών σύμφωνα με την οποία προβλέπεται μειωμένη σύνταξη ανάλογα με τη συμπλήρωση του 60ου - 64ου έτους. Επί τούτου να επισημάνω καταρχήν ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής έγινε εκ νέου τροποποίηση του κανονισμού 17 και των υποπαραγράφων 1(β) και 1(γ) αυτού αφού ο κανονισμός 11 των περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) (Τροποποιητικοί) Κανονισμών του 2010 που τέθηκε σε ισχύ στις 11.6.2010 με την Κ.Δ.Π. 249/2010 εισάγει πλέον την εν λόγω επιφύλαξη, ως έχει τροποποιηθεί, και για τον Κανονισμό 17
(1)(γ). Στα πλαίσια εξέτασης της εισήγησης που εγείρουν οι Ενάγοντες θα πρέπει να γίνει αναφορά στην υπόθεση Βάσος Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2007)1 Α.Α.Δ. 267, όπου η πλήρης ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε τη συνταγματικότητα των τροποποιήσεων που έγιναν στον περί Συντάξεων Νόμο αρ. 9/67, με τις οποίες η ηλικία της αναγκαστικής αφυπηρέτησης δημοσίων υπαλλήλων διαφοροποιήθηκε από τα 60 στα 63, με ενδιάμεσες όμως πρόνοιες για αφυπηρέτηση στην ηλικία των 61 και των 62 ετών ανάλογα με τη συμπλήρωση του 60ου έτους σε διαφορά χρονικά διαστήματα. Η Ε.Δ.Υ., ως το αρμόδιο σώμα, γνωστοποίησε στους αιτητές απόφαση για υποχρεωτική αφυπηρέτησή τους με τη συμπλήρωση του 61ου έτους της ηλικίας τους, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της επίδικης τροποποίησης που έγινε με το Νόμο 69(Ι)/2005. Υιοθετώντας τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Dias United Publishing Co Ltd v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, οι οποίες εφαρμόστηκαν μετέπειτα στην υπόθεση Μαρία Βρούντου ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 78, η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ότι με δεδομένο ότι ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων δεν μπορεί να μετατραπεί σε μέσο ή συμπλήρωση της νομοθεσίας, η εξέταση της συνταγματικότητας θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, αλυσιτελής και σε αυτή τη βάση απέρριψε την προσφυγή. Στην υπόθεση Σάββας Κούρτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Υπόθεση αρ. 518/2007, απόφαση ημερομηνίας 30.1.2009, οι αιτητές ήταν μόνιμοι αξιωματικού του Στρατού, έχοντες τον βαθμό του Ταγματάρχη από 1.10.2002. Με τους Κανονισμούς της Κ.Δ.Π. 909/90, οι οποίοι έτυχαν τροποποιήσεων μέχρι και το 2003, προβλεπόταν ότι οι φέροντες το βαθμό του Ταγματάρχη θα έπρεπε να συμπλήρωναν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους που θα συνερχόταν το Συμβούλιο Κρίσεων Αξιωματικών, πενταετή παραμονή στο βαθμό εκείνο, για να κριθούν προακτέοι. Με την Κ.Δ.Π. 351/05, η εν λόγω πρόνοια τροποποιήθηκε ώστε να χρειαζόταν πλέον εξαετής παραμονή στο βαθμό του Ταγματάρχη. Με τον Καν. 29
(2)αυτής, προβλέφθηκε ότι η τροποποίηση αυτή που επήλθε στον Καν. 27
(1)θα ίσχυε από 1.1.
  1. Επομένως οι αιτητές που είχαν συμπληρώσει πέντε χρόνια παραμονής στο βαθμό του Ταγματάρχη μέχρι 31.12.07 δεν δικαιούνταν να κριθούν για προαγωγή εντός του 2007, ενώ μπορούσαν να κριθούν προάξιμοι εκείνοι οι οποίοι είχαν συμπληρώσει την πενταετία μέχρι την 31.12.
  2. Στην εκδοθείσα με βάση τον Καν. 27, παρ. 6, Διαταγή του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς που εκδόθηκε στις 18.1.07 και περιήλθε στη γνώση των αιτητών μετά τις 23.1.07, δεν περιλαμβάνονταν οι αιτητές στους δικαιούμενους σε κρίση κατά την τακτική σύνοδο του Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών για το
  3. Το αποτέλεσμα της μη συμπερίληψης τους ήταν η προσφυγή. Αποτέλεσε εισήγηση των αιτητών ότι η επίδικη πρόνοια του κανονισμού 29
(2)καθιέρωσε άνιση και ανομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που κατά τα άλλα τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες εφόσον ορισμένα πρόσωπα δικαιούνταν κρίσης για προαγωγή στα πέντε χρόνια, ενώ άλλα στα έξι χρόνια, ανισότητα που αντικειμενικά δεν δικαιολογείτο αφού δεν υπήρχαν εγγενείς διαφορές μεταξύ του, πέραν του ότι διάφορα πρόσωπα κατείχαν το βαθμό του Ταγματάρχη από διαφορετικές χρονικές στιγμές. Απορρίπτοντας την προσφυγή και επικυρώνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, ο έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ υπέδειξε τα ακόλουθα: «Ο νομοθέτης ηθελημένα διαφοροποίησε την προηγούμενη κατάσταση μη αναγνωρίζοντας έτσι δικαίωμα, εκτός κατά συμμόρφωση με τις διατάξεις της νέας κανονιστικής ρύθμισης, σε οποιοδήποτε δεν εμπίπτει στις πρόνοιες τους. Άλλωστε δεν επηρεάστηκε οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα των αιτητών, οι οποίοι είχαν απλώς μια προσδοκία για προαγωγή αν δεν άλλαζαν οι Κανονισμοί, για τους οποίους και δεν υπάρχει δικαίωμα στη μη τροποποίηση τους. (δέστε R. v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, Stavrou v. Republic
(1987)3 C.L.R. 276 και Φλωρίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 1512). Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Fatma Igdir ν. Υπoυργείου Οικονομικών διά μέσου Υπηρεσίας Χορηγιών και Επιδομάτων, υπόθ. αρ. 2410/06, ημερ. 8.8.08, δεν θα ήταν δυνατό να επιβληθεί στο νομοθέτη η επιστροφή σε προηγούμενες ρυθμίσεις που ο ίδιος θέλησε να καταργήσει και είναι πλέον ανύπαρκτες, ούτε και θα ήταν δυνατό να δοθεί δικαίωμα σε όσους ο νομοθέτης δεν θέλησε να καλύψει. Αλλά και από την άποψη της αρχής της ισότητας δεν νοείται συζήτηση περί παραβίασης του Άρθρου 28 του Συντάγματος, από τη στιγμή που ο νομοθέτης κατέταξε τους αιτητές σε μια διαφορετική κατηγορία με εύλογη πλέον τη διαφοροποίηση τους ως προς τους συναδέλφους τους που ήταν προάξιμοι, την ηλικιακή και χρονικά υπηρεσιακή τους διαφορά.» Στην προκείμενη περίπτωση, το Ταμείο προέβηκε στις γενόμενες τροποποιήσεις οι οποίες αφορούσαν όλους τους δικηγόρους που είχαν εγγραφεί σε αυτό από τις 2.2.2008 και οι διαφοροποιήσεις που έγιναν κρίνονται εύλογες υπό τις περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναλύεται και πιο πάνω, κανένα κεκτημένο δικαίωμα των Εναγόντων δεν επηρεάστηκε από την επίμαχη τροποποίηση, αλλά μόνο η προσδοκία τους για λήψη σύνταξης κάτω υπό συγκεκριμένες περιστάσεις. Εφαρμόζοντας, μάλιστα, τις αρχές της νομολογίας που τέθηκαν στην υπόθεση Dias United Publishing Co Ltd (πιο πάνω), η εξέταση ενός τέτοιου ζητήματος θα ήταν αλυσιτελής αφού και εάν ακόμα διαπιστωνόταν δυσμενής διάκριση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει ή συμπληρώσει τη σχετική νομοθεσία. Περιορισμός του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος Ερχόμενη στην τελευταία εισήγηση των Εναγόντων περί αδικαιολόγητου περιορισμού του δικαιώματός τους για άσκηση του επαγγέλματος του παρατηρώ τα εξής: Η νομολογία επιτάσσει όπως η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου (βλέπε Αχιλλέως ν. Πιττάρα, Πολιτική Έφεση αρ. 100/2009, απόφαση ημερομηνίας 17.7.2012). Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας, των οποίων η έγερση και διατύπωση διέπεται από δικονομικούς κανόνες ή πρακτική που αντανακλά τη σημασία του θέματος και την ανάγκη επίσημου και επακριβούς προσδιορισμού. Μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή των άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Οι αρχές που καθιερώνουν τα κριτήρια με βάση τα οποία αποφασίζεται η συνταγματικότητα ή μη ενός νόμου έχουν καθοριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 540 και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μια πολύ σαφή υπόθεση ή εκτός εάν η νομοθετική διάταξη είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ουσιαστικά, ένας νόμος τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. - Τα Δικαστήρια ενδιαφέρονται μόνο με τη συνταγματικότητα της νομοθεσίας και όχι με τα ελατήρια, την πολιτική ή τη σοφία ή με το σύμφωνό της προς το φυσικό δίκαιο της υπό κρίση νομοθεσίας, τις βασικές αρχές διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. - Εάν είναι με οποιονδήποτε τρόπο δυνατό τα Δικαστήρια θα πρέπει να ερμηνεύσουν το Νόμο ώστε να τον φέρουν μέσα στα πλαίσια των διατάξεων του Συντάγματος. - Η δικαστική εξουσία δεν επιλαμβάνεται ερωτημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός εάν τούτο είναι απολύτως αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. - Στις περιπτώσεις όπου εξετάζονται νόμοι μέρος των οποίων είναι έγκυρο και άλλο άκυρο, τα Δικαστήρια οφείλουν να διαχωρίσουν το έγκυρο από το άκυρο μέρος και να απορρίψουν μόνο το άκυρο μέρος, εκτός εάν αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του όλου. Οι Ενάγοντες παραπονούνται ουσιαστικά, για παραβίαση του δικαιώματος τους που προστατεύεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος που έχει ως εξής: « 1.Έκαστος έχει το δικαίωμα να ασκή οιονδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται εις οιανδήποτε απασχόλησιν, εμπόριον ή επικερδή εργασίαν. 2. Η άσκησις του δικαιώματος τούτου δύναται να υπαχθή εις τους υπό του νόμου τιθεμένους όρους, περιορισμούς ή διατυπώσεις, αναφερομένους αποκλειστι­κώς εις τα συνήθως απαιτούμενα διά την άσκησιν οιουδήποτε επαγγέλματος προσό­ντα ή οίτινες είναι απαραίτητοι μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημο­κρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιω­μάτων και ελευθεριών των ηγγυημένων υπό του Συντάγματος εις οιονδήποτε πρό­σωπον ή προς το δημόσιον συμφέρον υπό τον όρον ότι διατυπώσεις, όροι και περιορισμοί δεν θα τίθενται διά νόμου κατ' επίκλησιν του δημοσίου συμφέροντος εφ' όσον είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα εκατέρας κοινότητος.» Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Ανδρέα Νίκου Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σελίδα 166, το άρθρο 25 προστατεύει μόνο εναντίον άμεσης και όχι έμμεσης επέμβασης με τα δικαιώματα που προστατεύονται από αυτό[1], ή έναντι ρύθμισης παρεμφερών θεμάτων η οποία προκαλεί μόνο έμμεση στην άσκηση του[2]. Προστατεύει από παραβιάσεις ως προς την άσκηση του ιδίου του δικαιώματος αλλά έλεγχος σχετικά με σκοπούς που μπορεί να είναι αναγκαίοι για την άσκηση του τέτοιου δικαιώματος, δεν αποκλείονται από αυτό[3]. Στην προκείμενη περίπτωση είναι φανερό ότι ο επίμαχος Κανονισμός δεν καθορίζει οτιδήποτε πέραν των κριτηρίων για παροχή σύνταξης από το Ταμείο, ούτε ρυθμίζει οτιδήποτε σε σχέση με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Από το περιεχόμενο των επίδικων κανονισμών δεν προκύπτει οποιαδήποτε άμεση (ούτε έμμεση) επέμβαση στο δικαίωμα των Εναγόντων, με τρόπο ώστε ούτε η συγκεκριμένη θέση τους να μπορεί να επιτύχει. Τελική Κατάληξη-Συμπέρασμα Είναι φανερό ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, ακλουθώντας το αποτέλεσμα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Police v. Georghios Liveras 3 R.S.C.C. 65 στη σελ. 67, Andreas P. Loizou v. Nicos Poullis
(1969)1 C.L.R. 17 στη σελ. 24. [2] Costakis Apostolou and Others v. The Republic
(1984)3 C.L.R. 509. Al Shark Under Wear Manufacturing Company και Άλλοι, v. Sunnyday Shipping Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ. 270 στη σελ.
  1. [3] District Officer of Nicosia v. Ioannides 3 R.S.C.C. 107 στη σελ.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.