← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. JET SET HEALTH & BEAUTY CENTER LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 109/2009, 23/12/2014

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. JET SET HEALTH & BEAUTY CENTER LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 109/2009, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A464 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 109/2009 ΜΕΤΑΞΥ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγουσα -και-

  1. JET SET HEALTH & BEAUTY CENTER LTD
  2. ΔΗΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  3. ΜΟΝΑ ΜΠΑΖΕΡΚΗ
  4. ΛΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
  5. ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Εναγομένων --------------------- 23 Δεκεμβρίου 2014 Για την ενάγουσα: κα Ιφ. Γεωργιάδου. Για τους εναγόμενους 1 - 5: κα Κ. Γεωργιάδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής είναι η αξίωση της ενάγουσας που στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1 μέχρι και 5 και η τύχη της ανταπαίτησης που ήγειραν οι τελευταίοι. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία του πράγματος και με σκοπό απλώς τη σκιαγράφηση των δικογραφημένων θέσεων, σημειώνω ότι η αξίωση εδράζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς που υποστηρίζεται από επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Η απαίτηση των εναγόντων δεν περιορίζεται απλώς στο ποσό που προκύπτει από την ενοικιαγορά. Αξιώνεται και επιστροφή των εμπορευμάτων που μισθώθηκαν καθώς και παράδοση των εξασφαλίσεων, δηλαδή δύο οχημάτων που οι εναγόμενοι 2 και 4 έθεσαν ως εγγύηση για την εκπλήρωση της συμφωνίας, ώστε να πωληθούν και το προϊόν να χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση της αξίωσης. Μάλιστα σε αυτό το σκέλος της αξίωσης είναι που απαντά η ανταπαίτηση των εναγομένων, εφόσον υποστηρίζουν ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς και οι παρεπόμενες συμφωνίες εξασφάλισης είναι άκυρες. Η ανταπαίτηση λοιπόν έχει άμεση σχέση με την υπεράσπιση που προτάσσεται. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι άκυρη και αυτό γιατί είναι εικονική. Διατείνονται ότι σκοπός της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν η αγορά των εμπορευμάτων που εκεί αναφέρονται, ας λεχθεί εν παρόδω ότι οι εναγόμενοι υποστηρίζουν πως τα εμπορεύματα είναι ανύπαρκτα, αλλά η εξασφάλιση δανείου. Ως εκ τούτου, καταλήγουν οι εναγόμενοι, η συμφωνία ενοικιαγοράς, κατ' ουσία συγκεκαλυμμένο δάνειο, είναι παράνομη και γι' αυτό το λόγο καλούν το δικαστήριο να ακυρώσει τούτην όπως και τις σχετικές εξασφαλίσεις. Εκ μέρους των εναγόντων κλήθηκαν στο δικαστήριο δύο μάρτυρες, εργοδοτούμενοι των εναγόντων. Ο πρώτος μάρτυρας που κλήθηκε είναι ο Χρίστος Πηγασίου (στη συνέχεια Μ.Ε.1), ενώ ακολούθησε η Σούλλα Λουτσίου (στη συνέχεια Μ.Ε.2). Στον αντίποδα οι εναγόμενοι κάλεσαν τη Μόνα Μπαζέρκη, διευθύντρια της εναγομένης 1 εταιρείας (στη συνέχεια η διευθύντρια). Πριν ακόμα και αυτή τη σύνοψη της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν επί παντός επιστητού. Μεγάλο μέρος της υπόθεσης αποτελεί παραδεχτά ή αναμφισβήτητα γεγονότα και ως εκ τούτου κρίνω ότι είναι ορθότερο να παραθέσω τούτο εξ αρχής, ώστε στη συνέχεια να διαφανεί εκείνο που πραγματικά απασχολεί και χρήζει απάντησης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί τις παραγράφους 1 μέχρι και 11 της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 (βλ. έγγραφο Α). Ως εκ τούτου συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός (στη συνέχεια η τράπεζα). Επιπλέον, ότι μέχρι την 03.12.2006 η τράπεζα λειτουργούσε με την επωνυμία Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, την οποία διαφοροποίησε την 04.12.2006 όταν και μετονομάστηκε σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Ακολούθως, την 05.04.2012 μετονομάστηκε εκ νέου σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Τέλος, την 29.03.2013, η επιχειρηματική δραστηριότητα, η λειτουργία, καθώς και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τράπεζας, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει των προνοιών του διατάγματος Κ.Δ.Π.104/
  6. Η ακροαματική διαδικασία και ιδιαίτερα οι ερωτήσεις που υπεβλήθησαν στους μάρτυρες της τράπεζας από τη συνήγορο υπεράσπισης, αποκαλύπτει ότι δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση πως οι διάδικοι, εναγόμενοι 1 μέχρι και 5 και τράπεζα, συνομολόγησαν συμφωνία ενοικιαγοράς. Λέγοντας τούτο δεν αποφαίνομαι για τη φύση της συμφωνίας, δηλαδή κατά πόσο ήταν πραγματική συμφωνία ενοικιαγοράς, παρά μόνο υποδεικνύω ότι οι διάδικοι υπόγραψαν τούτο το έντυπο συμφωνίας. Η σχετική λοιπόν συμφωνία είναι το τεκμήριο 1, φέρει τον αριθμό 6090001 και είναι ημερομηνίας 09.03.
  7. Επιπλέον, αποτελεί κοινό τόπο ότι το έντυπο τούτης της συμφωνίας συμπληρώθηκε από τη Μ.Ε.2 και ότι παρουσία της μάρτυρος υπογράφηκε από τους εγγυητές 1 και 2, δηλαδή τους εναγομένους 2 και 3, ενώ σε δεύτερο χρόνο και στην παρουσία άλλης υπαλλήλου της τράπεζας, εν προκειμένω της Σκεύης Κλεάνθους, υπογράφηκε από τους εγγυητές 3 και 4, δηλαδή τους εναγόμενους 4 και
  8. Σημειώνεται δε ότι ο εγγυητής υπ' αριθμό 1 (Δήμος Γεωργιάδης), που είναι και ο εναγόμενος 2, υπέγραψε το έντυπο και ως αντιπρόσωπος της εναγομένης 1, δηλαδή της εταιρείας που στην ίδια συμφωνία παρουσιάζεται ως η μισθώτρια των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας. Έγγραφο που συνοδεύει τη συμφωνία τεκμήριο 1, είναι το τιμολόγιο τεκμήριο
  9. Τούτο το τιμολόγιο φέρει αριθμό PIN32833284 και είναι ημερομηνίας 09.03.
  10. Παρεμβάλλω ότι κατά την ακρόαση της αγωγής η υπεράσπιση έθεσε το ερώτημα κατά πόσο το τεκμήριο 2 είναι ορθά δικογραφημένο. Η υπεράσπιση έδρασε τούτη τη θέση της στο ότι η έκθεση απαιτήσεως κάνει λόγο σε τιμολόγιο που φέρει αριθμό ΡΙΝ3283328, ενώ το τεκμήριο 2 φέρει ένα επιπλέον αριθμό, τον τελευταίο, δηλαδή ο συνολικός αριθμός τούτου είναι ΡΙΝ
  11. Υποδεικνύω ότι η πλευρά της τράπεζας έδωσε επεξήγηση, και δη με μαρτυρία, για το λόγο που παρατηρείται αυτή η διαφορά. Δεν είναι αυτό που απασχολεί όμως σε τούτο το στάδιο που παρατίθεται η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Μοναδικό εδώ ζήτημα είναι η δικογράφηση ή μη του εν λόγω τεκμηρίου. Σε αυτό απαντώ ότι η επισήμανση της υπεράσπισης πως ο αριθμός που φέρει το τεκμήριο 2 διαφέρει από εκείνον που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, είναι ορθή. Εντούτοις αυτή η διαπίστωση δεν θέτει το εν λόγω τεκμήριο εκτός εγγράφων προτάσεων. Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο ότι η τράπεζα ενσωμάτωσε αυτούσιο το τεκμήριο στο κλητήριο ένταλμα. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι η παράγραφος Α στο αιτητικό της αγωγής παραπέμπει σε τιμολόγιο που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα. Απλή και μόνο αντιπαραβολή του τεκμηρίου 2 με το τιμολόγιο που επισυνάπτεται στην αγωγή φανερώνει ότι είναι το ίδιο έντυπο. Αυτή η διαπίστωση δικαιολογεί ενσωμάτωση του τιμολογίου στο ευρύτερο μαρτυρικό υλικό. Ενταγμένο πλέον το έντυπο στο μαρτυρικό υλικό και με δεδομένο ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 σε σχέση με τη συμπλήρωση του εν λόγω τιμολογίου, διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Η υπογραφή επί του τιμολογίου στη θέση Υπογραφή Αγοραστή/Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις, ανήκει στη Μ.Ε.2 Σούλλα Λουτσίου. Είναι δε αναμφισβήτητο γεγονός ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 2, δηλαδή ποσότητες και αντικείμενα, υπαγορεύτηκαν από τον εναγόμενο 2 και κατεγράφησαν από τη Μ.Ε.
  12. Εξ ου και το ότι στη συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά και στο σχετικό τιμολόγιο ο εναγόμενος 2 παρουσιάζεται ως ο έμπορος των αντικειμένων. Πέραν των πιο πάνω αναμφισβήτητο γεγονός είναι και το ότι προς εξασφάλιση της συμφωνίας ενοικιαγοράς οι εναγόμενοι 2 και 4 πρόσφεραν επιπρόσθετη εγγύηση, δηλαδή επιβάρυνση επί μηχανοκινήτου οχήματος. Ο μεν εναγόμενος 2 πρόσφερε την επιβάρυνση του οχήματος ΥΡ245, το σχετικό έντυπο είναι το τεκμήριο 4, η δε εναγομένη 4 πρόσφερε την επιβάρυνση του οχήματος ΗΜΥ136, το σχετικό έντυπο είναι το τεκμήριο
  13. Όλα τα πιο πάνω συμπληρώνουν, σε μεγάλο βαθμό, τα έγγραφα που υπέγραψαν οι διάδικοι ώστε να συνομολογηθεί η επίδικη συμφωνία. Πέραν όμως των εγγράφων που υπεγράφησαν αναμφισβήτητη παρέμεινε και η μαρτυρία που θέλει τα μέρη να ανταλλάζουν αλληλογραφία. Την 12.11.2008 οι συνήγοροι της τράπεζας απέστειλαν στους εναγόμενους την επιστολή τεκμήριο 5, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας λόγω καθυστερήσεων. Εις απάντηση τούτης της επιστολής (τεκμήριο 5) οι συνήγοροι των εναγομένων απέστειλαν την επιστολή με ημερομηνία 04.12.2008, που είναι το τεκμήριο
  14. Με αυτή την τελευταία επιστολή οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν τα ποσά που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες στην επιστολή τεκμήριο 5 και υποστήριξαν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι μικρότερο, ήτοι €14.666,
  15. Ακολούθησε επιστολή των συνηγόρων των εναγόντων προς όλους τους εναγομένους, ημερομηνίας 31.12.
  16. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 7, και η απόδειξη παραλαβής τούτης από κάθε ένα των εναγομένων, εφόσον η επιστολή ήταν συστημένη, είναι το τεκμήριο
  17. Με την τελευταία επιστολή, τεκμήριο 7, η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία και κάλεσε τους εναγομένους να καταβάλουν το σύνολο του ποσού, δηλαδή υπόλοιπο, μέρος δόσης και καθυστερήσεις, καθώς επίσης να παραδώσουν τα εμπορεύματα. Εν κατακλείδι αναμφισβήτητη είναι και η ανακοίνωση της τράπεζας σε εφημερίδα παγκύπριας και καθημερινής κυκλοφορίας σε σχέση με μεταβολή του βασικού επιτοκίου από 5,25% σε 5% με ισχύ από 17.11.
  18. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν μέρος παραδεχτής ή αναμφισβήτητης μαρτυρίας και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων. Κατά τα λοιπά, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο δικαστήριο και το τεκμήριο
  19. Είναι τούτο κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης 1 και αποτελεί μέρος του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Ο Μ.Ε.1 επεξήγησε τι αντιπροσωπεύει η κάθε στήλη που φαίνεται στο τεκμήριο 10 και επιπλέον υπέδειξε τις καταχωρήσεις των ποσών που αποτελούν τη χρηματοδότηση. Από την πλευρά της η υπεράσπιση εστίασε την αντεξέταση του Μ.Ε.1 στη σχέση του με τη συμπλήρωση της συμφωνίας ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1) και του σχετικού τιμολογίου (τεκμήριο 2). Επί του προκειμένου ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ουδεμία συμμετοχή είχε στη συνομολόγηση της συμφωνίας και ότι δεν είδε τα εμπορεύματα που μισθώθηκαν. Η εμπλοκή του με την υπόθεση, ανέφερε, συμπίπτει με την ημερομηνία τερματισμού της ενοικιαγοράς. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με διάφορα ποσά που εμφαίνονται στο τεκμήριο 10 και επιπλέον του ζητήθηκε να εξηγήσει δια ποιο λόγο οι καθυστερήσεις που φαίνονται στις επιστολές τεκμήρια 5 και 7 παρουσιάζουν απόκλιση και αυτό παρ' ότι αφορούν περίοδο μόλις πέραν του ενός μηνός (στο τεκμήριο 5 το ποσό των καθυστερήσεων ανέρχεται σε €3.004,57 ενώ στο τεκμήριο 7 ανέρχεται σε €3.569,25). Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι μεσολάβησε μια δόση και επιπλέον ανέφερε ότι τα ποσά υπολογίζονται απευθείας από το σύστημα. Τέλος, ερωτηθείς ποιο είναι το χρεωστικό επιτόκιο εξέφρασε άγνοια, ανέφερε όμως ότι όπου στο τεκμήριο 10 εντοπίζεται η φράση "overdue interest payment" αντιπροσωπεύει ποσό που εισπράχθηκε έναντι τόκου επί καθυστερημένων οφειλών. Η Μ.Ε.2 παρουσίασε στο δικαστήριο άλλα δυο τεκμήρια. Το πρώτο είναι το τεκμήριο 11Α μέχρι και 11Γ. Σύμφωνα με τη μάρτυρα η σημασία τούτου του τεκμηρίου οφείλεται στο πρώτο έντυπο, τεκμήριο 11Α, που έχει τον τίτλο "Split Payment Enquiry". Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι ο πίνακας του τεκμηρίου 11Α αφορά το τελευταίο στάδιο της χρηματοδότησης, δηλαδή το χρόνο που καταβάλλονται τα χρήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, ανέφερε η Μ.Ε.2, το τεκμήριο 11Α φανερώνει ότι το ποσό της χρηματοδότησης κατανεμήθηκε μεταξύ δυο άλλων υφιστάμενων λογαριασμών που ήταν στο όνομα του εναγομένου 2, ο οποίος είναι ο πωλητής των εμπορευμάτων της επίδικης ενοικιαγοράς. Τέλος, η Μ.Ε.2 παρουσίασε και το τεκμήριο 12 που είναι φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 2 που είχε ήδη κατατεθεί, δηλαδή του τιμολογίου. Ο λόγος δια τον οποίο η Μ.Ε.2 παρουσίασε το τεκμήριο 12 είναι για να καταδείξει αυτό που ενωρίτερα αναφέρθηκε σε σχέση με τον αριθμό του τιμολογίου, δηλαδή ότι στο φωτοαντίγραφο δεν είναι ευδιάκριτος ο τελευταίος αριθμός, δηλαδή ο αριθμός
  20. Η αντεξέταση της Μ.Ε.2 επικεντρώθηκε στα έγγραφα που συμπλήρωσε καθώς και στα αντικείμενα ενοικιαγοράς. Σε σχέση με το πρώτο η μάρτυρας απάντησε ότι η ίδια δεν έχει σχέση με τη διαδικασία έγκρισης της ενοικιαγοράς αλλά μόνο με τη συμπλήρωση των εγγράφων. Όταν, ανέφερε, το συμβόλαιο ενοικιαγοράς πήγε κοντά της, το αίτημα ήταν ήδη εγκριμένο. Ο λόγος δια τον οποίο η ίδια έλαβε τα έγγραφα ήταν η συμπλήρωση τούτων. Η δε έγκριση του αιτήματος για ενοικιαγορά έγινε από τον προϊστάμενο της. Σε σχέση με την άλλη πτυχή της υπεράσπισης η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι τα αντικείμενα που κατέγραψε στο τιμολόγιο 2 είναι εκείνα που της ανέφερε ο εναγόμενος
  21. Ερωτηθείσα κατά πόσο είδε τα αντικείμενα, απάντησε αρνητικά. Αρνητικά απάντησε και στην ερώτηση αν ζήτησε εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων. Εν κατακλείδι, ερωτηθείσα η μάρτυρας κατά πόσο γνωρίζει αν οιοσδήποτε άλλος υπάλληλος της τράπεζας επιθεώρησε τα εμπορεύματα η απάντηση τούτης ήταν «Δεν γνωρίζω, θεωρώ πως όχι». Τελευταίος μάρτυρας ήταν η εναγομένη 3, διευθύντρια της εναγομένης
  22. Σύμφωνα με τη διευθύντρια η εναγομένη 1 ποτέ δεν κατείχε ή ήταν ιδιοκτήτρια των αντικειμένων που αναφέρονται στο τιμολόγιο τεκμήριο
  23. Επιπλέον, ούτε ο εναγόμενος 2, δηλαδή ο Δήμος Γεωργιάδης που στη συμφωνία ενοικιαγοράς παρουσιάζεται ως ο έμπορος των εμπορευμάτων, έδωσε στην εναγομένη 1 τα αντικείμενα που αναφέρονται στο τιμολόγιο τεκμήριο
  24. Ίδια ήταν η θέση της και στην αντεξέταση παρ' ότι δέχθηκε ότι η εναγομένη 1 ασχολείται με υπηρεσίες αισθητικής και έχει μηχανήματα. Ανέφερε εν προκειμένω ότι τα αντικείμενα του τιμολογίου ουδέποτε τα είχε η εναγομένη
  25. Εντούτοις, η εναγομένη 3 δεν γνώριζε ποιος δήλωσε τούτα τα αντικείμενα στην τράπεζα ή κατά πόσο ο εναγόμενος 2 (Δήμος Γεωργιάδης) ήταν ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων, ή τέλος, αν η εναγομένη 1 εταιρεία έλαβε το ποσό της χρηματοδότησης. Από όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι ζητούμενο είναι η πραγματική φύση της επίδικης συμφωνίας. Η μεν τράπεζα διατείνεται ότι είναι αυτό ακριβώς που δηλώνει το έγγραφο, δηλαδή συμφωνία ενοικιαγοράς, οι δε εναγομένοι ότι είναι συγκεκαλυμμένο δάνειο και ως εκ τούτου εικονική συμφωνία. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα εμπορεύματα που διέπονται από τη συμφωνία και αναφέρονται στο τιμολόγιο τεκμήριο 2, είναι ανύπαρκτα και είναι γι' αυτό ακριβώς το λόγο που η επίδικη συμφωνία αποκαλύπτεται εικονική. Περιπλέον, εάν η συμφωνία ήθελε κριθεί νόμιμη απάντησης χρήζει και το ύψος του τυχόν οφειλόμενου ποσού, καθώς και του επιτοκίου που διέπει τούτο, εφόσον και επ' αυτών των ζητημάτων οι θέσεις των δυο πλευρών διίστανται. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Αν είναι κάτι που πρέπει να ειπωθεί για τους Μ.Ε.1 και 2 είναι η εξαιρετική εντύπωση που άφησαν. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας η μαρτυρία τους εξέπεμπε αυθορμητισμό και ειλικρίνεια. Δεν είναι όμως μόνο τα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας τους που πείθουν για την ειλικρίνεια τούτων. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους έτι περισσότερο αναδεικνύει την ειλικρίνεια τους. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι και δυο μάρτυρες είναι εργοδοτούμενοι της τράπεζας. Επιπλέον η Μ.Ε.2 έχει άμεση εμπλοκή στην όλη υπόθεση εφόσον είναι το πρόσωπο που συμπλήρωσε τα σχετικά έγγραφα, δηλαδή τη συμφωνία ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1) και το τιμολόγιο των εμπορευμάτων (τεκμήριο 2). Υπό αυτή τη θεώρηση των γεγονότων μπορεί κανείς να εισηγηθεί ότι οι Μ.Ε.1 και 2 θα ήταν πρόθυμοι να καλύψουν την τράπεζα, ώστε να ευχαριστούν τους εργοδότες τους ή ακόμη να δικαιολογήσουν δικές τους ενέργειες ή παραλείψεις. Η μαρτυρία όμως αποκαλύπτει ότι δεν είναι αυτή η περίπτωση. Ο Μ.Ε.1 ρητά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν τη σύναψη της συμφωνίας, εφόσον ο ίδιος ανέλαβε την υπόθεση μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Επιπλέον σε κανένα στάδιο δίστασε να καταθέσει την άγνοιά του, όπως στην περίπτωση που ερωτήθηκε για το επιτόκιο που διέπει τη συμφωνία και απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Από την άλλη η ειλικρίνεια της Μ.Ε.2 αναδεικνύεται από τις απαντήσεις που έδωσε σε σχέση με τη συμπλήρωση του τιμολογίου (τεκμήριο 2). Απλή και μόνο ανάγνωση της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 αποκαλύπτει ότι δεν πλατείαζε και δεν απαντούσε με επιτήδευση ώστε να αποφύγει την ουσία των ερωτήσεων. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν από την υπεράσπιση φανερώνουν ότι η Μ.Ε.2 άδραξε την ευκαιρία που της δόθηκε και έριξε άπλετο φως σε κάθε σκοτεινή πτυχή της υπόθεσης. Ρητά απάντησε ότι δεν ήλεγξε τα εμπορεύματα. Επιπλέον, αν και δεν ήταν απολύτως σίγουρη, χωρίς περιστροφές εξέφρασε την άποψη ότι πιθανότατα ούτε οιοσδήποτε άλλος από την τράπεζα να ήλεγξε τα εν λόγω εμπορεύματα. Αυτές οι απαντήσεις, που κατά τα άλλα συνιστούν το βάθρο επί του οποίου οι εναγόμενοι έκτισαν την υπεράσπισή τους, αναδεικνύουν ακριβώς το μεστό ειλικρίνειας λόγο της μάρτυρος και ότι ουδεμία πρόθεση είχε να παραποιήσει τα γεγονότα ώστε να ενισχύσει την υπόθεση της τράπεζας. Πέραν όμως των πιο πάνω δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 δεν αντικρούστηκε από την υπεράσπιση. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού η υπεράσπιση απλώς διερεύνησε τούτο με τον Μ.Ε.1 και δεν κλήτευσε οιονδήποτε μάρτυρα ώστε να προτάξει άλλη θέση. Η δε Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε ότι το περιεχόμενο του τιμολογίου (τεκμήριο 2) αποδίδει όσα ο Δήμος Γεωργιάδης (εναγόμενος 2) της υπαγόρευσε. Σε σχέση με τα εμπορεύματα εμμέσως μόνο απαντά η μαρτυρία της διευθύντριας της εναγομένης 1, η οποία υποστήριξε ότι η εταιρεία ουδέποτε είχε τέτοια αντικείμενα και ότι ο Δήμος Γεωργιάδης δεν την χορήγησε με αυτά. Οφείλεται εδώ επισήμανση ότι η μαρτυρία της διευθύντριας της εταιρείας δεν αναιρεί τη θέση της Μ.Ε.2 ότι ο Δήμος Γεωργιάδης είναι εκείνος που δήλωσε όσα αναγράφονται στο τιμολόγιο (τεκμήριο 2). Ακόμα και επί τη υποθέσει ότι η μαρτυρία της διευθύντριας απηχεί την αλήθεια, δεν σημαίνει ότι ο Δήμος Γεωργιάδης δεν λειτούργησε όπως η Μ.Ε.2 ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διευθύντρια της εταιρείας δεν άφησε θετικές εντυπώσεις. Πλειστάκις ειπώθηκε ότι το άψυχο πρακτικό της διαδικασίας δεν αποδίδει την ατμόσφαιρα που οι μετέχοντες στην ακρόαση είχαν την ευκαιρία να βιώσουν. Ως εκ τούτου δεν περιορίζομαι στην άσχημη εντύπωση που άφησε η μάρτυρας εντός του δικαστηρίου λόγω καθυστέρησης στο να απαντήσει και ενίοτε εμφανούς αμηχανίας. Παρατηρώ όμως ότι η απροθυμία της να αποκαλύψει την αλήθεια καταφαίνεται από αριθμό απαντήσεων που έδωσε. Υποδεικνύεται ότι σε ερώτηση κατά πόσο η εταιρεία έλαβε το ποσό της χρηματοδότησης, η απάντησή της ήταν ένα στεγνό και αλλόκοτο «Δεν ξέρω». Η εν λόγω απάντηση γεννά τις εξής απορίες. Ποιος ο δικός της ρόλος ως διευθύντρια της εταιρείας; Επιπλέον, αν δεν γνωρίζει τούτο το μείζον ζήτημα, προς τι τότε ανέλαβε εγγύηση; Εν ολίγοις, γιατί ανέλαβε τούτη την υποχρέωση και δεσμεύτηκε προσωπικά; Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι ερωτηθείσα η μάρτυρας κατά πόσο ο Δήμος Γεωργιάδης ήταν ιδιοκτήτης ή κάτοχος των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο τιμολόγιο, και πάλιν απάντησε «δεν ξέρω». Μοναδικό ζήτημα που η μάρτυρας γνώριζε και ήταν πρόθυμη να απαντήσει, ήταν ότι η εταιρεία ουδέποτε κατείχε αυτά τα αντικείμενα. Γιατί όμως υπέγραψε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και τι απέγινε η χρηματοδότηση που κατά τα άλλα ήταν δάνειο, η μάρτυρας δεν έδωσε οιανδήποτε εξήγηση. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι οι Μ.Ε.1 και 2 ήταν μάρτυρες της αλήθειας, ενώ η διευθύντρια της εταιρείας στόχο είχε την εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 και απορρίπτω τη μαρτυρία της διευθύντριας της εταιρείας, στην έκταση βεβαίως που συγκρούεται με τη μαρτυρία των πρώτων. Καταλήγω συνεπώς ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν τη συμπλήρωση των τεκμηρίων 1 και 2 - συμφωνία ενοικιαγοράς και τιμολόγιο, αντίστοιχα - έχουν όπως εξηγήθηκε στο δικαστήριο από τη Μ.Ε.2. Η μάρτυρας δεν ήλεγξε τα αντικείμενα που ο Δήμος Γεωργιάδης δήλωσε ως τα εμπορεύματα της ενοικιαγοράς. Ο λόγος δια τον οποίο λειτούργησε τοιουτοτρόπως συνάγεται από αριθμό απαντήσεων που έδωσε. Οι πλέον αποκαλυπτικές αναφέρουν τα ακόλουθα: «.... Θεώρησα ότι για να τα υπαγορεύει με τέτοια λεπτομέρεια ήταν κάτοχος» και πιο κάτω «Απλά θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση των πελατών βασίζεται σε κριτήρια, οπόταν αξιολογώντας τον κ. Δήμο βασιστήκαμε πάνω σε ένα ιστορικό. Δεν είχαμε οποιονδήποτε λόγο να αμφισβητήσουμε ή να απαιτήσουμε, δεν ήταν ούτε μέσα στις πρόνοιες της τράπεζας να επιθεωρήσει τα αντικείμενα επιτόπου. Οπότε βασιστήκαμε, ως δικηγόρος ο κ. Δήμος, εκτιμώντας ως άνθρωπος, ήλθε κοντά μου μέσω του διευθυντή, ήλθε με κάποιες συστάσεις. Δεν είχα οποιονδήποτε λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενά του». Και τέλος, «... βάσει του τιμολογίου είναι ο Δήμος Γεωργιάδης που μου περιέγραψε τα αντικείμενα, αποδέχτηκε όπως καταγράφηκαν και υπόγραψε το τιμολόγιο». Ποία όμως είναι η σημασία των πιο πάνω διαπιστώσεων; Οι εναγόμενοι διατείνονται ότι∙ «η πλήρης αδιαφορία της ενάγουσας όχι απλώς να ζητήσει να δει και να εξετάσει τα αντικείμενα αλλά ούτε να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που να προσδιορίζει την ταυτότητα ή την αξία του κάθε αντικειμένου ξεχωριστά, και του γεγονότος ότι ως προμηθευτής παρουσιάζεται ο εναγόμενος 2, που είναι δικηγόρος, άρα καμία ουσιαστική σχέση έχει με τα αντικείμενα του τιμολογίου, είναι ξεκάθαρο ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική» (βλ. 3η σελίδα γραπτής αγόρευσης εναγομένων). Από την άλλη η τράπεζα υποστηρίζει ότι η μαρτυρία αποκαλύπτει γνήσια ενοικιαγορά και συνεπώς οι εναγόμενοι οφείλουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν. Είμαι της γνώμης πως ο ένας και μοναδικός λόγος στον οποίο εδράζεται η εισήγηση των εναγομένων ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική, εν προκειμένω ότι η τράπεζα δεν ήλεγξε τα αντικείμενα, δεν επιβάλλει ενδελεχή ανάλυση της νομολογίας που διέπει συμφωνίες τέτοιας φύσης. Πλούσια όντας η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει προ πολλού αποσαφηνίσει ότι το γεγονός και μόνο πως η χρηματοδότηση γίνεται με ίδια μέσα, δηλαδή ο πελάτης πωλεί στην τράπεζα αντικείμενο που ο ίδιος έχει και ακολούθως το αγοράζει από την τράπεζα υπό μορφή ενοικιαγοράς, δεν επηρεάζει τη συμφωνία και βεβαίως αυτό και μόνο το στοιχείο δεν αποκαλύπτει εικονικότητα (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ 1432, 1436). Στην προκείμενη περίπτωση η υπόθεση εξαντλείται στο κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι εικονική. Έχω την αίσθηση ότι από τα συμφραζόμενα της υπεράσπισης αφήνεται να νοηθεί ότι η τράπεζα είναι εκείνη που όφειλε να καταρρίψει τον ισχυρισμό εικονικότητας. Ως εκ τούτου, κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εκείνο που λέχθηκε στην υπόθεση Barclays Bank plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1726, 1734, δηλαδή ότι: «Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τους Εναγόμενους, έθετε σε αυτούς και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξουν. Η Τράπεζα είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση των ενοικιαγορών σύμφωνα με το νόμο, και αυτό έκανε». Τώρα, σε τι συνίσταται η εικονικότητα, ή καλύτερα πώς προκύπτει τούτη, με γλαφυρότητα επεξηγείται στην υπόθεση Σολωμού ν. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd
(2011)1 (Α) Α.Α.Δ 36,
  1. Λέχθηκε εκεί ότι: «Στο πλαίσιο λοιπόν των διαφόρων μορφών και ποικιλιών που είναι πιθανόν να προσλάβει η ενοικιαγορά, η εικονικότητα αναδύεται ως πιθανότητα μόνο εφόσον εμπλέκει και τους δύο συμβαλλόμενους και όχι μόνο τον ένα. Έχει υποδειχθεί στην Snook v. London and West Riding Investments Ltd [1967] 2 Q.B. 786, στη σελ. 802, ότι: «But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v. Maclure and Stoneleigh Finance Ltd v. Phillips), that for acts or documents to be a 'sham', with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating. No unexpressed intentions of a 'shammer' affect the rights of a party whom he deceived. There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged 'sham'. So this contention fails.» Τα ίδια αναφέρονται και στον Chitty on Contracts 24η έκδ. Τόμος ΙΙ, σελ. 462-3, παρ. 3215: «In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, e.g. the hirer intends to deceive the others into thinking that the transaction is genuine. There must be common intention that the acts or documents do not create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating.» Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η εικονικότητα μιας συμφωνίας δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από το αποτέλεσμα της κοινής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Το γεγονός και μόνο ότι το ένα εκ των δυο μερών της συμφωνίας αποκρύβει από τον αντισυμβαλλόμενό του ουσιώδες στοιχείο, λειτουργεί εν προκειμένω ως απατεώνας (shammer), δεν του παρέχει δικαίωμα να επικαλεστεί το τέχνασμά του εκ των υστέρων και δη να ζητά ακύρωση της συμφωνίας λόγω παρανομίας. Αυτό γιατί η παρανομία δεν είναι προϊόν κοινής βούλησης των μερών. Ποια όμως είναι η περίπτωση εδώ; Όπως έχει διαπιστωθεί ο Δήμος Γεωργιάδης είναι εκείνος που έδωσε στη Μ.Ε.2 τις πληροφορίες ώστε η τελευταία να συμπληρώσει το τιμολόγιο τεκμήριο
  2. Αυτό συνιστά αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Προσθέτω μάλιστα εδώ την επισήμανση και της μάρτυρος (Μ.Ε.2), η οποία επιβεβαιώνεται από την όψη και μόνο του τιμολογίου, ότι το περιεχόμενο τούτου, συνεπώς η περιγραφή των αντικειμένων από τον Δήμο Γεωργιάδη, δεν είναι λιτό άλλα πλούσιο. Κάποια μάλιστα από τα εκεί αναφερόμενα αντικείμενα δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό εφόσον η περιγραφή τους και μόνο αποκαλύπτει ότι είναι εξειδικευμένα (βλ. πρώτα τρία αντικείμενα τεκμηρίου 2). Επιπλέον, όπως αποκαλύπτεται από την προφορική μαρτυρία της Μ.Ε.2 καθώς και το τεκμήριο 11Α, η αξία των αντικειμένων του τεκμηρίου 2 δόθηκε στο Δήμο Γεωργιάδη, πιστώθηκαν εν προκειμένω δυο χρεωστικοί λογαριασμοί τούτου, δηλαδή το ποσό δόθηκε στον φερόμενο έμπορο των αντικειμένων. Η εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπο του Δήμου Γεωργιάδη είτε η τράπεζα, είτε η Μ.Ε.2, είτε και οι δυο, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων. Επί του προκειμένου δέχομαι ως αληθή τη θέση της Μ.Ε.2 ότι επρόκειτο για υφιστάμενο πελάτη τους, και μάλιστα δικηγόρο και συνεπώς δεν τίθετο θέμα αμφισβήτησης των λεγομένων του. Υποδεικνύεται σχετικά ότι ανάλογη ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Σολωμού, πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι «Το συμβόλαιο ήταν αληθές. Το αν η τράπεζα αδιαφόρησε να ελέγξει τα υπόλοιπα αντικείμενα, τα οποία ήταν ανύπαρκτα, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της παρούσας συμφωνίας» (βλ. σελ. 54). Πανομοιότυπη επίσης ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ 781, 784 όπου λέχθηκε ότι: «Ήταν βασικός άξονας της επιχειρηματολογίας των εφεσειόντων σε σχέση με την εικονικότητα πως τα έπιπλα ήταν ανύπαρκτα. Αυτό, όμως, χωρίς να είχαν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία, για οτιδήποτε. Ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατέθεσαν μόνο οι τέσσερεις μάρτυρες που κάλεσαν οι εφεσίβλητοι. Οι ίδιοι οι εφεσείοντες δεν κατέθεσαν ως μάρτυρες και ο μόνος μάρτυρας που κάλεσαν, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, απλώς αναφέρθηκε σε άλλη, προηγούμενη, υπόθεση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως καταλυτικής σημασίας αυτή την ανυπαρξία μαρτυρίας. Ενώ αναγνώρισε, με παραπομπή στη Λαϊκή Κυπρ. Τρ. (Χρημ.) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2067) πως είναι, πράγματι, ουσιώδες στοιχείο της ενοικιαγοράς η ιδιοκτησία του αντικειμένου της από τον χρηματοδότη, υπέδειξε, με αναφορά στην Snook v. London and West Riding Investments Ltd
(1967)2 Q.B. 786, στον Chitty on Contracts 24η έκδοση, Τόμος ΙΙ, σελ. 462 και στην Barclays Bank Plc κ.ά. ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726, πως απαιτείται κοινή πρόθεση και των δύο μερών να μην δημιουργηθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που τα έγγραφά τους εμφανίζονται να δημιουργούν. Στην απουσία, λοιπόν, οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά των εφεσειόντων και ενόψει της αναντίλεκτης μαρτυρίας του διευθυντή καταστήματος των εφεσιβλήτων πως, αναφορικά με τα έπιπλα, στηρίχθηκε στη διαβεβαίωση των ίδιων των εφεσειόντων, ο δεύτερος από τους οποίους ήταν και συγγενής του, κατέληξε πως ο ισχυρισμός τους παρέμεινε μετέωρος». Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η επιλογή της υπεράσπισης να μην προσφέρει οιανδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς (τεκμήριο 1), φερ' ειπείν ότι ζητήθηκε δάνειο και ότι οι δυο πλευρές, τράπεζα και μισθωτής, συμφώνησαν να ικανοποιήσουν τούτο το αίτημα μέσω ενοικιαγοράς, και η εξάντληση της υπεράσπισης στο ότι η τράπεζα δεν ήλεγξε τα αντικείμενα, δεν επιτρέπει σήμερα συμπέρασμα ότι η συμφωνία τεκμήριο 1 είναι εικονική. Η μαρτυρία φανερώνει ότι η τράπεζα ουδέποτε συμμετείχε σε τέτοιο σχέδιο. Επιπλέον, το γεγονός και μόνο ότι έδειξε εμπιστοσύνη σε υφιστάμενο πελάτη της και γι' αυτό δεν ζήτησε επιθεώρηση ή εκτίμηση των αντικειμένων, δεν καθιστά τη συμφωνία εικονική. Άλλωστε πέραν των αντικειμένων η τράπεζα έλαβε άλλες εξασφαλίσεις, δηλαδή τα δυο οχήματα που δέσμευσαν οι εναγόμενοι 2 και
  1. Καταλήγω συνεπώς ότι η συμφωνία τεκμήριο 1 είναι καθ' όλα νόμιμη και η πραγματική φύση τούτης δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό που αποκαλύπτουν οι όροι του εγγράφου, δηλαδή ενοικιαγορά. Ότι οι εναγόμενοι δεν εκπλήρωσαν το σύνολο των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία ενοικιαγοράς, είναι πιστεύω γεγονός. Αν όμως χρειάζεται να ειπωθεί κάτι υποδεικνύω ότι πέραν της αξιόπιστης μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ο οποίος επεξήγησε επαρκώς την κατάσταση λογαριασμού, σχετικό είναι και το τεκμήριο 6, δηλαδή η επιστολή που οι συνήγοροι των εναγομένων απέστειλαν στην τράπεζα. Με την εν λόγω επιστολή οι συνήγοροι τούτων παραδέχτηκαν ότι οι εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των €14.666,
  2. Το παράπονό τους περιορίζετο απλώς στο ύψος του ποσού που αξίωνε η τράπεζα και όχι στο γεγονός ότι όφειλαν κάποιο ποσό. Περιπλέον, το τεκμήριο 10 (κατάσταση λογαριασμού), σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στην τράπεζα το ποσό των €16.393,
  3. Το εν λόγω ποσό συνίσταται σε καθυστερημένα ενοίκια ύψους €12.781,
  4. Για δε τα καθυστερημένα ενοίκια ημερομηνία σταθμός είναι η 31.12.2008, ημερομηνία που φέρει η επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 7) που η τράπεζα απέστειλε στους εναγόμενους. Αναμφισβήτητη είναι η παραλαβή του τεκμηρίου 7 από τους εναγομένους και εν πάση περιπτώσει καθοριστική η σημασία του τεκμηρίου 8, δηλαδή η απόδειξη παραλαβής της επιστολής, καθώς επίσης η δήλωση του Μ.Ε.1 ότι η εν λόγω επιστολή δεν επιστράφηκε στην τράπεζα ως μη παραληφθείσα. Διαπιστώνω λοιπόν ότι την 31.12.2008 η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία και ενημέρωσε σχετικά τους εναγόμενους. Το δε επιτόκιο που διέπει τη συμφωνία προκύπτει από τα αναφερόμενα στον όρο 2 (γ) δηλαδή ότι: «Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιουδήποτε μισθώματος/ δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφλησή του. Συμφωνείται ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι 7 (επτά) εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας του Ομίλου Λαϊκής, όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους τόκους υπερημερίας». Επιπλέον, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε - σχετική είναι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 καθώς και το τεκμήριο 9 - συνάγεται ότι πριν τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα την 17.11.2008, το βασικό επιτόκιο της τράπεζας μειώθηκε από 5.25% σε 5%. Συνεπώς τα ληγμένα ενοίκια, ανερχόμενα σε €3.569,25, φέρουν τόκο 12%, δηλαδή βασικό επιτόκιο πλέον 7 εκατοστιαίες μονάδες ως προβλέπεται στον όρο 2(γ), από 31.12.2008, ημερομηνία τερματισμού, μέχρι εξοφλήσεως. Το δε υπόλοιπο ποσό, €12.781,34, φέρει νόμιμο τόκο. Προτού ολοκληρώσω με τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω άλλα δυο σημεία που ήγειρε η υπεράσπιση. Το πρώτο αφορά το τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα τον αριθμό που φέρει. Διατείνεται η υπεράσπιση ότι ο πραγματικός αριθμός της συμφωνίας δεν είναι 6090001, αλλά
  5. Οι ενάγοντες, υποστηρίζει η συνήγορος υπεράσπισης, δικογράφησαν μέρος μόνο του αριθμού που φέρει η συμφωνία τη στιγμή που, για να το θέσω με τα δικά της λόγια «Οι εναγόμενοι όταν υπέγραψαν το Τ. 1 γνώριζαν ότι ο αριθμός ήταν 609000102201201 και όχι
  6. Συνεπεία των πιο πάνω είναι ότι, όσα έγγραφα δεν συνάδουν με το Τ. 1 δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο σας καθ' ότι είναι άλλος λογαριασμός» (βλ. 6η σελίδα γραπτής αγόρευσης εναγομένων). Με όλο το σεβασμό στις σχετικές αιτιάσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων, κρίνω ότι οι τελευταίοι δεν νομιμοποιούνται σε επίκληση τούτου του θέματος. Προσεκτική ανάγνωση του δικογράφου της υπεράσπισης φανερώνει ότι δεν επικαλούνται τέτοιο ζήτημα. Από την άλλη ούτε η μαρτυρία που προσκομίστηκε παρέχει έδαφος για τέτοια εισήγηση. Επί του προκειμένου σχετική είναι η επιστολή που οι εναγόμενοι απέστειλαν στην τράπεζα, δηλαδή το τεκμήριο 6, η οποία τιτλοφορείται «Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς με αρ. 6090001, ημερ. 24/3/2005». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι και οι εναγόμενοι αυτόν ακριβώς τον αριθμό συμβολαίου είναι που είχαν κατά νου. Εν πάση περιπτώσει, η αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.2 αποκαλύπτει ότι ο αριθμός του συμβολαίου είναι αυτός που επικαλείται η τράπεζα, δηλαδή
  7. Οι λοιποί αριθμοί αντιστοιχούν και προσδιορίζουν το συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά ουδέν μεμπτό υφίσταται. Το άλλο ζήτημα που πρέπει να σχολιαστεί είναι η ανταπαίτηση που εγείρουν οι εναγόμενοι. Είναι κατανοητό ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν αφήνουν χώρο επιτυχίας τούτης της ανταπαίτησης. Ειδικά όμως σε ό,τι αφορά την απαίτηση των εναγομένων για ακύρωση των εξασφαλίσεων που έδωσαν οι εναγόμενοι 2 και 4 υποδεικνύω ότι η υπεράσπιση δεν έδωσε οιουσδήποτε λόγους. Το γεγονός και μόνο ότι οι εν λόγω εξασφαλίσεις δόθηκαν από τους εγγυητές, δηλαδή τους εναγομένους 2 και 4 και όχι από την εταιρεία που προέβη στην ενοικιαγορά, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί συνιστά πρόβλημα. Εν πάση περιπτώσει οι πιο πάνω διαπιστώσεις, απόρροια της αξιόπιστης μαρτυρίας, δεν αφήνουν περιθώριο άλλο από απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, εκδίδεται απόφαση για ποσό €3.569,25 με τόκο προς 12% από 31.12.2008 και για ποσό €12.781,34 με νόμιμο τόκο από 9.1.2009, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος η εναγομένη 1 παραδώσει στους ενάγοντες τα αντικείμενα του τιμολογίου τεκμήριο
  8. Κατά τον ίδιο τρόπο οι εξασφαλίσεις που χορήγησαν στην τράπεζα οι εναγόμενοι 2 και 4, δηλαδή τα οχήματα ΥΡ245 και ΗΜΥ136, αντίστοιχα, να παραδοθούν στους ενάγοντες εντός 10 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος, ώστε να πωληθούν. Το προϊόν που θα προκύψει από τέτοια πώληση να χρησιμοποιηθεί εις εξόφληση ή έναντι της απόφασης. Τέλος, οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4 και 5, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ/ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.