Μιχάλης Αχιλλέως ν. Στέλιου Μεσομέρη, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Σταυρούλλας Μεσομέρη, Αρ. Αγωγής: 2568/2014, 15/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A449 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2568/2014 Μεταξύ: Μιχάλης Αχιλλέως Ενάγοντος και Στέλιου Μεσομέρη, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Σταυρούλλας Μεσομέρη (Αρ. Διαχ. 352/12) Εναγομένου _________________ 15 Δεκεμβρίου, 2014 Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κα Χαραλαμπίδου. Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: κα Δικωμίτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ EX TEMPORE Αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας είναι η αίτηση του εναγομένου για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών της έκθεσης απαιτήσεως. Ο ενάγων θεωρεί το αίτημα αδικαιολόγητο και γι' αυτό το λόγο προέβη σε καταχώριση ένστασης. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι επιβάλλεται να συνοψιστούν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα. Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαιϊκού μας συστήματος ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες και ουσιώδεις λεπτομέρειες των θεμάτων που επικαλούνται (βλ. Δ.19 κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Όπως επεξηγείται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718, 721, η συμπερίληψη τέτοιων γεγονότων είναι μείζονος σημασίας εφόσον σκοπεί σε προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και αποκαλύπτει την υπόθεση κάθε πλευράς ώστε, αφενός οι διάδικοι να μην καταλαμβάνονται εξαπίνης και αφετέρου το δικαστήριο να ασκεί επαρκή έλεγχο της δικαστικής διαδικασίας ώστε να μην οδηγηθεί σε ατραπούς ξένες των επίδικων θεμάτων που συνήθως εξυπηρετούν αλλότριους σκοπούς. Όπου όμως διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, το δικαστήριο κέκτηται εξουσία, είτε κατόπιν αιτήματος είτε ιδία βουλήσει, να διατάξει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Σχετικός εν προκειμένω είναι ο κ.6 της Δ.19 και η ερμηνεία που έλαβε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157, 161 όπου αναφέρθηκε ότι «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίνονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδεχθούν.» Ενόψει της φύσης του αιτήματος επιβάλλεται ενδελεχής εξέταση της αξίωσης του ενάγοντος. Όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως ο ενάγων είναι εργολάβος οικοδομών και ο εναγόμενος ιδιοκτήτης οικίας που βρίσκεται στη Βυζακιά. Επιπλέον, ο ενάγων διατείνεται ότι την 25.11.2011 οι διάδικοι συνομολόγησαν γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε τη συντήρηση και αποκατάσταση της διατηρητέας οικοδομής που ανήκει στον εναγόμενο. Είναι η θέση του ότι στο πλαίσιο τούτης της συμφωνίας οι διάδικοι συμφώνησαν πως για την εκτέλεση της εργασίας αυτής ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα το ποσό των €90.000,00 πλέον ΦΠΑ ανερχόμενο σε €13.500,00, δηλαδή συνολικό ποσό €103.500,
- Στη συνέχεια όμως, διατείνεται ο ενάγων, ο εναγόμενος ζήτησε αφαίρεση συγκεκριμένων εργασιών αξίας €3.200,00, κάτι το οποίο ο ίδιος απεδέχθη, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό, δηλαδή αξία εργασιών και ΦΠΑ, να μειωθεί σε €99.820,00 (βλ. παράγραφο 5 έκθεσης απαιτήσεως). Πέραν των πιο πάνω ο ενάγων υποστηρίζει ότι σε μεταγενέστερο στάδιο ο εναγόμενος του ανέθεσε την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, τις οποίες και απεδέχθη, και είναι περαιτέρω η θέση του ότι για αυτές τις εργασίες συμφωνήθηκε καταβολή επιπρόσθετου ποσού ύψους €8.083,00 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (βλ. παράγραφο 6 έκθεσης απαιτήσεως). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεως, αρχιτέκτων του έργου, διορισθείς από τον εναγόμενο, ήταν ο Σίμος Δρουσιώτης, ο οποίος εξέδιδε διατακτικά πληρωμής. Θέση του ενάγοντα είναι πως έχει στην κατοχή του σχετικά διατακτικά και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θα αναφερθεί λεπτομερώς. Εν κατακλείδι ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει για την προσφερθείσα οικοδομική εργασία. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν εξόφλησε την οικοδομική εργασία όπως ούτε τις επιπλέον εργασίες, με αποτέλεσμα σήμερα να οφείλει στον ενάγοντα ποσό €20.903,00 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ως υπόλοιπο δυνάμει της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25.11.2011 και των συμφωνηθέντων πρόσθετων (extra) εργασιών (βλ. παράγραφο 8 έκθεσης απαιτήσεως). Από το περιεχόμενο του φακέλου διαπιστώνεται ότι την 06.08.2014 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα με την οποία ζητούσε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των παραγράφων 5, 6 και 8 της έκθεσης απαιτήσεως. Τούτη η επιστολή καταχωρίστηκε στο φάκελο του δικαστηρίου, ως άλλωστε επιβάλλεται (βλ. Annual Practice 1958, Vol. 1, σελίδα 460, όπου αναφέρεται η αρμόζουσα διαδικασία κάτω από τον τίτλο Form of Particulars. Αναφέρεται εκεί ότι The Particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter. Σχετικός είναι και ο κ.7 της Δ.19 που ομιλεί για επιστολή που προηγείται της αίτησης (a party may apply for them by letter)). Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω εδώ τις λεπτομέρειες που ζητούντο με την επιστολή ημερομηνίας 06.08.2014, εφόσον πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό της επίδικης αίτησης. Υποδεικνύω μόνο ότι εφόσον ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε με την επιστολή που του απέστηλε ο εναγόμενος, ο τελευταίος καταχώρισε την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται έκδοση διατάγματος για παροχή ακριβώς των ίδιων λεπτομερειών που ζήτησε με την επιστολή που προηγήθηκε. Προτού παραθέσω τις λεπτομέρειες που ζητούνται υποδεικνύω ότι μέχρι στιγμής ο εναγόμενος δεν καταχώρισε υπεράσπιση και μάλιστα είναι τούτο ένα από τα στοιχεία που επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα ως λόγο διά τον οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Σε αυτό όμως θα αναφερθώ στη συνέχεια, για την ώρα υποδεικνύω πως οι λεπτομέρειες που ζητά ο εναγόμενος είναι οι ακόλουθες: «1.Παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης: α. Ποιες είναι οι εργασίες που αφαιρέθηκαν από το συμφωνητικό έγγραφο συνολικής αξίας €3.200,00 ως ο Ενάγων ισχυρίζεται. 2.Παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαίτησης: α. Ποιες είναι οι εργασίες που ο Εναγόμενος ανέθεσε στον Ενάγοντα να προβεί ως πρόσθετες εργασίες της αρχικής συμφωνίας ως ο Ενάγων ισχυρίζεται. β.Πως συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των €8.083,00 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ ως ο Ενάγων ισχυρίζεται. γ. Πως ο Εναγόμενος απεδέχθη το ποσό των €8.083,00 ως ο Ενάγων ισχυρίζεται.
- Παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης: α. Πως προκύπτει το ποσό των €20.903,00 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αποτελεί το υπόλοιπο βάσει της γραπτής συμφωνίας ημερ. 25.11.11 και βάσει της συμφωνηθείσας πρόσθετης (extra) εργασίας». Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου υποστήριξε ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι καθ' όλα απαραίτητες για την υπεράσπιση και πως δίχως τούτες η υπεράσπιση θα τεθεί σε μειονεκτική θέση, εφόσον θα τελεί στο σκοτάδι για εκείνο που καλείται να υπερασπιστεί. Ένας από τους λόγους, όπως συνάγεται από την αγόρευση της συνηγόρου του εναγομένου, είναι το γεγονός ότι ο εναγόμενος ενάγεται υπό τη ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης και συνεπώς δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα υποστηρίζει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι ο εναγόμενος απέτυχε να αποκαλύψει καλό λόγο που δικαιολογεί το αίτημα σε τούτο το στάδιο, δηλαδή πριν την καταχώριση της υπεράσπισης. Προτού ενδιατρίψω στο σχετικό ζήτημα είναι αναγκαίο να αναφέρω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Αυτό όμως δεν αποκαλύπτει πλημμέλεια. Τουναντίον, η Δ.48 κ.9(i) καθιστά σαφές ότι αίτηση ως η επίδικη είναι διά κλήσεως και δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση. Εντούτοις, πέραν της δικονομικής ρύθμισης τη δική τους σημασία έχουν και τα αναφερόμενα στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1B Α.Α.Δ.
- Στη σελίδα 814 αναφέρθηκε ότι. «Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 48, θ.1, 2 και 3 τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση που δεν καταφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται σε ένορκη ομολογία ή ένορκες ομολογίες που συνοδεύουν την αίτηση. Ο καταρτισμός της ένορκης δήλωσης πρέπει να συνάδει με τη Διαταγή 39, θ.
- (Και πιο κάτω) Μια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση ή δηλώσεις όταν τα απαραίτητα στοιχεία που θα δικαιολογήσουν την έκδοση ενός διατάγματος δεν περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι πηγή άντλησης γεγονότων είναι το περιεχόμενο του φακέλου και οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση. Αποτελεί δε αναγνωρισμένη αρχή ότι δεν νοείται εισαγωγή γεγονότων μέσω αγορεύσεων. Συνάγεται λοιπόν ότι σε κάθε περίπτωση που διάδικος προτίθεται να στηριχτεί επί ζητήματος που δεν είναι αμιγώς νομικό και τα ιδιαίτερα γεγονότα τούτου δεν αποκαλύπτονται από το φάκελο του δικαστηρίου, έχει υποχρέωση να υποστηρίξει το αίτημά του με ένορκο δήλωση. Σε διαφορετική περίπτωση τα γεγονότα που θα επικαλεστεί, ξένα όντας στο περιεχόμενο του φακέλου, θα αγνοηθούν εφόσον ουδέποτε τέθηκαν δεόντως ενώπιον του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση πέραν της ιδιότητας του εναγόμενου, δηλαδή ότι είναι διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, γεγονός που αποκαλύπτεται από τον τίτλο της αγωγής, άγνωστο παραμένει αν ο εναγόμενος είχε ή όχι σχέση με το αντικείμενο της αγωγής. Οι σχετικές αιτιάσεις της συνηγόρου του εναγομένου δεν συνιστούν μαρτυρία και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψιν. Παρόλα αυτά, η εξέταση του αιτήματος δεν τελματώνεται. Άλλωστε βασικός λόγος διά τον οποίο οι θεσμοί προβλέπουν ότι σε αίτημα ως το επίδικο παρέλκει αναγκαιότητα υποβολής ενόρκου δηλώσεως, είναι επειδή η εξέταση του αιτήματος εξαντλείται, συνήθως, σε νομική θεώρηση τούτου, εις αντιδιαστολή πραγματικής. Σε αυτό το πλαίσιο εμπίπτει και ο κ.8 της Δ.
- Γίνεται εκεί ρητή αναφορά ότι δεν διατάζονται λεπτομέρειες πριν την καταχώριση υπεράσπισης, εκτός εάν. «the Court or Judge shall be of opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered». Η φράση που εντοπίζεται στην κατακλείδα του κανονισμού 8, special reason, δεν περιορίζεται σε πραγματικό ζήτημα. Όσο κοινότοπο και αν ακούγεται αυτό, ο λόγος διά τον οποίο το πραγματεύομαι είναι γιατί ο ενάγων αφήνει να νοηθεί ότι εφόσον ο εναγόμενος δεν προέβη σε καταχώριση ενόρκου δηλώσεως, έπεται ότι απέτυχε να αποδείξει ειδικό λόγο (special reason). Είμαι της γνώμης ότι αυτή η θεώρηση του κανονισμού αγγίζει τη μια μόνο διάσταση του πράγματος. Ενίοτε ειδικός λόγος δεν είναι τίποτα άλλο από νομικό σημείο αναγκαίο για ορθολογιστική ανάπτυξη της αξίωσης του ενάγοντος. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Kapatais v. The London & Lancashire Insurance Co Ltd 4 C.L.R. 66, 72 στην οποία κρίθηκε ότι αξίωση εναντίον ασφαλιστικής εταιρείας για αποζημίωση ένεκα πυρκαγιάς, θέτει υποχρέωση στον ενάγοντα να αποδείξει θετικά το αίτιο της πυρκαγιάς και ως εκ τούτου να το δικογραφήσει, διαφορετικά να παράσχει λεπτομέρειες. Εν πάση περιπτώσει, ο κ.8 της Δ.19 δεν περιορίζεται σε ειδικό λόγο. Επιτρέπει έκδοση διατάγματος για παροχή λεπτομερειών σε αυτό το πρώιμο στάδιο, αν τούτες κριθούν αναγκαίες ή επιθυμητές. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αυτό που στην προκείμενη περίπτωση ζητά ο εναγόμενος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι λεπτομέρειες που ζητούνται σε σχέση με την παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως και άπτονται των εργασιών που σύμφωνα με τα εκεί ισχυριζόμενα οι διάδικοι αφαίρεσαν από τη συμφωνία τους, δεν είναι αναγκαίες σε αυτό το στάδιο. Λογική θεώρηση της έκθεσης απαιτήσεως φανερώνει ότι ο ενάγων δεν αξιώνει τούτο το ποσό. Μοναδικός λόγος διά τον οποίο δικογράφησε τούτο είναι η συνοχή της μαρτυρίας που ενδεχομένως να προσκομιστεί. Εν ολίγοις, επεξηγείται τοιουτοτρόπως ο περιορισμός της αξίωσης σε συσχετισμό με το ποσό που αρχικά συμφωνήθηκε, διαφορετικά άγνωστος θα παρέμενε, και ενδεχομένως μη δυνάμενος να αποδειχθεί, ο λόγος διά τον οποίο το τελικό ποσό που συμφωνήθηκε διαφέρει από εκείνο της αρχικής συμφωνίας. Μπορεί κανείς να εκλάβει το σχετικό ισχυρισμό και ως πλεονασμό που απλώς εξυπηρετεί τη συνοχή των διάφορων ισχυρισμών, εν προκειμένω του ισχυρισμού που προηγείται με εκείνο που έπεται. Αφήνω ανοικτό το ζήτημα κατά πόσο αυτή η λεπτομέρεια δυνατό να χρειάζεται να δοθεί μετά την καταχώριση της υπεράσπισης. Σε αυτό όμως το στάδιο δεν βλέπω κανένα λόγο που την καθιστά αναγκαία ώστε ο εναγόμενος να δύναται να υπερασπιστεί. Μια από τις βασικές θέσεις που προτάσσει ο ενάγων αρνούμενος τη χορήγηση λεπτομερειών, είναι πως οι υφιστάμενες λεπτομέρειες στην έκθεση απαιτήσεως επαρκούν και ότι ουσιαστικά εκείνο που επιδιώκεται με την αίτηση είναι αλίευση και αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 κάτω από τον τίτλο Immaterial Averment. «The Court will never order particulars of any immaterial allegation». Τι εστί ουσιώδες γεγονός - material fact - το πραγματεύεται η υπόθεση Kapatais, πιο πάνω, παραπέμποντας σε απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του
- Στη σελίδα 10 της απόφασης αναφέρεται ότι: «Under the heading "All Material Facts" in the Annual Practice, 1959, p. 447, the following is stated: "The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139 :— 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial ; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,
(1905)2 K.B. 399 ; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)". Again in Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, p. 86, under the question "What facts are material" the following appears: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defenses"». Ποια είναι όμως η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση; Όπως έχει υποδειχθεί ο ενάγων εδράζει μέρος της αξίωσής του σε πρόσθετες εργασίες. Η αναφορά πρόσθετες (extra) εργασίες συναρτάται με χρόνο άλλο από εκείνο της αρχικής συμφωνίας που είναι ημερομηνίας 25.11.
- Για του λόγου το ασφαλές παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος της αξίωσης. Στην παράγραφο 6 του κλητηρίου εντάλματος αναφέρεται ότι. «Μεταγενέστερα ο Εναγόμενος ανέθεσε στον Ενάγοντα όπως προβεί σε πρόσθετες εργασίες πλέον της αρχικής συμφωνίας». Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι τούτες οι εργασίες συμφωνήθηκαν σε δεύτερο χρόνο, δηλαδή άλλο από το χρόνο της αρχικής συμφωνίας, και επιπλέον, ως αντικείμενο είχαν εργασίες άλλες από εκείνες που αφορούσε η αρχική συμφωνία, εξ ου και αναφέρονται ως πρόσθετες. Περιττό βεβαίως να υποδειχθεί ότι όπου η αξίωση εδράζεται επί συμφωνίας πρέπει να δικογραφούνται οι βασικοί όροι αυτής, και ο χρόνος και ο τόπος σύναψής της (βλ. Πανίκος Α. Λεωνίδου ν. Σπυριδάκη, Πολ. Έφ. 64/2009, ημερομηνίας 19.7.2012 η οποία παραπέμπει στις πρόνοιες της Δ.19 κ.κ.18, 19 και 22). Πέραν τούτου εφόσον η αξίωση αφορά πρόσθετες οικοδομικές εργασίες έχω την αίσθηση ότι σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στους Halsbury's Laws Of England, 3η έκδοση, τόμος 3, σελίδα 475, παράγραφος 921 κάτω από τον τίτλο Obligations and liabilities in respect of extras. Αναφέρεται εκεί ότι: «
- Obligations and liabilities in respect of extras. Where a building or engineering contract contains provisions that alterations in, additions to, or omissions from the contract may be made, the effect is a matter of construction. Where it contains no such provisions the liability of the employer to pay for additional work done by the contractor depends upon various considerations. In such a case it is incumbent on the contractor to show that there was an intention on the part of the employer to enter into same new contract, and, in case the orders for the variation come from the architect, that he was authorized to give such orders. The word "extras" is employed to designate all works not expressly or impliedly described in the specification and plans. It appears to be question of construction for the judge to decide, in the case of a written contract, whether additional work is of the kind contemplated by the contract or outside and independent of it». Επιπλέον σχετική είναι και η παράγραφος 940 στη σελίδα 482 όπου αναφέρεται ότι: «
- When condition as to orders may be dipsensed with. The exceptional cases in which the contractor can recover for extras in the absence of orders given in the manner prescribed by the contract are the following:
(1)where there is a waiver or new contract to pay(i);
(2)where the work is not additional, but entirely outside the contract (u);
(3)where the employer has prevented the performance of the condition by fraud or otherwise(a);
(4)where a final and conclusive certificate has included the extras (b); or
(5)where there has been an improper refusal to give the orders (c). It might in certain circumstances be held to be a fraud on the part of an employer if he should request alterations and additions to be made, stand by and see the expenditure going on, take the benefit of the expenditure, and then refuse payment on the ground that the expenditure was incurred without proper orders having been given for the purpose (d). In such cae an implied promise to pay for the work done may be inferred(e)». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι οι πρόσθετες οικοδομικές εργασίες ενδέχεται να συνιστούν νέα και ξεχωριστή συμφωνία. Τέτοια συμφωνία έχει τη δική της αυτοτέλεια, δηλαδή διακρίνεται όχι μόνο από την αρχική συμφωνία αλλά και από κάθε επόμενη συμφωνία για πρόσθετες εργασίες. Δυνάμει όλων των πιο πάνω η απαίτηση του εναγομένου σε σχέση με την παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως κρίνεται απολύτως δικαιολογημένη. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτές οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για ολοκλήρωση της βάσης αγωγής (Formulating a complete cause of action)σε σχέση με τις πρόσθετες εργασίες. Κρίνω ότι είναι απολύτως αναγκαίο να πληροφορηθεί ο εναγόμενος ποιες είναι οι πρόσθετες εργασίες, πως συμφωνήθηκε η αξία τούτων, δηλαδή προφορικά ή γραπτώς και κατά τον ίδιο τρόπο υπό ποια μορφή της απεδέχθη ο εναγόμενος, δηλαδή προφορικά ή γραπτώς. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο που άπτεται του αιτητικού 2γ της επίδικης αίτησης, διευκρινίζω ότι αντιλαμβάνομαι πως οι λεπτομέρειες που ζητούνται δεν αφορούν μαρτυρία αλλά γεγονότα. Μπορεί αυτές να εμπεριέχονται στην προηγούμενη παράγραφο (2β της αίτησης). Λόγου χάριν αν τα μέρη υπόγραψαν νέα συμφωνία για πρόσθετες εργασίες και στο έντυπο αναφέρονταν οι εργασίες και η αξία κάθε μιας, είναι αντιληπτό ότι αυτό απαντά το σύνολο των λεπτομερειών που ζητά ο εναγόμενος σε σχέση με την παράγραφο 6 της έκθεσης απαιτήσεως. Αν όμως η τυχόν συμφωνία ήταν αποτέλεσμα αλληλογραφίας που τα μέρη αντάλλαξαν, τότε η δέσμευση του εναγομένου θα προκύπτει από την επιστολή αποδοχής που ο ίδιος απέστειλε. Είναι γι' αυτό και μόνο το λόγο που κρίνω ότι επιβάλλεται παροχή λεπτομερειών και για το πώς, δηλαδή τίνι τρόπω, ο εναγόμενος απεδέχθη το ποσό των €8.083,00 που αφορούν οι πρόσθετες εργασίες. Ανάλογη είναι η κατάληξή μου και για την παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως. Όπως έχει υποδειχθεί η αξίωση του ενάγοντα δεν εδράζεται σε μια μόνο συμφωνία. Επικαλείται και πρόσθετες εργασίες που συμφωνήθηκαν εκ των υστέρων της αρχικής συμφωνίας. Σε αυτό μάλιστα προστίθεται και ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι έχει στην κατοχή του και σχετικά διατακτικά πληρωμής που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας του έργου. Εύλογη λοιπόν είναι η απορία του εναγομένου, τίνι τρόπω προκύπτει το ποσό που αξιώνει ο ενάγων. Εν ολίγοις, είναι το σύνολο τούτου, ή έστω μέρος του, προϊόν τελικού διατακτικού πληρωμής ή όχι; Εάν ναι ποιο είναι τούτο το διατακτικό; Υποδεικνύω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία και τα συγγράμματα αξίωση που εδράζεται σε τελικό διατακτικό πληρωμής είναι ισχυρή και συνήθως δικάζεται συνοπτικά στα πλαίσια της Δ.18 (βλ. CY.E.M.S. v. The Central Co-operative Industries Co Ltd
(1982)1C.L.R. 897 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Καταλήγω συνεπώς ότι και αυτό το σκέλος των λεπτομερειών είναι απολύτως αναγκαίο ώστε ο εναγόμενος να είναι εις θέση να προβάλει την υπεράσπισή του. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδω διάταγμα ως οι παράγραφοι Α2 και 3 της αίτησης. Υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα επιδικάζονται και τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Τούτα τα έξοδα να καταβληθούν άμα αποπερατωθεί η αγωγή. Οι σχετικές λεπτομέρειες να παρασχεθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Πέραν όλων των ανωτέρω κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι ο εναγόμενος δεν ζήτησε να πληροφορηθεί την ημερομηνία ή ημερομηνίες που συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες που αφορούν οι πρόσθετες εργασίες και η έκθεση απαιτήσεως δεν παρέχει τέτοια πληροφόρηση. Αναφέρω τούτο εφόσον στη συνέχεια, συγκεκριμένα στην ακρόαση της αγωγής, αυτό το ζήτημα ενδέχεται να επανέλθει, διαπίστωση που αποκαλύπτει ότι τα επίδικα θέματα δεν έχουν οριοθετηθεί πλήρως. Αν αναφέρω τούτο είναι για προβληματισμό και των δύο πλευρών ως προς την παραπέρα πορεία της αγωγής και τυχόν διορθωτικά μέτρα που επιβάλλεται να ληφθούν. Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο