← Κύπρος

Αργυρός Χ΄Βασιλείου ν. SUPHIRE SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD (πρώην SUPHIRE (STOCKBROKERS) LTD) κ.α., Αρ. Αγωγής: 11405/07, 22/12/2014

Αργυρός Χ΄Βασιλείου ν. SUPHIRE SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD (πρώην SUPHIRE (STOCKBROKERS) LTD) κ.α., Αρ. Αγωγής: 11405/07, 22/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A460 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11405/07 Μεταξύ : - Αργυρός Χ΄Βασιλείου, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα και

  1. SUPHIRE SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LTD (πρώην SUPHIRE (STOCKBROKERS) LTD), εκ Λευκωσίας
  2. Ιωάννης (Γιάννος) Ανδρονίκου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.12.14 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα : κα Θ. Ραφτοπούλου Για εναγόμενο 2 : κος Λ. Διομήδους Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ήταν επιχειρηματίας και κατά τον ουσιώδη χρόνο επενδυτής σε κινητές αξίες και μετοχές διαφόρων τίτλων εισαγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η εναγόμενη 1 διατηρούσε χρηματιστηριακό γραφείο και ασχολείτο με την διαχείριση χαρτοφυλακίων και την παροχή χρηματιστηριακών υπηρεσιών, ο δε εναγόμενος 2 ήταν μέτοχος και/η διευθυντής και/ή διευθύνον σύμβουλος και/ή αξιωματούχος της εναγομένης 1 καθώς και καλός φίλος με τον ενάγοντα. Ήταν της εμπιστοσύνης του και ενεργούσε ως χρηματιστής υπό την προσωπική του ιδιότητα και/ή μέσω και της εναγομένης
  3. Ο ενάγων άνοιξε λογαριασμό και/η χαρτοφυλάκιο με τους εναγόμενους 1 τον οποίον διαχειρίζονταν για λογαριασμό του οι εναγόμενοι 1 και
  4. Συμμετείχε στο σχέδιο διαχείρισης VIP που είχαν δημιουργήσει και διαχειρίζονταν οι εναγόμενοι 1 και 2, από το οποίο ο ενάγων κέρδισε το ποσό των £188.380 (€313.323,33) το οποίο οι εναγόμενοι κρατούσαν για λογαριασμό και προς όφελος του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν γραπτώς τον Φεβρουάριο του 2005 ότι όφειλαν στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό και του κατέβαλαν τον Φεβρουάριο του 2005 το ποσό των £33,380 (€57,033.12). Παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των £150.000 (€256.290,22) το οποίο θα του κατέβαλλαν σε πέντε δόσεις. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι εναγόμενοι 1 και 2 εξέδωσαν προς όφελος του ενάγοντα και του παρέδωσαν 5 επιταγές προς £30.000 (€51,258.04) οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν γιατί οι λογαριασμοί των εναγομένων παγοποιήθηκαν και δεσμεύτηκαν. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι κρατούν το πιο πάνω ποσό προς όφελος του ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχοι και/η κατακρατούν παράνομα το πιο πάνω ποσό σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της αποκατάστασης. Ο εναγόμενος 2 με την υπεράσπιση του εγείρει προδικαστική ένσταση γιατί ως είναι η θέση του ο ενάγων συνεβλήθη με την εναγομένη 1 και αυτός ενεργούσε ως αξιωματούχος της εναγομένης 1 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Αρνείται τα περί έγγραφης αναγνώρισης χρέους και είναι η θέση του ότι την 8.2.05 ως αξιωματούχος της εναγομένης 1 ενημέρωνε τον ενάγοντα σε σχέση με την καταβολή του ρηθέντος ποσού δια μηνιαίων δόσεων από την εναγόμενη 1 και ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά ευθύνη για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Είναι επίσης η θέση του ότι οι επιταγές εκδόθηκαν από την εναγόμενη 1 με την οποία ο ενάγων είχε συμβληθεί και ανταπαιτεί Δήλωση του δικαστηρίου ότι ενεργούσε αποκλειστικά ως αξιωματούχος της εναγομένης 1 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ο ενάγων απαντητικώς αναφέρει ότι καθόσον αφορά τον εναγόμενο 2 υπέγραψε την συμφωνία αναγνώρισης χρέους προσωπικά και όχι ως αξιωματούχος της εναγομένης 1 και μαζί με την εναγόμενη 1 έκδωσαν προς όφελος του ενάγοντα τις επιταγές και ως εκ τούτου έχει προσωπική ευθύνη για την πληρωμή του επίδικου ποσού. Προστίθεται ότι στις 13.1.11 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 και παρέμεινε προς εκδίκαση η απαίτηση εναντίον του εναγομένου
  5. Σημειώνεται επίσης ότι την 24.2.14 τα μέρη καταχώρισαν έγγραφο τιτλοφορούμενο Παραδεκτά Γεγονότα. Σύμφωνα με την γραπτή δήλωση του ενάγοντα (Α), που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του, στις 14.11.11 υπέγραψε την συμφωνία διαχείρισης του σχεδίου VIP (τεκμ.1). Ο εναγόμενος 2 ήταν πολύ καλός φίλος του και ήταν της εμπιστοσύνης του. Ενεργούσε ως χρηματιστής τόσο προσωπικά όσο και μέσω της εναγομένης
  6. Γνώριζε τον εναγόμενο 2 που ήταν συμμαθητής του γιού του και αυτός ήταν και ο λόγος που συνεβλήθη μαζί του. Δυνάμει της ρηθείσης συμφωνίας άνοιξε χαρτοφυλάκιο στην εναγομένη 1 το οποίο διαχειρίζονταν οι εναγόμενοι 1 και
  7. Προέβαιναν σε αγοραπωλησίες τίτλων εισαγμένων στο ΧΑΚ και στις 14.11.05, σύμφωνα με εκτίμηση του εναγόμενου 2 το χαρτοφυλάκιο του ανερχόταν στο ποσό των £183,380 το οποίο οι εναγόμενοι κρατούσαν για λογαριασμό του. Λόγω των διαφόρων οικονομικών προβλημάτων και καταγγελιών που αντιμετώπιζαν οι εταιρείες του εναγομένου 2 και λόγω των πολύ καλών φιλικών σχέσεων που είχε μαζί του και με την οικογένεια του, ο εναγόμενος 2 του είπε ότι ήθελε να τον εξασφαλίσει και ήθελε να του υπογράψει ένα χαρτί με το οποίο θα αναλάβει προσωπικά το χρέος της εναγομένης
  8. Ως εκ τούτου υπό την προσωπική του ιδιότητα υπέγραψε μαζί του ένα έγγραφο με θέμα «Συμφωνία Διαχείρισης (Σχέδιο VIP)» με το οποίο αναγνώριζε ως οφειλόμενο το πιο πάνω ποσό προσωπικά (τεκμ.2). Δυνάμει της συμφωνίας ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να του καταβάλει με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των £33.380 και το υπόλοιπο σε 5 ισόποσες δόσεις και εξέδωσε και υπέγραψε επ' ονόματι του ισόποσες επιταγές οι οποίες επιστράφηκαν απλήρωτες (τεκμ.5-9). Ο εναγόμενος 2 του υποσχέθηκε ότι θα προβεί ο ίδιος στην πληρωμή του οφειλόμενου ποσού και ότι θα πωλούσε ένα ακίνητο που ήταν ιδιοκτήτης για να τον ξοφλήσει, αλλά δεν πραγματοποίησε την υπόσχεση του. Αντεξεταζόμενος ότι σύμφωνα με το τεκμ.1 χρηματιστής του ήταν ο Ζήνωνος, απάντησε ότι αυτός ήταν υπάλληλος του Ανδρονίκου. Ερωτηθείς που αναφέρεται στο τεκμ.2 ότι ο εναγόμενος 2 θα του καταβάλει το επίδικο ποσό, απάντησε ότι του έδωσε τις επιταγές με προσωπική του εγγύηση και ανέλαβε να τις πληρώσει προσωπικά. Οι επιταγές εκδόθηκαν από εταιρεία που διαχειρίζεται ο εναγόμενος 2 και έγραψε σε αυτό ότι αναλαμβάνει προσωπικά το ποσό. Τα χειρόγραφα επί του τεκμ.2 είναι δικά του και θα του έδινε τόκο 7% γιατί δεν μπορούσε να του δώσει όλα τα χρήματα αμέσως. Το έγγραφο τεκμ.2 δεν έχει λογότυπο γιατί αναλάμβανε ο Ανδρονίκου προσωπικά να πληρώσει. Στην ερώτηση γιατί τότε δεν ζήτησε προσωπικές επιταγές του εναγομένου, απάντησε ότι αφού ανέλαβε προσωπικά και ήθελε να τον πληρώσει επειδή τον είχε ως πατέρα του και θα πωλούσε ένα κτήμα που είχε αδήλωτο και θα τον πλήρωνε. Ο εναγόμενος 2 στην γραπτή του δήλωση (Β) αναφέρει ότι γνωρίζει τον ενάγοντα γιατί ήταν συμμαθητής με τον γιό του. Έκτοτε δεν είχε επαφή μαζί του και όταν υπήρξε τεράστιο ενδιαφέρον για το ΧΑΚ το 1998-1999 τον προσέγγισε για να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών. Η εναγόμενη 1 του άνοιξε μερίδα-λογαριασμό για να εκτελεί τις εντολές του για την αγορά εισηγμένων μετοχών. Άδεια χρηματιστή από την κεφαλαιαγορά είχε η εναγομένη
  9. Η εναγομένη 1 εκτελούσε εντολές του ενάγοντα για αγοραπωλησίες μετοχών και αν είχε να πληρώσει, καλείτο από αυτήν προς πληρωμή και αν ο ενάγων είχε να παίρνει χρήματα από πωλήσεις μετοχών και ήθελε να εισπράξει, όπως και έκαμε σύμφωνα με το τεκμ.11, παραλάμβανε τις επιταγές του από το λογιστήριο της εναγομένης
  10. Προσωπικά δεν είχε καμιά σχέση για την εκτέλεση οποιασδήποτε χρηματιστηριακής συναλλαγής του ενάγοντα. Η σχέση του περιοριζόταν στην υπογραφή όλων των επιταγών που ετοίμαζε το λογιστήριο, μεταξύ αυτών και τις επιταγές του ενάγοντα. Ήταν επίσης εξουσιοδοτημένος από την εναγομένη 1 στις τράπεζες να υπογράφει τις επιταγές. Η εταιρεία Suphire Financial Services Ltd που μετονομάστηκε σε Suphire Puplic Ltd (τεκμ.4), από το 2000 κατέστη η κύρια μέτοχος της εναγομένης 1 κατά 99% της οποίας ήταν εκτελεστικός πρόεδρος (τεκμ.13-15). Το 2001 μια εκ των εταιρειών του ομίλου Suphire, η Suphire (Asset Management) Ltd δημιούργησε μεταξύ άλλων, σχέδιο διαχείρισης χαρτοφυλακίων και στις 14.11.01 ο ενάγων υπέγραψε την συμφωνία τεκμ.1 και πλήρωσε το ποσό των £173.000 για σκοπούς διαχείρισης, ως οι όροι της συμφωνίας και ανοίχθηκε από την Asset λογαριασμός στην εναγομένη
  11. Ο λόγος που έγινε αυτό ήταν γιατί η εναγόμενη 1 ήταν η μόνη εταιρεία του ομίλου που κατείχε άδεια χρηματιστή. Το υπεύθυνο πρόσωπο για την Asset ήταν ο Ζήνων Ζήνωνος που αποχώρησε από την εταιρεία στις 31.7.
  12. Δυνάμει του όρου 4 της συμφωνίας (τεκμ.1) η Asset εγγυήθηκε στον ενάγοντα και την σύζυγο του ότι στην λήξη της τριετούς διάρκειας της συμφωνίας θα τους κατέβαλλε το ποσό των £204.140 και οποιοδήποτε επιπλέον ποσό ήθελε αποδώσει το χαρτοφυλάκιο του. Κατά συνέπεια στην λήξη της συμφωνίας θα έπρεπε η εναγομένη 1 να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο που είχε επ' ονόματι της Asset και του ενάγοντα με την σύζυγο του και να πληρώσει την Asset και αυτή τον ενάγοντα με το εγγυημένο ποσό και την υπεραξία του χαρτοφυλακίου. Στην απουσία του Ζήνωνος που διαχειριζόταν την συμφωνία εκ μέρους της Asset, συναντήθηκε με τον ενάγοντα περί τον Ιανουάριο του 2005 και υπολόγισαν σε τρέχουσες τιμές το χαρτοφυλάκιο του σχεδίου του ενάγοντα και κατέληξαν στο ποσό των £183.
  13. Την 8.2.05 κάλεσε τον ενάγοντα να ολοκληρώσουν το θέμα της συμφωνίας. Ετοίμασε το τεκμ.2 όπου επιβεβαίωνε στον ενάγοντα την καταβολή του πιο πάνω ποσού με την καταβολή £33.380 με την υπογραφή και το υπόλοιπο δια 5 ισόποσων δόσεων. Συμφώνησε ο ενάγων και συμπλήρωσε με δικά του γράμματα τις ημερομηνίες που θα γίνονταν οι μηνιαίες πληρωμές μαζί με το ύψος του επιτοκίου σε 7%. Την ίδια ημέρα υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα έξη επιταγές. Αναφέρθηκε στους λόγους που τον οδήγησαν να ετοιμάσει το τεκμ.2 και εξήγησε στον ενάγοντα ότι η εναγομένη 1 δεν είχε την δυνατότητα άμεσης πληρωμής του συμφωνηθέντος ποσού. Θα έπρεπε να ρευστοποιούσε τις μετοχές που κατείχε στο σχέδιο VIP και να εξοφλούντο οι επιταγές, γι' αυτό και θα καταβάλλονταν σε 5 δόσεις. Ποτέ δεν ανέλαβε ή εγγυήθηκε προσωπικά την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στον ενάγοντα και κανένα ποσό δεν είσπραξε από αυτόν για να του οφείλει οτιδήποτε προσωπικά. Αντεξεταζόμενος επί του τεκμ.2, που δεν είναι επί επιστολόχαρτου της εναγομένης 1, ανέφερε ότι δεν ήταν διευθυντής, ούτε και στην Asset που υπεγράφη η συμφωνία διαχείρισης του τεκμ.1, αλλά ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής της μητρικής εταιρείας. Επειδή ο Ζήνωνος είχε αποχωρήσει από τον όμιλο, κάποιος έπρεπε να ασκούσε τον έλεγχο και να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις των δυο εταιρειών του ομίλου έναντι του ενάγοντα. Το τεκμ.2 δεν ετοιμάστηκε για να εξασφαλιστεί ο ενάγων αλλά οι δύο εταιρείες του ομίλου και ο ενάγων εξοφλήθη με τις 5 επιταγές. Στο τεκμ.2 δεν λεει ότι θα εξοφλήσει ή εγγυάται προσωπικά οτιδήποτε, ενώ στην υποβολή ότι ανέλαβε προσωπικά και γι' αυτό δεν είναι επί επιστολόχαρτου κάποιας εταιρείας, ήταν η θέση του ότι δεν ήταν διευθυντής σε καμιά εκ των εταιρειών και δεν μπορούσε να υπογράψει και να χρησιμοποιήσει τις σφραγίδες των εταιρειών. Εκδόθηκαν οι επιταγές από την εναγομένη 1 για να εξοφλήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντα με την Asset και διερωτήθηκε γιατί να εξοφλήσει προσωπικά χρέη εταιρειών χωρίς να εισπράξει ούτε σέντ. Αν αυτή ήταν η πρόθεση του γιατί τότε δεν έδωσε προσωπικές του επιταγές. Ο Ζήνωνος ήταν Γενικός Διευθυντής της Asset και αδειοδοτημένος από την κεφαλαιαγορά για να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια. Με την θέσπιση της νομοθεσίας για τις ΕΠΕΥ όλη την δραστηριότητα της διαχείρισης την ανέλαβε η εναγομένη 1 και όταν υπεγράφη το τεκμ.1 δεν υπήρχε η νομοθεσία της κεφαλαιαγοράς. Όταν τέθηκε σε εφαρμογή η νομοθεσία έπαυσαν όλες οι συμφωνίες και περιέρχονταν υπό τις αδειοδοτημένες ΕΠΕΥ που στην παρούσα υπόθεση ήταν η εναγόμενη
  14. Ο ενάγων συνεβλήθη με την Asset η οποία για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της άνοιξε λογαριασμό με την εναγομένη 1 και όλες οι εντολές εκτελούνταν για λογαριασμό της Asset. Οι χρεώσεις και οι πιστώσεις λειτουργούσαν ανάλογα με τον λογαριασμό της εναγομένης
  15. Στα πλαίσια δε των χρηματιστηριακών συναλλαγών του ο ενάγων συνεβλήθη με την εναγομένη 1 και της έδωσε πληρεξούσιο (τεκμ.17). Η συνάντηση με τον ενάγοντα έγινε γιατί χρειαζόταν την συγκατάθεση του για να πάρει μεταχρονολογημένες επιταγές από την εναγομένη 1 και να απαλλάξει την Asset. Του έδωσε 6 επιταγές της εναγομένης 1 και έκλεισε το θέμα. Με τον όρο 4 του τεκμ.1 η Asset εγγυόταν το ποσό των £204.140 και με τις επιταγές πλήρωνε £183.000 και έπρεπε να έχει κάτι γραπτώς για να καλύψει την Asset. Εξήγησε στον ενάγοντα όλα αυτά και συμφώνησε. Αρνήθηκε ότι με το τεκμ.2 λόγω των φιλικών του σχέσεων με τον ενάγοντα ανέλαβε προσωπικά την πληρωμή του ποσού, εμμένοντας στις θέσεις του ότι καμιά πρόθεση δεν είχε να εξασφαλίσει προσωπικά τον ενάγοντα. Την συγκεκριμένη περίοδο δεν υπήρχε απολύτως κανένα πρόβλημα με τις εταιρείες, εξ ου και πληρώθηκε η πρώτη επιταγή. Αν στις 8.2.05 υπήρχε πρόβλημα με τις εταιρείες ο ενάγων όχι μόνο επιταγές δεν θα δεχόταν, αλλά ούτε και προσωπικές του επιταγές και θα απαιτούσε εξόφληση όλου του ποσού. Το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντα δυνάμει του τεκμ.1, είναι το τεκμ.
  16. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών στις γραπτές τους αγορεύσεις προβαίνουν σε αναφορά στη μαρτυρία για να αναδείξουν αντιστοίχως τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει στην συνέχεια και όπου χρειαστεί. Είναι η θέση του κ. Διομήδους, με παραπομπή στην υπόθεση Ιγνατίου ν. Λεμονάρη

(2004)1 Α.Α.Δ. 1562, ότι η αναγνώριση χρέους δεν αποτελεί ούτε και αναγνωρίζεται ως αυτοτελής βάση αγωγής. Η εξέταση της εισήγησης διέρχεται δια της εκθέσεως απαιτήσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 ο ενάγων είχε ανοίξει λογαριασμό και/ή χαρτοφυλάκιο και/ή σχέδιο διαχείρισης VIP με τους εναγομένους 1 και 2 το οποίο διαχειρίζονταν εκ μέρους του και είχε προβεί σε αγορές και πωλήσεις αξιών διαφόρων εταιρειών και είχε κερδίσει το ποσό των £183.380 το οποίο είχαν εισπράξει και κρατούσαν εκ μέρους του οι εναγόμενοι 1 και
  1. Πρόκειται για τα τεκμ.1, 10 και
  2. Περαιτέρω στην παράγραφο 5 αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αναγνώρισαν και γραπτώς ότι όφειλαν στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό και ότι έναντι αυτού του κατέβαλαν τον Φεβρουάριο του 2005 το ποσό των £33.
  3. Πρόκειται για το τεκμ.
  4. Σχετικά προς τούτο είναι και τα υπ' αριθμόν 6-9 των παραδεκτών γεγονότων, με την προσθήκη ότι στην παράγραφο 8 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε έγγραφο όπου επιβεβαίωνε στον ενάγοντα ότι θα του καταβληθεί το ρηθέν ποσό δια της καταβολής επιταγών. Προφανώς ο ενάγων είναι επί του περιεχομένου του τεκμ.2 που επιχειρεί να στηρίξει την απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον του εναγομένου
  5. Στην υπόθεση Ιγνατίου ανωτέρω, εξηγείται ότι: «Κατ΄ αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002). Μόνο ονομαστικά αναφέρεται η άλλη αιτία αγωγής αυτή της αναγνώρισης χρέους, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα». Το ερώτημα που τίθεται είναι αν τα γεγονότα που καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως αποτελούν το αναγκαίο εκείνο υπόβαθρο που θα μπορούσαν να υποστυλώσουν αγωγή για έγγραφη αναγνώριση χρέους. Με άλλα λόγια θα πρέπει να αναζητηθούν εκείνα τα γεγονότα που συνιστούν την αιτία της αγωγής του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου 2, επί της οποίων στηρίζεται προς απόδειξη τους με το τεκμ.2 (δες D & G Products ανωτέρω). Συνάγεται πως με βάση της έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων θα έπρεπε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 2, πέραν της εναγομένης 1 η οποία αποδέχτηκε και εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, συνεβλήθη μαζί του, διαχειριζόταν το σχέδιο VIP εκ μέρους του και τέλος ότι είσπραξε και κρατούσε για λογαριασμό του το επίδικο ποσό. Το τεκμ.1 που αποτελεί την βάση της αγωγής τιτλοφορείται Σχέδιο VIP Συμφωνία Διαχείρισης, φέρει ημερομηνία 14.11.01 και συμβαλλόμενα μέρη είναι ο ενάγων και η σύζυγος του και η εταιρεία Suphire Asset Management Ltd. Ως Παράρτημα Α επισυνάπτεται έγγραφο με το οποίο η εταιρεία Suphire Financial Services Ltd, εγγυάται την εκπλήρωση από την Suphire Asset Management Ltd όλων των υποχρεώσεων της δυνάμει του ρηθέντος εγγράφου. Περαιτέρω υπάρχει επισυνημμένο πληρεξούσιο έγγραφο ιδίας ημερομηνίας με το οποίο ο ενάγων και η σύζυγος του εξουσιοδοτούν την Asset να ενεργεί ως πληρεξούσιος τους για την αγορά και πώληση κινητών αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ, ενώ με πληρεξούσιο έγγραφο τεκμ.17 ημερομ.2.11.01, ο ενάγων εξουσιοδοτούσε την εναγόμενη 1 να διαχειρίζεται τις αγοραπωλησίες μετοχών του στο ΧΑΚ. Δυνάμει του όρου 4 της συμφωνίας η Asset εγγυούνταν στον ενάγοντα ότι με την λήξη της συμφωνίας - τριετής σύμφωνα με τον όρο 3 - να του καταβάλει το ποσό των £204.140 καθώς και οποιοδήποτε επιπλέον ποσό που θα απέδιδε το χαρτοφυλάκιο του. Στην περίπτωση που ο ενάγων επιλέξει αντί να του μεταβιβαστούν οι μετοχές που είναι στην μερίδα του να λάβει μετρητά, τότε ειδοποιεί την εναγομένη 1 δυο μήνες προηγουμένως ώστε να δοθεί χρόνος στην εναγομένη 1 να ρευστοποιήσει το χαρτοφυλάκιο του επενδυτή. Αυτό τον όρο μεταξύ άλλων εγγυήθηκε η Suphire Financial Services Ltd. Συνάγεται εκ της μαρτυρίας πως ο χρηματιστής που διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος ήταν ο Ζήνων Ζήνωνος, ανεξάρτητα αν ο ενάγων τον αποκάλεσε υπάλληλο του Ανδρονίκου. Περαιτέρω από το τεκμήριο 11, που είναι η μερίδα - λογαριασμός που διατηρούσε η εναγομένη 1 επ' ονόματι του ενάγοντα στα πλαίσια του σχεδίου VIP, καταχωρούνταν σύμφωνα με τον εναγόμενο 2 όλες οι αγοραπωλησίες του ενάγοντα από την εναγομένη 1, καθώς και οι πληρωμές που διενεργούσε προς την εναγομένη 1 για την αγορά μετοχών, όπως και οι πληρωμές που κατά καιρούς γίνονταν από την εναγόμενη 1 στον ενάγοντα μετά από την πώληση των μετοχών. Ο Ανδρονίκου δεν αντεξετάστηκε και η επί τούτου μαρτυρία του παρέμεινε συνεπώς ακλόνητη. Περαιτέρω η Asset Management, η αντισυμβαλλόμενη με τον ενάγοντα, σύμφωνα και πάλι με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Ανδρονίκου (ΜΥ1) υποστηριζόμενη από το τεκμ.10, άνοιξε λογαριασμό στην εναγόμενη 1 όπου εκεί καταχωρούνταν οι αγοραπωλησίες μετοχών της Asset που εκτελούνταν κατόπιν των οδηγιών της. Ο λόγος ως εξήγησε ήταν γιατί χρηματιστής και κάτοχος σχετικής άδειας ήταν η εναγόμενη 1 (τεκμ.15 και 16). Κατά συνέπεια στην λήξη της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και της Asset και για να ρευστοποιηθεί το χαρτοφυλάκιο και να πληρωθεί ο ενάγων, θα έπρεπε η εναγομένη 1 να προχωρήσει στην πώληση των μετοχών του χαρτοφυλακίου που είχε στην Asset, ως ο αδειοδοτημένος χρηματιστής, να πληρώσει την Asset και αυτή με την σειρά της να πληρώσει στον ενάγοντα το εγγυημένο ποσό της συμφωνίας τεκμ.1 και την τυχόν υπεραξία του χαρτοφυλακίου. Όσο και αν η όλη διαχείριση του χαρτοφυλακίου παρουσιάζει κάποια ιδιομορφία, αυτή ήταν η συμφωνία του ενάγοντα όπως αυτή πηγάζει από τα σχετικά τεκμήρια και είναι δυνάμει αυτής που γίνονταν οι αγοραπωλησίες των μετοχών του. Και ακριβώς μέσα σε αυτά τα πλαίσια έγινε η συνάντηση του με τον εναγόμενο 2 προς υπολογισμό του χαρτοφυλακίου του για την ρευστοποίηση του και η κατάληξη τους στο ποσό των £183.
  6. Θα πρέπει δε να τονιστεί γιατί έχει τη σημασία του, ότι το ρηθέν ποσό είναι μικρότερο του εγγυημένου ποσού δυνάμει του όρου 4 του τεκμ.
  7. Τα πιο πάνω τα οποία εξάγονται από τα σχετικά τεκμήρια και την αναντίλεκτη μαρτυρία του Ανδρονίκου (ΜΥ1) και γίνονται ανάλογα ευρήματα του δικαστηρίου. Η απάντηση συνεπώς σε όλα τα τεθέντα ερωτήματα είναι αρνητική. Ο εναγόμενος 2 ποτέ δεν συνεβλήθη με τον ενάγοντα, ποτέ δεν διαχειρίστηκε το συμφωνηθέν VIP χαρτοφυλάκιο του, ποτέ δεν είσπραξε χρήματα από τον ενάγοντα στα πλαίσια της αγοράς μετοχών του χαρτοφυλακίου του και ποτέ δεν του κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό από την πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του. Και αν ακόμα ο ενάγων έδωσε χρήματα στον εναγόμενο 2, όπως ήταν η μαρτυρία του ή έστω έλαβε επιταγές από αυτόν στα πλαίσια της λειτουργίας της συμφωνίας VIP, αυτό ποσώς δεν μεταβάλλει την κατάσταση πραγμάτων, αφού σε κάποιον θα έπρεπε να έδινε τα χρήματα και από κάποιον θα έπρεπε να λαμβάνει τις επιταγές ή μετρητά από τις πωλήσεις των μετοχών του. Και πάλι εκ της μαρτυρίας του Ανδρονίκου, που δεν αμφισβητήθηκε, το πρόσωπο αυτό μέχρι και την 31.7.04 ήταν ο Ζήνωνος, ανεξάρτητα αν ο ενάγων τον χαρακτήρισε ως υπάλληλο του Ανδρονίκου. Δεν είναι δε τυχαίο ότι ο ενάγων σε σχετική υποβολή ότι ήταν με τον Ζήνωνος που γίνονταν οι συναλλαγές του, απάντησε ότι έδινε λεφτά «για να του βγάλουν μετοχές». Στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο είναι το χρέος εκείνο που ο Ανδρονίκου όφειλε στον ενάγοντα και κατ' ισχυρισμό αναγνώρισε δια του τεκμ.2 ότι πράγματι οφειλόταν εκ μέρους του. Από την άλλη και δεδομένου ότι ο Ανδρονίκου δεν όφειλε κάποιο ποσό στον ενάγοντα για να το αναγνωρίσει, η αναφορά στις σχέσεις των διαδίκων, όποιες και αν ήταν αυτές, επί των οποίων επιχείρησε ο ενάγων να στηρίξει τους ισχυρισμούς του ως οι λόγοι για τους οποίους ώθησαν τον Ανδρονίκου, εξ ιδίας μάλιστα πρωτοβουλίας του, να αναλάβει προσωπικά την κατ΄ ισχυρισμό πληρωμή του ποσού, μόνο στην βάση εγγύησης θα μπορούσαν οι σχέσεις αυτές να στοιχειοθετήσουν τέτοιο ισχυρισμό και κατ' επέκταση απαίτηση. Κρίνεται δε πως δεν είναι καθόλου τυχαίο που εν τη ρύμη του λόγου ο ενάγων κατά την μαρτυρία του αναφέρθηκε σε προσωπική εγγύηση του εναγομένου 2, όπως και ο Ανδρονίκου που κατέθεσε ότι δεν εγγυήθηκε την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Βεβαίως η αγωγή δεν στηρίζεται επί εγγυήσεως, ούτε δε κατ' ελάχιστο θα μπορούσε να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα εκ του τεκμ.
  8. Κατά συνέπεια το τεκμ.2 και στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως γραπτή αναγνώριση χρέους εκ μέρους του Ανδρονίκου ως είναι η θέση του ενάγοντα, δεν αποδεικνύει την αιτία της αγωγής που είναι οφειλή προερχόμενη δυνάμει του τεκμ.1, ή έστω δυνάμει λογαριασμού χαρτοφυλακίου με την εναγόμενη
  9. Ακόμα και οι σχετικές υποβολές προς τον Ανδρονίκου ότι υπέγραψε το τεκμ.2 επί λευκού εγγράφου χωρίς το λογότυπο κάποιας εκ των ρηθεισών εταιρειών και συνεπώς φέρει προσωπική ευθύνη, αντιμάχεται την ίδια την έννοια, αλλά και την νομική εμβέλεια της γραπτής αναγνώρισης χρέους που επικαλείται ο ενάγων, ως έχει εξηγηθεί, αφού με αυτό τον τρόπο αποσυνδέεται από την αιτία της αγωγής και της απαίτησης του ενάγοντα που είναι οφειλή δυνάμει του τεκμ.
  10. Ως λέχθηκε δεν πρόκειται περί εγγράφου εγγυήσεως που απαιτεί στοιχειοθέτηση άλλου είδους γεγονότων με διαφορετική νομική εμβέλεια. Αν περαιτέρω θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί κάποιο επιχείρημα για να αντληθεί κάποιο συμπέρασμα από το γεγονός ότι το τεκμ.2 υπεγράφη επί λευκού χαρτιού χωρίς το λογότυπο κάποιας εταιρείας και συνεπώς αφορά τον Ανδρονίκου προσωπικά, αυτό αντιστρατεύεται την παράγραφο 5 της εκθέσεως απαιτήσεως, «ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αναγνωρίσει γραπτώς» την οφειλή τους προς τον ενάγοντα. Η απουσία του λογοτύπου, με βάση το πιο πάνω επιχείρημα αποσυνδέει αντιφατικώς την εναγομένη 1 από το τεκμήριο
  11. Αλλά και σε αυτό καθαυτό το τεκμ.2, ρητώς αναφέρεται και ευθέως παραπέμπει στην Συμφωνία Διαχείρισης του Σχεδίου VIP (τεκμ.1) και όπως αναγράφει, επιβεβαιώνει ότι το ποσό των £183.380 πλέον τόκους από την 14.11.14, που είναι η λήξη της συμφωνίας τεκμ.1, θα καταβληθεί με μηνιαίες πληρωμές. Πρόκειται για μια συμφωνία που επιβεβαιώνει τον τρόπο αποπληρωμής του ποσού που κατέληξαν και όχι για κάποια γραπτή αναγνώριση του χρέους εκ μέρους του Ανδρονίκου. Όπως ορθά αναφέρει και ο κ. Διομήδους, πουθενά ο Ανδρονίκου δεν αναφέρει ότι αναλαμβάνει προσωπικά να καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Ούτε και κυρίως ότι αναλαμβάνει ως λέχθηκε προσωπική εγγύηση για την πληρωμή του ρηθέντος ποσού. Είναι η θέση της κας Ραφτοπούλλου ότι η απουσία λογότυπου κάποιας εταιρείας επί του τεκμ.2 και η έλλειψη εξουσιοδότησης από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης 1 προς τον εναγόμενο 2 να υπογράψει εκ μέρους της, τον καθιστά υπεύθυνο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Παρόλο που το θέμα έχει ήδη καλυφθεί ως προς την γραπτή αναγνώριση χρέους, αφού ο εναγόμενος 2 δεν συνεβλήθη με τον ενάγοντα ούτε και του όφειλε κάποιο ποσό, κρίνεται πως θα πρέπει να τεθεί η εξής ερώτηση. Υπό ποια τελικά ιδιότητα ενάγεται ο εναγόμενος 2; Στην έκθεση απαιτήσεως ρητώς αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής και/ή διευθύνον σύμβουλος και/ή αξιωματούχος της εναγομένης 2 (δες για παράδειγμα παράγραφο 3). Στην παράγραφο 5 αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν αναγνωρίσει γραπτώς ότι όφειλαν στον ενάγοντα το επίδικο ποσό. Ο εναγόμενος 2 στην υπεράσπιση του (παράγραφος 7(α)) αναφέρει ότι με την επιστολή ημερ.8.2.05 ως αξιωματούχος της εναγομένης 1 ενημερώνει τον ενάγοντα για την καταβολή του ποσού. Το μέρος συνεπώς της αγόρευσης της κας Ραφτοπούλου που αναφέρει ότι ο εναγόμενος 2 δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας και συνεπώς υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα δεν έχει έρεισμα στα δικόγραφα. Με άλλα λόγια ήταν παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 2 ήταν αξιωματούχος της εναγομένης 1, και δια της μαρτυρίας του ο Ανδρονίκου επεξήγησε περαιτέρω πως δεν ήταν μεν διευθυντής της εναγομένης 1 αλλά εκτελεστικός Πρόεδρος της μητρικής εταιρείας Suphire Public Ltd. Στην απουσία του Ζήνωνος που αποχώρησε από τον όμιλο, κάποιος αξιωματούχος που ασκούσε έλεγχο έπρεπε να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις των δυο εταιρειών. Αντιπροτείνει εδώ ο κ. Διομήδους ότι θα μπορούσαν να ζητηθούν λεπτομέρειες ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 ότι ποτέ δεν συμβλήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα, κάτι που δεν το έπραξε η πλευρά του ενάγοντα. Η ουσία πάντως είναι πως η ιδιότητα του εναγόμενου 2 ως αξιωματούχου της εναγόμενης 1 ήταν παραδεκτή δια των δικογράφων. Ο εναγόμενος 2 κατέθεσε ότι δεν μπορούσε να θέσει τις σφραγίδες των εταιρειών γιατί δεν ήταν διευθυντής τους και έπρεπε κάποιος να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις των 2 εταιρειών. Αν ο εναγόμενος 2 υπέγραψε και δέσμευσε τις εταιρείες και/ή την εναγομένη 1 άνευ εξουσιοδοτήσεως, ήταν θέμα των εταιρειών αυτών και κυρίως της εναγόμενης 1 να αντιδράσει. Αντίθετα εκδόθηκαν εκ μέρους και από λογαριασμό της εναγομένης 1 οι επιταγές τεκμ.5-9, εξαργυρώθηκε μάλιστα και μια επιταγή για το ποσό των £33.380 γεγονός που υποδηλώνει την δέσμευση και αναγνώριση της συμφωνίας αποπληρωμής εκ μέρους της εναγομένης 1 του ποσού των £183.280 που κατέληξαν. Ήταν η μαρτυρία του ενάγοντα (δες παραγ.7 γραπτής δήλωσης Α) ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων και καταγγελιών που αντιμετώπιζαν οι εταιρείες του εναγόμενου 2 και λόγω των πολύ φιλικών σχέσεων μεταξύ τους, ο εναγόμενος 2 του είπε ότι για να τον εξασφαλίσει θα του υπέγραφε ένα χαρτί με το οποίο θα αναλάμβανε προσωπικά το χρέος της εναγομένης
  12. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην παράγραφο 1 του τεκμ.2 και ανέφερε ότι ο Ανδρονίκου του έδωσε τις επιταγές με προσωπική του εγγύηση και ανέλαβε ο ίδιος ότι θα τις εξοφλούσε. Και αυτό το εξάγει ως συμπέρασμα παρά ως πραγματικό γεγονός, προβάλλοντας εκ των υστέρων το δεδομένο ότι το τεκμ.2 δεν έχει το λογότυπο κάποιας εταιρείας, προωθώντας τη θέση ότι ανέλαβε προσωπικά το χρέος. Αντιπρότεινε επί τούτου ο Ανδρονίκου ότι πουθενά στο τεκμ.2 δεν ανέλαβε προσωπική ευθύνη και όπως το έθεσε «από που ως που να έρθω να εξοφλήσω χρέη εταιρειών χωρίς να εισπράξω σεντ και αν αυτή ήταν η πρόθεση μου γιατί δεν έδωσα προσωπικές επιταγές». Είναι η κρίση του δικαστηρίου πως το όλο εγχείρημα για την προσωπική εμπλοκή του Ανδρονίκου και ότι αναγνώρισε γραπτώς το χρέος δια του τεκμ.2, λόγω φιλικών σχέσεων, αποτελεί υστερογενή σκέψη. Το έγγραφο τεκμ.2 φέρει ημερομηνία 8.2.05 ενώ οι επιταγές της εναγομένης 1, τεκμ.5-9 φέρουν σφραγίδα της τράπεζας με την ένδειξη Frozen A/C και είναι ημερομηνίας από 31.3.05 μέχρι και 31.7.
  13. Περαιτέρω και σύμφωνα με το τεκμ.12 το διάταγμα παγοποίησης της περιουσίας εναντίον της εναγομένης 1, αλλά και της Asset, εκδόθηκε στην υπ΄ αριθμόν 2430/05 αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας την 24.3.05 - εναγόμενες 1 και 2 στην ρηθείσα αγωγή - ενάμιση και πλέον μήνα μετά την υπογραφή του τεκμ.2 και την πληρωμή της πρώτης επιταγής. Η οποία να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το τεκμ.2 ήταν πληρωτέα την 28.2.05 και ως ήταν παραδεκτό εξαργυρώθηκε και εισπράχθηκε από τον ενάγοντα. Αν λοιπόν κατά τον χρόνο υπογραφής του τεκμ.2 οι ρηθείσες εταιρείες, ή η εναγόμενη 1 δεν είχε ούτε και παρουσίαζε κάποιο οικονομικό πρόβλημα, ούτε και υπάρχει μαρτυρία περί του αντιθέτου, και οι επιταγές που εξέδιδε εξαργυρώνονταν από την τράπεζα, όπως έγινε και με την πρώτη επιταγή που πληρώθηκε στις 28.2.05, ποιο λόγο είχε ο ενάγων να ζητήσει, ή κυρίως ο Ανδρονίκου να αναλάβει πρωτοβουλία και να δώσει περαιτέρω κατ' ισχυρισμό προσωπικές εξασφαλίσεις στον ενάγοντα δια της προσωπικής εκ μέρους του ανάληψης ευθύνης, ή και αναγνώρισης του χρέους, ή έστω προσωπικής του εγγύησης, ανεξάρτητα αν τούτο δεν είναι δικογραφημένο. Και πως εν τοιαύτη περιπτώσει ο ενάγων είσπραξε το ποσό της πρώτης επιταγής που εξέδωσε η εναγομένη 1, αφού ανέλαβε προσωπικά την πληρωμή τους ο εναγόμενος
  14. Πρόδηλα το πρόβλημα της εξαργύρωσης των υπολοίπων επιταγών λόγω της παγοποίησης των λογαριασμών της εναγομένης 1 δημιουργήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος τεκμ.12, και θα ήταν προφανώς υστερογενές να γνώριζε είτε ο ενάγων, είτε ακόμα και ο Ανδρονίκου εκ των προτέρων την μεταγενέστερη έκδοση του διατάγματος και να σπεύσει προκαταβολικά να εξασφαλίσει προσωπικά τον ενάγοντα ενάμιση μήνα προηγουμένως. Είναι για αυτούς τους λόγους που κρίνεται ως ορθή και λογική η θέση του Ανδρονίκου πως αν έτσι είχαν τα πράγματα και αναλάμβανε προσωπικά την πληρωμή, γιατί δεν έκδωσε προσωπικές του επιταγές, τις οποίες αν υπήρχε το διάταγμα του δικαστηρίου δεν θα τις δεχόταν ο ενάγων απαιτώντας άμεση εξόφληση της οφειλής. Και πως εν τοιαύτη περιπτώσει ο Ανδρονίκου θα αναλάμβανε προσωπική ευθύνη, είτε για το χρέος είτε έστω ακόμα και για τις επιταγές, όταν εκδόθηκε και εναντίον του το ρηθέν διάταγμα παγοποίησης (δες τεκμ.12 που είναι ο εναγόμενος 6). Ούτε είναι ορθή και δικονομικώς αποδεκτή η θέση που καταγράφεται στην παράγραφο 7(γ) της απάντησης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, ότι ο εναγόμενος 2 ανέλαβε προσωπικά την αποπληρωμή του επίδικου ποσού γιατί δεν κατέστη δυνατόν να τιμηθούν οι επιταγές. Η θέση αυτή κατ' αρχήν παραπέμπει σε χρόνο μεταγενέστερο των επιδίκων θεμάτων και του τεκμ.2 και πρόκειται σαφώς για μια άλλη, νέα και διαφορετική αιτία αγωγής. Σύμφωνα με τον Odgers On Pleading And Practice, 20η έκδοση, σελ.231-232 τέτοια απόκλιση από το δικόγραφο της αγωγής συνιστά «departure in pleading», όπου εγείρεται νέα βάση απαίτησης, αντιφατική με την αρχική. Σύμφωνα με τον Odgers ανωτέρω, η απάντηση δεν είναι το κατάλληλο βήμα για την έγερση νέας βάσης αγωγής, αλλά αυτό μόνο με τροποποίηση των δικογράφων μπορεί να επιτευχθεί. Τέλος ένα θέμα που χρήζει προσοχής και συνάδει με την μαρτυρία του Ανδρονίκου υποστηριζόμενης από το τεκμ.1, αποτελεί το γεγονός ότι το ποσό των £183.380 είναι ως λέχθηκε λιγότερο από το εγγυημένο ποσό του όρου 4 του τεκμ.
  15. Κατέθεσε ότι μεταξύ άλλων λόγων που καταρτίστηκε το τεκμ.2, είναι γιατί ήθελε να κατοχυρώσει δια της υπογραφής του ενάγοντα τις εταιρείες για την καταβολή του μικρότερου ποσού που θα δινόταν σε αυτόν και όχι γιατί ήθελε να τον εξασφαλίσει. Η μαρτυρία αυτή εντάσσεται στο υπόβαθρο του τεκμ.2, αναφορά έγινε και από τον ενάγοντα ότι το ποσό εκτιμήθηκε από τον Ανδρονίκου με βάση την τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου. Δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Ανδρονίκου στο θέμα αυτό και κρίνεται ότι συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά πηγάζουν από τα τεκμ.1 και
  16. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι το τεκμ.2 το υπέγραψε και ο ενάγων. Αν επρόκειτο για μια απλή αναγνώριση χρέους εκ μέρους του Ανδρονίκου με δική του μάλιστα πρωτοβουλία, λόγω φιλικών σχέσεων με τον ενάγοντα, δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος ο ενάγων να υπογράψει στο τέλος ότι «συμφωνώ με τα πιο πάνω». Δεν υπήρχε συνεπώς κανένας λόγος, ούτε λογικός ούτε και νομικός που θα έπρεπε ο ενάγων να συμφωνήσει στην ισχυριζόμενη πρωτοβουλία του Ανδρονίκου να αναγνωρίσει το χρέος. Είναι ξεκάθαρο και σαφές ότι ο ενάγων υπέγραψε συμφωνώντας τόσο για το ύψος του ποσού που θα ελάμβανε εκ του σχεδίου VIP, όσο και για την έντοκη μηνιαία αποπληρωμή του. Δια της υπογραφής του όμως, ως ορθά κατέθεσε και ο Ανδρονίκου, αποδέσμευσε ουσιαστικά και απάλλαξε τόσο την Asset αλλά και την Suphire που την εγγυήθηκε - σχετικό είναι το παράρτημα Α τεκμ.1 - όσο και την εναγόμενη 1 από το μεγαλύτερο και εγγυημένο ποσό των £204.140 του όρου 4 του τεκμ.
  17. Εν κατακλείδι και υπό όποια οπτική γωνία εξεταστεί το έγγραφο τεκμ.2 και οποιοδήποτε νομικό περίβλημα επιχειρηθεί να προσδοθεί σε αυτό, με κανένα τρόπο δεν συνιστά γραπτή αναγνώριση χρέους εκ μέρους του εναγομένου
  18. Από την μαρτυρία του ενάγοντα αλλά και την αγόρευση της κας Ραφτοπούλλου εξάγεται ότι δεν προωθήθηκαν οι άλλες αιτίες αγωγής και συνεπώς θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Ανεξάρτητα από αυτό η απουσία οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης του ενάγοντα με τον εναγόμενο 2, αφαιρεί οποιοδήποτε πραγματικό έρεισμα που να υποστηρίζει απαίτηση για άδικο πλουτισμό, ή ως εμπιστευματοδόχου ή για παράνομη κατακράτηση, ιδιοποίηση και υπεξαίρεση χρημάτων, είτε τέλος δυνάμει επιταγών. Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Εκ των πραγμάτων και ως εκ του αποτελέσματος η ανταπαίτηση του εναγομένου 2 υπό στοιχείο 15 Β, 1 επιτυγχάνει. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου
  19. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Ως προς την ανταπαίτηση και δεδομένου ότι συνεκδικάσθη με την απαίτηση δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.