Χριστίνα Καραολίδου Τσιαττάλα ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5453/12, 20/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A419 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5453/12 Μεταξύ: Χριστίνα Καραολίδου Τσιαττάλα, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin Clr (Financial Services) Ltd ...................
- Ανδρέας Βγενόπουλος ................... Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25.6.13 υπό εναγομένου 5 - αιτητή για παραμερισμό του διατάγματος για άδεια σφράγισης & επίδοσης και της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2014 Για εναγόμενο 5 - αιτητή: κος Κωνσταντίνος Αυγουστή Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Νικολέτα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η έκδοση ομολόγων, δανείου ή αξιογράφων κεφαλαίου, της εναγομένης 1 Λαϊκής Τράπεζας που εκδόθηκαν στο όνομα της κατά ή περί το έτος
- Ως λόγους ακύρωσης επικαλείται σύμφωνα με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, απάτη, δόλιες και ψευδείς παραστάσεις, δόλια απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και άσκηση πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης λόγω απειλής, εκβιασμού και οικονομικής πίεσης κατά την περίοδο 2010 -
- Η αγωγή ασκείται εναντίον 25 συνολικά εναγομένων, στους οποίους εκτός από την Λαϊκή Τράπεζα συμπεριλαμβάνονται και μέλη του τότε Διοικητικού της Συμβουλίου, ένα ελεγκτικό γραφείο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Κεντρική Τράπεζα και η Κυπριακή Δημοκρατία. Στην συνέχεια στις 7.2.13, η ενάγουσα εξασφάλισε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της, διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της ειδοποίησης του κλητήριου εντάλματος στους εναγομένους που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων για τον εναγόμενο 5 - αιτητή, διατάχθηκε η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Ελλάδα με παράδοση στην διεύθυνση του μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service). Ο εναγόμενος 5 χωρίς να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται την ακύρωση της επίδοσης και του διατάγματος ημ. 7.2.13 για την σε αυτόν επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Επικαλείται επί του προκειμένου, παρατυπία στην όλη διαδικασία αφού κατά τους ισχυρισμούς του δεν του επιδόθηκε η μονομερής αίτηση με την ένορκη δήλωση που την συνόδευε, στην βάση της οποίας δόθηκε η σχετική άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Τα έγγραφα αυτά εξασφαλίστηκαν στις 5.6.13 μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρων του αιτητή στους δικηγόρους της ενάγουσας. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος 5 ότι η νομική βάση της αίτησης με την οποία εξασφαλίστηκαν τα υπό κρίση διατάγματα δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αφού απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1393/2007, οι οποίοι κατέστησαν ανενεργούς τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με επιδόσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου αντί του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος ως και η επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier), αντίκεινται στον Ε.Κ. 1393/2007 που προνοεί μια εντελώς διαφορετική διαδικασία επίδοσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών. Ο αιτητής ισχυρίζεται επίσης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επί της οποίας εκδόθηκαν τα υπό κρίση διατάγματα, είναι αντικανονική και παράτυπη και ουδέποτε θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Παντέχη, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων του αιτητή. Σε αυτή επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους, τους οποίους επικαλείται για ακύρωση της σφράγισης και επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου στον αιτητή. Η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να υποβάλει την παρούσα αίτηση καθότι δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης κατά παράβαση της Δ.16 Κ.
- Αναφορικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αναφέρεται στην ένσταση ότι η εξουσία του Δικαστηρίου ενεργοποιείται με την επίκληση στην αίτηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρότι γίνεται δεκτό ότι σε επιδόσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχει η δυνατότητα να επιδίδεται το κλητήριο και όχι ειδοποίηση κλητηρίου, αναφέρεται στην ένσταση ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου επέτρεψε την επίδοση ειδοποίησης και συνεπώς ουδεμία παρατυπία υφίσταται. Σε σχέση με τον τρόπο που έγινε η επίδοση, αναφέρεται ότι ο Ε.Κ.1393/2007 δεν αντικατέστησε τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και η επίδοση που προβλέπει μέσω των αρμοδίων κυβερνητικών αρχών δεν είναι αποκλειστικής μορφής και δεν αποκλείει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ενεργήσει όπως ενήργησε. Επιπλέον, το διάταγμα δεν προνοούσε προσωπική επίδοση στον αιτητή αλλά επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων με παράδοση στις διευθύνσεις τους. Αναφέρεται επίσης ότι η μονομερής αίτηση με την ένορκη δήλωση, στάλθηκε στους συνηγόρους του αιτητή και συνεπώς οιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί. Προκύπτει δε από την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης ότι οι αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της διαδικασίας, συνεπώς η αίτηση του είναι καταχρηστική. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Νικολέτας Νικολάου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Αφού επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν καταστεί ανενεργοί. Οποιαδήποτε τροποποίηση των Κανονισμών θα έπρεπε με βάση το άρθρο 163 του Συντάγματος να γίνει μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνει επίσης ότι ο αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με την διαταγή του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης είτε με είτε χωρίς διαμαρτυρία και υπό τα περιστάσεις δεν νομιμοποιείται να αμφισβητεί το επίδικο διάταγμα. Αναφέρει τέλος ότι η αίτηση είναι κακόπιστη γιατί υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με το υπό κρίση διάταγμα του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως τούτου, το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να θεραπεύσει οποιεσδήποτε παρατυπίες δυνάμει της Δ.
- Αγορεύσεις Ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης, κάμνοντας μνεία μεταξύ άλλων για την παράλειψη της ενάγουσας να συμμορφωθεί με την Δ.48 Κ.13 και να επιδώσει στον εναγόμενο 5 - αιτητή, την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, στην βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα ημερομηνίας 7.2.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Έγινε επί του προκειμένου αναφορά στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd Πολ. Έφεση 387/11 ημ. 17.10.
- Στην πιο πάνω υπόθεση νομολογήθηκε σύμφωνα με τον συνήγορο ότι η υποχρέωση που καθορίζει η Δ.48 Κ.13 είναι επιτακτικής φύσης και δεν χωρεί απόκλιση που να δικαιολογείται δυνάμει της Δ.
- Αναφορά έγινε και στην προγενέστερη υπόθεση του Εφετείου Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κα Πολ. Έφεση Ε23/13 ημ. 13.9.13 όπου αντιθέτως, αποφασίστηκε ότι τέτοια παράλειψη είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της διαταγής
- Η σύγκρουση κατά τον συνήγορο μεταξύ των δύο αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θέτει ζήτημα στο πρωτόδικο Δικαστήριο για το ποια νομολογιακή αρχή θα ακολουθήσει. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα πρωτόδικα Δικαστήρια δεν έχουν την δυνατότητα να επιλέγουν ποια από τις δύο αποφάσεις θα ακολουθήσουν. Την δυνατότητα αυτή, την έχει μόνο το Εφετείο που μπορεί να επιλέξει μεταξύ δύο συγκρουόμενων δικών του αποφάσεων. Τα πρωτόδικα όμως Δικαστήρια, οφείλουν να εφαρμόζουν την πιο πρόσφατη νομολογία του Εφετείου που ανατρέπει προηγούμενη απόφαση είτε δική του είτε ομοβάθμιου του Δικαστηρίου. Επιπλέον, η απόφαση στην Consortia (ανωτέρω) δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί per incuriam αφού η Alpha Bank (ανωτέρω) δεν δέσμευε το Εφετείο, το οποίο θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί όπως και το έπραξε στην απόφαση του στην Consortia (ανωτέρω). Αλλά ακόμη και αν θεωρηθεί κατά τον συνήγορο ότι η απόφαση στην υπόθεση Consortia (ανωτέρω) εκδόθηκε per incuriam, το πρωτόδικο Δικαστήριο και πάλιν δεν έχει την δυνατότητα επιλογής. Αυτό γιατί δυνατότητα απομάκρυνσης από απόφαση για τον λόγο ότι εκδόθηκε per incuriam, παρέχεται μόνο στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και όχι σε ιεραρχικά κατώτερο Δικαστήριο. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι στην βάση του δόγματος του Δικαστικού προηγουμένου και της δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων, το παρών Δικαστήριο οφείλει να ακολουθήσει τις νομολογιακές αρχές της υπόθεσης Consortia (ανωτέρω). Στην συνέχεια, ο συνήγορος έδωσε έμφαση στην παράλειψη της ενάγουσας να συμπεριλάβει τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς στην διαδικασία επίδοσης του κλητηρίου στον αιτητή. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον Ε.Κ. 1393/2007, ο οποίος κατά την άποψη του κατέστησε ανενεργή την Δ.6 Κ.6 αναφορικά με επιδόσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Κανονισμοί του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέστησαν αυτόματα μέρος του Κυπριακού Δικαίου με αυξημένη μάλιστα ισχύ έναντι των ημεδαπών Νόμων και Κανονισμών. Στην παρούσα περίπτωση, η ενάγουσα λανθασμένα στηρίχθηκε στην Δ.6 Κ.6 αντί του Ε.Κ. 1393/
- Αποτέλεσμα ήταν να επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι το ίδιο το κλητήριο ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο (writ of summons or equivalent document), όπως ρητά καθορίζεται στον Ε.Κ. 1393/
- Η υποχρέωση επίδοσης δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, του ιδίου του κλητηρίου ή ισοδύναμου εγγράφου είναι επιτακτικής φύσης, παράλειψη συμμόρφωσης με την οποία καθιστά την όλη διαδικασία άκυρη. Το ελληνικό κείμενο του Κανονισμού αναφέρεται σε «εισαγωγικό της Δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη» που σημαίνει πράξη εναρκτήρια της δικαστικής διαδικασίας Η ειδοποίηση κλητηρίου όμως κατά τον συνήγορο αποτελεί απλά μια ειδοποίηση και όχι έγγραφο ισοδύναμο με κλητήριο ένταλμα ή έγγραφο εισαγωγικό της Δίκης. Με παραπομπή σε νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με επίδοση σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δ.6 Κ.6 έχει καταργηθεί από τον έχοντα αυξημένη ισχύ κανονισμό 1393/
- Επομένως, πέραν του γεγονότος ότι η μονομερής αίτηση ημ. 25.1.13 στηρίχθηκε σε θεσμούς της πολιτικής δικονομίας που κατέστησαν ανενεργοί, επιπλέον στον αιτητή δεν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα ή ισοδύναμο έγγραφο όπως προβλέπεται από τον Ε.Κ.1393/07 αλλά μόνο ειδοποίηση κλητηρίου. Ακόμα, η επίδοση έγινε μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρου, κάτι που δεν προβλέπεται από τον Ε.Κ. 1393/07 ο οποίος καθορίζει ότι η επίδοση του κλητηρίου γίνεται μέσω των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών. Στην συνέχεια ο συνήγορος με αναφορά στο υπό κρίση διάταγμα, ισχυρίσθηκε ότι αυτό καθορίζει προσωπική επίδοση στους εναγομένους στο εξωτερικό μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρου. Δεν είναι αρκετό να παραδοθούν τα έγγραφα στην καθορισμένη διεύθυνση σε πρόσωπο άλλο αφού ρητά αναφέρεται στο διάταγμα ότι η επίδοση θα έπρεπε να γίνει στους εναγομένους. Στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει αναντίλεκτη μαρτυρία ότι η επίδοση έγινε σε πρόσωπο άλλο από τον αιτητή. Συνεπακόλουθα, επίδοση που δεν έγινε προσωπικά στον αιτητή, παραβιάζει τις πρόνοιες του υπό κρίση διατάγματος και θα πρέπει να ακυρωθεί. Ακολούθως, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση επί της οποίας εκδόθηκαν τα υπό κρίση διατάγματα, είναι αντικανονική και παράτυπη και δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του για ουσιώδη γεγονότα. Επιπλέον η ένορκη δήλωση είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι θα έπρεπε πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης να προηγηθεί εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, ο συνήγορος παρέπεμψε στην Δ.16 Κ.9 και σε σχετική νομολογία. Ήταν η θέση του ότι ορθή ερμηνεία του πιο πάνω Κανονισμού, καταδεικνύει ότι ο αιτητής δικαιούται προτού καταχωρήσει εμφάνιση και χωρίς να χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει αίτηση για ακύρωση της επίδοσης. Η συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στην δική της αγόρευση, έκαμε αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας και επανέλαβε όλους τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφο της ένστασης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η μονομερής αίτηση με την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, παραλήφθηκε από τους συνηγόρους του αιτητή στις 4.6.13 μετά από δικό τους αίτημα και έτσι οιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί. Αποτελεί ως εκ τούτου κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή, η καταχώρηση της παρούσας αφού έχει λάβει πλήρη γνώση των στοιχείων επί των οποίων βασίστηκε το Δικαστήριο κατά την διαδικασία της έκδοσης του μονομερούς διατάγματος επίδοσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από την συνήγορο στην παράλειψη του αιτητή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία στην αγωγή. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι από την στιγμή που ο αιτητής δεν κατεχώρησε οιαδήποτε εμφάνιση στην αγωγή δεν έχει δικαίωμα να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, πολύ δε περισσότερο να αμφισβητεί την επίδοση και να ζητά τον παραμερισμό της. Αναφορικά με την θέση του αιτητή για κατάργηση της Δ.6 Κ.6 από τον Ε.Κ. 1393/2007, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στον πιο πάνω Κανονισμό δεν αναφέρεται ότι είναι αποκλειστικής μορφής και ούτε αποκλείεται με οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αν αυτός ήταν ο σκοπός του Ε.Κ. 1393/2007 τότε θα έπρεπε να τροποποιηθούν ανάλογα και οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Ο Ε.Κ. 1393/2007 δεσμεύει μεν την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που να συνεπάγεται τροποποίηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ή οποία εμπίπτει στις αποκλειστικές αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι δυνάμει της Δ.6 Κ.6 δεν είναι αναγκαίο να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα αλλά παρέχεται η δυνατότητα επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Η ενάγουσα συμμορφούμενη με την διαταγή του Δικαστηρίου επέδωσε στον αιτητή ειδοποίηση του κλητηρίου. Ως εκ τούτου δεν ισχύει η θέση του αιτητή για παρατυπία στην όλη διαδικασία επειδή δεν του επιδόθηκε το κλητήριο. Τέλος η συνήγορος παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι σκοπός της επίδοσης είναι να ενημερωθεί ο διάδικος για την δικαστική διαδικασία που τον αφορά. Στην παρούσα περίπτωση, το υπό κρίση διάταγμα δεν καθόριζε προσωπική επίδοση στους εναγομένους αλλά επίδοση στις διευθύνσεις που αναγράφονταν στο διάταγμα μέσω αγγελιοφόρων (courier). Επομένως ουδεμία παρατυπία υφίσταται στον τρόπο με τον οποίο έγινε η επίδοση στον αιτητή. Είναι εμφανές ως εκ τούτου κατά την συνήγορο ότι η επίδοση επιτεύχθηκε νομότυπα, ο δε αιτητής έλαβε πλήρη γνώση για όλες τις διαδικασίες που κινήθηκαν εναντίον του. Ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος γιατί το διάταγμα επίδοσης θα πρέπει να παραμεριστεί. Αντιθέτως, είναι η θέση της συνηγόρου ότι ο αιτητής καταχράται με την παρούσα δικαστικό χρόνο και διαδικασία και ως εκ τούτου η αίτηση του θα πρέπει να απορριφθεί. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Ο εναγόμενος 5 - αιτητής, έχει επικαλεστεί μια σειρά από λόγους για τους οποίους θα πρέπει να ακυρωθεί η σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Προτού εξετάσω κατά πόσον ευσταθούν οι πιο πάνω λόγοι, θεωρώ σκόπιμο όπως εξεταστεί το ζήτημα που έθεσε η καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα για την παράλειψη του αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προτού καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Αυτό γιατί είναι εμφανές ότι η παρούσα θα απορριφθεί από το στάδιο αυτό χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση της ενάγουσας ότι προαπαιτούμενο για ακύρωση της επίδοσης, είναι η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Α. Η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία Οι πρόνοιες της Δ.16 Κ.9, ερμηνεύονται διαφορετικά από τις δύο πλευρές σε σχέση με το κατά πόσον η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για αμφισβήτηση της επίδοσης. Η Δ.16 Κ.9 έχει ως ακολούθως:
- A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Σε ελεύθερη μετάφραση:
- Ένας εναγόμενος πριν εμφανιστεί θα είναι ελεύθερος, χωρίς να πετύχει διάταγμα καταχώρησης ή να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση». Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
- Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance »
- Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action) να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
- Εναλλακτικά η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί κανονικό σημείωμα εμφάνισης. Η φράση «before appearing» σημαίνει τον χρόνο πριν την καταχώρηση ανεπιφύλακτης και χωρίς όρους εμφάνισης (unconditional appearance), η οποία στην ουσία αποτελεί αποποίηση του δικαιώματος του εναγομένου να αμφισβητήσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτόν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το The Annual Practice 1958, στην σελίδα 197: «Before appearing. - This means before entering an unconditional appearance. After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a fresh step within O.70 r.2.» Σχετικές είναι επίσης μεταξύ άλλων και οι αποφάσεις G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, Γεωργιάδης v. Χάσικου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136, Παπακόκκινου v. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 και Blue Island Fish Farming Ltd v. Lefkaritis Bros (Maritime) Ltd κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2033). Το γεγονός ότι ένας εναγόμενος δικαιούται να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει της Δ.16 Κ.9 χωρίς να καταχωρήσει καθόλου εμφάνιση είτε χωρίς όρους είτε υπό αίρεση, προκύπτει και από το πιο κάτω απόσπασμα του The Annual Practice 1958, στην σελίδα 181: «Appearance is the process by which a person against whom a suit has been commenced submits himself to the jurisdiction of the court. Until, therefore, the defendant enters his appearance he is not entitled to take any step in the action. ................................. The only exception to this rule of practice is where he desires to set aside the writ or service of the writ for irregularity for which he is specially authorised to apply before entering an appearance.» Ο λόγος που παρέχεται ταυτόχρονα η εναλλακτική δυνατότητα στον εναγόμενο να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους είναι για να αποφύγει την έκδοση εναντίον του ερήμην απόφασης στην αγωγή λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Στο ίδιο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, γίνεται αναφορά στην δυνατότητα και όχι υποχρέωση του εναγομένου να καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους στην περίπτωση που επιθυμεί να αιτηθεί την ακύρωση της επίδοσης ή του κλητηρίου προκειμένου να μην εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψη του να εμφανιστεί. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα πιο κάτω στην σελίδα 183 του συγγράμματος υπό τον τίτλο Conditional Appearance: « A conditional appearance may be entered to prevent judgement in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ or service of the writ on the ground of irregularity of the writ or service or to deny the jurisdiction. » Η λέξη «may» που χρησιμοποιείται στο πιο πάνω απόσπασμα υποδεικνύει ακριβώς ότι δεν είναι υποχρεωτική η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προτού ο εναγόμενος αποταθεί το Δικαστήριο για ακύρωση του κλητηρίου ή της επίδοσης του. Σχετική είναι και η Κυπριακή απόφαση Γεωργιάδης v. Χάσικου (ανωτέρω) στην σελίδα 1143 όπου αναφέρεται ότι σύμφωνα με την Δ.16 Κ.9, ένας εναγόμενος είναι ελεύθερος πριν καταχωρήσει εμφάνιση και χωρίς να πετύχει διάταγμα εμφάνισης υπό όρους να αμφισβητήσει την επίδοση της αγωγής. Βέβαια η συνήθης πρακτική σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για παραχώρηση αδείας εμφάνισης υπό όρους με ταυτόχρονη διαταγή του Δικαστηρίου όπως εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, καταχωρηθεί η δια κλήσεως αίτηση που αμφισβητεί την έκδοση ή την επίδοση του κλητηρίου. Αυτό προκειμένου το δικαίωμα για αμφισβήτηση της επίδοσης να μην ασκείται ανεξέλεγκτα αλλά εντός συγκεκριμένης προθεσμίας που θα καθορίζει το Δικαστήριο. Παράλειψη όμως του εναγομένου να ακολουθήσει την διαδικασία αυτή δεν καθιστά άκυρη την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση της συνηγόρου για την ενάγουσα ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ο αιτητής δεν κατεχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία προτού καταχωρήσει την παρούσα. Η απόφαση Evand Promotions Ltd κ.α ν Frank Rutman
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1787 που επικαλέστηκε η συνήγορος της ενάγουσας δεν είναι βοηθητική. Εκεί υπήρχε σημείωμα εμφάνισης, η δε ενδιάμεση αίτηση του εναγομένου απορρίφθηκε επειδή καταχωρήθηκε από δικηγόρο άλλον από αυτόν που καταχώρησε την εμφάνιση και το διοριστήριο δικηγόρου (retainer) χωρίς να προηγηθεί ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Τα γεγονότα όμως της παρούσας είναι εντελώς διαφορετικά. Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω τους ουσιαστικούς λόγους που επικαλείται ο αιτητής για ακύρωση της επίδοσης και του διατάγματος ημ. 7.2.13 για την σε αυτόν επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Β. Η ένορκη δήλωση της μονομερούς αιτήσεως και η προσωπική γνώση του ενόρκως δηλούντος για τα γεγονότα. Ο συνήγορος για τον αιτητή, ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση της εναγομένης ημερομηνίας 25.1.13 που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ιδίας ημερομηνίας, είναι αντικανονική και παράτυπη με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του ως όφειλε δυνάμει της Δ.39 Κ.2. Ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση ως αντικανονική δεν θα έπρεπε να είχε ληφθεί καθόλου υπόψη από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Δ.39 Κ.2, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης θα πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση του ομνύοντος. Παρόλα αυτά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, αναφορά σε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει και σε γεγονότα που δεν είναι σε προσωπική του γνώση του ομνύοντος αν αυτός παραπέμπει στην πηγή της γνώσης του (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans v Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808). Σκοπός της Δ.39. Κ.2 που αντιστοιχεί στην Or. 38 R.3 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι να δώσει την ευκαιρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι από την φύση τους επείγουσας φύσης να παρατίθεται στην ένορκη δήλωση και εξ' ακοής μαρτυρία. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει το αίτημα του εύκολα και γρήγορα, χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης (Βλ. μεταξύ άλλων Fashion Box S.P.A. ν Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1858 & C.T. Tobacco Ltd v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ 853). Στις περιπτώσεις που ο ομνύων έχει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, αυτή η γνώση του δεν διαπιστώνεται μόνο από την σχετική διαβεβαίωση που δίνει στην ένορκη δήλωση. Μπορεί επίσης χωρίς την ύπαρξη τέτοιας διαβεβαίωσης, η προσωπική του γνώση για τα γεγονότα να αποδεικνύεται από τα ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ
- Στην πιο πάνω υπόθεση, εξετάστηκε ζήτημα επάρκειας της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς τον σκοπό ερήμην απόδειξης της υπόθεσης λόγω μη εμφάνισης του εναγομένου. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, ο ενόρκως δηλών παρέλειψε να διευκρινίσει αν τα γεγονότα στην έκθεση απαίτησης με τα οποία και συμφωνούσε, τα γνώριζε προσωπικά ή κατόπιν πληροφόρησης, εάν δε συνέβαινε το δεύτερο, δεν κατονόμασε τις πηγές πληροφόρησής του. Περαιτέρω, τα συνημμένα έγγραφα δεν φαίνονταν να συντάχθηκαν από τον ίδιο, εφόσον σ' αυτά δεν εντοπιζόταν η υπογραφή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την Έφεση, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν στην προκείμενη περίπτωση τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είχαν τεθεί με αποδεκτό τρόπο από τον ομνύοντα στην ένορκη του δήλωση και αποδείκνυαν την αξίωση της εφεσείουσας. Λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Κ.2, ικανοποιούνται όπου η πηγή πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα, είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων σχετικών εγγράφων. Περαιτέρω, εν πάση περιπτώσει, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια Νόμου (Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004), η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που καθορίζει η Δ.39 Κ.2 έχει μειωθεί. Στην παρούσα αίτηση, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, η ενόρκως δηλούσα είναι η ίδια η ενάγουσα. Στην συνέχεια προβαίνει σε εκτενή αναφορά στα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα της, παραθέτοντας σειρά εγγράφων ως τεκμήρια, σχετικά με τις επίδικες συμβάσεις αλλά και την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 τράπεζας. Προκύπτει από προσεκτική μελέτη του συνόλου της πιο πάνω ένορκου δηλώσεως και των εγγράφων που την συνοδεύουν ότι η ενόρκως δηλούσα στην παρούσα, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική για τον πιο πάνω λόγο. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι αναφορές στην ένορκη δήλωση αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος έχει με βάση την πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα (ανωτέρω) ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί η ένορκη δήλωση ως αντικανονική. Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα εξ' ακοής μαρτυρίας αφού όπως προανέφερα από μελέτη του συνόλου της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτή, προκύπτει ότι η ομνύουσα - ενάγουσα, έχει πλήρη γνώση για τα γεγονότα για τα οποία καταθέτει. Γ. Προσωπική επίδοση. Ο αιτητής επικαλέστηκε επίσης παρατυπία στην επίδοση επειδή σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 7.2.13, η ενάγουσα όφειλε να επιδώσει προσωπικά την ειδοποίηση του κλητηρίου στην διεύθυνση του αιτητή στην Ελλάδα. Ούτε και αυτή η θέση ευσταθεί. Σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα, η υποκατάστατη επίδοση θα έπρεπε να επιτευχθεί με την παράδοση του κλητηρίου ή ειδοποίησης του κλητηρίου στην διεύθυνση του αιτητή στην Ελλάδα μέσω υπηρεσίας αγγελιοφόρων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο υπό κρίση διάταγμα για προσωπική επίδοση στον αιτητή. Η υπό κρίση επίδοση, επιτεύχθηκε ως το διάταγμα του Δικαστηρίου με την παράδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στην διεύθυνση του αιτητή μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρου (courier service). Δ. Εφαρμογή της Δ.6 Κ.6 αντί του Ε.Κ. 1393/
- Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι σε επιδόσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ε.Κ. 1393/07 έχει καταργήσει σιωπηρώς τις διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ειδικά την Δ.6 Κ.6 που αναφέρεται στην επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου και όχι του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος. Από την στιγμή δε που η επίδοση στηρίχθηκε στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι στην Ε.Κ 1393/07 τότε η όλη διαδικασία είναι άκυρη. Ούτε και αυτή η θέση ευσταθεί. Ο Ε.Κ. 1393/07 σκοπό έχει να διευκολύνει την διαδικασία επίδοσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αποσκοπεί όμως σε αποκλειστικότητα ούτε και αποτελεί τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο θα γίνονται οι επιδόσεις δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πουθενά στον πιο πάνω Κανονισμό ούτε και στην νομολογία που τον ερμηνεύει δεν αναφέρεται ότι είναι αποκλειστικής μορφής και ούτε αποκλείεται με οιονδήποτε τρόπο η άσκηση της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Consortia (ανωτέρω), στην οποία ο ίδιος ο συνήγορος του αιτητή παρέπεμψε το Δικαστήριο. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην απόφαση της πλειοψηφίας: « Με την πιο πάνω ανάλυση του Κανονισμού, διαφαίνεται ότι τίποτε δεν αναιρεί την δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου, αντί του ιδίου του κλητηρίου. Τίποτε δεν απαγορεύει τη μεθοδολογία που προνοείται από τη Δ.6 θ.6 και όλα όσα αναφέρθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξισούνται με οποιαδήποτε απαγόρευση της επίδοσης ειδοποίησης αντί του κλητηρίου, ούτε και ισοδυναμούν με κατάργηση της εσωτερικής ή εθνικής νομοθεσίας ή πολιτικής δικονομίας κάθε κράτους μέλους. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με την εθνική κυριαρχία από την άποψη ότι ο Κανονισμός, όπως και όλες οι προηγούμενες προσπάθειες σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, είχαν και έχουν σκοπό να συγκλίνουν όσο το δυνατό τις διαδικασίες επίδοσης εγγράφων μεταξύ των μελών της Ένωσης και όχι να υποκαταστήσουν όλες τις πολιτικές δικονομίες των κρατών της. Αυτό αναγνωρίζεται και από την αιτιολογική σκέψη
(15), όπου γίνεται αναφορά στις δικονομικές διαφορές που υπάρχουν στα διάφορα κράτη μέλη σε συνάρτηση με τη ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για την επίδοση ή κοινοποίηση εγγράφων. Και βεβαίως δεν είναι η μόνη διάταξη από δικονομικής πλευράς που διαφέρει από κράτος σε κράτος. Στο σύγγραμμα των Clarkson & Hill: The Conflict of Laws - ανωτέρω - σελ. 6-7, αναγνωρίζεται ότι η Ευρωπαϊκή ρύθμιση δεν είναι ούτε απόλυτα ενοποιημένη, ούτε απόλυτα περιεκτική. Υπάρχει έδαφος για εφαρμογή εθνικών κανόνων και ρυθμίσεων.» Υπό τας περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση ότι η ενάγουσα όφειλε να ακολουθήσει αποκλειστικά την διαδικασία που προβλέπει ο Ε.Κ.1393/07 και όχι αυτήν της Δ.6 Κ.
- Για τον ίδιο λόγο δεν ευσταθεί η θέση ότι θα έπρεπε να επιδοθεί το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι ειδοποίηση του κλητηρίου. Εξ' άλλου στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.2.13, καθορίζεται ρητά ότι η ενάγουσα μπορεί να επιδώσει είτε το κλητήριο είτε ειδοποίηση του κλητηρίου. Ε. Παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Στην αίτηση αναφέρεται ως λόγος ακύρωσης της επίδοσης, το γεγονός ότι δεν έχει επιδοθεί μαζί με την ειδοποίηση του κλητηρίου και η μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, επί των οποίων στηρίχθηκε το Δικαστήριο για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Παρόμοιο ζήτημα, έχει εξεταστεί από το Εφετείο στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Si Senh Dau κα Πολ. Έφεση Ε23/13 ημ. 13.9.
- Συγκεκριμένα εξετάστηκαν μεταξύ άλλων, οι συνέπειες παράλειψης επίδοσης στον εναγόμενο, της μονομερούς αιτήσεως δυνάμει της Δ.48 Κ.
- Η Δ.48 Κ.13 επί της οποίας μεταξύ άλλων στηρίζεται η παρούσα αίτηση, έχει ως ακολούθως: «
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Στην υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), αποφασίστηκε η Δ.48 Κ.13 έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις που η επίδοση της αγωγής γίνεται δυνάμει του Κανονισμού 1393/07 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έγινε επί του προκειμένου παραπομπή στην παλαιότερη υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal For A.N. Kyjmin
(2009)1B ΑΑΔ
- Παρόλα αυτά σύμφωνα με το Εφετείο, το κύριο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί, είναι τι συνέπειες μπορεί να έχει για την υπεράσπιση, η παράλειψη του ενάγοντα να συμμορφωθεί με την Δ.48 Κ.
- Στην πιο πάνω υπόθεση Alpha Bank κρίθηκε ότι η παράβαση της Δ.48 Κ.13 δεν ήταν τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης. Κατά την κρίση του Εφετείου, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.
- Μάλιστα σε εκείνη την περίπτωση δεν ετίθετο θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία δυνάμει της Δ.64 αφού η μονομερής αίτηση είχε περιέλθει σε γνώση των εφεσιβλήτων, οι οποίοι καμία ζημιά δεν είχαν υποστεί. Λέχθηκε επίσης ότι η Δ.48 Κ.13, αποκτά ιδιαίτερη δυναμική ανάλογα με το αν η παράλειψη συνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου, κάτι που δεν ήταν η περίπτωση τόσο στην υπόθεση Alpha Bank όσο και στην παρούσα όπου ο αιτητής καταχώρησε εμφάνιση και υπερασπίζεται στην αγωγή. Παραθέτω το κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση Alpha Bank: «Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1Β ΑΑΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη.» Έτσι στην πιο πάνω υπόθεση, παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προέκυψε από τα έγγραφα που επιδόθηκαν, πραγματική παραπλάνηση των εφεσιβλήτων αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Εφετείο παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις του, παρέπεμψε προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναφορικά με την αναγκαιότητα επίδοσης της προβλεπομένης τυποποιημένης «βεβαίωσης» σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και αν τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης. Ακολούθησε η απόφαση στην υπόθεση Consortia (ανωτέρω) όπου το Εφετείο με διαφορετική σύνθεση, ασχολήθηκε κατά βάση με το κατά πόσον ο Ε.Κ. 1393/07 έχει στην ουσία καταργήσει την Δ.6 Κ.
- Όπως προαναφέρθηκε, η κατά πλειοψηφία απόφαση του Εφετείου, έκρινε ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει καταργηθεί σιωπηρώς η Δ.6 Κ.6 η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Το Εφετείο στο τέλος της απόφασης του και υπό την μορφή σχολίου (obiter), προσέθεσε τα πιο κάτω: « Όσον αφορά την παράβαση της Δ.48 θ.13, η οποία επιβάλλει την επίδοση ταυτόχρονα με το διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση, και της ίδιας της μονομερούς αιτήσεως, μαζί με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της, το μόνο που οφείλεται να τονισθεί είναι ότι το λεκτικό της είναι σαφές και επιτακτικό και δεν χωρεί απόκλιση από αυτό ώστε η απόκλιση αυτή να θεωρείται θεραπεύσιμη κάτω από τη Δ.64 ως παρατυπία.» Ο συνήγορος για τον αιτητή, ισχυρίστηκε ότι η πιο πάνω αναφορά, συγκρούεται με την νομολογιακή αρχή που έθεσε η απόφαση Alpha Bank (ανωτέρω), αναφορικά με τα αποτελέσματα παράβασης της Δ.48 Κ.
- Παραπέμποντας δε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί το σκεπτικό της υπόθεσης Consortia (ανωτέρω), η οποία είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή το σύνολο της απόφασης στην υπόθεση Consortia (ανωτέρω) και λυπούμαι να παρατηρήσω ότι δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Το κύριο νομικό σημείο ενασχόλησης στην Consortia (ανωτέρω), ήταν η κατ' ισχυρισμό σιωπηρή κατάργηση της ισχύος της Δ.
- Κ.6 από τον Ε.Κ 1393/
- Το Εφετείο έκρινε κατά πλειοψηφία ότι δεν επηρεάζεται η ισχύς της Δ.6 Κ.6 από τον εν λόγω κανονισμό. Η αναφορά στην Δ.48 Κ.13, έγινε υπό την μορφή σχολίου (obiter) στο τέλος της απόφασης χωρίς εκ πρώτης όψεως να προκύπτει πρόθεση αλλαγής της νομολογίας που καθιέρωσε η απόφαση Alpha Bank (ανωτέρω). Η διαφορά του δικαστικού λόγου που καθορίζει νομολογιακό κανόνα (ratio decidendi) με το περιφερειακό σχόλιο (obiter dicta) τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Sat Vision Ltd ν. Interamerican property and casualty ins. Co
(1999)1 Α.Α.Δ. 1811: « Η τεχνική έκφραση ratio decidendi ξεχωρίζει πάντα από την έκφραση obiter dicta. Στην πρώτη περίπτωση η έκφραση ratio decidendi εννοεί το λόγο, το σκεπτικό της απόφασης και τον κανόνα ή την αρχή πάνω στην οποία βασίζεται μια απόφαση, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η έκφραση obiter dicta, υποδηλεί λεχθέντα από ένα Δικαστή που είναι περιφερειακά σε σχέση με τα επίδικα θέματα, που δεν συνιστούν μέρος της αιτιολογίας της απόφασης. Όπως αναφέρει ο Sir Rupert Cross στο βιβλίο "Precedent in English Law" (3rd Edition, 1977, σ. 76). » Για τους λόγους που έχω προαναφέρει, η πιο πάνω αναφορά στην υπόθεση Consortia (ανωτέρω) δεν δημιουργεί κατά την κρίση μου νέα νομολογιακή αρχή επί του θέματος της εφαρμογής της Δ.48 Κ.13 όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος του αιτητή. Αντιθέτως, τα γεγονότα της παρούσας όσον αφορά την εφαρμογή της Δ.48 Κ.13, προσομοιάζουν με τα γεγονότα της υπόθεσης Alpha Bank (ανωτέρω) όπου η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης δεν συνδέεται με οιανδήποτε ερημοδικία στην αγωγή. Από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι οι νομολογιακές αρχές που έχουν τεθεί στην υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), εφαρμόζονται πλήρως και στα γεγονότα της παρούσας. Η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης δεν συνδέεται με οιανδήποτε ερημοδικία στην αγωγή εναντίον του αιτητή. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ο αιτητής αντιλήφθηκε έγκαιρα το αγώγιμο δικαίωμα στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του και προχώρησε αμέσως σε διαδικασίες αμφισβήτησης των δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν. Να σημειώσω επίσης ότι όπως είναι παραδεκτό και από τον αιτητή, ο συνήγορος της ενάγουσας, παρέδωσε στους συνηγόρους του αιτητή στις 4.6.13, αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης στις οποίες στηρίχθηκε το Δικαστήριο προκειμένου να εκδώσει τα επίδικα διατάγματα. Με την αποστολή αυτή, οιαδήποτε παρατυπία έχει θεραπευθεί σύμφωνα με την υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω). Στ. Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος σφράγισης και επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου στο εξωτερικό. Ο συνήγορος για τον αιτητή στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση είναι αόριστη και δεν αποκαλύπτει οιονδήποτε λόγο που να αποτελεί σύμφωνα με την νομολογία, προϋπόθεση για έγκριση των υπό κρίση διαταγμάτων. Ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα όφειλε δυνάμει της Δ.6 Κ.4 να παρουσιάσει μαρτυρία ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον του εναγομένου
- Να σημειώσω εδώ ότι η πιο πάνω θέση του αιτητή, προσκρούει και αντίκειται σε προηγούμενη θέση του ότι ο η Δ.6 έχει καταργηθεί από τον Ε.Κ.1393/07, ο οποίος πρέπει να λεχθεί ότι δεν καθορίζει οιονδήποτε προαπαιτούμενο ως η Δ.6, προκειμένου για επίδοση αγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν πάση περιπτώσει επειδή η κατάληξη μου είναι ότι οι διατάξεις της Δ.6 Κ.4 δεν έχουν επηρεαστεί από τον Ε.Κ.1393/07, κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η ένορκη δήλωση της μονομερούς αιτήσεως, ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.6 ΚΚ 1&4 για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, στην Δ.6 Κ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Κ.4, αναφέρεται ότι ο αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima fasie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα εμπίπτει σε αυτά που καθορίζονται στην Δ.6 Κ.
- Αυτό που επικαλείται ο αιτητής είναι ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις της Δ.6 Κ.4, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία για εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον του εναγομένου
- Η θέση του αιτητή επί του προκειμένου είναι ότι η ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης, είναι τόσο ασαφής και αόριστη που δεν αποκαλύπτει οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Το ακριβές κείμενο της Δ.6 Κ.4 όπως διατυπώθηκε αρχικά στην αγγλική γλώσσα έχει ως ακολούθως:
- Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030 λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Κ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εξεδόθη το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch
(1981)1 C.L.R. 297,
- « . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favor of the proponent of service outside jurisdiction.» Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ ότι η ενάγουσα με την ένορκη δήλωση που προσκόμισε προκειμένου να πετύχει μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα, αναφέρεται γενικά στις αιτίες αγωγής επί των οποίων στηρίζει την απαίτηση της. Σε σχέση με τον εναγόμενο 5, αναφέρεται ειδικά στην παράγραφο 3 της πιο πάνω ένορκης δήλωσης ότι μαζί με άλλα πρόσωπα, είναι απαραίτητος διάδικος γιατί ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 το 2010 & 2012, βαρύνεται με παράβαση σύμβασης που υπογράφτηκε στην Κύπρο και με αστικά αδικήματα που διαπράχθηκαν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου. Η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι η αναφορά αυτή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει από μόνη της, καλή βάση αγωγής. Ο συνήγορος του αιτητή παρέπεμψε μάλιστα στο τεκμήριο 4Α της πιο πάνω ένορκης δήλωσης, σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος 5 δεν ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1, το
- Παραβλέπει όμως ο συνήγορος ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 4 της ίδιας ένορκης δήλωσης, ο εναγόμενος 5 ήταν κατά το 2010 όχι μόνο μέλος αλλά και πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης
- Υπενθυμίζεται δε ότι σύμφωνα με την εκδοχή της ενάγουσας όπως προκύπτει από την πιο πάνω ένορκη δήλωση και το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις και απάτη εναντίον της, διεπράχθησαν κυρίως κατά το έτος
- Ήταν παρόλα αυτά η θέση του συνηγόρου για τον αιτητή ότι η απλή ιδιότητα του μέλους του Διοικητικού Συμβούλου δεν στοιχειοθετεί καλή βάση αγωγής. Παρότι αυτή η θέση είναι εν μέρει σωστή, εντούτοις παραγνωρίζει το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της μονομερούς αίτησης, η ενάγουσα δεν περιορίζει την ευθύνη του αιτητή μόνο στην ιδιότητα του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης
- Του καταλογίζει συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης ότι ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, έδωσαν οδηγίες στους υπαλλήλους της εναγομένης 1 να εξαπατήσουν την ενάγουσα με τον τρόπο που αναφέρεται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση. Υποστηρίζεται δηλαδή από την ενάγουσα ότι όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1, όχι μόνο γνώριζαν αλλά με σκοπό την εξαπάτηση της, έδωσαν και τις σχετικές οδηγίες στους υπαλλήλους της τράπεζας, οι οποίοι ενήργησαν κατόπιν δικών τους υποδείξεων προκειμένου με δόλιο τρόπο να την εξαπατήσουν. Δεν είναι βέβαια η παρούσα διαδικασία το κατάλληλο στάδιο για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον ο πιο πάνω ισχυρισμός της ενάγουσας ανταποκρίνεται ή όχι στην πραγματικότητα. Αυτό το στοιχείο θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του. Για σκοπούς όμως σφράγισης και επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην αλλοδαπή, κρίνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί ικανοποιούν την απαίτηση της Δ.6 Κ.4 και της σχετικής νομολογίας για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του εναγομένου 5 - αιτητή. Τελική κατάληξη. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο αιτητής δεν έχει υποδείξει κανένα ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα του για ακύρωση του μονομερούς διατάγματος ημ. 7.2.13 και την σε αυτόν επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον του αιτητή - εναγομένου 5 ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο