← Κύπρος

'Αθου Παρισινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.Αίτησης 379/2014, 31/10/2014

'Αθου Παρισινού κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ.Αίτησης 379/2014, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A396 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης 379/2014 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΩΝ ΘΕΡΑΠΕΙΩΝ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΕ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΕ ΕΥΛΟΓΟ ΧΡΟΝΟ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2010 (2

(1)/2010(Αρ. 1 - 14)) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 5071/2011 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 21/3/2012 Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΕΚΚΡΕΜΕΙ Μεταξύ:
  1. 'Αθου Παρισινού
  2. 'Ερσης Παρισινού
  3. Βερόνικας-Ελένης Στρέγγελ
  4. Tom-'Αντερς Στρέγγελ
  5. Μαρίας Παρισινού Αιτητών και
  6. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ΄ ου η αίτηση Ημερ.: 31.10.2014 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές 1, 3, 4 και 5: Κ.Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για την Αιτήτρια 2: Κ.Καλλής για Ν.Θεοδώρου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: Μ.Στυλιανού (κα) για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται αποζημιώσεις για χρηματική ζημιά που ξεπερνά τα €5.000.000 γιατί υπέρ τους δικαστική απόφαση στην αγωγή 5071/11 Ε.Δ. Λευκωσίας για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και έξοδα δεν έχει εκτελεστεί και τούτο αφού ένταλμα πώλησης κινητών που καταχωρήθηκε την 21.3.2012 παραμένει ακόμα ανεκτέλεστο. Ζητούν ακόμα τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ τους σε διάφορες διαδικασίες μετά την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω, αξιώνουν αποζημιώσεις για μη χρηματικής φύσης ζημιά που έχουν υποστεί λόγω της μη εκτέλεσης του εντάλματος πώλησης κινητών και οποιαδήποτε άλλη εύλογη και δίκαια οδηγία, διάταγμα ή θεραπεία. Η Αίτηση εδράζεται στον περί Αποτελεσματικών Θεραπειών για Παραβίαση του Δικαιώματος σε Διάγνωση Αστικών Δικαιωμάτων και Υποχρεώσεων σε εύλογο χρόνο Νόμο του
  7. Ο Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος προσώπων σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων τους σε εύλογο χρόνο σε υποθέσεις επαρχιακού δικαστηρίου (και σε υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου) είτε αυτές εκκρεμούν είτε περατώθηκαν (άρθρο 3
(1)). Το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο δεν είναι άλλο από αυτό που κατοχυρώνεται από το Αρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Αρθρο 30.1 του Συντάγματος (άρθρο 2). Οι Αιτητές υποστήριξαν την Αίτηση τους με Ενορκη Δήλωση της Αιτήτριας 2 Ερσης Παρισινού που καταχωρίστηκε την 18.7.
  1. Η ομνύουσα αντεξετάστηκε επί επιμέρους ζητημάτων. Για τον Καθ΄ου η Αίτηση καταχωρίστηκε την 25.7.2014 Ενορκη Δήλωση της Ρίτας Χριστοφίδου από τη Λευκωσία, Κτηματολογικής Λειτουργού Β΄. Η Χριστοφίδου δεν αντεξετάστηκε. Ο τίτλος της Ενορκης Δήλωσης Χριστοφίδου είναι λανθασμένος. Παρουσιάζονται πέραν του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ακόμη δύο καθ΄ ων η αίτηση. Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού και ο Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας. Και οι τρεις ήταν οι εναγόμενοι στην αγωγή 5071/
  2. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας γιατί ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του σε διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων σε εύλογο χρόνο προσφεύγει, σύμφωνα με το άρθρο 4, κατά της Δημοκρατίας και όπως το άρθρο 10 προνοεί τέτοιες διαδικασίες κατά της Δημοκρατίας εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα. Ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν σχετίζεται με το γεγονός πως αυτός, μαζί με άλλο αξιωματούχο και υπάλληλο του Κράτους, ήταν εναγόμενος στην αγωγή από όπου εκπηγάζει το παράπονο των Αιτητών. Το γεγονός πως η δικαστική απόφαση υπέρ των Αιτητών, η μη ικανοποίηση της οποίας συνιστά το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης, ήταν και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα δεν πρέπει να αφεθεί να δημιουργήσει σύγχυση ως προς το ρόλο του Γενικού Εισαγγελέα ως ο Καθ΄ ου η Αίτηση. Όμως, τούτο δεν εμποδίζει τους Αιτητές να συνδέουν τη συμπεριφορά, πράξεις ή παραλείψεις και συνεπακόλουθη ευθύνη της Δημοκρατίας με το γεγονός ότι η αγωγή την αφορούσε. Εγείρεται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση ζήτημα διαδικασίας, ότι το ορθό δικονομικό διάβημα ήταν η καταχώρηση αγωγής και όχι πρωτογενούς αίτησης όπως η υπό κρίση. Και τούτο γιατί, κατά την θέση του, η υπόθεση δεν εκκρεμεί. Το δικαίωμα σε διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι αγώγιμο. Για την παραβίαση του μπορεί να εγερθεί αγωγή είτε η υπόθεση στην οποία κατ΄ ισχυρισμό παραβιάστηκε περατώθηκε είτε εκκρεμεί (άρθρο 5). Όταν, όμως, εκκρεμεί προσφέρεται και η οδός της πρωτογενούς αιτήσεως (άρθρο 7). Οπόταν το ζήτημα είναι κατά πόσο η υπόθεση στην οποία υφίσταται ο ισχυρισμός για παραβίαση, δηλαδή η αγωγή 5071/11, έχει περατωθεί ή εκκρεμεί. Ορθά ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν θεωρεί ότι με την έκδοση απόφασης στην αγωγή η υπόθεση διεκπεραιώθηκε. Ο Νόμος εμπεριέχει σαφείς πρόνοιες ότι μια υπόθεση εξακολουθεί να εκκρεμεί παρά την έκδοση απόφασης όταν βρίσκεται στο στάδιο της εκτέλεσης. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 αναφέρεται ότι: «'υπόθεση επαρχιακού δικαστηρίου' σημαίνει κάθε υπόθεση και διαδικασία, ... η οποία δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου ή οποιωνδήποτε άλλων Νόμων εξετάζεται από επαρχιακό δικαστήριο ...». Στο άρθρο 5
(1)αναφέρεται ότι: «Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε σχέση με παραβίαση του δικαιώματος σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, περιλαμβανομένου εκείνου της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 5
(2)αναφέρεται ότι: «Αγωγή δυνάμει του άρθρου 4 δύναται να εγερθεί και για παραβίαση του δικαιώματος σε υπόθεση που περατώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ή στην οποία εκκρεμεί η εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε πριν την εν λόγω ημερομηνία, ...». Ακόμα προνοείται πως προκειμένου το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος λαμβάνει υπόψη (άρθρο 11 (ε)): «τη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών στα διάφορα στάδια και διαδικασίες της υπόθεσης, περιλαμβανομένων, όπου είναι σχετικές, των διαδικασιών εκτέλεσης, και την προώθηση της υπόθεσης στα εν λόγω στάδια και διαδικασίες», και (άρθρο 11 (στ) «τη συμπεριφορά άλλων αρχών της Δημοκρατίας, όπου είναι σχετική, στο στάδιο και στις διαδικασίες εκτέλεσης, όπως και σε τυχόν σχετικά στάδια και διαδικασίες που προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπόθεσης στο Δικαστήριο». Τέλος, προνοείται ότι μια από τις οδηγίες που μπορούν να δοθούν μετά τη διαπίστωση παραβίασης σε εκκρεμούσα υπόθεση, σε πρωτογενή αίτηση, μπορεί να αφορά (άρθρο 14
(3)(η)): «την κατά προτεραιότητα διεκπεραίωση από τις δικαστικές αρχές στην έκταση που εμπλέκονται, των διαδικασιών εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε στην υπόθεση». Στην Burdov v. Russia
(2002)38 EHRR 639, γίνεται αναφορά (παράγρ. 34) στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και σημειώνεται ότι: «...το δικαίωμα έγερσης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε αστικής φύσεως ζητήματα αποτελεί μια πτυχή. Ωστόσο εκείνο το δικαίωμα θα ήταν απατηλό εάν το Εθνικό Δίκαιο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους επέτρεπε σε μία τελεσίδικη δεσμευτική δικαστική απόφαση να παραμείνει ανενεργή σε βλάβη ενός διαδίκου. Θα ήταν αδιανόητο εάν το Αρθρο 6
(1)έπρεπε να περιγράφει λεπτομερώς διαδικαστικές διασφαλίσεις που παρέχονται στους διαδίκους - διαδικασίες που είναι δίκαιες, δημόσιες και έγκαιρες - χωρίς να προστατεύει την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων. Ερμηνεία του Αρθρο 6 ότι αναφέρεται αποκλειστικώς στην πρόσβαση στο Δικαστήριο και διεξαγωγή της διαδικασίας θα έτεινε να οδηγήσει σε καταστάσεις ασυμβίβαστες με την αρχή του Κράτους Δικαίου την οποία τα Συμβαλλόμενα Κράτη ανέλαβαν να σεβασθούν όταν επικύρωσαν τη Σύμβαση. Η εκτέλεση μιας απόφασης που εκδίδεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο πρέπει να θεωρείται ως εσωτερικό μέρος της `δίκης' για τους σκοπούς του Αρθρο 6 (βλ. Hornsby v Greece Απόφαση της 19 Μαρτίου 1997, Τόμοι Αποφάσεων 1997 - ΙΙ, σελ. 510 παραγ.40». Η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι η υπόθεση δεν εκκρεμεί, εδράζεται στη θέση ότι το επίδικο Ενταλμα εκτελέστηκε την 26.3.
  1. Κατασχέθηκε αυτοκίνητο ιδιοκτησία της Δημοκρατίας το οποίο παραμένει στην κατοχή των αρμοδίων αρχών. Κατά τη θέση του, το γεγονός ότι η απόφαση δεν έχει ικανοποιηθεί, δεν αναιρεί το γεγονός της εκτέλεσης του Εντάλματος. Η Δ.44 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «Όταν η εκτέλεση συμπληρωθεί, ο Δικαστικός Επιδότης θα επιστρέψει το Ενταλμα το οποίο οπισθογραφεί ως προς τις λεπτομέρειες της εκτέλεσης. ...». Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου τούτο δεν φαίνεται να έχει γίνει. Το Ενταλμα δεν επιστράφηκε συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκτέλεση του έχει συμπληρωθεί. Καταλήγω ότι η υπόθεση εκκρεμεί και οι Αιτητές νομιμοποιούνταν στην καταχώρηση πρωτογενούς αιτήσεως. Τα ουσιώδη γεγονότα συνοψίζονται ως ακολούθως: Την 10.2.2012 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή 5071/11 Ε.Δ. Λευκωσίας υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού και του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας για ποσό €5.000.000 πλέον τόκους και έξοδα. Την 21.3.2012 εκδόθηκε το Ενταλμα Πώλησης Κινητών αρ. 146/2012 εναντίον των εξ΄ αποφάσεως χρεωστών. Την 24.10.2012 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης του Εντάλματος που, όμως, ακυρώθηκε την 31.12.
  2. Την 21.2.2013 έγινε προσπάθεια εκτέλεσης του Εντάλματος στο Υπουργείο Οικονομικών. Επιχειρήθηκε από δικαστικό επιδότη η κατάσχεση υπηρεσιακών αυτοκινήτων. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου έδιωξε τον επιδότη και διέταξε το κλείσιμο του υπόγειου χώρου στάθμευσης του Υπουργείου ώστε να μην καταστεί δυνατή η κατάσχεση των υπηρεσιακών αυτοκινήτων. Η Αστυνομία αρνήθηκε να καταχωρήσει σχετική καταγγελία του επιδότη. Το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα το Ε.Δ. Λευκωσίας να εκδώσει γραπτό ανακοινωθέν στις 22.2.2013 από το περιεχόμενο του οποίου αποκαλύπτονται τα εξής: Την 11.9.2012 υποβλήθηκε παράπονο από τους Αιτητές στο Διοικητικό Πρόεδρο του Ε.Δ. Λευκωσίας για το γεγονός της μη εκτέλεσης του Εντάλματος που είχε καταχωριστεί πριν 6 σχεδόν μήνες. Ο Διοικητικός Πρόεδρος ζήτησε την εξέταση του ζητήματος. Την 14.9.2012 ο Πρώτος Δικαστικός Επιδότης με επιστολή του ενημέρωσε τη Διοικητικό Πρωτοκολλητή για τη συνάντηση που είχε ο ίδιος και ο αρμόδιος για την εκτέλεση του Εντάλματος επιδότης με τον τότε Υπουργό Οικονομικών και για τις προσπάθειες που έγιναν για διευθέτηση του Εντάλματος. Την 25.9.2012 ακολούθησε νέα επιστολή των Αιτητών με την οποία ζητείτο η εκτέλεση του Εντάλματος δεδομένου ότι ο Υπουργός Οικονομικών δεν είχε αναλάβει οιαδήποτε δέσμευση για την εξόφληση του. Ακολούθησαν κι άλλες επιστολές των Αιτητών και καταγγελία ότι οι επιδότες επιδείκνυαν απροθυμία για την εκτέλεση του Εντάλματος. Στις 2.1.2013, μετά την ακύρωση της αναστολής εκτέλεσης του Εντάλματος, οι Αιτητές επανήλθαν με επιστολή των δικηγόρων τους οπόταν αυθημερόν ο Διοικητικός Πρωτοκολλητής έδωσε οδηγίες για άμεση εκτέλεση του Εντάλματος. Οι δικηγόροι επανήλθαν με επιστολή τους ημερ. 1.2.2013 και ο Διοικητικός Πρωτοκολλητής έδωσε την ίδια ημέρα εκ νέου οδηγίες για άμεση εκτέλεση του Εντάλματος. Οι Αιτητές με επιστολή τους ημερ. 6.2.2013 ζήτησαν την παρέμβαση του Διοικητικού Προέδρου, ο οποίος, αφού ενημερώθηκε από τη Διοικητικό Πρωτοκολλητή, την επομένη ζήτησε από τη Διοικητικό Πρωτοκολλητή να προχωρήσει η εκτέλεση του Εντάλματος και να ενημερωθούν οι Αιτητές. Την 11.2.2013 οι δικαστικοί επιδότες επισκέφθηκαν το Υπουργείο Οικονομικών για σκοπούς εκτέλεσης, κατόπιν όμως παράκλησης του Γενικού Εισαγγελέα, δόθηκε χρόνος μέχρι την επομένη για σκοπούς διευθέτησης χωρίς αποτέλεσμα. Την 13.2.2013 ο Αρχιπρωτοκολλητής με επιστολή του έδωσε οδηγίες στην Ανώτερη Πρωτοκολλητή για άμεση εκτέλεση του Εντάλματος και οι οδηγίες διαβιβάστηκαν στον Πρώτο Δικαστικό Επιδότη με οδηγίες για άμεση εκτέλεση. Ακολούθησαν τα γεγονότα της 21.2.2013 και στη συνέχεια διάφορες επιστολές των δικηγόρων των Αιτητών. Την 26.3.2014 οι δικαστικοί επιδότες κατάσχαν το αυτοκίνητο του Γενικού Εισαγγελέα και την 29.3.2014 προσπάθησαν να προβούν σε κατάσχεση κινητών στην Κρατική Πινακοθήκη, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Δεν έγινε κατορθωτή η κατάσχεση οιασδήποτε περιουσίας. Αναφέρει η Παρισσινού ότι άκουσε το ίδιο βράδυ στο δελτίο ειδήσεων του ΡΙΚ τον τότε Γενικό Εισαγγελέα να δηλώνει ότι παρενέβηκε και απέτρεψε την εκτέλεση του Εντάλματος, προειδοποιώντας του επιδότες ότι θα τους κόψει τα πόδια. Προς επιβεβαίωση των όσων άκουσε παρουσίασε εκτύπωση ηλεκτρονικής σελίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ online» όπου επιβεβαιώνεται η είδηση. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η ευθύνη της Δημοκρατίας μπορεί να ανακύψει αν οι αρχές που συμμετέχουν στη διαδικασία εκτέλεσης έχουν ενεργήσει χωρίς την απαιτούμενη επιμέλεια. Προσθέτω πως η Δημοκρατία έχει θετική υποχρέωση να συστήσει σύστημα για την εκτέλεση των Δικαστικών Αποφάσεων το οποίο να είναι αποτελεσματικό τόσο κατά νόμο όσο και πρακτικά (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ στην Fuklev v. Ukraine, ημερ. 7.6.2005 (τελική 30.11.2005), παραγρ. 84). Συγκερασμός των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας μπορεί, στην κατάλληλη περίπτωση, δεδομένου του αποτελέσματος να στοιχειοθετεί την ευθύνη χωρίς την ανάγκη παραπομπής σε συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις. Η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση είναι ότι η συμπεριφορά της Δημοκρατίας, στην έκταση που αυτή εμπλέκεται ως ο εξ αποφάσεως χρεώστης στην αγωγή 5071/11, δεν μπορεί να τεκμηριώσει ευθύνη κάτω από τις διατάξεις της επίδικης νομοθεσίας. Αυτό είναι σωστό, χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή στη διαπίστωση πότε, στα πλαίσια της εκτέλεσης του επιδίκου Εντάλματος, η Δημοκρατία ενήργησε ως εξ αποφάσεως χρεώστης ή ως η Αρχή στην οποία εναποτέθηκε η ευθύνη της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Οι επαφές του δικηγόρου των Αιτητών με το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα που περιγράφονται στις παραγρ. 18 (ε) μέχρι (η) της Ενορκης Δήλωσης Παρισινού, συνιστούν ενέργειες εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ως εξ αποφάσεως χρεώστη στην αγωγή. Περιγράφονται διαβουλεύσεις μεταξύ εξ αποφάσεως πιστωτή και εξ αποφάσεως χρεώστη προς το σκοπό της εξεύρεσης συναινετικής διευθέτησης για την πληρωμή του χρέους που προέκυπτε από την απόφαση στη μεταξύ τους αγωγή. Ότι ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας υπαναχώρησε από την διευθέτηση στην οποία τα μέρη κατέληξαν στις 7.10.2013, στην έκταση που θα μπορούσε να συνιστά παρελκυστική συμπεριφορά, δεν μπορεί να αποδοθεί στη Δημοκρατία ως υπεύθυνη για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Οι επαφές αυτές κράτησαν σχεδόν 3½ μήνες (8.8.2013 - 21.11.2013), όμως, δεν υφίστατο κατά την περίοδο αυτή καμιά αναστολή εκτέλεσης, ούτε οι Αιτητές είχαν παραιτηθεί με οιοδήποτε τρόπο της απαίτησης τους για εκτέλεση του Εντάλματος. Ούτε το γεγονός της καταχώρησης της αίτησης ημερ. 23.10.2012 για αναστολή εκτέλεσης του Εντάλματος που είχε ως αποτέλεσμα η εκτέλεση του Εντάλματος να ανασταλεί και το Ενταλμα να καταστεί και πάλι εκτελεστό περίπου 70 ημέρες μετά την 31.12.2012 με την απόρριψη της αίτησης. Ο κάθε εξ΄ αποφάσεως χρεώστης έχει το δικαίωμα να προασπίσει τα δικαιώματα του με κάθε πρόσφορη διαδικασία και η Δημοκρατία δεν αποτελεί εξαίρεση, νοουμένου ότι ενεργεί καλόπιστα και προς το συμφέρον του δημοσίου. Με άλλη αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης, που καταχωρίστηκε την 12.2.2013, δεν διατάχθηκε οποιαδήποτε αναστολή. Η αίτηση απορρίφθηκε την 20.5.
  3. Τρίτη αίτηση που καταχωρίστηκε την 17.12.2013, αποσύρθηκε την 28.1.
  4. Τη διάκριση μεταξύ εξ αποφάσεως χρεώστη και εκπροσώπου της Δημοκρατίας ως υπεύθυνης για την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων απέτυχε να διακρίνει η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα. Πέραν του τυπικού ζητήματος του τίτλου της Ενορκης Δήλωσης Χριστοφίδου, η επιλογή Κτηματολογικής Λειτουργού που εμπλεκόταν στα γεγονότα της αγωγής 5071/11 για να υποστηρίξει τις θέσεις του, προμηνούσε ότι θα υπήρχε εκ μέρους του Καθ΄ ου η Αίτηση παρεκτροπή από τα επίδικα ζητήματα στην Αίτηση, όπως και έγινε. Η Ενορκη Δήλωση Χριστοφίδου αναφέρεται, κατά το πλείστον, σε γεγονότα που δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Δεν ενδιαφέρουν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η δικαστική απόφαση στην αγωγή 5071/11 και ούτε οι μετέπειτα ενέργειες των εκεί Εναγομένων σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής στην έκταση που παρατίθενται για να προσβάλουν ή πλήξουν το δίκαιο της απαίτησης των Αιτητών. Η Ενορκη Δήλωση Χριστοφίδου προβάλλει και επιχειρηματολογεί υπέρ θέσεων των Εναγομένων στην αγωγή 5071/11 αναφορικά με το εκεί επίδικο ζήτημα, καθιστώντας πρόδηλο ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση έχει εκφύγει του ρόλου που ο Νόμος του εναποθέτει σε διαδικασίες όπως η παρούσα. Ότι παραμένει από την Ενορκη Δήλωση Χριστοφίδου, είναι το γεγονός της διασύνδεσης από την ομνύουσα του ζητήματος της εκτέλεσης του επίδικου Εντάλματος με το, κατά τη θέση της, δίκαιο των εξ αποφάσεως χρεωστών να μην πληρώσουν τα ποσά που επιδικάστηκαν εναντίον τους στην αγωγή. Στην έκταση που αυτή η προσέγγιση βρίσκει απήχηση στις αρχές, στις οποίες εναποτίθεται η ευθύνη της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, αναδεικνύει σκοπιμότητα στη συμπεριφορά τους και επιβαρύνει τη θέση της Δημοκρατίας. H απόφαση του ΕΔΑΔ, στην Jasiuniene v. Lithuania, ημερ. 6.3.2003 (τελική 6.6.2003) είναι σχετική. Η αιτήτρια είχε εξασφαλίσει εναντίον της Δημοκρατίας της Λιθουανίας δικαστική απόφαση σε σχέση με την αποκατάσταση περιουσιακών δικαιωμάτων της. Σε μεταγενέστερο στάδιο η διοίκηση απαίτησε από την αιτήτρια να τεκμηριώσει εκ νέου τα περιουσιακά της δικαιώματα. Αποφασίστηκε πως η μη εκτέλεση της απόφασης καθίστατο ακόμη πιο επιβαρυντική συνεπεία της αμφισβήτησης από τη διοίκηση των περιουσιακών δικαιωμάτων της αιτήτριας επί της ουσίας τους που είχαν ήδη αποφασιστεί υπέρ της στη δικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την κατάσταση ως ανεπίτρεπτη δυνάμει του Αρθρου 6
(1)της Συνθήκης καθότι η δικαστική απόφαση παρέμενε έγκυρη. Καταλήγω πως δεν επιτρέπεται διασύνδεση των δύο ζητημάτων και στην έκταση που τούτο γίνεται, απλά μπορεί να καταδείξει την ύπαρξη σκοπιμότητας. Οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο παραβιάστηκε το δικαίωμα των Αιτητών απαριθμούνται στο άρθρο
  1. Είναι γεγονός ότι σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της αγωγής 5071/11 την 21.7.2011, την 10.2.2012 εκδόθηκε απόφαση, όμως επειδή μια πτυχή της υπόθεσης διεκπεραιώθηκε χωρίς καθυστέρηση δεν σημαίνει ότι καθυστέρηση ή μεγαλύτερη καθυστέρηση μπορεί να γίνει ανεκτή σε άλλη. Εχουν μέχρι σήμερα παρέλθει 31 μήνες από την έκδοση του επίδικου εντάλματος και ο χρόνος είναι αδικαιολόγητος προκειμένου περί εξ΄ αποφάσεως χρεώστη που δεν στερείται κινητής περιουσίας αξίας και σε όλη την Κύπρο. Η φύση της υπόθεσης επιτείνει τα αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης των Αιτητών. Η Δημοκρατία τους οφείλει ένα μεγάλο ποσό και πεισματικά αποφεύγει την πληρωμή του. Δεν επεδίωξαν οι Αιτητές τη διαμάχη με τη Δημοκρατία. Η Δημοκρατία απαλλοτρίωσε την περιουσία τους και τους πρόσφερε την 27.12.2010 το ποσό των €5.000.000 ως αποζημίωση, το οποίο οι Αιτητές αποδέχτηκαν. Το ποσό δεν πληρώθηκε και οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή 5071/
  2. Επέτυχαν την έκδοση απόφασης την 10.2.2012 αλλά ακόμη αναμένουν να πληρωθούν. Και στο στάδιο που έφτασε η υπόθεση τα πράγματα είναι πολύ απλά. Δεν εγείρονται νομικά ζητήματα προς επίλυση. Απλά πρέπει να εκτελεστεί μια δικαστική απόφαση για, έστω μεγάλη, χρηματική οφειλή. Οι Αιτητές καμιά ευθύνη δεν έχουν για την καθυστέρηση στην εκτέλεση του Εντάλματος. Ότι υπήρξαν διαλλακτικοί και ο δικηγόρος τους είχε επαφές με το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα δεν θα μπορούσε να προσμετρήσει σε βάρος τους. Ούτε και αδράνησαν, υπενθυμίζοντας από καιρού εις καιρόν τους αρμοδίους και προβάλλοντας παράπονα για την καθυστέρηση. Είναι γεγονός πως τόσο ο διοικητικός Πρόεδρος του Ε.Δ. Λευκωσίας όσο και ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου επέδειξαν ενδιαφέρον και προέβηκαν σε συστάσεις ώστε το επίδικο Ενταλμα να εκτελεστεί το ταχύτερον. Τούτο καθιστά ακόμα πιο απογοητευτικό το αποτέλεσμα και πιο καταδικαστέα τη συμπεριφορά των άλλων παραγόντων που συνδράμουν ή μπορούν να συνδράμουν για την έγκαιρη εκτέλεση ενός εντάλματος. Γιατί ότι μετρά δεδομένης της αδιαμφισβήτητης ύπαρξης κινητής περιουσίας από τον εξ΄ αποφάσεως χρεώστη είναι το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα ομιλεί αφ΄ εαυτού. Δεν συμμερίζομαι τη θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση πως «...όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς για την εκτέλεση της απόφασης και δη την εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης, κινητής περιουσίας, έκαναν ότι όφειλαν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους για συμμόρφωση ...». Η Δημοκρατία δεν υπέχει ευθύνης μόνο για τις πράξεις ή παραλείψεις των δικαστικών αρχών κατά τη διαδικασία της εκτέλεσης, αλλά όλων των αρχών που μπορεί να εμπλέκονται σε αυτή. Τούτο καθίσταται πρόδηλο και από τις παραγρ. (ε) και (στ) του άρθρου 11 του Νόμου, όπου διακρίνεται η συμπεριφορά των δικαστικών αρχών και άλλων αρχών της Δημοκρατίας που είναι σχετική στο στάδιο και στις διαδικασίες εκτέλεσης. Για την περίοδο από 21.3.2012 μέχρι 24.10.2012 που αναστάληκε η εκτέλεση του δεν υφίσταται καμιά δικαιολογία για την μη εκτέλεση του Εντάλματος, δεδομένης της υποχρέωσης κάθε επιδότη όπως με την παραλαβή του εντάλματος λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την έγκαιρη και δέουσα εκτέλεση του (Δ.44 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) και του καθήκοντος του Πρωτοκολλητή να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα εντάλματα που εκκρεμούν θα εκτελεστούν και επιστραφούν ταχέως (Δ.44 θ.7). Σχετική είναι και η εγκύκλιος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρ. 61, ημερ. 5.11.1996 και Αρ. 83, ημερ. 5.12.2000 όπου αναφέρεται ότι δεν θεωρείται παραδεκτή η καθυστέρηση στην εκτέλεση ενταλμάτων πέραν του χρονικού ορίου των τριών μηνών. Παρήλθαν σχεδόν πέντε μήνες μετά την ακύρωση της αναστολής εκτέλεσης του Εντάλματος για να γίνει προσπάθεια εκτέλεσης του Εντάλματος την 21.3.2013 με την κατάληξη που περιγράφηκε πιο πάνω. Την 26.3.2014 πραγματοποιήθηκε η κατάσχεση του αυτοκινήτου του Γενικού Εισαγγελέα, ενώ μετά την άκαρπη προσπάθεια στην Κρατική Πινακοθήκη στις 29.3.2014, δεν περιγράφεται άλλη ενέργεια. Είναι η κατάληξη μου ότι με τη μη εκτέλεση του Εντάλματος κινητών που εκδόθηκε την 21.3.2012 το δικαίωμα των Αιτητών σε διάγνωση αστικού τους δικαιώματος σε εύλογο χρόνο έχει παραβιαστεί. Δικαιούνται δυνητικά στις θεραπείες που προνοούνται στο άρθρο
  3. Το εδάφιο (α) αναφέρεται σε αποζημιώσεις για τυχόν χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα και δαπάνες που ο ενάγοντας ή αιτητής έχει υποστεί λόγω της παραβίασης. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει πως έχουν υποστεί χρηματική ζημιά, απώλεια, έξοδα ή δαπάνες λόγω της παραβίασης, δηλαδή της καθυστέρησης στην εκτέλεση του Εντάλματος. Το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ τους φέρει τόκο από 25.5.2010 και μάλιστα με επιτόκιο 9%. Δεν έχουν καταδείξει με μαρτυρία ότι θα μπορούσαν καταθέτοντας το (εφόσον το εισέπρατταν) σε τράπεζα να εξασφαλίσουν υψηλότερο επιτόκιο για την κατάθεση τους, ούτε αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένη αξιοποίηση του ποσού, σε επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα, που θα τους επέφερε μεγαλύτερη απόδοση. Πέραν των πιο πάνω περιστάσεων, απώλεια θα μπορούσε να προκύψει λόγω της καθυστέρησης στην εκτέλεση στην περίπτωση που ο εξ΄ αποφάσεως χρεώστης ήταν αξιόχρεος ή κατείχε περιουσία ώστε να ικανοποιήσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος και έχει στο μεσοδιάστημα και στο χρόνο που διέρρευσε λόγω της καθυστέρησης καταστεί αναξιόχρεος ή απώλεσε ή αποξένωσε την περιουσία του, με αποτέλεσμα το εξ΄ αποφάσεως χρέος να φαίνεται ότι θα παραμείνει ανικανοποίητο. Σε τέτοια περίπτωση προκύπτει χρηματική ζημιά που μπορεί να ισούται και με το σύνολο του εξ΄ αποφάσεως χρέους και επιδικασθέντων και άλλων εξόδων. Από το Μάρτιο του 2012 που εκδόθηκε το Ενταλμα επεσυνέβηκαν τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και το Κράτος ετέθηκε στη συνέχεια κάτω από το Μνημόνιο. Όμως δεν μπορεί να ειπωθεί πως το Κράτος είναι σήμερα σε χειρότερη οικονομική κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, το ουσιαστικό είναι ότι δεν συμβαίνει και δεν υποστηρίχτηκε ότι το Κράτος, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, αδυνατεί σήμερα ή δεν μπορεί να πληρώσει το ποσό της απόφασης. Και ίσως να μην έχει και πρακτική σημασία όταν το Κράτος είναι ο εξ΄ αποφάσεως χρεώστης γιατί αν έχει αδυναμία πληρωμής του ποσού ως εξ΄ αποφάσεως χρέος την ίδια αδυναμία θα είχε να το πληρώσει ως αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 12(α). Το εδάφιο (β) του άρθρου 12 αναφέρεται σε αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης που ο ενάγοντας αιτητής έχει υποστεί λόγω της παραβίασης. Είναι οι αποζημιώσεις που μπορούν να αποδοθούν για αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης, άγχους και αγωνίας που μπορεί να διακατέχουν τους Αιτητές συνεπεία της παραβίασης. Είναι οι γνωστές ως "non-pecuniary damages" στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ. Παραπέμπω στα όσα πιο πάνω αναφέρονται σε σχέση με τη φύση της υπόθεσης που επιτείνει τα αισθήματα πικρίας και απογοήτευσης των αιτητών. Στην Κώστας Δημητρίου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα Αίτηση αρ. 2/2013, ημερ. 27.3.2014 γίνεται αναφορά σε αριθμό υποθέσεων του ΕΔΑΔ όπου η Δημοκρατία καταδικάστηκε αναφορικά με τη μη τήρηση των προνοιών του Άρθρου 6.1 της Σύμβασης που αναδεικνύουν το μέτρο αναφορικά με τον επιδικασμό μη χρηματικών αποζημιώσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι η διαπιστωθείσα παραβίαση δικαιολογεί τον επιδικασμό αποζημιώσεων στους Αιτητές για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης. Καθορίζω την αποζημίωση σε €500 για κάθε Αιτητή. Δικαιούνται ακόμα οι Αιτητές τα δικηγορικά έξοδα που αποδεδειγμένα έχουν υποστεί λόγω της παραβίασης (άρθρο 12 (γ)). Στη νομολογία του ΕΔΑΔ αναφέρεται ότι αυτά πρέπει να ήταν αναγκαία και να είναι λογικά ως προς το ύψος τους (Arvelakis v. Greece, no.41354/98, ημερ. 12.4.2001 και Νikolova v. Bulgaria, [GC] no.31195/96, ECHR 1999-ΙΙ). Τα έξοδα που αναφέρονται στην παράγραφο Β της Αίτησης δεν είναι έξοδα που μπορούν να επιδικαστούν κάτω από το άρθρο 12(γ). Αυτά, όπως αναφέρεται και στην ίδια την εξαιτούμενη θεραπεία, έχουν ήδη επιδικαστεί υπέρ τους και τα δικαιούνται. Μαρτυρία για άλλα έξοδα δεν προσφέρθηκε, όμως, προκύπτει πως οι Αιτητές απέστειλαν διάφορες επιστολές παραπονούμενοι για τη μη εκτέλεση του Εντάλματος, αρχικά οι ίδιοι και στη συνέχεια μέσω των δικηγόρων τους. Με την Ενορκη Δήλωση Παρισσινού παρουσιάζονται 15 επιστολές των δικηγόρων των Αιτητών. Όταν αποδεδειγμένα ο Αιτητής έχει υποστεί κάποια έξοδα και δαπάνες, αλλά έχει αποτύχει να υποστηρίξει τη σχετική αξίωση με μαρτυρία, το ΕΔΑΔ επιδικάζει έξοδα πάνω σε δίκαια βάση ("on an equitable basis") (βλ. Case of Arsor v. The Former Yuqoslav Republic of Macedonia no. 44208/02, 19.10.2006 (τελική 19.1.2007) παραγρ.
  4. Το άρθρο 12
(2)προνοεί ότι για τη διαπίστωση της ζημιάς που οφείλεται στην παραβίαση και τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το ΕΔΑΔ όπως προκύπτουν από τη νομολογία του. Εχοντας υπόψη τον αριθμό των επιστολών και τις σχετικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τα έξοδα καθορίζω, πάνω σε δίκαια βάση τα δικηγορικά έξοδα που οι Αιτητές έχουν υποστεί λόγω της παραβίασης, σε €750. Ως εκ των ανωτέρω είναι η απόφαση του Δικαστηρίου ότι με τη μη εκτέλεση του Εντάλματος κινητών που εκδόθηκε την 21.3.2012 το δικαίωμα των Αιτητών σε διάγνωση αστικού τους δικαιώματος σε εύλογο χρόνο έχει παραβιαστεί. Επιδικάζονται υπέρ του κάθε Αιτητή και εναντίον της Δημοκρατίας €500 αποζημιώσεις για ζημιά ή βλάβη μη χρηματικής φύσης. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Δημοκρατίας €750 για δικηγορικά έξοδα που έχουν υποστεί λόγω της παραβίασης. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Αιτητές που καταχώρησαν από κοινού την Αίτηση και είχαν ουσιαστικά κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Ο Πρωτοκολλητής να διαβιβάσει αμέσως την απόφαση στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 14.1 του Νόμου. (Υπ.)........................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.