← Κύπρος

LION INVEST & TRADE LIMITED κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ex Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5743/12, 22/12/2014

LION INVEST & TRADE LIMITED κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ex Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5743/12, 22/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A461 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5743/12 Μεταξύ:

  1. LION INVEST & TRADE LIMITED
  2. ZOUNINI LTD
  3. LATRAVIA LTD Εναγόντων και
  4. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ex Marfin Popular Bank Public Co Ltd
  5. Λαϊκή Επενδυτική ΕΠΕΥ Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
  6. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  7. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
  8. Ανδρέας Βγενόπουλος
  9. Νεοκλής Λυσάνδρου
  10. Βασίλειος Θεοχαράκης
  11. Ευθύμιος Μπουλούτας
  12. Χρίστος Στυλιανίδης
  13. Παναγιώτης Κουννής
  14. Ελευθέριος Χιλιαδάκης
  15. Πλάτων Ε. Λανίτης
  16. Στέλιος Στυλιανού
  17. Soud Ba' alawy
  18. Sayanta Basu
  19. Κωνσταντίνος Μυλωνάς
  20. Μάρκος Φόρος
  21. Nicholas Wrigley
  22. PricewaterhouseCoopers Ltd
  23. Grant Thornton Εναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 25.6.2013 για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του διατάγματος ημερομηνίας 5.3.2013 που επέτρεψε την εν λόγω επίδοση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Δεκεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο 5: κ. Αυγουστή για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 5 (στο εξής «ο αιτητής-εναγόμενος» ή «ο αιτητής» ή «ο εναγόμενος») επιζητεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 5.3.2013, με το οποίο δόθηκε άδεια στους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση στον αιτητή καθώς και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ως παράτυπης και/ή ως αντικανονικής και/ή ως μη διενεργηθείσας δεόντως και εναλλακτικά ως διενεργηθείσας κατά τρόπο που δεν συνάδει με το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ.θ.1 και 4, Δ.16 θ. 9, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8

(4), 9 και 13 και Δ.51, τα άρθρα 1-69 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ο Νόμος 35 (ΙΙΙ) του 2003 που κυρώνει τη Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα άρθρα 10 και 249 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα άρθρα 1-26 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη-Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου, τα άρθρα 1-34 της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου Ν.55/84, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, σύμφωνα με την οποία το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει έναντι του δικαίου των χωρών Κρατών-Μελών, η Ευρωπαϊκή νομοθεσία καθώς και η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, ο δικηγόρος Αντώνης Παντέχης ως εξουσιοδοτημένος από τον αιτητή, επιζητεί ως η αίτηση, γνωρίζοντας όπως αναφέρει προσωπικά τα γεγονότα και αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης του σε αντίθετη περίπτωση. Η ένορκη δήλωση γίνεται από αυτόν λόγω του ότι ο αιτητής είναι Έλληνας υπήκοος, που διαμένει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία στις 3.5.2013 μεταξύ του αιτητή και των δικηγόρων Αντρέα Γιωρκάτζη, Νικόλα Θρασυβούλου και του ενόρκως δηλούντος, ενημερώθηκε ο τελευταίος ότι στις 29.4.2013 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών στη διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως 67, στη Νέα Ερυθραία στην Ελλάδα, φάκελος που όταν ανοίχθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από τον αιτητή, διαπιστώθηκε ότι περιείχε επιστολή ημερομηνίας 22.4.2013 των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους ενάγοντες, απευθυνόμενη στον αιτητή και σε 3 άλλα πρόσωπα με επισυνημμένα 2 έγγραφα που περιγράφοντο ως «πιστό αντίγραφο ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος» και «διάταγμα Δικαστηρίου» (βλ. Τεκμήριο 1). Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, στα παραδοθέντα έγγραφα δεν περιλαμβάνεται η μονομερής αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 20.2.2013 βάσει της οποίας εξασφαλίστηκε το προαναφερθέν διάταγμα ημερομηνίας 5.3.2013, ενόσω αντίγραφο της εν λόγω αίτησης εξασφαλίστηκε στις 5.6.2013 μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρων του αιτητή προς τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση. Υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος και ως πληροφορείται από τον δικηγόρο Νικόλα Θρασυβούλου, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι το προαναφερθέν διάταγμα ημερομηνίας 5.3.2013 θα πρέπει να παραμεριστεί για τους ακόλουθους λόγους, ως συνοψίζονται: · η νομική βάση της μονομερούς αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 20.2.2013 δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης εφόσον απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς Αρ. 44/2001 και Αρ.1393/2007, ενόσω η αίτηση αυτή στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί λόγω της εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007 · δεν επιδόθηκε στον αιτητή η προαναφερθείσα μονομερής αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει ως προνοείται στη Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας · δεν επιδόθηκε στον αιτητή το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο όπως προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 1393/2007 · το προαναφερθέν διάταγμα ημερομηνίας 5.3.2013 κατά το μέρος που αφορά την υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων δεν προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 1393/2007 και/ή εκδόθηκε χωρίς εξουσία από το Δικαστήριο και/ή κατά παράβαση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού καθώς και κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 55/84 · η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 5.3.2013 δεν έγινε στον αιτητή ως ρητά αυτό προνοούσε, αλλά σε άλλο πρόσωπο και περαιτέρω δεν έγινε μέσω των αρμοδίων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προνοείται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 1393/2007 και/ή στο Νόμο 55/84 και είναι ως εκ τούτου άκυρη και · η ένορκη δήλωση των εναγόντων ημερομηνίας 20.2.2013 που υποστηρίζει την υπό αναφορά μονομερή τους αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους τους και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή της γνώσης της είναι γενική και αόριστη. Η ειδοποίηση για την πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων ημερομηνίας 8.10.2013 έχει παρόμοια νομική βάση με την αίτηση, περιέχοντας επίσης τις Δ.17 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60και ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση παραμερισμού του επίδικου διατάγματος εφόσον δεν κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης, είτε με είτε χωρίς διαμαρτυρία, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη Δ.16 θ. 9, διάδικος που αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή την επίδοση θα πρέπει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης με επιφύλαξη χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου · η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με τη συμπερίληψη στην μονομερή αίτηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, των άρθρων 3 και 9 του Κεφ. 6 και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, η δε παράλειψη αναφοράς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών αποτελεί απλή παρατυπία χωρίς συνέπειες ακύρωσης της μονομερούς αίτησης και/ή της νομικής της βάσης · οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν καταστεί ανενεργοί καθόσον οποιαδήποτε τροποποίησή τους μπορεί να γίνει μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 163 του Συντάγματος · είναι δυνατή η επίδοση τόσο της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος όσο και του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος σε χώρες Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση την Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Δικαστήριο με το σχετικό πιο πάνω διάταγμα επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει παρατυπία · η μονομερής προαναφερθείσα αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 στάληκε στους δικηγόρους του αιτητή, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία να έχει θεραπευθεί και εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να ζητήσουν από το Δικαστήριο σχετικές οδηγίες δυνάμει της Δ.64 θ.θ.1-2 · ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να ζητήσει, πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αντίγραφο της μονομερούς αίτησης και/ή να ερευνήσει το φάκελο του Δικαστηρίου και εφόσον δεν το έπραξε εμποδίζεται από του να εγείρει το θέμα · η επίδοση δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007 μέσω των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν είναι αποκλειστικής μορφής ούτε εφαρμόζεται κατ' αποκλεισμό της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που πηγάζει από το Κυπριακό Σύνταγμα, το Κεφ. 6, τον Ν.14/60 και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού · η υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων δεν έγινε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 55/84 στο βαθμό που βρίσκεται σε ισχύ ενόψει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών Αρ. 44/2001 και Αρ. 1393/2007 · το επίδικο διάταγμα δεν προνοούσε την επίδοση στον αιτητή αλλά για επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων με παράδοση στις εγκριθείσες διευθύνσεις και · η μονομερής προαναφερθείσα αίτηση είναι καθόλα νομότυπη και δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία ή αντικανονικότητα στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, η Νικολέττα Νικολάου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, ούσα δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτήν, γνωρίζοντας τα γεγονότα από οδηγίες που έλαβε από τους ενάγοντες και έχουσα ανάλογη νομική συμβουλή καθώς και έχοντας διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αρνείται τις θέσεις του αιτητή και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης ως παρατέθηκαν πιο πάνω, επισυνάπτει αντίγραφα των επιστολών και εγγράφων που επιδόθηκαν στον αιτητή ως Τεκμήριο 1 και της μονομερούς αίτησης που απεστάλη στους δικηγόρους του αιτητή ως Τεκμήριο 2, ζητά δε την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι, με τις γραπτές τους αγορεύσεις, υιοθέτησαν τις αντίστοιχες θέσεις τους, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και με αναφορά σε νομολογία. Σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή-εναγόμενου, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει αφενός λόγω της παράλειψης συμμόρφωσης με τη Δ.48 θ.13, εφόσον ως είναι αναμφισβήτητο η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 δεν επιδόθηκε στον αιτητή και αφετέρου συνεπεία της παράλειψης αναφοράς στην εν λόγω αίτηση των Ευρωπαϊκών Κανονισμών (ΕΚ) Αρ. 44/2001 και Αρ. 1393/2007 που είναι καταλυτικής σημασίας, εφόσον οι εν λόγω Κανονισμοί αποτελούν μέρος του ημεδαπού δικαίου με αυξημένη ισχύ έναντι των Νόμων και Κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας συμπεριλαμβανομένων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και ειδικότερα της Δ.6. Ως υποστήριξε ο συνήγορος, αυτές οι παραλείψεις δεν αποτελούν απλές παρατυπίες που θα μπορούσαν να θεραπευθούν δυνάμει της Δ.64, δεδομένου και ότι η εν λόγω μονομερής αίτηση στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργοί λόγω της θέσπισης του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007. Περαιτέρω, δεν επιδόθηκε στον αιτητή το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 1393/2007, η δε υποκατάστατη επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων αντίκειται στον ίδιο Ευρωπαϊκό Κανονισμό καθώς και στο Νόμο 55/84, πέραν του ότι η επίδοση του εκδοθέντος (δυνάμει της εν λόγω μονομερούς αίτησης) διατάγματος ημερομηνίας 5.3.2013 δεν έγινε στον αιτητή αλλά σε άλλο πρόσωπο. Επισημαίνεται, επίσης, η αντικανονικότητα και/ή παρατυπία της ένορκης δήλωσης των εναγόντων που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 και απορρίπτονται οι αντίθετες θέσεις των εναγόντων, όπως προβάλλουν στην ένσταση, με τη θέση ότι είναι δυνατό να καταχωρηθεί αίτηση παραμερισμού και ακύρωσης της επίδοσης χωρίς να είναι αναγκαία η καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους εναγόμενου, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετα, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων εισηγήθηκε ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση παραμερισμού του διατάγματος και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εφόσον δεν κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Κατά τη συνήγορο, παρά το ότι η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 δεν είχε επιδοθεί στον αιτητή, στάληκε στους δικηγόρους του, οπότε η οποιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί εφόσον σύμφωνα με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οποιαδήποτε τυχόν μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς είναι θεραπεύσιμη, η δε καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εφόσον ο αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της διαδικασίας. Απορρίπτοντας όλες τις εισηγήσεις του συνηγόρου του αιτητή, ως παρατέθηκαν πιο πάνω, η συνήγορος επεσήμανε ότι οι προαναφερθέντες Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί δεν είναι αποκλειστικής μορφής και η άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν αποκλείεται με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι σύμφωνα με το Κυπριακό Σύνταγμα μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει τους διαδικαστικούς Κανονισμούς της δικαστικής διαδικασίας. Η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας έγινε νομότυπα στον αιτητή και σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.3.2013 και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με κριτήριο το γεγονός ότι ο αιτητής έχει λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον του. Πριν από την ενασχόληση με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αίτησης, επισημαίνεται ότι με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, που καταχωρήθηκε στις 27.8.2012, οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες απαιτούν εναντίον 20 εναγομένων (μεταξύ των οποίων κάποιοι είναι κάτοικοι Κύπρου και κάποιοι κάτοικοι εξωτερικού), διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων / δανείου / αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης περί το 2008 ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου λόγω απάτης / δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης / ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης περί τον Απρίλιο/Μάιο του 2008 και μετέπειτα, καθώς και αποζημιώσεις στην κλίμακα Άνω των €2.000.000 τόσο βάσει απάτης και/ή δολίων και λοιπών παραστάσεων ως πιο πάνω παρατέθηκε, όσο και/ή λόγω παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου / εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνομωσία και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας καθώς και για παράβαση προνοιών του Νόμου περί Εταιρειών και λοιπών σχετικών Νόμων και σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων / ομολόγων δυνάμει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή Πρόσκλησης και/ή άλλως πως, ως και για παραβίαση ή παράλειψη καθήκοντος και/ή δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος και την επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στην εναγομένη 1 Τράπεζα, πλέον τόκου και εξόδων. Επισημαίνεται ότι σε χρόνο προγενέστερο της επιφύλαξης της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, η αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και απορρίφθηκε εναντίον των εναγομένων 7, 14, 15, 17 και 18. Όπως προκύπτει από τη Δ.16 θ.9, που αποτελεί τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, είναι δυνατή η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου, με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος. Η διαμαρτυρία του εναγόμενου ως προς την επίδοση κλητηρίου εντάλματος που καταχωρείται εναντίον του μπορεί να εκδηλωθεί και κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την παράλληλη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης εντός τακτού χρονικού διαστήματος. (βλ. σχετικά Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090). Στην απόφαση G.J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trad. Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2064, αφού έγινε αναφορά στις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις λέχθηκε ότι η λήψη άδειας για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αλλά και η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου μετά από καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνεται σε εύλογο χρόνο, και πιο συγκεκριμένα άμεσα και κατά προτεραιότητα, διαφορετικά θέματα ενστάσεων θα μπορούσαν να εγείρονται για εξέταση οποτεδήποτε το επιθυμούσε ο εναγόμενος, κάτι που είναι αντίθετο με το σκοπό της εν λόγω διαδικασίας. Αντίστοιχη της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.12 θ.30 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Στα Rules of the Supreme Court, The Annual Practice 1958 Volume 1, σχετικά με τη Δ.12 θ.30 στη σελ. 198 αναφέρονται τα εξής: « The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. ........ Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings.» Συνάγεται από τη νομολογία ότι αν δεν ληφθεί μετά από μονομερή αίτηση άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, θα πρέπει να καταχωρηθεί, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του. Η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία σχετίζεται με την δυνατότητα εκπροσώπησης του διαδίκου σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό το φως των σχετικών διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Δ.3 και Δ.16 θ.11) που διέπουν την εκπροσώπηση διαδίκου από δικηγόρο και καθιστούν την καταχώρηση διοριστηρίου δικηγόρου προϋπόθεση για την εκπροσώπηση διαδίκου από αυτόν, όπως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α. v. Rutman
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1787. Ωστόσο, ως προκύπτει από τη λεκτική της διατύπωση, η Δ.16 θ.9 επιτρέπει σε ένα εναγόμενο, προτού καταχωρήσει εμφάνιση, να καταχωρήσει αίτηση με κλήση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος (βλ. σχετικά Blue Island Hold. Ltd v. Lefkaritis Bros (Mar.) Ltd κ.α
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2033). Η δυνατότητα καταχώρησης τέτοιας αίτησης, χωρίς εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία, προβάλλει ως εξαίρεση στον κανόνα καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους εναγόμενου, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 Volume 1, στη σελίδα 181, όπου επίσης στη σελίδα 183 αναφέρεται ότι εμφάνιση υπό διαμαρτυρία μπορεί να καταχωρηθεί για να εμποδίσει την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, όταν υπάρχει καλή τη πίστει πρόθεση να γίνει αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του στη βάση της αντικανονικότητας αυτών ή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Στην παρούσα υπόθεση ο αιτητής κατεχώρησε την υπό κρίση αίτηση χωρίς να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, ούτε και αιτήθηκε από το Δικαστήριο άδειας για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την παράλληλη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης εντός τακτού χρονικού διαστήματος, που αποτελεί τη συνήθη πρακτική. Παρά ταύτα, με βάση όσα πιο πάνω παρατέθηκαν, ο τρόπος που ο αιτητής επέλεξε να προβάλει τη θέση του για αντικανονικότητα της προς αυτόν γενομένης επίδοσης, δεν καθιστά άκυρη την παρούσα αίτηση και η σχετική εισήγηση της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων δεν μπορεί να ευσταθήσει. Εξετάζοντας, στη συνέχεια, τους λόγους παραμερισμού και ακύρωσης της διενεργηθείσας επίδοσης και του διατάγματος που επέτρεψε την εν λόγω επίδοση, όπως προβάλλονται από τον αιτητή, θεωρώ ότι αυτοί δεν μπορούν να επιτύχουν. Παρά το ότι δεν έχει τεθεί θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, επισημαίνεται ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 20.2.2013 για να δοθεί άδεια για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθώς και υποκατάστατης επίδοσης με παράδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μετά πιστού αντιγράφου του εκδοθέντος διατάγματος, μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) σε συγκεκριμένες διευθύνσεις, που μεταξύ άλλων αφορούν τον εναγόμενο 5, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας όπως εκδικάσει την αγωγή, εφόσον η ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνήφθη εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπου προέκυψε και η βάση της αγωγής (βλ. άρθρα 2 και 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60). Προσβάλλεται με την παρούσα αίτηση η χορηγηθείσα άδεια για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και το σχετικά εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 5.3.2013, καθώς και ο τρόπος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας που έγινε βάσει του εν λόγω διατάγματος του Δικαστηρίου με υποκατάσταση επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 20.2.2013, της νομίμου εκπροσώπου των εναγόντων (βλ. και τα πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 2.1.2013 που επισυνάπτονται σ' αυτήν ως Τεκμήριο 1), η οποία κατεχωρήθη προς υποστήριξη της εν λόγω μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας προς έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος, αναφέρεται ότι (μεταξύ άλλων εναγομένων) ο εναγόμενος 5 είναι απαραίτητος διάδικος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 Τράπεζας κατά το έτος 2008 (βλ. σελίδα 12 του Τεκμηρίου 6) και η αγωγή ηγέρθη λόγω παράβασης σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή αφορά αστικά αδικήματα, με επισύναψη αντιγράφου μέρους των Ενημερωτικών Δελτίων της εναγομένης 1 Τράπεζας που εκδόθηκαν τα έτη 2008 και 2012 ως Τεκμηρίων 6 και 6Α, αντίστοιχα. Περαιτέρω, με αναφορά στις κατά τον ισχυρισμόν της ενόρκως δηλούσας ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις καθώς και παραλείψεις υπαλλήλων της εναγομένης 1 Τράπεζας προς τους ενάγοντες, που έγιναν κατόπιν οδηγιών του Διοικητικού της Συμβουλίου κατά τον εν λόγω χρόνο, για αγορά των αξιογράφων εκ μέρους των εναγόντων (βλ. και Τεκμήρια 7 και 8), παρατίθενται οι αξιώσεις των εναγόντων καθώς και οι νομικές πρόνοιες που διέπουν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και υποστηρίζεται ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση και είναι αναγκαία η επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου λόγω του ότι ο εναγόμενος 5, μεταξύ άλλων εναγομένων, είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, καθώς και ότι η υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων είναι η πιο κατάλληλη για την περίπτωση. Κρίνεται εν προκειμένω ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή παρατυπία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, η οποία έγινε από την ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των εναγόντων, γνώστη των γεγονότων και με την παράθεση σχετικών Τεκμηρίων, δυνάμει της Δ.39 θ.2 (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 808), επισημαίνοντας και ότι κατά τα κριθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 829, μετά τη γενική αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας με τη τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου του 2004, η σημασία της προϋπόθεσης περί αποκάλυψης της πηγής της γνώσης του ομνύοντος έχει μειωθεί. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση και στα επισυνημμένα σ' αυτήν Τεκμήρια περιέχονται τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία συνάγεται το αντικειμενικό συμπέρασμα αποκάλυψης αιτίας αγωγής, χωρίς βέβαια να αξιολογείται από το Δικαστήριο η ουσιαστική αξία τους, και στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη Δ.6 θ.θ. 1 και 4 και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα (βλ. Nozaki & Co Ltd κ.α. ν. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(Α) A.Α.Δ. 447 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1584). Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αιτητή παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Περαιτέρω, από τα γεγονότα που αναφέρονται τόσο στην υπό κρίση αίτηση όσο και στην ένσταση, προβάλλει ότι το μονομερώς, ως πιο πάνω, εκδοθέν διάταγμα δυνάμει της Δ.6 θ.θ.1, 4-6 και των Δ.5 θ.9 και Δ.5Α, εφαρμόστηκε επακριβώς εκ μέρους των εναγόντων. Όπως αυτό προέβλεπε, επεδόθη στον αιτητή, στη συγκεκριμένη διεύθυνση του, μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service), πιστό αντίγραφο του διατάγματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος (βλ. Jones κ.α. ν. Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Η ειδοποίηση εκδόθηκε λόγω του ότι ο εναγόμενος 5 δεν είναι Κύπριος πολίτης και επιδόθηκε δυνάμει της Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία όταν ένας εναγόμενος δεν είναι Κύπριος πολίτης θα πρέπει να του επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στον τύπο που καθορίζεται στους Θεσμούς και όχι το ίδιο το κλητήριο. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Ε. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 A.A.Δ. 716, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται η επίδοση του ίδιου του κλητηρίου, το οποίο έχει επιτακτική μορφή αλλά θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε μη Κύπριο πολίτη. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι, όπως έχει νομολογηθεί, μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, κρίθηκε ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει υποκατάστατη επίδοση και στις περιπτώσεις που παρέχεται άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας. Το κριτήριο είναι κατά πόσο υπάρχει λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, να περιέλθει το κλητήριο ένταλμα υπόψη του εναγόμενου. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ μέρους του αιτητή ότι, ο σχετικός φάκελος που παρεδόθη στη διεύθυνση ως προέβλεπε το διάταγμα, ανοίχθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από τον αιτητή, είναι θέμα που αφορά αποκλειστικά τον ίδιο, ο οποίος δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει να γίνει κάτι τέτοιο εφόσον τα έγγραφα στάληκαν επ' ονόματι του. Αναφορικά με τις εισηγήσεις εκ μέρους του αιτητή για ακύρωση του διατάγματος και της επίδοσης που έγινε σ' αυτόν, λόγω της μη εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007, έχω την άποψη ότι, η ύπαρξη του εν λόγω Κανονισμού, ο οποίος δεν χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση ή παραμερισμό του διατάγματος ή της επίδοσης, μόνο αν εθεωρείτο ότι οι χρησιμοποιηθείσες διατάξεις του εθνικού δικαίου για την επίδοση της αγωγής είναι καταφανώς αντίθετες με το πνεύμα του Κανονισμού αυτού ή δημιουργήθηκε αδικία ή ζημιά ή παραπλάνηση στον αιτητή συνεπεία της μη εφαρμογής του. Είναι ουσιώδες ότι στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες απετάθησαν στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση τους εν ισχύ Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, 5, 5 Α, 6 και 48 και το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που ως πιο πάνω παρατέθηκε έχουν τηρηθεί. Η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή-εναγόμενου ότι η μονομερής αίτηση στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που έχουν καταστεί ανενεργοί δεν μπορεί να ευσταθήσει, όπως σαφώς συνάγεται και από την λεπτομερή επί του θέματος ανάλυση που έγινε στην πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 387/2011, ημερομηνίας 17.10.2014, στην οποία ο συνήγορος επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου. Όπως τονίστηκε στην εν λόγω απόφαση, εφόσον δεν έχουν ρητά τροποποιηθεί ή καταργηθεί οι σχετικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να εκλείψουν από το δικονομικό πλαίσιο των Θεσμών, «δεν νοείται έμμεση τροποποίηση ή κατάργηση» αυτών. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι «Ούτε και η τροποποίηση του Συντάγματος με το Νόμο αρ. 127(Ι)/2006 και την ενσωμάτωση σ' αυτό του Άρθρου 1Α, διαφοροποιεί τα πράγματα διότι ο Κανονισμός 1393/2007 έχει βεβαίως νομική ισχύ στη Δημοκρατία, που είναι και η ρητή πρόνοια του εν λόγω Άρθρου, αλλά δεν σημαίνει ότι αντικαθιστά την ημεδαπή δικονομία σ' όλες τις εκφάνσεις της.». Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, κρίνεται ορθή η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή ότι με τη θέσπιση του ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Αρ. 1393/2007 ισχύει άμεσα στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., Πολ. Εφ. Ε23/2013 κ.α., ημερομηνίας 13.9.2013, όπου η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είχε γίνει δυνάμει του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Ο δεύτερος Κανονισμός (ΕΚ 1393/2007) είναι πιο εξειδικευμένος και αφορά ευθέως στον τρόπο επίδοσης και κοινοποίησης δικαστικών (judicial) και εξωδίκων (extra-judicial) «πράξεων» (documents) σε αστικές υποθέσεις, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Κανονισμού, παρ.
(1):- «
(1)Η Ένωση επιδιώκει τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και προς τούτο θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.» Για διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς επιδιώκεται με τον ΕΚ 1393/2007 «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων (πράξεων) (παράγραφος 2 προοιμίου). Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ΕΚ, προβλέπεται ότι η άρνηση της επίδοσης θα πρέπει να είναι δυνατή «σε εξαιρετικές μόνο καταστάσεις» (παράγραφος 10 προοιμίου) και ότι θα πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί «εφόσον η πράξη (το έγγραφο) δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη.» (παράγραφος 12 προοιμίου). Επίσης στην παράγραφο 23 αναφέρεται ότι ο Κανονισμός «υπερισχύει άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη». Όμως αναφέρεται ότι «ο Κανονισμός δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση των διαβιβάσεων των πράξεων, εφόσον συνάδουν με τις διατάξεις του». Η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων και βεβαιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του ΕΚ, γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο», εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν και «όλες οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες είναι ευανάγνωστες». ...................... Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι εκείνο που προσπαθεί ο ΕΚ 1393/2007 να εξισορροπήσει, είναι τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (βλ. Weiss und Partner GbR v. Industrie- und Handelskammer Berlin Case C-14/07, [2008] ECR I-3367 και γνωμάτευση Γενικού Εισαγγελέως κ. Y. Bot στην Alder v. Orlowski [2012] EUECJ, C-325/11 (ημερ. 20.9.2012), καθώς και την απόφαση του ΔΕΕ στην ομώνυμη υπόθεση C-325/11, ημερ. 4.3.2013).» Όπως τονίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα της εν λόγω απόφασης, ο υπό αναφορά Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Κρίθηκε, επίσης, στην εν λόγω απόφαση ότι, δεδομένου ότι ο Κανονισμός αυτός δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδίδονται είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε εν τέλει ότι τα παράπονα των εφεσιβλήτων για κακή επίδοση στις υποθέσεις εκείνες, ήταν τυπολατρικά και τυχόν αποδοχή τους θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007 αλλά και με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον σημασία έχει κατά πόσο το κλητήριο και η ειδοποίηση, που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων. Θεωρώντας ωστόσο ότι το θέμα της μη επίδοσης της Βεβαίωσης που προβλέπεται από τον εν λόγω Κανονισμό και οι επιπτώσεις της μη επίδοσης αυτής της Βεβαίωσης απαιτούσε την ερμηνεία του Κανονισμού αυτού, η οποία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέπεμψε στο Δικαστήριο αυτό (ΔΕΕ) τρία προδικαστικά ερωτήματα, προτού αποφασιστεί τελεσίδικα το θέμα στις προαναφερθείσες Εφέσεις. Ως προβάλλει από τα πιο πάνω, είναι σαφές από το κείμενο του εν λόγω Κανονισμού ότι, σκοπός της θέσπισης του είναι η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων προς διευκόλυνση των διαδικασιών. Όπως, επίσης, συνάγεται από τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω), οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βρίσκονται σε ισχύ και εφαρμόζονται μετά την θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ.1393/2007, με τρόπο ώστε να μην εξουδετερώνεται ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (βλ. σχετικά σελίδες 25-27 της εν λόγω απόφασης), προσέγγιση που συνάδει και με το σκεπτικό της απόφασης της πλειοψηφίας στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd (πιο πάνω). Συνεπώς, πέραν του ότι στο κείμενο του εν λόγω Κανονισμού δεν αναφέρεται ότι εφαρμόζεται κατ' αποκλειστικότητα, δεν θα μπορούσε, με βάση τον σκοπό του, να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του και μόνο, σε περίπτωση που δεν έχει χρησιμοποιηθεί, οδηγεί σε ακύρωση οποιασδήποτε επίδοσης που έγινε με βάση τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι αφενός είναι σε ισχύ εφόσον ουδέποτε κατηργήθησαν (βλ. και την απόφαση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd (πιο πάνω)) και αφετέρου έτυχαν επίκλησης και εφαρμογής για την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτή η προσέγγιση θεωρώ ότι βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στην αναφορά που γίνεται στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., (πιο πάνω), ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται μέσα στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ.1393/2007 αλλά και από την ακόλουθη κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
  1. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση.» Δεν παραγνωρίζεται άλλωστε ότι παρόλο ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Αρ. 1393/2007 δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 20.2.2013, στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει γίνεται αναφορά στον Κανονισμό αυτό, με την επισήμανση ότι επιζητείτο υποκατάστατη επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων που είναι ανάλογη των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Όπως δε έχει ήδη επισημανθεί, στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος θεωρείται ισοδύναμο του κλητηρίου εντάλματος έγγραφο (βλ. και την απόφαση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd (πιο πάνω)). Όσον αφορά τον προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης της επίδοσης λόγω του ότι, μαζί με την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και το εκδοθέν διάταγμα, δεν επιδόθηκε στον αιτητή και η μονομερής προς έκδοση του αίτηση με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευσε, κρίνεται ότι παρά την αναγκαιότητα επίδοσης της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνόδευσε ως προνοείται στη Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η παράλειψη αυτή των εναγόντων δεν αποτελεί ικανό λόγο για παραμερισμό της επίδοσης. Συνεπεία του παραδεκτού δεδομένου ότι αντίγραφο της εν λόγω αίτησης με την σχετική ένορκη δήλωση απεστάλη στους δικηγόρους του αιτητή στις 5.6.2013, οποιαδήποτε τυχόν αντικανονικότητα έχει αυτοθεραπευθεί. Άλλωστε η παράλειψη αυτή των εναγόντων, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης εφόσον δεν συνδέεται με ερημοδικία του εναγόμενου, είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 και δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα της επίδοσης ως λεπτομερειακά επεξηγείται στο πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω): «Οι επιπτώσεις από τη μη επίδοση της μονομερούς αίτησης Η νομική βάση για επίδοση της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός Κύπρου είναι η Δ.48 θ.13 η οποία προβλέπει ότι:- «
  2. Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.»] Κατά την κρίση μας η πιο πάνω πρόνοια των θεσμών, η οποία έτυχε ανάλυσης στην υπόθεση Earlsfield, ανωτέρω, τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Επομένως η αντίστοιχη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι ορθή. Η σημασία της επίδοσης της αίτησης σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίσταται δεσμευτικό για τον εναγόμενο, επεξηγήθηκε στην Earlsfield Steel, ανωτέρω και περιοριζόμαστε να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα, χωρίς να χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο:- «Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θ.θ.12 και 13.» Όμως εκεί που η Earlsfield Steel, ανωτέρω, διαφέρει, είναι ως προς τις επιπτώσεις. Εκεί τα θέματα κρίθηκαν αυστηρά με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙ)/
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, τα θέματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007, όπως το έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως, εκείνο που διαφέρει εδώ είναι οι επιπτώσεις από τυχόν παραβάσεις. Με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 θ.13 θα πρέπει να αναζητηθούν οι συνέπειες. Ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 θ.12). Όμως η παράβαση της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του ΕΚ 1393/
  2. Με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε εύκολα να θεραπευθεί, εάν δεν διαπιστώνονταν άλλα σημαντικά κωλύματα, με την εκ των υστέρων επίδοση του εγγράφου που δεν επιδόθηκε. Διαφορετική προσέγγιση δεν θα ήταν σε αρμονία με τον ΕΚ 1393/2007 ο οποίος θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 4.3.2013, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1Β ΑΑΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη.» Επί του προκειμένου, βέβαια, η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή- εναγόμενου περί ακυρότητας της διενεργηθείσας επίδοσης βασίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα της πρόσφατης απόφασης της πλειοψηφίας στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd (πιο πάνω), όπου λέχθηκαν τα εξής: «Όσον αφορά την παράβαση της Δ.48 θ.13, η οποία επιβάλλει την επίδοση ταυτόχρονα με το διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση, και της ίδιας της μονομερούς αιτήσεως, μαζί με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της, το μόνο που οφείλεται να τονισθεί είναι ότι το λεκτικό της είναι σαφές και επιτακτικό και δεν χωρεί απόκλιση από αυτό ώστε η απόκλιση αυτή να θεωρείται θεραπεύσιμη κάτω από τη Δ.64 ως παρατυπία.» Έχοντας μελετήσει την εν λόγω πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας, που αποφάνθηκε, μετά από εμπεριστατωμένη ενασχόληση, ότι οι σχετικοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας ισχύουν και μετά τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007, θεωρώ ότι όσα αναφέρθηκαν στο πιο πάνω απόσπασμα αποτελούν επισήμανση ή σχόλιο, που αφορούσε την υπόθεση εκείνη, χωρίς να έχει ανατραπεί η νομολογιακή αρχή που τέθηκε για το θέμα από την υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω). Το αντίθετο θα μπορούσε να λεχθεί μόνο αν η σύνθεση του Εφετείου στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd (πιο πάνω) είχε ασχοληθεί με το αιτιολογικό (ratio decidendi) της υπόθεσης Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω) και αφού το εξέταζε, να κατέληγε ότι είναι λανθασμένο και ακολούθως να ανέτρεπε την εν λόγω νομολογιακή αρχή. Όπως προκύπτει από την υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου ο συνήγορος του αιτητή, τα πρωτόδικα Δικαστήρια δεσμεύονται από την τελευταία, πιο πρόσφατη, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον αυτή ασχολήθηκε και δεν αποδέχθηκε την προηγούμενη συγκρουόμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση, όπως διαφαίνεται στην τελευταία προαναφερθείσα απόφαση της πλειοψηφίας, όχι μόνο δεν ανετράπη η προγενέστερη, αντίθετη επί του ιδίου θέματος απόφαση υπό διαφορετική σύνθεση, αλλά ούτε γίνεται καν αναφορά σ' αυτήν, οπότε υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, που κρίνονται προσομοιάζοντα με την υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω), η πιο πρόσφατη απόφαση δεν θεωρείται δεσμευτική (βλ. Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)). Όπως ήδη επισημάνθηκε, από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προβάλλει ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης δεν συνδέεται με οποιαδήποτε ερημοδικία του αιτητή στην αγωγή, όπως και στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω), με αποτέλεσμα αυτή να είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.
  1. Ενόψει και της αυτοθεραπείας της αντικανονικότητας, εφόσον αντίγραφο της εν λόγω αίτησης με την σχετική ένορκη δήλωση παρελήφθη από τους δικηγόρους του αιτητή πριν από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, εκδίδεται αυτεπαγγέλτως διάταγμα απαλλαγής της παρατυπίας, κατά τα κριθέντα στην απόφαση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 63/2010, ημερομηνίας 17.12.
  2. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από τις περιπτώσεις μη σφράγισης του κλητηρίου αλλά και μη εξασφάλισης άδειας επίδοσης εκτός της δικαιοδοσίας, οι οποίες, όπως έχει κριθεί, δεν αφορούν τεχνικά θέματα αλλά θέματα δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων που δεν μπορούν να διορθωθούν κατ΄ επίκληση των προνοιών της Δ.64 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 730 και Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863). Στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A. (πιο πάνω), όπου δόθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας χωρίς να προκύπτει από το φάκελο ότι είχε ληφθεί και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 454: «... η αντικανονικότητα της επίδοσης δεν θα μπορούσε να διορθωθεί εκ των υστέρων και αναδρομικά βάσει της Δ.64 παρά μόνο με την ενδεχόμενη εξασφάλιση νέου διατάγματος επιτρέποντος επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κυρίως όμως η αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν είναι απλώς θέμα θεσμών, ώστε παρέκκλιση από αυτούς να μπορούσε ενδεχόμενα να θεραπευθεί με εφαρμογή της Δ.64, αλλά θέμα νόμου, όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Παρέκκλιση από τις πρόνοιες του άρθρου 3 δεν μπορεί να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 που αφορά μόνο δικονομικές παρεκκλίσεις.» Αποτελεί, άλλωστε, ουσιώδη και καθοριστική διαπίστωση ότι, παρόλο ότι στην παρούσα περίπτωση η επίδοση δεν έγινε δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ.1393/2007, ο αιτητής-εναγόμενος έχει λάβει γνώση της εναντίον του αγωγής, χωρίς να εγείρεται θέμα εκ μέρους του ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς ούτε έχει επικαλεστεί ο αιτητής οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά ή παραπλάνηση εξαιτίας του τρόπου της διενεργηθείσας επίδοσης. Ενόψει των πιο πάνω κριθέντων, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των επιτυχόντων διαδίκων, καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και εναντίον του αιτητή-εναγόμενου 5, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.).......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.