Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων ν. POP LIFE ELECTRIC SHOPS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4941/2008, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A458 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4941/2008 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων Ενάγουσα και 1. POP LIFE ELECTRIC SHOPS LIMITED 2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ 3. Σ.Τ.Ε.Κ.Ε.Κ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα꞉ κ. Χρίστος Σ. Ρασπόπουλος Για την Εναγόμενη αρ. 1꞉ Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης Για την Εναγόμενη αρ. 3꞉ Θανάσης Γ. Κορφιώτης, για Κούσιος & Κορφιώτης Δ.Ε.Π.Ε. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Έκθεση Απαίτησης στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι διατυπωμένη ως εξής꞉ «Η Ενάγουσα αξιώνει αλληλέγγυα και κεχωρισμένα εναντίον των πιο κάτω: Α. Εναντίον των Εναγομένων 1 το ποσό των €26.471,36 που αντιστοιχεί σε Λ.Κ.15.493,00 οφειλόμενο και πληρωτέο στην Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο αντιπροσωπεύει εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξίας και λιμενικά δικαιώματα. Β. Εναντίον των Εναγομένων 2 το ποσό €14.417,18 που αντιστοιχεί σε Λ.Κ.8.438,00, ποσό οφειλόμενο και πληρωτέο στην Κυπριακή Δημοκρατία το οποίο αντιπροσωπεύει εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξία και λιμενικά δικαιώματα και το οποίο οφείλεται από τους εναγόμενους αρ. 2 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου υπέρ της εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED για πληρωμή φόρων, δασμών και λιμενικών δικαιωμάτων για τα εμπορεύματα τα οποία ήταν αποταμιευμένα στην υπ' αρ A103500CY αποθήκη Τελωνειακής Αποταμίευσης και/ή άλλως πως. Γ. Εναντίον των Εναγομένων αρ. 3 το ποσό των €26.471,36 που αντιστοιχεί σε Λ.Κ.15.493,00, ποσό οφειλόμενο και πληρωτέο στην Κυπριακή Δημοκρατία το οποίο αντιπροσωπεύει εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξία και λιμενικά δικαιώματα και το οποίο οφείλεται από τους Εναγόμενους αρ. 3 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου με το οποίο η εναγόμενη αρ. 3 εγγυάται την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής μέχρι το ποσό των Λ.Κ.5.000 που θα εκδίδετο από την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED και/ή άλλως πως. Δ. Νόμιμο Τόκο. Ε. Έξοδα.». Μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής, και συγκεκριμένα στις 21.9.2009, ο συνήγορος της Ενάγουσας απέστειλε επιστολή στο Δικαστήριο, η οποία καταχωρήθηκε στο Πρωτοκολλητείο κατά την εν λόγω ημερομηνία, με την οποία δήλωνε ότι απέσυρε την αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 σύμφωνα με τη Δ.15, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η επιστολή αυτή τέθηκε στις 29.10.2009 ενώπιον της Επαρχιακής Δικαστού που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, η οποία και απέρριψε την αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 ως αποσυρθείσας, χωρίς έξοδα. Έτσι, η αγωγή προωθήθηκε σε ακρόαση μόνο εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3. Κατά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 το παρόν Δικαστήριο πληροφορήθηκε από τους συνηγόρους ότι η αγωγή εναντίον της Εναγομένης αρ. 2 είχε αποσυρθεί για το λόγο ότι εκείνη πλήρωσε το ποσόν της εγγύησης της. Δηλώθηκε ως συνεπακόλουθο ότι η Ενάγουσα μείωσε την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων αρ. 1 και 3 στο ποσό των €12.054, πλέον τόκους και έξοδα. Παρά το γεγονός ότι το ποσό της απαίτησης εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 3 είναι το ίδιο, εντούτοις σπεύδω να υπογραμμίσω ότι είναι διαφορετική η βάση της αγωγής εναντίον του καθενός από αυτούς. Συγκεκριμένα꞉ (
- i)Εναντίον της Εναγομένης αρ.1, το αξιούμενο ποσό περιγράφεται ως «ποσό οφειλόμενο και πληρωτέο στην Κυπριακή Δημοκρατία, το οποίο αντιπροσωπεύει εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξίας και λιμενικά δικαιώματα». Αναζητείται δηλαδή ως «τελωνειακή οφειλή»[1] ή/και ως «άλλη τελωνειακή οφειλή»[2], κατά την έννοια του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004), ώς ήταν σε ισχύ κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο (ήτοι μέχρι της τροποποίησης που επέφερε σ' αυτόν ο Ν.265(Ι)/2004). (
- ii)Απεναντίας, εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 το αξιούμενο αφορά αναζητείται ως οφειλόμενο «δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου με το οποίο η Εναγόμενη αρ. 3 εγγυάται την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής μέχρι το ποσό των Λ.Κ.5000 που θα εκδίδετο από την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED και/ή άλλως πως». Προωθείται η αγωγή κατ' επίκληση της συμβατικής σχέσης υπό τύπο εγγύησης που σύναψε το Τμήμα Τελωνείων με την Εναγομένη αρ. 3. 5. Εγείρονται, κατά λογική συνέπεια, διαφορετικά νομικά ζητήματα στην προώθηση της απαίτησης εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 απ' ό,τι έναντι της Εναγομένης αρ. 3, τα οποία θα αναδείξω στη συνέχεια. 6. Αναφέρω εισαγωγικά, ότι σε κανένα σημείο της δίκης δεν αμφισβητήθηκε το νομότυπο της έγερσης της αγωγής στο όνομα της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων. Άλλωστε, η συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 113 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, καθιστούν σαφές ότι ορθά καταχωρήθηκε η αγωγή εξ ονόματος του Διευθυντή (και όχι του Γενικού Εισαγγελέα, όπως συμβαίνει σε άλλες αγωγές).[3] 7. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Ενάγουσα περιορίστηκε στη ένορκη μαρτυρία που έδωσε δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Ανδρέας Ανδρέου (στο εξής «ο ΜΕ1»). Πρόκειται για Τελωνειακό Λειτουργό στο Τελωνείο Λευκωσίας, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τμήμα Τελωνείων στη συγκεκριμένη θέση και είχε, όπως αυτός δήλωσε, προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που αφορούν στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, από προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης, από τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Τελωνείων «ΘΗΣΕΑΣ», καθώς και από τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο διοικητικό φάκελο που τηρείται στο Τμήμα Τελωνείων σε σχέση με την υπόθεση, τον οποίο και είχε στην κατοχή του. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και αριθμού Τεκμηρίων (Τεκμήρια αρ. 1 έως 35 υπό το Έγγραφο Α) τα οποία αναφέρονται στη δήλωση αυτή. Ο ΜΕ1 υπεβλήθη σε λεπτομερή αντεξέταση από τους συνηγόρους των Εναγομένων αρ. 1 και 3, απάντησε με καθαρότητα και ετοιμότητα σε όλες τις ερωτήσεις τους και τεκμηρίωσε τα λεγομένά του χωρίς να δημιουργήσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία για τη φιλαλήθειά του και κατ΄επέκταση για την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι ως αληθή τη μαρτυρία του ΜΕ1 όσον αφορά τους ισχυρισμούς γεγονότων που εξέθεσε. 8. Για να αποδείξει την υπεράσπισή της η Εναγομένη αρ. 1 παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα τον διευθυντή της, κ. Χρίστο Πίττα (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο οποίος έδωσε προφορική μαρτυρία ενόρκως, στο πλαίσιο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο μία μόνο κατάσταση λογαριασμού, η οποία σημειώθηκε ως «Έγγραφο Β». Η εν λόγω κατάσταση φανερώνει, ως δήλωσε ο ΜΥ1, τις πληρωμές που έκανε κατά καιρούς η Εναγομένη αρ. 1 προς την εταιρεία FRAKAPOR για τις εκτελωνίσεις που γίνονταν σε καθημερινή βάση. Οι αναφερόμενες στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού πληρωμές αφορούν στην περίοδο από 20/4/2004 μέχρι 2/8/2004 σε συνάρτηση με συγκεκριμένους κωδικούς αριθμούς αναφοράς ή αριθμούς αποδείξεων. Έκλεισε η Υπεράσπιση την υπόθεσή της βάσει της μαρτυρίας του ΜΥ1. Αυτός υπεβλήθη σε αντεξέταση τόσο από το συνήγορο της Ενάγουσας όσο και από το συνήγορο της Εναγομένης αρ. 3. Το κατατεθέν από αυτόν τεκμήριο και σημειωθέν ως Έγγραφο Β δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε εκ των συνηγόρων κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 όσον αφορά τα εκεί αναφερόμενα ποσά πληρωμών. Ωστόσο, όπως ορθά παρατηρεί στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της Ενάγουσας, δεν επιχειρήθηκε από τον ΜΥ1 ο συσχετισμός των εκεί παρουσιαζόμενων πληρωμών με τις επίδικες στην παρούσα υπόθεση διασαφήσεις, ώστε να μπορεί να του προσδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία ή βαρύτητα. Εν πάση περιπτώσει, για νομικούς λόγους που θα εξηγήσω σε μετέπειτα τμήμα της απόφασης, καταλήγω ότι το κατά πόσον η Εναγόμενη αρ. 1 κατέβαλε στην Εταιρεία FRAKAPOR το αντίτιμο της τελωνειακής οφειλής ή άλλης τελωνειακής οφειλής για τις επίδικες διασαφήσεις, δεν αποτελεί καταλυτικό στοιχείο για την έκβαση της δίκης όσον αφορά τη διάγνωση της δικής της ευθύνης έναντι της Ενάγουσας. 9. Η Εναγόμενη αρ. 3 δεν προσέφερε καθόλου προφορική μαρτυρία. Περιορίστηκε στην κατάθεση από κοινού με το συνήγορο της Ενάγουσας των παραδεκτών γεγονότων ως περιέχονται στο κατατεθειμένο κείμενο ως το Έγγραφο Γ. Θα αναφερθώ σε αυτά τα παραδεκτά γεγονότα σε μετέπειτα στάδιο. 10. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι στην πλειονότητά τους παραδεκτά είτε στη βάση των δικογράφων είτε στη βάση των δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία, καθώς και της δοθείσας μαρτυρίας. 'Όπως υποδεικνύεται στον Phipson on Evidence, 10 εκ., παραγ. 16, στις πολιτικές υποθέσεις οι κανόνες απόδειξης μπορούν να χαλαρωθούν με τη συμφωνία των μερών. 'Έτσι τα μέρη μπορούν να προβούν σε παραδοχές με σκοπό την απαλλαγή από την τυπική απόδειξη κατά τη δίκη. Οι παραδοχές με σκοπό την απαλλαγή από την τυπική απόδειξη μπορούν να γίνουν κυρίως μέσω των δικογράφων ή μέσω συμφωνίας πριν ή κατά τη δίκη, των διαδίκων ή των αντιπροσώπων τους (Phipson, πιο πάνω, παραγ. 42-43). 11. Τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση αφορούν σε νομικά σημεία και νομικούς ισχυρισμούς, όπως αποτυπώνονται στην πιο κάτω σύνοψη στην οποία προβαίνω για ευχερέστερη παρακολούθηση της υπόθεσης, αφού πρώτα καταγράφω τους ισχυρισμούς γεγονότων που είναι παραδεκτοί. 12. (α) Είναι παραδεκτό στη βάση των δικογράφων ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο - (
- i)η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία ασχολείται με εισαγωγή και μεταπώληση στο κοινό ηλεκτρικών/ ηλεκτρονικών και άλλων οικιακών ειδών (βλ. παρα. 2 της Ε/Α[4] και παρα. 1 της Ε/Υ[5] της Εναγομένης αρ. 1). (
- ii)οι Εναγόμενοι αρ. 3 ήταν συνεργατική εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο καθώς και εγκεκριμένος εγγυοδοτικός οργανισμός. Είναι επίσης παραδεκτό ότι στις 19.11.07 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Τελωνειακών Πρακτόρων Επαρχίας Λευκωσίας (Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ ΛΤΔ) συγχωνεύθηκε με την Εναγόμενη αρ. 3 μεταβιβάζοντας σε αυτήν το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του. 13. (α) Είναι επίσης παραδεκτό στη βάση των δικογράφων μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης αρ. 1 (βλ. παρα. 5 της Ε/Α και παρα. 1 της Ε/Υ της) ότι κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED (στο εξής «η Εταιρεία FRAKAPOR») ήταν αδειοδοτημένη και εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να παρέχει υπηρεσίες τελωνειακού πράκτορα και διαχείρισης αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης. (β) Είναι εξίσου παραδεκτό στη βάση των δικογράφων (βλ. την παρα. 6 της Ε/Α και παρα. 1 της Ε/Υ της), αλλά και στη βάση της μαρτυρίας που έδωσε ο ΜE1 την οποία δεν αντιστρατεύτηκε η μαρτυρία του ΜΥ1 επ' αυτού του σημείου, ότι η Εναγόμενη αρ. 1, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εξουσιοδότησε την Εταιρεία FRAKAPOR να ενεργήσει ως τελωνειακός της πράκτορας, για εκτελωνισμό εμπορευμάτων που η Εναγόμενη αρ. 1 εισήγαγε στην Κύπρο. Αποδεικτικό της ύπαρξης τέτοιας εξουσιοδότησης είναι το Τεκμήριο 1, που κατέθεσε ο ΜΕ1 χωρίς να εγερθεί ένσταση και το οποίο έτυχε αναγνώρισης από τον ΜΥ1, το οποίο τιτλοφορείται «Εξουσιοδότηση Τελωνειακού Πράκτορα» κατά το υπόδειγμα του τελωνειακού εντύπου Τελ. 1002, αρ NIC 136/02, το οποίο φέρει ημερομηνία εξουσιοδότησης 30/12/2002, υπογράφεται και σφραγίζεται με σφραγίδα της Εναγομένης αρ. 1 και απευθύνεται προς Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό του Τελωνείου, και αναφέρει «Με την παρούσα εμείς οι POP LIFE ELECTRIC SHOPS Ltd με την παρούσα εξουσιοδοτούμε τον πιο πάνω Τελωνειακό Πράκτορα να ενεργεί ως αντιπρόσωπός μας σε διαδικασία που απαιτείται από την τελωνειακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης και της συμπλήρωσης και υπογραφής εγγράφων σχετικά με꞉ Γενική Εξουσιοδότηση 1.Οποιαδήποτε εμπορεύματα εισάγονται ή εξάγονται από εμάς» και στο οποίο διαγράφεται η διαζευκτική επιλογή ειδικής εξουσιοδότησης η οποία εφαρμόζεται αναφορικά με συγκεκριμένα εμπορεύματα που καθορίζονται σε φορτωτική ή ταχυδρομική ειδοποίηση. (γ) Είναι παραδεκτό στη βάση των δικογράφων (βλ. παρα. 6 της Ε/Α και αντίστοιχα την παρα. 1 της Ε/Υ της Εναγομένης αρ. 1) ότι η Εναγόμενη αρ. 1, καταχώρισε, μέσω των, εξουσιοδοτημένων δυνάμει του Τεκμηρίου αρ. 1 τελωνειακών πρακτόρων της, ήτοι της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED, αριθμό ηλεκτρονικών[6] διασαφήσεων εισαγωγής διαφόρων εμπορευμάτων προκειμένου τα εμπορεύματα αυτά να τεθούν σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην κάθε διασάφηση αντίστοιχα. Προς απόδειξη των ηλεκτρονικών καταχωρήσεων των διασαφήσεων που ενδιαφέρουν για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο αποτύπωση των εν λόγω ηλεκτρονικών καταχωρήσεων των διασαφήσεων στο ηλεκτρονικό σύστημα «ΘΗΣΕΑΣ»[7] (ως τα Τεκμήρια 2 έως 7) καθώς και Πίνακα (ως το Τεκμήριο 8) στον οποίο παρατίθενται στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό της κάθε διασάφισης και το αντίστοιχο είδος εμπορεύματος στο οποίο αναφέρεται, την ημερομηνία υποβολής, τον αανλογούντα εισαγωγικό δασμό, ΦΠΑ και λιμενικά έξοδα. (δ) Ως είναι παραδεκτό στη βάση των δικογράφων (βλ. παρα. 7 της Ε/Α και παρα. 1 της Ε/Υ), και ως επιβεβαιώθηκε με τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του ΜΕ1, οι πιο πάνω αναφερόμενες ηλεκτρονικές διασαφήσεις έγιναν αποδεκτές από την Ενάγουσα και ακολούθησε η βεβαίωση των αναλογούντων στα εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας, συνολικού ύψους Λ.Κ 7.055,00. Το πιο πάνω ποσό προκύπτει από την πρόσθεση του ποσού των αναλογούντων στα εμπορεύματα κάθε μιας από τις πιο πάνω αναφερόμενες διασαφήσεις εισαγωγικών δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας. Ως δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΕ1 και ως έχει δικαστική γνώση το Δικαστήριο, η αντικατάσταση της Κυπριακής Λίρας με το Ευρώ έγινε την 1η Ιανουαρίου του 2008 με ισοτιμία 0.585274 λίρες ανά ευρώ. Σύμφωνα με αυτή την ισοτιμία, το ποσό των Λ.Κ 7.055,00 αντιστοιχεί σε Ευρώ 12.054,18. (ε) Ως είναι επίσης παραδεκτό μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης αρ. 1 στη βάση των δικογράφων (βλ. παρα. 15 και 16 της Ε/Α και αντίστοιχα της παρα. 1 της Ε/Υ) και ως αποδείχθηκε στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας του ΜΕ1, μετά την αποδοχή των ηλεκτρονικών διασαφήσεων από το Τελωνείο, η Εταιρεία FRAKAPOR εξέδωσε, ως οι δυνάμει του Τεκμηρίου 1 εξουσιοδοτημένοι τελωνειακοί πράκτορες της Εναγομένης αρ. 1, αριθμό επιταγών (βλ. τα Τεκμήρια 9 έως 14 υπό το Έγγραφο Α) για την καταβολή, μεταξύ άλλων, και των βεβαιωθέντων εισαγωγικών δασμών και φόρου προστιθέμενης αξίας που αφορούν στις πιο πάνω διασαφήσεις συνολικού ύψους Λ.Κ 7.055,00 (Ευρώ 12.054,18) προκειμένου τα εμπορεύματα που αφορούν οι πιο πάνω διασαφήσεις να τεθούν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας. Οι εκδοθείσες επιταγές ήταν της εταιρείας Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ ΛΤΔ, η οποία όπως προανέφερα συγχωνεύθηκε αργότερα με την Εναγόμενη αρ. 3 μεταβιβάζοντας σε αυτήν το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. (στ) Σημειωτέον ότι μέχρι την έκδοση των εν λόγω επιταγών, τα εμπορεύματα βρίσκονταν σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης σε δύο αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης με αναγνωριστικό αριθμό A102200CY και A103500CY, τις οποίες διαχειριζόταν η Εταιρεία FRAKAPOR δυνάμει άδειας που της δόθηκε από την Ενάγουσα βάσει των διατάξεων του Ν.94(Ι)/2004 (βλ. την παραδοχή του στοιχείου αυτού ως δικογραφείται στις παρα. 8 και 9 της Ε/Α και αντίστοιχα την παρα. 1 της Ε/Υ της Εναγομένης αρ. 1). (ζ) Με την κατάθεση των προαναφερθεισών επιταγών στο Τμήμα Τελωνείων, αυτό εξέδιδε τις αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης και τα προϊόντα που αντιστοιχούν στην κάθε ηλεκτρονική διασάφηση ετίθεντο υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας. Ο ΜΕ1 καταχώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς ένσταση τα έντυπα ανάλυσης των συναλλαγών σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές και οι αντίστοιχες αποδείξεις του Τελωνείου, ως τα Τεκμήρια 15 έως 20 υπό το Έγγραφο Α. (η) Είναι επίσης παραδεκτό στη βάση των δικογράφων (πλ. παρα. 17 της Ε/Α και την παρα. 1 της Ε/Υ) ότι οι προαναφερθείσες επιταγές παρουσιάστηκαν, σε διάφορες ημερομηνίες, για πληρωμή και επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες, με αποτέλεσμα τα εμπορεύματα να βρίσκονται υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας ενώ οι αναλογούντες σε αυτά εισαγωγικοί δασοί, φόροι και λιμενικά δικαιώματα να παραμένουν έως σήμερα απλήρωτοι. Δεν αμφισβητήθηκε συναφώς από την Εναγομένη αρ. 1 η μαρτυρία που έδωσε ο ΜΕ1 περί του ότι το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας με επιστολές του (ως τα Τεκμήρια 21 έως 23 υπό το Έγγραφο Α) πληροφόρησε το Τμήμα Τελωνείων ότι αριθμός επιταγών της Εταιρείας FRAKAPOR, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω επιταγές με αριθμούς 50266224, 50266092, 50266961, 50266230, 50266618, 50266622, παρουσιάστηκαν για πληρωμή και επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες. 14. (α) Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας (βλ. παρα. 18 της Ε/Α) ότι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, η μη καταβολή των αναλογούντων στα πιο πάνω εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών, φόρων και δικαιωμάτων συνεπάγεται την δημιουργία τελωνειακής οφειλής με συνυπόχρεους οφειλέτες - (
- i)τόσο την Εναγόμενη αρ. 1 ως εισαγωγέα και ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων, (
- ii)όσο και την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED ως των εξουσιοδοτημένων τελωνειακών πρακτόρων των εισαγωγέων αφ' ενός και ως των διαχειριστών των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης αποταμίευσης με αναγνωριστικό αριθμό A103500CY και A102200CY στις οποίες βρίσκονταν αποταμιευμένα τα εμπορεύματα αφ' ετέρου, (iii) καθώς επίσης και την Εναγόμενη αρ. 3 ως εγγυητές δυνάμει εγγυητηρίων εγγράφων υπέρ της Εταιρείας FRAKAPOR. (β) Η αντίδραση της Ενάγουσας όταν παρουσιάστηκε το φαινόμενο με τις επιταγές χωρίς αντίκρυσμα ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, να απευθυνθεί- (
- i)με επιστολή ημερ. 30/08/2004 (Τεκμήριο 26) προς την Εταιρεία FRAKAPOR για να βεβαιώσει την τελωνειακή οφειλή και αξιώσει από αυτήν την καταβολή των ποσών των ανεξαργύρωτων επιταγών στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 48, 52 και 53 του Ν.94(Ι)/2004, και (
- ii)με επιστολή ημερ. 28/06/2005 (Τεκμήριο 24) προς την Εναγόμενη αρ. 1, για να βεβαιώσει την τελωνειακή οφειλή και να αξιώσει από αυτήν την καταβολή του ποσού της τελωνειακής οφειλής. (iii) με επιστολή ημερ. 15/12/2005 (Τεκμήριο 33) προς την Εναγόμενη αρ. 3, για να αξιώσει την πληρωμή των ανεξαργύρωτων επιταγών της Εταιρείας FRAKAPOR δυνάμει των εγγυητικών που είχαν δοθεί για την πληρωμή των επιταγών ως τα Τεκμήρια 27 και 28. 15. Επίδικες καθίστανται οι δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης αρ. 1 (βλ. παρα. 5 έως 7 της Ε/Υ της) ότι - (α) η Ενάγουσα εμποδίζεται μετά την εκτελώνιση των εμπορευμάτων να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από αυτήν. (β) Η Ενάγουσα αξιούσε τις εγγυήσεις από τις Εναγόμενες 2 και 3 και ως εκ τούτου εμποδίζεται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από αυτή. (γ) Η Ενάγουσα εφόσον έχει προχωρήσει προς είσπραξη των επιταγών που αναφέρονται στη παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης δεν νομιμοποιείται και εμποδίζεται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από αυτή. 15. Προωθήθηκαν συναφώς στην τελική αγόρευση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 οι ακόλουθες θέσεις꞉ (
- i)η μη εξαργύρωση των επιταγών της Εταιρείας FRAKAPOR δεν αφορά την Εναγόμενη αρ. 1 και ότι οι όποιες απαιτήσεις έχει η Ενάγουσα, αφορούν την Ενάγουσα, την Εταιρεία FRAKAPOR και την Εναγόμενη αρ. 3· (
- ii)με τις διευθετήσεις που έκαμε η Ενάγουσα με την εταιρεία FRAKAPOR και την Εναγόμενη αρ. 3, παραιτήθηκε από οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 από τυχόν μη πληρωμή των επιταγών που εισέπραττε από την εταιρεία FRAKAPOR· (iii) με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, η Ενάγουσα παραιτήθηκε από οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης αρ.1 και πως απόδειξη τούτο είναι η μείωση της απαίτησης εναντίον των Εναγόμενων 1, κατόπιν της είσπραξης της εγγύησης από την Εναγόμενη αρ. 2. (
- iv)η αντιδικία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης αρ. 3 σε σχέση με την ισχύ των Εγγυητικών δεν αφορά ούτε εμπλέκει την ίδια την Εναγόμενη αρ. 1 και ούτε δημιουργά βάση αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 1. 16. Κρίνω σε αυτό το σημείο κατάλληλο να αναφερθώ στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όσον αφορά την έκδοση και ισχύ των εγγυητήριων εγγράφων ως τα προαναφερόμενα Τεκμήρια 27 και 28. (α) Όπως δικογραφείται στην παρα. 10 της Ε/Α, μεταξύ των όρων που επιβλήθηκαν στην εταιρεία FRAKAPOR για τη χορήγηση σε αυτήν άδειας διαχείρισης των αποθηκών τελωνειακής αποταμίευσης ήταν και η ανάληψη υποχρέωσης από την εταιρεία FRAKAPOR να μην παραδίδει εμπορεύματα από τις συγκεκριμένες αποθήκες προτού υποβληθούν στο Τμήμα Τελωνείων οι σχετικές Τελωνειακές Διασαφήσεις ή άλλα απαραίτητα έγγραφα και καταβληθούν οι τυχόν πληρωτέοι δασμοί και φόροι. Την παρα. 10 της Ε/Α παραδέχθηκε η Εναγομένη αρ. 1 στην Ε/Υ, ενώ η Εναγομένη αρ. 3 δήλωσε ότι την αγνοεί. (β) Όπως δικογραφείται στην παρα. 11 της Ε/Α, ήταν ρητός όρος χορήγησης της άδειας διαχείρισης της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης με αναγνωριστικό αριθμό A103500CY η ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της εταιρείας FRAKAPOR να καταθέσει εγγυητήριο έγγραφο για το ποσό των Λ.Κ 100.000,00 με εγγυητή εγκεκριμένο τραπεζικό ή ασφαλιστικό οργανισμό, για σκοπούς διασφάλισης των οφειλομένων προς το δημόσιο δασμών φόρων και άλλων επιβαρύνσεων που αναλογούν στα αποταμιευμένα/αποτιθέμενα στην συγκεκριμένη αποθήκη εμπορεύματα. Όπως δικογραφήθηκε από την Ενάγουσα στην παρα. 12 της Ε/Α, προς συμμόρφωση με τον όρο που αναφέρεται στην παράγραφο 11 της Ε/Α, η Εναγόμενη αρ. 2 εγγυήθηκε την εταιρεία FRAKAPOR για τα εμπορεύματα τα οποία ήταν αποταμιευμένα στην υπ' αρ A103500CY (πρώην 5.27) αποθήκη και ανέλαβε την υποχρέωση όπως άμεσα καταβάλλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό θα καθίστατο απαιτητό με βάση την τελωνειακή νομοθεσία το οποίο θα αφορούσε εμπορεύματα τα οποία ήταν αποταμιευμένα/αποτιθέμενα στην συγκεκριμένη αποθήκη. (γ) Συγχρόνως, όπως δικογραφείται στην παρα. 13 της Ε/Α η Εναγόμενη αρ. 3 είχε ήδη κατατεθειμένα στο Τμήμα Τελωνείων δύο εγγυητήρια έγγραφα꞉ Το Τελ. 126 με α/α 158/2000 ημερομηνίας 5.12.2000 και το Τελ. 126 α/α 61/2000 ημερ. 18.02.2002. Τα εγγυητήρια αυτά ήταν, ως δικογραφείται, απεριόριστης ισχύος, και με αυτά η Εναγόμενη αρ. 3 εγγυάτο την πληρωμή, μετά από υποβολή ανάλογης απαίτησης από τον Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, οποιασδήποτε επιταγής μέχρι το ποσό των Λ.Κ 10.000, η οποία θα εκδίδετο από την εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD. Αντίγραφα των συγκεκριμένων Εγγυητήριων εγγράφων παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 και κατατέθηκαν χωρίς ένσταση ως Τεκμήρια 27 και 28. Τα πρωτότυπα των εγγράφων αυτών βρίσκονται, όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, κατατεθειμένα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στο πλαίσιο της αγωγής 1512/2008. (δ) Όπως δικογραφείται στην παρα. 14 της Ε/Α και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 35 που κατέθεσε ο ΜΕ1, η εταιρεία FRAKAPOR απέστειλε στις 15.10.2003 επιστολή με την οποία πληροφορούσε την Ενάγουσα ότι «οι επισυναπτόμενες εγγυητικές επιστολές δεν ισχύουν πλέον λόγω των διαφόρων αλλαγών που έλαβαν χώρα στη δομή του ομίλου των εταιρειών FRAKAPOR». Στην εν λόγω επιστολή ημερ. 15.10.2003 η μόνη εκ των δύο επίδικων εγγυητικών επιστολών που επισυνάπτεται είναι το εγγυητήριο έγρραφο Τελ. 126 με α/α 158/2000 (ως το Τεκμήριο 27). Δεν επισυνάπτετο το άλλο επίδικο εγγυητήριο έγγραφο, ήτοι το εγγυητήριο Τελ. 126 με α/α 61/2000, ήτοι το Τεκμήριο 28. Οι νομικές συνέπειες της επιστολής ημερ. 15.10.2003 αποτελούν επίδικο θέμα στη βάση των δικογράφων. 17. Η Εναγόμενη αρ. 3 αρνείται τη συνέχιση της ισχύος της εγγύησης ως το Τεκμήριο 28 καθ' οιονδήποτε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και εισηγείται στην παρα. 11 της Ε/Υ της αριθμό εκδοχών ως προς την προώθηση της θέσης ότι και τα δύο εγγυητήρια ως τα Τεκμήρια 27 και 28 τερματίστηκαν ή ακυρώθηκαν. Ενδεικτικά αναφέρω ότι - a. στην παράγραφο 11(β) της Ε/Υ αναφέρεται ότι η εγγυητική ακυρώθηκε και τερματίστηκε με αίτηση της Ledra Bonded Stores Ltd εφόσον έκλεισε ο λογαριασμός από 26/2/2004, b. στην παράγραφο 11 (γ) της Ε/Υ αναφέρεται ότι η Εναγόμενη αρ. 3 δεν είχε υποχρέωση να πληρώνει επιταγές της εταιρείας FRAKAPOR εφόσον αυτή τέθηκε σε εκκαθάριση, c. στην παραγραφο 11(δ) της Ε/Υ αναφέρεται ότι ουδέποτε ανέλαβε η Εναγόμενη αρ. 3 υποχρέωση έναντι της Ενάγουσας να εγγυηθεί την εταιρείας FRAKAPOR, d. στην παραγραφο 11(ε)(στ) της Ε/Υ αναφέρεται ότι η έκδοση της εγγυητικής επιστολής τερματίστηκε από την ίδια την εταιρεία FRAKAPOR, ή/και ακυρώθηκαν και/ή ανακλήθηκαν από αυτήν, και e. στην παράγραφο 13 (ζ) της Ε/Υ αναφέρεται ότι η Ενάγουσα κωλύεται και/ή παρεμποδίζεται από τις πράξεις της να αξιώσει από την Εναγόμενη αρ. 3 την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσε η εταιρεία FRAKAPOR, αφού η ευθύνη τους από την εγγυητική είχε τερματισθεί με την επιστολή που απέστειλε στο Τελωνείο η εν λόγω εταιρεία και το τελωνείο ζήτησε από αυτήν να πληρώνει επιταγές των οποίων η πληρωμή ήταν επιβεβαιωμένη (good for payment) από την Εναγόμενη αρ. 3 ή από άλλη Τράπεζα. 18 (α) Αξίζει να σημειώσω ότι πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής υπήρξε αλλαγή δικηγόρου για την Εναγομένη αρ. 3 και πως ό,τι τελικά προωθήθηκε ως γραμμή υπεράσπισης από την Εναγόμενη αρ. 3 κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ότι η Εναγόμενη αρ.3 ουδέποτε εγγυήθηκε τις οφειλές της Frakapor Logistics Ltd για δασμούς προς το Τελωνείο, παρά μόνο της εταιρείας Fracapor Clearing και Ledra Bonded Stores και πως και τα δύο αυτά Εγγυητήρια έχασαν κάθε ισχύ αυτόματα ως αποτέλεσμα της Συγχώνευσης[8] των εν λόγω εταιρειών υπό την εταιρεία Frakapor Logistics Ltd, καθότι - ως είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 3 - με τη συγχώνευση αυτή επήλθε μεταβολή στο νομικό καθεστώς του «πρωτοφειλέτη», η οποία απαλλάττει τον εγγυητή. Ειδικότερα, είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 3 ότι εκτός αν το ίδιο το έγγραφο της εγγύησης περιέχει ειδική πρόνοια για συνέχιση της εγγύησης προς όφελος των διαδόχων του πρωτοφειλέτη, τότε αυτό τερματίζεται αυτόματα με την αλλαγή στην νομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη. Στην παρούσα υπόθεση, είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 3 ότι τα επίδικα Εγγυητήρια (Τεκμήρια 27 και 28) παραχωρήθηκαν προς εγγύηση συγκεκριμένων νομικών προσώπων και δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια για συνέχιση της ισχύος τους σε περίπτωση συγχώνευσης των πρωτοφειλετών (που οδηγεί στην διάλυση τους) και προς όφελος της εταιρείας που θα τους απορροφήσει. (β) Αναφορικά με την προώθηση της συγκεκριμένης γραμμής υπεράσπισης ως ανωτέρω, υπενθυμίζω ότι δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από κοινού με την Ενάγουσα τα εξής꞉ (
- i)Ότι «η Εταιρεία Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής (κατόπιν παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων μη σχετιζόμενων με τις επίδικες εγγυητικές) της εταιρείας Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd, η οποία προέκυψε μετά από διαδοχικές μετονομασίες της εταιρείας Frakapor Clearing Ltd, και υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής (κατόπιν παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων μη σχετιζόμενων με τις επίδικες εγγυητικές) της εταιρείας Ledra Bonded Stores Ltd, με πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 13.5.2003 διόρισε τον κ. Γιαννάκη Φραγκεσκίδη, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να ψηφίσει στη θέση και εκ μέρους της Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ στη Συνέλευση των πιστωτών της εταιρείας Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd και της εταιρείας Ledra Bonded Stores Ltd που θα ελάμβαναν χώρα σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.2003 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας 121,1ος όροφος, Λευκωσία στις 16.5.2003.» (
- ii)Ότι «Η Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ δεν ήγειρε κατά την ως άνω συνέλευση πιστωτών ένσταση στην προτεινόμενη συγχώνευση». (γ) Απορρίπτει ο συνήγορος της Εναγομένης αρ. 3 την εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η παρουσία εκπροσώπου της Εναγομένης αρ. 3 στη συνέλευση πιστωτών ως ανωτέρω και η μη ύπαρξη ένστασής του στη συγχώνευση συνεπάγεται γνώση της Εναγομένης αρ. 3 για την ύπαρξη και συνέχιση των Εγγυητηρίων. Ειδικότερα, είναι η θέση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 3 ότι η συνέχιση ή μη της ισχύος των Εγγυητηρίων δεν ήταν θέμα της συνέλευσης και εισηγείται ότι «Η συναίνεση του εκπροσώπου της Εναγομένης 3 στην Συγχώνευση ήταν συναίνεση σε ό,τι προνοούσε το συγκεκριμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης που δεν περιελάμβανε, ως εισηγηθήκαμε πιο πάνω και δεν αφορούσε στα Εγγυητήρια.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 19. Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης αρ. 1, όπως αναπτύσσεται στην τελική αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας, στηρίζεται στη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 38 και 41 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (94(Ι)/2004) και του άρθρου 201 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (κανονισμός ΕΟΚ 2913/92), καθώς και στα άρθρα 74 και 124 του Ν.94(Ι)/2004 σε συνδυασμό με τον Κανονισμό 17 της ΚΔΠ 119/74 και το άρθρο 193 του περί Συμβάσεων Νόμου, στα οποία θα αναφερθώ. Ειδικότερα, είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη αρ. 1 είναι συνοφειλέτης της τελωνειακής οφειλής αλληλέγγυα με τους διασαφιστές (εν προκειμένω, την Εταιρεία FRAKAPOR) και πως εφόσον οι επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν, αναβιώνει η τελωνειακή οφειλή της Εναγομένης αρ. 1. 20. Από την άλλη, η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 στηρίζεται στο άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στο λεκτικό των ιδίων των επίδικων εγγυητηρίων (Τεκμήρια 27 και 28), καθώς και στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, άρθρα 198 και 200. Ειδικότερα, είναι η θέση της Ενάγουσας πως δεν επέρχεται αυτόματα ο τερματισμός της ισχύος της εγγυητικής συνεπεία αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και ότι στη βάση του λεκτικού των εγγυητηρίων χρειαζόταν να ανακληθεί ή/και τερμαστισθεί ρητά από τον εγγυητή η ισχύς της εγγύησης, κάτι που εν προκειμένω δεν συνέβηκε. Αναφορικά με την ευθύνη της Εναγομένης αρ. 1 Ο Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθμός 2913/92 του Συμβουλίου, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (στο εξής αναφερόμενος ως «Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας») έχει από την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι από 1.5.2004, άμεση ισχύ και εφαρμογή στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Ν.94(Ι)/2004αποτελεί νόμο εφαρμοστικό των διατάξεων του και ως τέτοιος είναι ορθό να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα. Το άρθρο 201 του Τελωνειακού Κώδικα καθορίζει ότι: «1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται: α) από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς, ή β) από την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς. 2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασάφησης. 3. Οφειλέτης είναι ο διασαφιστής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου κατατίθεται η διασάφηση.». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμπίπτουν στην περίπτωση που περιγράφεται στην παράγραφο 1, υποπαράγραφο (α) του άρθρου 201 ανωτέρω, ήτοι στη θέση των επίδικων εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία. Προκύπτει από την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ότι η τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασάφησης. Πάντως, το άρθρο 74 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, καθορίζει ότι: «Όταν η αποδοχή της τελωνειακής διασάφησης συνεπάγεται τη γένεση τελωνειακής οφειλής, η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο της διασάφησης χορηγείται μόνον αν έχει καταβληθεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής ή έχει συσταθεί εγγύηση γι' αυτό.» Σχετική προς το προαναφερθέν άρθρο 74 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα είναι και η εφαρμοστική διάταξη του άρθρου 47 του Ν.94(Ι)/2004, με την οποία καθορίζεται ότι «Για την εξασφάλιση της τελωνειακής οφειλής και της άλλης τελωνειακής οφειλής, ο Διευθυντής δύναται να απαιτεί τη σύσταση εγγύησης από το διασαφηστή ή τον υπόχρεο υποβολής του σχετικού με το τελωνειακό καθεστώς εγγράφου.». Στην παρούσα υπόθεση ήταν παραδεκτό ότι η Ενάγουσα αξίωσε τη σύσταση εγγύησης προκειμένου να αδειοδοτήσει την εταιρεία Frakapor, καθώς και ότι η Εναγόμενη αρ. 1 επέλεξε την εν λόγω εταιρεία για να την αντιπροσωπεύσει επειδή είχε αδειοδοτηθεί. Συνεπώς, δεν υπάρχει οτιδήποτε ασυμβίβαστο προς τις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας από το γεγονός και μόνο ότι η Ενάγουσα έθεσε τα επίδικα προϊόντα σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας προτού καταβληθεί το ποσό της τελωνειακής οφειλής σε αυτήν, εφόσον ενεργούσε υπό το δεδομένο ότι είχε συσταθεί εγγύηση για κάλυψη της καταβολής της. Περαιτέρω, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του όρθρου 204 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, τελωνειακή οφειλή γεννάται και από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό τo οποίο έχει τεθεί, ή από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό, ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποίησης του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε κώλυμα στην έγερση και βεβαίωση τελωνειακής οφειλής από μέρους της Ενάγουσας ακόμη και εκ των υστέρων, ήτοι μετά την αποδοχή των διασαφήσεων ή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εφόσον αποδειχθεί ότι ένας από τους όρους που καθορίστηκαν για την υπαγωγή των εμπορευμάτων στο καθεστώς αυτό δεν είχε πράγματι τηρηθεί. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι ποιος είναι οφειλέτης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 201 το ερώτημα απαντάται αναλόγως του ποιος είναι ο διασαφητής (εν προκειμένω η εταιρεία Frakapor ή/και η Εναγόμενη αρ. 1 εισαγωγέας). Σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 204, το ίδιο ερώτημα απαντάται αναλόγως του ποιο ήταν το πρόσωπο που όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται για εμπόρευμα η χρησιμοποίηση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί, ήτοι να τηρήσει τους όρους που έχουν καθοριστεί για την υπαγωγή του εμπορεύματος εν προκειμένω σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας (ήτοι ο διαχειριστής της αποθήκης τελωνειακής αποταμίευσης και εν προκειμένω η εταιρεία Frakapor). Διασαφητής σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, είναι το πρόσωπο που καταθέτει στο όνομα του την τελωνειακή διασάφηση ή εκείνος στο όνομα του οποίου κατατίθεται μια τελωνειακή διασάφηση. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, για την διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία, η αντιπροσώπευση μπορεί να είναι- - άμεση, όποτε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου, ή - έμμεση, όποτε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό τρίτου, ορίζοντας ότι ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εκτελωνιστής που ασκεί τη δραστηριότητα στη χώρα αυτή. Ο αντιπρόσωπος πρέπει να δηλώσει ότι ενεργεί για λογαριασμό του προσώπου που αντιπροσωπεύει, να διευκρινίσει αν πρόκειται για άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση, καθώς και να έχει πληρεξουσιότητα, (άρθρο 5
(4)του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα). Στην Κυπριακή έννομη τάξη, η δυνατότητα αντιπροσώπευσης ενός εισαγωγέα ενώπιον του Τμήματος Τελωνείων για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται στην τελωνειακή και ή άλλη νομοθεσία ρυθμίζεται ως προς τις τεχνικές του λεπτομέρειες από το άρθρο 74
(1)του Ν.94(Ι)/2004. Καθορίζεται ότι η αντιπροσώπευση πρέπει να γίνεται εγγράφως στον τύπο και τρόπο που ο Διευθυντής ήθελε καθορίσει (άρθρο 74
(2)του Ν.94(Ι)/2004). Στις περιπτώσεις όπου απαιτείται η υποβολή διασάφησης, ο αντιπρόσωπος επιβάλλεται να είναι τελωνειακός πράκτορας (άρθρο 74
(3)του Ν.94(Ι)/2004). Τελωνειακός πράκτορας σημαίνει το πρόσωπο το οποίο έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος τελωνειακού πράκτορα ή βοηθού τελωνειακού πράκτορα, ασκεί τη δραστηριότητα του στη Δημοκρατία και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 και έχει την ίδια έννοια με τον εκτελωνιστή σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα. Το ζήτημα της ευθύνης των τελωνειακών πρακτόρων στην Κύπρο ρυθμίζεται με Κανονισμούς δυνάμει εξουσιοδοτικής διάταξης που περιέχει το άρθρο 74
(4)(δ) του Ν.94(Ι)/2004, η οποία προβλέπει ότι «
(4)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδώσει Κανονισμούς οι οποίοι καθορίζουν - (δ) τις υποχρεώσεις και την ευθύνη των τελωνειακών πρακτόρων και βοηθών τελωνειακών πρακτόρων και των προσώπων για λογαριασμό των οποίων ενεργούν·». Δεν έχει τεθεί υπόψη μου να έχουν εκδοθεί Κανονισμοί δυνάμει της εν λόγω διάταξης. Ωστόσο, έχει τεθεί υπόψη μου και τούτο επιβεβαιώνεται από νομολογία ότι το ζήτημα της ευθύνης των τελωνειακών πρακτόρων ρυθμίζεται στο παρόν μεταβατικό στάδιο στη βάση των περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορας και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορας Κανονισμών του 1974 (Κ.Δ.Π. 119/74), οι οποίοι διατηρούνται σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 124 του ιδίου Νόμου.[9] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 17
(1)της ΚΔΠ 119/74, «ο τελωνειακός πράκτορας ή ο βοηθός τελωνειακός πράκτορας και ο εισαγωγέας ή εξαγωγέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, ευθύνονται αλληλεγγύως έναντι των Τελωνειακών Αρχών της Δημοκρατίας για την καταβολή παντός δασμού, φόρου ή τέλους ή πόσης φύσεως δικαιώματος αναφορικά με οποιαδήποτε εμπορεύματα, ως επίσης για την καταβολή κάθε ποσού πληρωτέου στις Τελωνειακές Αρχές δυνάμει του Νόμου, τα οποία λόγω λάθους, παραλείψεως ή αμέλειας οποιουδήποτε τελωνειακού πράκτορα ή βοηθού τελωνειακού πράκτορα δεν χρεώθηκε επιβλήθηκε ή εισπράχθηκε κατά τον χρόνο της εισαγωγής, εξαγωγής ή του τελωνισμού εμπορευμάτων.». Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΕ1 και την οποία έχω κάνει αποδεκτή στην ολότητά της, ήταν ότι η εταιρεία Frakapor είναι ο διασαφητής, δηλαδή εκείνος ο οποίος κατέθεσε τις τελωνειακές διασαφήσεις ηλεκτρονικά στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό τρίτου (ήτοι της Εναγομένης αρ. 1). Τούτο αντανακλάται όπως εξήγησε ο ΜΕ1 στο γεγονός ότι εισάγεται στο σύστημα ο κωδικός αριθμός τόσο του ιδίου του τελωνειακού πράκτορα όσο και του ιδίου του εισαγωγέα για τον οποίο ενεργεί. Έπεται κατά την κρίση μου ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ευθύνεται αλληλεγγύως με την εταιρεία Frakapor έναντι των τελωνειακών αρχών για την πληρωμή της τελωνειακής ή άλλης τελωνειακής οφειλής που της επιβλήθηκε από την Ενάγουσα. Το ότι όμως η ευθύνη τους είναι αλληλέγγυα, δεν εμπόδιζε την Ενάγουσα να επιλέξει εναντίον ποιου θα στρεφόταν πρώτα για να αξιώσει την καταβολή της τελωνειακής οφειλής. Παραπέμπω ενδεικτικά σε ό,τι συνέβηκε στην Υπόθεση Αρ. 397/2009 MERCAVIA LTD, ν. Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τελωνείων, απόφαση ημερ. 30.3.2012, όπου το Τελωνείο επέλεξε να κινηθεί μόνο εναντίον των εισαγωγέων. Πάντως, εφόσον εδώ δεν αποπληρώθηκε η τελωνειακή οφειλή από έναν εκ των δύο οφειλετών, δεν εμποδίζεται η Ενάγουσα από το να κινηθεί δικαστικά εναντίον και των δύο. Το άρθρο 193 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 καθορίζει ότι: «193. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο.» Έχοντας διευκρινίσει τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τη γραμμή υπεράσπισης της Εναγόμενης αρ. 1 ότι εξαιτίας της αποδοχής από την ενάγουσα επιταγών της Frakapor εμποδίζεται η Ενάγουσα να απαιτεί την οφειλή από την Εναγομένη αρ. 1. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί η υπεράσπιση αυτή. Αντιθέτως, η νομολογία υποδεικνύει ότι πληρωμή με επιταγή, έστω και αν ο δανειστής αναγνώρισε πως αυτή λήφθηκε προς πλήρη διακανονισμό, αποτελεί πληρωμή υπό αίρεση και η οφειλή αναβιώνει αν δεν εξοφληθεί (D & G Products Ltd v. Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400 και Re Romer and Haslam [1893] 2 Q.B. 286). Στην τελευταία αυτή υπόθεση Re Romer, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «It is perfectly well-known law, which is acted upon in every form of mercantile business that the giving of negotiable security by a debtor to his creditor operates as a conditional payment only, and not as a satisfaction of the debt, unless the parties agree so to treat it. Such a conditional payment is liable to be defeated on non-payment of the "negotiable instrument at maturity." Εφόσον δεν εξαργυρώθηκαν οι επιταγές, η οφειλή ξαναγεννήθηκε έναντι των οποιωνδήποτε οφειλετών. Ο κ. Ρασπόπουλος ορθά παραπέμπει στο εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα Chitty on Contracts: «Normally where a creditor accepts a negotiable instrument for his debt it is presumed to be taken by him as a qualified or conditional payment, and accordingly although the original debt is still due during the currency of the instrument, the creditor's remedy is suspended until it is due ; if it is dishonored when it is presented for payment in the ordinary way, revives as if no negotiable instrument had been taken [.] a creditor does not lose its remedy against its debtor merely by taking for the debt a bill or note of the debtor's agent, even without the debtor's consent." Η εξόφληση γίνεται από τη στιγμή που εισπράττεται η επιταγή από το δικαιούχο, και εάν ο δικαιούχος εκδώσει απόδειξη είσπραξης της επιταγής, προτού πληρωθεί η επιταγή, η απόδειξη αυτή είναι χωρίς αποτέλεσμα, (βλ. Σύγγραμμα «Τραπεζική Επιταγή», Χρ. Λουκά, Τόμος 2, 2η Έκδοση, 2006, σελ.78). Όταν μια επιταγή εμφανιστεί στην τράπεζα και δεν πληρωθεί, ο κάτοχος αποκτά άμεσο αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη και των οπισθογράφων, (βλ. σελίδα 145 του προαναφερόμενου Συγγράμματος του κου Χρ. Λουκά). Ως προς την εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 1 ότι η Ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς από το να εγείρει την παρούσα αγωγή, σημειώνω τα εξής: Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς αφορά την περίπτωση όπου ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του η τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους, και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του, δεν θα επιτραπεί στον συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτήν (βλ. Χατζηγιάννης vs Γενικός Εισαγγελέας
(1970)1 C.L.R. 32). Η επίκληση του δόγματος του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς μπορεί να γίνει μόνο όταν το πρόσωπο που προβαίνει στην υπόσχεση ή την διαβεβαίωση αναμένει ότι ο άλλος συμβαλλόμενος θα ενεργήσει σε αυτή, ή ανεξάρτητα από την πρόθεση του ή συμπεριφορά του θα οδηγούσε ένα λογικό άνθρωπο να ενεργήσει πάνω σε αυτή (βλ. Freeman vs Cooke
(1848)2 Exch. 654 και Mahmoud vs Christou
(1947)17 C.L.R. 139). To κώλυμα λόγω συμπεριφοράς έχει διάφορα είδη, ότι αφορά στην παρούσα είναι το κώλυμα λόγω παραστάσεων. Όταν ένα πρόσωπο με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μία διαβεβαίωση για ένα γεγονός με απώτερο σκοπό να επηρεάσει ένα άλλο ή διαφοροποιήσει τη θέση του προς βλάβη του και το άλλο πρόσωπο πραγματικά διαφοροποιεί τη θέση του, τότε το πρόσωπο εμποδίζεται από του να αρνηθεί τη διαβεβαίωση που είχε δώσει (βλ. Hopwood vs Brown
(1955)1 All E.R. 550). Η παράσταση που γίνεται πρέπει να αναφέρεται σε ένα υφιστάμενο ή ένα γεγονός που έχει παρέλθει (βλ. Jordan vs Money
(1854)5 HLC 185 και Portsmouth vs Cyta
(1967)1 C.L.R. 87) πρέπει να είναι καθαρή και σαφής (βλ. Παναγή vs Αρτεμίου
(1976)3 J.S.C.510) και να μην αναφέρεται σε μελλοντική συμπεριφορά. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις T.J.S. Enterprises Ltd κ. άλλων vs Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 108, 117 και Ιωάννου vs Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1522, 1527, 1528. Στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από την πλευρά της Εναγομένης αρ. 1 σε σχέση με το κατά πόσο η Ενάγουσα προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις στην Εναγομένη αρ. 1 με βάση τις οποίες η Εναγομένη αρ. 1 διαφοροποίησε την θέση της προς βλάβη της συνεπεία της. Η αποδοχή επιταγών της Frakapor Logistics Ltd δυνάμει της εγγύησης που είχε στην κατοχή της η Ενάγουσα δεν αναιρεί κατά την κρίση μου την εφαρμογή των κανονιστικών διατάξεων της ΚΔΠ 119/74 ως προς το αλληλέγγυο της ευθύνης του τελωνειακού πράκτορα και του εισαγωγέα, ούτε θα μπορούσε με υπόσχεση ή παράσταση των υπαγόμενων στις εν λόγω διατάξεις να αναιρεθεί. Αναφορικά με την ευθύνη της Εναγομένης αρ. 3 Κρίνω κατάλληλο να αρχίσω εφιστώντας την προσοχή στις διατάξεις του άρθρου 12
(2)(β) του Ν.94(ι)/2004, το οποίο καθοριίζει ότι- «
(2)Όταν σε οποιαδήποτε διαδικασία, που έχει σχέση με την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία προκύπτει αμφισβήτηση όσον αφορά - (β) [...] την παροχή εγγύησης για την καταβολή του δασμού αυτού ή και φόρου ή και άλλης επιβάρυνσης· τότε, εφόσον η διαδικασία αρχίζει από ή εναντίον του Διευθυντή ή κάποιου εξουσιοδοτημένου λειτουργού ή εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη η οποία φέρεται ότι έγινε σύμφωνα με εξουσία ή αρμοδιότητα που εκχωρήθηκε δυνάμει της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, το βάρος της απόδειξης φέρει το άλλο μέρος της διαδικασίας αυτής.». Κατά την κρίση μου, εφόσον στην παρούσα υπόθεση αμφισβητείται η παροχή εγγύησης από την Εναγόμενη αρ. 3, το βάρος της απόδειξης τίθεται στη βάση της ανωτέρω διάταξης στους ώμους της Εναγόμενης αρ. 3 να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Αντιστρέφεται δηλαδή το βάρος της απόδειξης δυνάμει της ανωτέρω ειδικής διάταξης του Νόμου. Σημειωτέον ότι τόσο στο εγγυητήριο έγγραφο Τελ. 126 με α/α 158/2000 όσο και στο Τελ. 126 με α/α 61/2002 τα οποία παρουσίασε η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ1 (βλ. τα Τεκμήρια 27 και 28) ερμηνευόμενα με βάση το λεκτικό τους στη φυσική και συνήθη του έννοια, προβλέπουν ρητώς ότι οι παρεχόμενες με αυτά εγγυήσεις είναι συνεχείς και έχουν απεριόριστη διάρκεια ισχύος, εκτός αν η ισχύς τους τερματιστεί ενωρίτερα από τον εγγυητή, με προς τούτο σχετική επιστολή προς το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων. Επίσης, τα εν λόγω εγγυητήρια δεν είναι διατυπωμένα κατά τρόπο που να αφορούν σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό, αλλά αφορούν οποιαδήποτε τραπεζική επιταγή, ασχέτως τραπεζικού λογαριασμού. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 27 και 28: Τεκμήριο 27 «I/We FRAKAPOR CLEARING of 5 STYLIANOY (hereinafter called the Principal) and I/We STATEPEL LTD of NICOSIA (hereinafter called the Surety) hereby bind ourselves and our heirs, executors, administrators, assigns, receivers and liquidators to pay to the Republic of Cyprus on demand made by the Director such an amount, not exceeding the sum of TEN THOUSAND POUNDS ONLY As may be due in respect of each cheque drawn by the said Principal on the surety for the payment of customs and excise duties and other charges. WHEREAS the Principal has requested permission to pay from time to time customs and excise duties and other charges to the Customs and Excise Cashier at the Custom House NICOSIA - L/SSOL - L/CA (hereinafter called the Cashier) by means of cheques drawn on the surety each of which shall not exceed the sum of £10.000 and which will not have been guaranteed by the bank on which be drawn and the Director of the Department of Customs and Excise (hereinafter called the Director) has granted such permission. THIS bond expires on UNLIMITED DURATION unless terminated earlier by the surety by giving notice in writing to that effect to the Director. Provided always that the liability of the surety shall continue in respect of all and/or any cheque(
- s)accepted as above by the Cashier within the validity of this bond until honoured in full by the surety. DATED this 5th day of DECEMPER in the year of TWO thousand». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Τεκμήριο 28 «I/We LEDRA BONDED STORES LTD of 23 ENOTITOS P/SSA (hereinafter called the Principal) and I/We STATEPEL LTD of NICOSIA (hereinafter called the Surety) hereby bind ourselves and our heirs, executors, administrators, assigns, receivers and liquidators to pay to the Republic of Cyprus on demand made by the Director such an amount, not exceeding the sum of FIVE THOUSAND POUNDS ONLY As may be due in respect of each cheque drawn by the said Principal on the surety for the payment of customs and excise duties and other charges. WHEREAS the Principal has requested permission to pay from time to time customs and excise duties and other charges to the Customs and Excise Cashier at the Custom House NICOSIA (hereinafter called the Cashier) by means of cheques drawn on the surety each of which shall not exceed the sum of £5.000 and which will not have been guaranteed by the bank on which be drawn and the Director of the Department of Customs and Excise (hereinafter called the Director) has granted such permission. THIS bond expires on UNLIMITED DURATION unless terminated earlier by the surety by giving notice in writing to that effect to the Director. Provided always that the liability of the surety shall continue in respect of all and/or any cheque(
- s)accepted as above by the Cashier within the validity of this bond until honoured in full by the surety. DATED this 18 day of FEBRUARY in the year of TWO thousand TWO». Υπενθυμίζω ότι εγκαταλείφθηκαν διάφορες εναλλακτικές εκδοχές υπεράσπισης και ότι η γραμμή Υπεράσπισης που προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής δεν ήταν ότι οι μη τιμηθείσες επιταγές προέρχονταν από τραπεζικό λογαριασμό που δεν καλύπτετο από τα εγγυητήρια ή ότι η Εναγόμενη αρ. 3 απέστειλε στο Τμήμα Τελωνείων οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού των πιο πάνω εγγυητήριων εγγράφων, παρά μόνον ότι οι παρεχόμενες με αυτά εγγυήσεις τερματίστηκαν και/ή ακυρώθηκαν και/ή ανακλήθηκαν αυτόματα λόγω της μεταβολής στο νομικό καθεστώς ή/και στο πρόσωπο του πρωτοφειλέτη εξαιτίας της συγχώνευσής του υπό άλλη εταιρεία. Απορρίπτω αυτή τη γραμμή υπεράσπισης στη βάση των πιο κάτω στοιχείων τα οποία έλαβα υπόψη꞉ (α) Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου της Εναγομένης αρ. 3 ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η κατά τεκμήριο διατήρηση της εγγύησης εδράζεται στα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 20
(1): Στην παράγραφο 277: «Save where an amalgamation or consolidation of two companies is effected by statute expressly or impliedly preserving rights against a surety, a guarantee given to either is generally invalidated as to future transactions by the amalgamation or consolidation.» Στην παράγραφο 278: «278. Change of the status of principal debtors. Where a surety would be discharged from liability by the subsequent incorporations of persons to whom a guarantee is given, or in the case of a company being the guaranteed creditor by its consolidation or amalgamation, it seems that he will also be discharged by similar changes taking place after the date of the guarantee in the constitution of the principal debtors for whom the guarantee was given.». Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην First National Finance Corporation Ltd ν Goodman [1983] BCLC 203 όπου αποφασίστηκαν σχετικά τα εξής: «Though there may be some ambiguity in what is meant by the person to whom a guarantor makes his promise or gives his guarantee, I take it that both by statute and at common law a change in the identity of either a creditor firm or a debtor firm revokes the guarantee unless there is agreement to the contrary either express or implied. Further, I see no reason to doubt what some textbooks state, that the same principle should apply to individuals and bodies corporate. The guarantor's knowledge of both creditor and debtor may be material to his guaranteeing the debts of the one to the other, whether those persons are firms, companies or individuals. Banking houses may be partnerships or corporations, and the effect of any change in the identity of the partners or of the corporation on facilities and guarantees granted before the change will depend on the terms of the guarantee and the nature of the change. » Επίσης, παραπέμπει στην απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 1893/2008 όπου λήφθηκε υπόψη το απόσπασμα από την παρα. 293 του ιδίου Συγγράμματος: «Nor will a guarantee for the debts of one company normally be construed so as to extend to cover the debts of its parent, subsidiary or sister companies to which its business is transferred on a reconstruction or amalgamation. However, such liabilities may be covered if it is clear that that is what the parties intended». (β) Ξεκινώντας από τη φράση «Save where an amalgamation or consolidation of two companies is effected by statute expressly or impliedly preserving rights», λαμβάνω υπόψη όσον αφορά τις συνέπειες εκ της συγχώνευσης, παραθέτω το άρθρο 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τα εδάφια
(2)και
(4), το οποίο εφαρμόζεται αναφορικά με την συγχώνευση που ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης: «200.-
(2)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτό, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.»
(4)Στο άρθρο αυτό ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής, και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα. (γ) Στην παρούσα υπόθεση είναι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η παρεχόμενη εγγύηση ή κάλυψη προς τις FRAKAPOR CLEANING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD αποτελούσαν ένα δικαίωμα των εν λόγω εταιρειών που εμπίπτει στον όρο «ιδιοκτησία» του εδαφίου
(4)του άρθρου 200 του Κεφ. 113, ανωτέρω και ότι, ως ιδιοκτησία των FRAKAPOR CLEANING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD, μεταβιβάστηκε αυτούσια στη FRAKAPOR LOGISTICS LTD συνεπεία της συγχώνευσης. (δ) Συγκεκριμένα, και οι δύο πιο πάνω εταιρείες ήτοι η FRAKAPOR CLEARING LTD και η LEDRA BONDED STORES LTD, τις οποίες εγγυήθηκε ο surety στη βάση των Τεκμηρίων 27 και 28 ανωτέρω, συγχωνεύτηκαν στην εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED. Με το Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 9.6.2003, στην Αίτηση αρ.155/2003 (βλ. Τεκμήριο 29), κυρώθηκε και εγκρίθηκε υπό καθορισμένους όρους, το Σχέδιο Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης, ημερ. 7.4.2003, μεταξύ των εταιρειών FRAKAPOR LOGISTICS (CYPRUS) LTD, FRAKAPOR WORLDFREIGHT(CYPRUS) LTD, LEDRA BONDED STORES LTD, FAILEX CLEARING CO LTD, C.Z.P. CLEARING SERVICES LTD και BONDEDSUN LTD, ως επίσης και η εκ μέρους της εταιρείας FRAKAPOR HOLDINGS LTD απόκτηση και ανάληψη της επιχείρισης, περιλαμβανομένων των νόμιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθεμιάς από τις πιο πάνω εταιρείες, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως θυγατρικές. Όλες οι υποχρεώσεις, ευθύνες και καθήκοντα των θυγατρικών εταιρειών μεταβιβάστηκαν και αναλήφθηκαν από την εταιρεία FRAKAPOR HOLDINGS LTD και αποτελούσαν υποχρώσεις, ευθύνες και καθήκοντα αυτής. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σχετικό διάταγμα: «. ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό της πιο πάνω γενικότητας, όλα τα δικαιώματα επί οποιασδήποτε περιουσίας, κινητής ή ακίνητης, δικαιώματα επί πνευματικής ιδιοκτησίας, άδειες, συμβατικά δικαιώματα ή οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία των θυγατρικών εταιρειών θα θεωρούνται ότι έχουν μεταβιβαστεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω πράξη ή ενέργεια και θα κατέχονται από και ανήκουν στη Frakapor Holdings Ltd χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω πράξη ή ενέργεια υπό τους ίδιους τυχόν όρους, περιορισμούς ή επιβαρύνσεις που κατέχονταν ή ανήκαν στις θυγατρικές εταιρείες και όλες οι υποχρεώσεις ευθύνες και καθήκοντα των Θυγατρικών εταιρειών θα τεκμαίρεται ότι έχουν μεταβιβαστεί και αναληφθεί και θα μεταβιβαστούν προς και αναληφθούν, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω πράξη ή ενέργεια και θα αποτελούν υποχρεώσεις, ευθύνες και καθήκοντα της Frakapor Holdings Ltd.» (Η έμφαση είναι δική μου.) (ε) Επομένως, θα συμφωνήσω με το συνήγορο της Ενάγουσας ότι το τεκμήριο ήταν υπέρ της διατήρησης της Εγγύησης που απολάμβαναν οι θυγατρικές παρά υπέρ της εξάλειψής της ή της ακύρωσης της. Ενώ για τη διατήρηση σε ισχύ δεν απαιτείτο περαιτέρω ενέργεια, για τη μη μεταβίβαση του δικαιώματος απαιτείτο ρητή δήλωση. (ζ) Η πιο πάνω προσέγγιση αναφορικά με την ισχύ της εγγύησης συνάδει εξάλλου και με το άρθρο 88 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: το οποίο καθορίζει ότι꞉ "
- Η συνεχής εγγύηση, δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε από τον εγγυητή, αναφορικά με μελλοντικές συναλλαγές, με ειδοποίηση προς τον πιστωτή.". Το βάρος ήταν στον εγγυητή να αποδείξει ότι έδωσε ειδοποίηση ανάκλησης. (η) Αποδέχομαι, συνεπώς, τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι (ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι προωθήθηκε μέχρι τέλους αυτή η γραμμή υπεράσπισης της Εναγομένης αρ. 3) η επιστολή ημερομηνίας 15.10.2003, την οποία απέστειλε η FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED προς την ενάγουσα (Τεκμήριο 35), με την οποία πληροφορούσε την τελευταία ότι η επισυναπτόμενη σε αυτήν εγγυητική επιστολή δεν είχε πλέον ισχύ (υπενθυμίζω ότι το Τεκμήριο 27 ήταν το μόνο εκ των επίδικων εγγυητηρίων που επισυνάπτετο σε αυτή), δεν αποτελεί νόμιμο και/ή συμβατικό τερματισμό τους, εφόσον δεν προήλθε από τον εγγυητή, αλλά από τον πρωτοφειλέτη. Ουδέποτε τερματίστηκαν από την Εναγομένη αρ. 3 τα εγγυητήρια όπως προνοείται στο ίδιο τους το σώμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης τόσο έναντι της Εναγομένης αρ. 1 όσο και έναντι της Εναγομένης αρ.
- Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €12.054,18, πλέον νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον τα δικηγορικά έξοδα αγωγής και Φ.Π.Α, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «τελωνειακή οφειλή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο
- Το άρθρο 38 καθορίζει ότι꞉ «
- Τελωνειακή οφειλή σημαίνει την υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τους εισαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή τους εξαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με την ισχύουσα Κοινοτική και Κυπριακή Νομοθεσία.». [2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, «άλλη τελωνειακή οφειλή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 41· Το άρθρο 41 καθορίζει ότι꞉ «
- Άλλη τελωνειακή οφειλή σημαίνει την υποχρέωση κάθε προσώπου να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους επί εισαγομένων αγαθών ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που είναι καταβλητέα με βάση την τελωνειακή ή την άλλη νομοθεσία, μη περιλαμβανομένης της τελωνειακής οφειλής όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 38.». [3] «
- Η τελωνειακή οφειλή ή και η άλλη τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή.». «
- Οποιοδήποτε ποσό το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας, οφείλεται στη Δημοκρατία, μπορεί να διεκδικηθεί με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.». [4] Όπου «Ε/Α» σημαίνει την Έκθεση Απαίτησης ως είναι οπισθογραφημένη στο Κλητήριο. [5] Όπου «Ε/Υ» σημαίνει την Έκθεση Υπεράσπισης ως είναι οπισθογραφημένη στο Κλητήριο. [6] Αναφέρω εδώ ότι η δυνατότητα καταχώρισης των διασαφήσεων ηλεκτρονικώς προβλέπεται στο άρθρο 122
(1)(β) του Ν.94(Ι)/2004, όπου καθορίζεται ότι꞉ «122.-
(1)Οποιαδήποτε διασάφηση, δήλωση ή έγγραφο το οποίο απαιτείται να κατατεθεί στο Διευθυντή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου υποβάλλεται: (α) Γραπτώς· ή (β) με χρήση μηχανογραφημένης μεθόδου εφόσον η χρήση της εγκρίνεται από το Διευθυντή, και με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)συνοδεύεται με έγγραφα των οποίων η προσκόμιση είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.». [7] Δεν υπήρξε ενώπιον μου αμφισβήτηση ότι το σύστημα ΘΗΣΕΑΣ αποτελεί σύστημα αποτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής μηχανογραφημένη μέθοδο εγκριθείσα από τη Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων για χρήση ως αναφέρεται στο άρθρο 122
(1)(β) του Ν.94(Ι)/
- Παρενθετικά λοιπόν και μόνο, σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με πληροφόρηση που έδωσε στο Δικαστήριο ο συνήγορος της Ενάγουσας στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, η χρήση του Συστήματος ΘΗΣΕΑΣ εγκρίθηκε από την Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων με εγκύλιο ημερομηνίας 30.4.2004 Εγκύκλιος ΕΕ - «Θ» 6 (παράρτημα Α στην τελική αγόρευση του εν λόγω συνηγόρου). [8] Δεν αμφισβητείται από την Ενάγουσα ότι επήλθε η ρηθείσα Συγχώνευση, με βάση σχετικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 9.6.
- Αντίγραφο του Διατάγματος αυτού παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 ως Τεκμήριο 29 υπό το Έγγραφο Α. [9] «124.-
(1)Οποιοσδήποτε Κανονισμός, Διάταγμα, γνωστοποίηση, οδηγία, έντυπο ή άλλη πράξη, η οποία ισχύει αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος της τελωνειακής νομοθεσίας, που έχει εκδοθεί δυνάμει οποιωνδήποτε Νόμων ή διατάξεων αυτών που καταργούνται από τον παρόντα Νόμο, η οποία αφορά οποιοδήποτε ζήτημα, για το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Διευθυντής έχει εξουσία δυνάμει της τελωνειακής νομοθεσίας όπως εκδίδει Κανονισμούς ή Διατάγματα ή Γνωστοποιήσεις ή να παρέχει οδηγίες ή επιβάλλει όρους ή περιορισμούς, τυγχάνει εφαρμογής, στην έκταση που δεν αντίκειται στις διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, μέχρι να ανακληθεί ή τροποποιηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο ή τον Υπουργό ή το Διευθυντή ως αν είχε εκδοθεί, παρασχεθεί ή επιβληθεί δυνάμει των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας και αν ακόμη δεν αναφέρεται ρητά αντίστοιχη διάταξη στην τελωνειακή νομοθεσία.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο