← Κύπρος

ΘΩΜΑΣ ΜΟΥΔΟΥΡΟΣ ΛΙΜITΕΔ ν. DEMETRIOU MICHALIS SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 221/2014, 17/12/2014

ΘΩΜΑΣ ΜΟΥΔΟΥΡΟΣ ΛΙΜITΕΔ ν. DEMETRIOU MICHALIS SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 221/2014, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A455 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 221/2014 Μεταξύ: ΘΩΜΑΣ ΜΟΥΔΟΥΡΟΣ ΛΙΜITΕΔ Εναγόντων και

  1. DEMETRIOU MICHALIS SERVICES LIMITED
  2. Μιχάλης Δημητρίου Εναγομένων Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 26.5.2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σέργης Χατζησέργης Για Εναγομένους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Βασίλης Μπίσσας ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 16.4.2014 οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €68.800,35 ως οφειλόμενο υπόλοιπο από αυτούς δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή άλλως πως πλέον τόκους και έξοδα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 12.5.2014 και στις 26.5.2014 οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους επί του Κλητηρίου Εντάλματος. Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή των Εναγόντων κ. Βάσου Μούδουρου επίσης ημερομηνίας 26.5.2014, στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Είναι ο Διευθυντής των Εναγόντων - Αιτητών, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται και επαναλαμβάνεται από τον κ. Μούδουρο στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσής του ημερομηνίας 26.5.2014), οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2, αληθώς οφείλουν στους Ενάγοντες - Αιτητές το ποσό των €67,934.35 ως υπόλοιπο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 30.8.2013 το οποίο έγινε στη Λευκωσία και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγώρισης χρέους και/ή άλλως πως (το εν λόγω έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση). Πιο συγκεκριμένα, κατά ή περί την 30.8.2013 στη Λευκωσία οι Εναγόμενοι αρ. 1 έναντι νομίμου και/ή καλού ανταλλάγματος, ήτοι αξία ληφθείσα εις εμπορεύματα, εξέδωσαν, υπέγραψαν και παρέδωσαν στους Ενάγοντες προς όφελός τους γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους για το ποσό των €71.400,
  3. Ήταν ρητός όρος του εν λόγω γραμματίου ότι οι Εναγόμενοι αρ.1 θα εξοφλούσαν το ποσό των €71.400,00 πλέον τόκους, δια μηνιαίων δόσεων εκ €866,55 η κάθε μία, αρχής γενομένης από την 1.10.2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Ήταν επίσης ρητός όρος ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 θα πλήρωναν στους Ενάγοντες τόκο προς 8% τον χρόνο επί του ποσού των €71.400,00 από την ημερομηνία υπογραφής του γραμματίου, ήτοι την 30.8.2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Όπως επίσης προβλεπόταν στο γραμμάτιο, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, με περίοδο χάριτος δέκα ημερών, το γραμμάτιο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό δυνάμει του γραμματίου αμέσως απαιτητό και σε περίπτωση έγερσης αγωγής, οι Εναγόμενοι αρ. 1 θα υποχρεούντο να καταβάλουν όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. Την ίδια ημέρα ο Εναγόμενος αρ. 2 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή του ποσού των €71.400,00 από τους Εναγόμενους αρ.1 πλέον τόκους και έξοδα που θα προκύψουν μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Έναντι του γραμματίου οι Εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλαν διάφορα ποσά συνολικά ανερχόμενα σε €2.599,65 και καθυστέρησαν την πληρωμή των δόσεων 1.1.2014, 1.2.2014 και 1.3.2014, ήτοι τρεις

(3)δόσεις, με αποτέλεσμα το γραμμάτιο να καταστεί ληξιπρόθεσμο και ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό εκ €68.800,35 απαιτητό. Μετά την καταχώρηση της αγωγής πληρώθηκε από τους Εναγόμενους αρ. 1 το ποσό των €866 και σε αυτή τη βάση παραμένει υπόλοιπο προς εξόφληση από τους Ενάγοντες το ποσό των €67,934.35 το οποίο αξιώνεται πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 2.1.2014 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως ανωτέρω. Στις 2.12.2014 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 και Δ.48, όπως επίσης στα άρθρα 78-80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η αίτηση των Εναγόντων είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή είναι ελλειπής και/ή τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. (β) Η Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου που υποστηρίζει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σε κάθε περίπτωση είναι παράτυπη και/ή αντινομική και/ή κατά παράβαση της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (γ) Από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση της αιτούμενης αποφάσης. (δ) Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι το έγγραφο που επικαλούνται για τεκμηρίωση της απαίτησης τους (Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου) είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. (ε) Το εν λόγω έγγραφο/ Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου ημερομηνίας 26.5.2014 αποτελεί προϊόν απάτης και/ή υπογράφθηκε κάτω από περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη. (στ) Οι Εναγόμενοι αποκαλύπτουν πολύ καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους με ή χωρίς όρους. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου αρ. 2 κ. Μιχάλη Δημητρίου, Διευθυντή των Εναγομένων αρ. 1, επίσης ημερομηνίας 2.12.2014, στην οποία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Σε ότι αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπεράσπιση των Εναγομένων αρ. 1 και 2 ο κ. Δημητρίου αναφέρει τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι αρ. 1 είναι εταιρεία της οποίας είναι διευθυντής απασχολείται με εγκατάσταση και συντήρηση κεντρικών θερμάνσεων, υδραυλικές εγκαταστάσεις και τοποθέτηση και συντήρηση κλιματιστικών. Με τον κ. Βάσο Μούδουρο ο οποίος προέβηκε στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 26.5.2014 προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης ήταν φίλοι εδώ και 26 χρόνια. Υπήρχε μεταξύ τους στενή προσωπική και οικογενειακή σχέση σε τέτοιο επίπεδο που η σύζυγος του κ. Μούδουρου βάφτισε το 2004 τον γιο του. Πέραν της πιο πάνω σχέσης είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και επαγγελματική σχέση αφού οι Ενάγοντες προμήθευαν τους Εναγόμενους αρ. 1 με διάφορα προϊόντα. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής οι Εναγόμενοι αρ. 1 όφειλαν συνήθως μεγάλο ποσό στους Ενάγοντες σε σχέση με τα διάφορα προϊόντα που προμηθεύονταν από αυτούς, όμως λόγω της στενής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους, το υπόλοιπο αυτό αποπληρωνόταν σταδιακά μετά από συνεννόησή του με τον κ. Μούδουρο. Λόγω της ίδιας σχέσης, ο κ. Μούδουρος στο παρελθόν του είχε ζητήσει σε δύο περιπτώσεις να τον βοηθήσει έτσι ώστε να εξασφαλίσει κάνει κάποια μορφή δανείου από την Τράπεζα Κύπρου με την οποία συνεργαζόταν λόγω του ότι χρειαζόταν άμεσα ρευστό για την εταιρεία του (Ενάγοντες). Στα πλαίσια αυτά κατέληξαν σε κάποια διευθέτηση με τον καταρτισμό διαφόρων συναλλαγματικών με την παρουσίαση των οποίων οι Ενάγοντες εξασφάλιζαν δανεισμό, χωρίς ωστόσο οι Εναγόμενοι να έχουν κάποια ιδιαίτερη εμπλοκή. Οποιοδήποτε ποσό πληρωνόταν από τους Εναγόμενους αρ. 1 στους Εναγόντες δυνάμει των εν λόγω συναλλαγματικών υπολογίζονταν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των Εναγομένων αρ. 1 που τηρείτο από τους Ενάγοντες (αντίγραφα των συναλλαγματικών που εκδόθηκαν προς όφελος των Εναγόντων και αποπληρωνόταν από τους Εναγομένους αρ. 1 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α και Β). Ενώ η συνεργασία των δύο εταιρειών συνεχιζόταν χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, περί τις αρχές Αυγούστου του 2013, ο κ. Μούδουρος του ζήτησε να συναντηθούν σε γνωστή καφετέρια στον Στρόβολο. Κατά την εν λόγω συνάντησή τους Όταν συναντήθηκαν ο κ. Μούδουρος του ανέφερε ότι λόγω του ότι δεν μπορούσε να αποπληρώνει τα δάνεια του και η τράπεζά του τον πίεζε, είχε να του προτείνει κάτι το οποίο θα διευκόλυνε και τους δύο, δηλαδή τους μεν Ενάγοντες με την πληρωμή των δόσεων τους στην τράπεζα, τους δε Εναγόμενους αρ. 1 με την πληρωμή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν κάποιες ημέρες μετά, ο κ. Μούδουρος του ανέφερε ότι θα προχωρούσαν με κάποιο παρόμοιο τρόπο όπως και προηγουμένως. Συγκεκριμένα του ανέφερε ότι θα υπογραφόταν κάποιο έγγραφο παρόμοιο με τις συναλλαγματικές που υπέγραψαν στο παρελθόν με την διαφορά ότι αντί οι Εναγόμενοι αρ. 1 να τις πληρώνουν στην τράπεζα, θα τις πλήρωναν στον ίδιο ώστε να μην υπάρξει καμία καθυστέρηση. Λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, η πρόταση του κ. Μούδουρου έγινε αποδεκτή και το ποσό που θα πληρωνόταν κάθε μήνα και θα λογιζόταν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου των Εναγομένων αρ. 1 με τους Ενάγοντες καθορίστηκε γύρω στα €
  1. Περί τα τέλη Αυγούστου 2013 ο κ. Μούδουρος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς ζητώντας του να τον επισκεφθεί στο γραφείο του και να προσκομίσει τη σφραγίδα της εταιρείας του (Εναγόμενων αρ. 1) καθότι, όπως του είχε αναφέρει, η τράπεζα επειγόταν για την παράδοση των σχετικών εγγράφων. Λίγες ημέρες μετέπειτα μετέβηκε στο γραφείο του κ. Μούδουρου όπου του ζητήθηκε να υπογράψει ένα χαρτί για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η διαδικασία του δανείου το συντομότερο δυνατόν. Ο ίδιος τότε υπέγραψε ένα έγγραφο, χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενό του, και ζήτησε όπως η πληρωμή των δόσεων ξεκινήσει από τον Οκτώβριο και με κάθε πληρωμή εκδίδονται σχετικές αποδείξεις. Πέραν της υπογραφής και την τοποθέτηση της σφραγίδας της εταιρείας/Εναγομένων αρ. 1 σε αυτό το έγγραφο, του ζητήθηκε να υπογράψει και προσωπικά γιατί, όπως και πάλι του είχε αναφερθεί, η τράπεζα δεν δεχόταν μόνο τη δέσμευση της εταιρείας/Εναγομένων αρ.
  2. Βασιζόμενος στα όσα του ανέφερε ο κ. Μούδουρος και χωρίς να ζητήσει να δει τα έγγραφα του δανείου που θα ενέκρινε η τράπεζα λόγω της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης, προχώρησε στην υπογραφή του εν λόγω εγγράφου και προσωπική του ιδιότητα. Στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω, διενεργήθηκαν πληρωμές τεσσάρων δόσεων και εκδόθηκαν προς τούτο σχετικές αποδείξεις στις οποίες καταγράφεται ότι οι πληρωμές αφορούσαν δόσεις δανείου (αντίγραφα των εν λόγω αποδείξεων επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Γ στην Ένορκη Δήλωση του κ. Δημητρίου). Ο ίδιος είχε πεισθεί από τον κ. Μούδουρο ότι το έγγραφο που του δόθηκε για υπογραφή επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για την εξασφάλιση δανείου από τους Ενάγοντες και ότι η διαδικασία που θα ακολουθούσαν ήταν η ίδια που είχε ακολουθηθεί στο παρελθόν με τις συναλλαγματικές. Στην βάση των πιο πάνω γεγονότων και εξ' όσων συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, ο τρόπος αλλά και η μεθόδευση την οποία χρησιμοποίησαν οι Ενάγοντες/Αιτητές μέσω του κ. Μούδουρου ώστε να εξασφαλίσουν την υπογραφή τόσο του ιδίου προσωπικά όσο και των Εναγομένων αρ. 1 ανάγεται σε απάτη και ως εκ τούτου θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσονται οι αντίστοιχες θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγγραμμένες και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. H έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει ως βάση τη Δ.18 Θ. 1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «1.(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Ουσιαστικά, η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία με αυτήν που προβλέπεται στην παλαία αγγλική Ο. 14, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και για το λόγο αυτό θα ήταν άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης. Οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίο ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου έχουν εξεταστεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 και Ανδρονίκου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977). Ειδικότερα στην υπόθεση Νεάρχου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 824: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5., όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου». Περαιτέρω, στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243 αναφέρονται τα πιο κάτω στα πλαίσια της αγγλικής O. 14: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597). .................................................................................... The summary jurisdiction conferred by this Order must be used with great care. A defendant ought not to be shut out from defending unless it is very clear indeed that he has no case in the action under disctission". (See Sheppards v. Wilkinson, 6 T.L.R. 18). Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict as to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R. Ir. 238; Electric & General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc., Co., 10 T.L.R. 103").» Η ιδιαίτερη φύση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239 όπου στη σελίδα 244 επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD ν. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 A.A.D. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 14.7.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008 στην J & M. Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και έχουν ως ακολούθως: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου.» Από τη γραμματική ερμηνεία της Δ.18 Θ. 1 καθώς και από την πλούσια επί του θέματος νομολογία, προκύπτει ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει τις θέσεις του εναγόμενου ως προς την ύπαρξη υπεράσπισης στην αγωγή, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ. 6, (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται αλλά και να δηλώνει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων είναι επιτακτική και σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων την υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenka Obchondi Banka A.S. (πιο πάνω)). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και εκεί όπου ένας εναγόμενος μπορεί να δημιουργήσει μέσω γεγονότων που αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την ένστασή του την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε μεταξύ άλλων Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.T.262 και Knapp -Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.560). Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, είναι στο στάδιο αυτό, θεωρώ, που πρέπει να λεχθεί ότι στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ. 1(α) πληρούνται εφόσον το Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε ήταν Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ. 6 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης μέσω δικηγόρου. Απομένει, ωστόσο, να εξεταστεί κατά πόσον από τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου ημερομηνίας 26.5.2014 που υποστηρίζει την αίτηση, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, επιβεβαιώνεται θετικά η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2. Σε σχέση με το θέμα της επάρκειας της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska (πιο πάνω), Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ.
  1. Ουσιαστικά, ο αιτητής στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με τον τρόπο που επεξηγείται στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 247: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: ¨The defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £.............../ for ................ and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action. Τhe affidavit need not set out all the particulars, nor verify the notice of dishonour averred in the statement of claim (May v. Chidley, [1894] 1 Q.B. 451, and see Murphy v. Nolan, 18 L. R. Ir. 468). If the writ be accompanied by a statement of claim the facts therein contained must similarly be verified by affidavit.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (πιο πάνω) γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν. Τονίζεται δε ότι η Δ.39 Θ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποδεικνύεται επίσης ότι το ζήτημα του κατά πόσον ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και εντός της έννοιας της Δ.18 Θ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Εξετάζοντας, λοιπόν, όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν επιβεβαιώσει θετικά την απαίτησή τους με τρόπο ώστε να μην μετατίθεται στους Καθ' ων η αίτηση το βάρος απόδειξης συζητήσιμης υπεράσπισης ή στοιχείων που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος καταχώρησης υπεράσπισης για τους ακόλουθους λόγους: Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης και την Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου που συνοδεύει την αίτηση, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 το ποσό των €67.934,35 πλέον τόκους δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή ως οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή άλλως πως. Επί τούτου σημειώνεται καταρχήν ότι ο διαζευκτικός αυτός τρόπος διατύπωσης των αιτιών αγωγής είναι αποδεκτός μεν για τα δικόγραφα, όχι όμως για ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση όπου θα πρέπει να καθορίζεται με σαφήνεια η απαίτηση του ενάγοντα-αιτητή και να επιβεβαιώνεται θετικά από πού αυτή προκύπτει. Περαιτέρω, εξετάζοντας την Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου ημερομηνίας 26.5.2014 διαπιστώνεται αφενός μια σύγχυση ως προς το θέμα της θετικής επιβεβαίωσης θετικά του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων (έχοντας υπόψη τις διαζευκτικές αιτίες αγωγής όπως αυτές καθορίζονται στις παραγράφους 3, 4 και 15Α της Ένορκης Δήλωσης), αφετέρου ότι από μέρους των Εναγόντων-Αιτητών δεν προωθήθηκε θέση ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι το έγγραφο - Τεκμήριο 1 συνιστά χρεωστικό ομόλογο ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους ή άλλως πως. Σε σχέση με την αξίωση δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου γίνεται παραπομπή στο άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σύμφωνα με το οποίο γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι «γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Το δε άρθρο 80 του ίδιου Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «
  2. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Έχοντας υπόψη τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου ημερομηνίας 26.5.2014 αλλά και τα όσα αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση ο κ. Χατζησέργης, προκύπτει ότι η πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών θεωρεί το Τεκμήριο 1 ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, επικαλούμενη, μάλιστα, τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλέπε σελίδες 8 και 9 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Αιτητών). Παρόλα αυτά, όμως, οι Ενάγοντες - Αιητές δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως όφειλαν, κατά την επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, όλη την αναγκαία μαρτυρία ούτως ώστε να καταδειχθεί (στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας) ότι το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου, αφού από την εν λόγω Ένορκη Δήλωση ελλείπει μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 υπέγραψε το Τεκμήριο 1 εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 στην παρουσία δύο μαρτύρων, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Συναφώς σημειώνεται ότι η αποδοχή του Εναγομένου 2 κ. Μιχάλη Δημητρίου στην Ένορκη Δήλωσή του ότι το έγγραφο υπογράφθηκε από τον ίδιο προσωπικά και εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 δεν θεραπεύει το κενό που δημιουργείται, όπως ούτε το γεγονός ότι επί του Τεκμηρίου 1 φαίνονται να υπάρχουν δύο υπογραφές στη θέση των μαρτύρων υποδηλώνει αποδεδειγμένα ότι η παροχή της υπόσχεσης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και η υπογραφή του Εναγομένου 2 τέθηκαν στην παρουσία δυο μαρτύρων (κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης). Κρίνεται συνεπώς με βάση τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν επαληθεύσει πλήρως το αγώγιμο δικαίωμα τους εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αφού δεν έχουν επιβεβαιώσει θετικά το έγγραφο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου. Σημειώνεται ότι στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μούδουρου δεν παρατίθεται μαρτυρία ή γεγονότα που να επιβεβαιώνουν θετικά άλλη βάση αγωγής στην οποία θα μπορούσε να συνδεθεί και αξιολογηθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ως έγγραφη αναγνώριση χρέους και/ή χρεωστικό ομόλογο, αλλά ακόμα και έτσι να ήταν τα πράγματα η έγγραφη αναγνώριση χρέους εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 δεν συνιστά από μόνη της ξεχωριστή αιτία αγωγής (βλέπε Ιγνατίου κ.α. ν. Λεμονάρη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1562). Να σημειωθεί, τέλος, ότι η μη αμφισβήτηση ύπαρξης οφειλής των Εναγομένων αρ. 1 προς τους Ενάγοντες δεν είναι ικανή να αλλοιώσει την όλη εικόνα. Και αυτό γιατί η αξίωση των Εναγόντων δεν βασίζεται σε αξία εμπορευμάτων πωληθέντων και παραδοθέντων, ενώ παράλληλα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο, όπως π.χ. κατάσταση λογαριασμού ή τιμολόγια, που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση, και εάν ακόμη το Δικαστήριο κατέληγε σε συμπέρασμα περί θετικής επιβεβαίωσης της απαίτησης από την πλευρά των Εναγόντων, η αίτηση και πάλι δεν θα μπορούσε να επιτύχει αφού έχοντας υπόψη τη φύση των θέσεων των Εναγομένων 1 και 2 όπως προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση του κ. Δημητρίου ημερομηνίας 2.12.2014 και τις λεπτομέρειες που δίδονται σε αυτή θα κατέληγα ότι διαφαίνεται μια υπεράσπιση η οποία θα τους έδινε το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Επί τούτου σχετικές είναι οι θέσεις του κ. Δημητρίου περί εξαπάτησής του από τον κ. Μούδουρο αναφορικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και τα όσα προκύπτουν από τα τεκμήρια που συνοδεύουν την Ένορκη Δήλωσή του. Σχετική είναι η υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418, όπου υποδεικνύεται ότι στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται τα γεγονότα της υπόθεσης για να τα αξιολογήσει και εκδίδει συνοπτική απόφαση όταν τα πράγματα είναι εμφανή. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συμβαίνει εδώ. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 423 της πιο πάνω απόφασης θεωρώ ότι απαντά και στις θέσεις του κ. Χατζησέργη στην αγόρευσή του περί αναξιοπιστίας του κ. Δημητρίου σε σχέση με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωσή του ημερομηνίας 2.12.2014: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» (υπογράμμιση δική μου) Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία, ωστόσο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.