Βικτώριας Αγαπίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 1925/07, 1/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A339 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1925/07 Μεταξύ: Βικτώριας Αγαπίου, Ενάγουσα, και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Εναγόμενη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Σεπτεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. Για την Εναγόμενη: κ. Θ. Καουτζιάνη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει ως άκυρη τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 27.07.04 («η συμφωνία δανείου»), καθώς επίσης και τις οποιεσδήποτε συμφωνίες εγγυήσεως και/ή εγγραφής υποθήκης, οι οποίες συνάφθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας δανείου. Επιπροσθέτως, ζητεί από το Δικαστήριο όπως κρίνει ότι τα οποιαδήποτε χρήματα κατέβαλε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, στα πλαίσια αποπληρωμής του επίδικου δανείου, δόθηκαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και επομένως θα πρέπει να επιστραφούν στην Ενάγουσα. Επίσης, απαιτεί από το Δικαστήριο όπως κρίνει, ότι, αποκλειστική ευθύνη για την καταβολή των οφειλομένων προς την Εναγόμενη, συνεπεία της συμφωνίας δανείου, φέρει τρίτο πρόσωπο. Τέλος ζητά παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας δανείου από την Εναγόμενη. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, πριν όμως κληθεί οποιοσδήποτε μάρτυρας για να καταθέσει, οι διάδικοι, μέσω των συνηγόρων τους, προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Τα παραδεκτά γεγονότα περιέχονται σε πολυσέλιδο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σε αυτό, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα, στο περιεχόμενο των οποίων παραπέμπουν τα παραδεκτά γεγονότα. Τα συνοψίζω: Η Ενάγουσα, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς της υπό εξέταση αγωγής, ήταν πελάτιδα της Εναγόμενης, με την οποία διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η Ενάγουσα ήταν σύζυγος του Σωκράτη Σωκράτους, υπαλλήλου της Εναγομένης. Στις 20.7.2004, λήφθηκε απόφαση από την Εναγόμενη για παραχώρηση στην Ενάγουσα δανείου τακτής προθεσμίας, ύψους Λ.Κ.20.000 (βλ. έγγραφο 1 του Τεκμηρίου 1). Η απόφαση της Εναγόμενης, ήταν το αποτέλεσμα έγκρισης αίτησης δανείου που υπέβαλε η Ενάγουσα στις 12.7.2004 (βλ. έγγραφο 2 του Τεκμηρίου 1). Στις 29.7.2004, παραχωρήθηκε το δάνειο στην Ενάγουσα δυνάμει εγγράφου συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, με εγγυητή, τον τότε σύζυγο της Ενάγουσας (βλ. έγγραφο 3 του Τεκμηρίου 1). Το δάνειο θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων του συζύγου της αλλά και της Ενάγουσας, καθώς επίσης και για σκοπούς επιδιόρθωσης της οικίας τους. Το ποσό του δανείου, κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό της Ενάγουσας. Σε αυτό το στάδιο, κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω στα παραδεκτά γεγονότα και τα εξής μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο Σωκράτους, εξακολουθεί να είναι υπάλληλος της Εναγόμενης, όχι όμως σύζυγος της Ενάγουσας, εφόσον ο γάμος τους είχε διαλυθεί μετά τη σύναψη του δανείου. Για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης του δανείου, ενεγράφη, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία επανέρχομαι, υποθήκη επί συγκεκριμένου ακινήτου, ύψους Λ.Κ.24.000, προς όφελος της Εναγόμενης. Σύμφωνα πάντα με τα παραδεκτά γεγονότα, η συμφωνία δανείου, την οποία υπενθυμίζω υπέγραψαν, ως δανειστής η Εναγόμενη και ως χρεώστης η Ενάγουσα,«προέβλεπε ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε 8 χρόνια με 96 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.266,88 η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ξεκινούσε την 29.8.2004 και θα απεκόπτετο αυτόματα από τη μισθοδοσία του πρώην συζύγου της Ενάγουσας Σωκράτη Σωκράτους, ο οποίος απέστειλε ΤΕΚΜΗΡΙΟ «5». Η αποπληρωμή των δόσεων του δανείου γινόταν από τον Σωκράτη Σωκράτους μέχρι τον Ιανουάριο του 2005.». Να σημειωθεί ότι το αναφερόμενο πιο πάνω Τεκμήριο 5, είναι το έγγραφο 5 του Τεκμηρίου
- Πρόκειται για επιστολή του Σωκράτους προς την Εναγόμενη με την οποία την εξουσιοδοτούσε ανέκκλητα όπως αποκόπτει από τον μηνιαίο μισθό του την συμφωνηθείσα, μεταξύ των διαδίκων, δόση για σκοπούς της αποπληρωμής του δανείου. Παραθέτω το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής αυτούσιο: «Σωκράτης Σωκράτους Φ/δι Τράπεζα Κύπρου Κυρίους ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ Σπ. Κυπριανου, Λ/σία Κύριοι, Δάνειο μου αρ 0128-13-020945 για ΛΚ 20,000.= Σας εξουσιοδοτώ ανέκκλητα όπως αποκόπτετε από το μηνιαίο μισθό μου το ποσό των ΛΚ 266,68 και το εμβάζετε σε πίστη του πιο πάνω δανείου μου μέχρι την εξόφληση του. Η πρώτη δόση παρακαλώ να αποκοπεί από το μισθό μου του μήνα 08 '04 Περαιτέρω σας εξουσιοδοτώ όπως διαφοροποιείτε το ποσό της δόσης ανάλογα με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο. Με υπόληψη, (Τέθηκε χειρόγραφη υπογραφή[1])» Στις 27.1.2005, ο Σωκράτους απέστειλε στην Εναγόμενη την πιο κάτω επιστολή: «Λευκωσία, 27 Ιανουαρίου 2005 ΠΡΟΣ: Διευθυντή καταστήματος 128 ΘΕΜΑ: Ακύρωση Τραπεζικής Εντολής Με την παρούσα επιστολή παρακαλώ όπως ακυρώσετε την εντολή πληρωμής της δόσης του δανείου με αριθμό: 0128-13-0209455 (ΛΚ 266), από τον τρεχούμενο λογαριασμό μου με αριθμό: 0127-12-005171, όπως επίσης η δόση που αποκόπηκε για τον Ιανουάριο να πιστωθεί ξανά στον λογαριασμό μου με αριθμό 0127-12-
- Σας ευχαριστώ, Με εκτίμηση (Τέθηκε χειρόγραφη υπογραφή[2])» Σωκράτους Σωκράτης (Α3637)». Η Εναγόμενη, συμμορφούμενη με την τελευταία πιο πάνω επιστολή, σταμάτησε, από την ίδια μέρα, δηλαδή από τις 27.1.2005 να αποκόπτει από τις μηνιαίες απολαβές του Σωκράτους τη συμφωνηθείσα με την Ενάγουσα, μηνιαία δόση. Η Εναγόμενη, με επιστολή της προς την Ενάγουσα ημερ. 12.4.2005 (βλ. έγγραφο 7 του Τεκμηρίου 1), πληροφορούσε την τελευταία για καθυστερήσεις στην καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων. Παρομοίου περιεχομένου επιστολές, αποστάλησαν από την Εναγόμενη και στους εγγυητές, ένας από τους οποίους υπενθυμίζω, ήταν και ο πρώην σύζυγος της Ενάγουσας, Σωκράτης Σωκράτους. Στις 20.11.2006, η Ενάγουσα απέστειλε μέσω του συνηγόρου της, επιστολή προς την Εναγομένη (βλ. έγγραφο 10 του Τεκμηρίου 1), στην οποία προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και θέσεις σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους όρους της συμφωνίας δανείου και ιδιαίτερα στον όρο, σύμφωνα με τον οποίο το δάνειο θα εξοφλείτο με αποκοπή των αντιστοίχων μηνιαίων δόσεων του, από τις μηνιαίες απολαβές του Σωκράτους. Στην ίδια επιστολή, αφού επισημαίνεται το γεγονός της παύσης από πλευράς Εναγόμενης να αποκόπτει τη δόση από τον μισθό του Σωκράτους, προβάλλεται η θέση «αντισυμβατικής και ετσιθελικής συμπεριφοράς» από πλευράς Εναγόμενης, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να «εξαναγκασθεί» να καταβάλει στην Εναγόμενη σε διάφορα χρονικά διαστήματα, έναντι του δανείου, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.500 περίπου, του οποίου η Ενάγουσα απαιτεί με την εν λόγω επιστολή της, την επιστροφή. Η Εναγόμενη σε απάντηση της επιστολής του δικηγόρου της Ενάγουσας, απέστειλε επιστολή στον τελευταίο, ημερ. 30.1.2007 (βλ. έγγραφο 11 του Τεκμηρίου 1). Με την εν λόγω επιστολή της, η Εναγόμενη πληροφορεί την Ενάγουσα ότι το αίτημα της για επιστροφή των χρημάτων που είχε ήδη καταβάλει έναντι του δανείου, δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Παράλληλα, απέρριπτε τη θέση της Ενάγουσας περί «εξαναγκασμού» της, στην καταβολή χρημάτων έναντι του δανείου. Αντιδρώντας η Ενάγουσα, καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία επιδιώκει τις θεραπείες στις οποίες έχω ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Για τα πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Εκ μέρους της Ενάγουσας, κατέθεσε μόνο η ίδια, ενώ για την Εναγόμενη κατέθεσαν δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα η Έμιλυ Παυλίδου (Μ.Υ.1) και ο Πρόδρομος Προδρόμου (Μ.Υ.2). Σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας, αυτή αρχικά αντιδρούσε στην παραχώρηση του δανείου στην ίδια προσωπικά γιατί θεωρούσε ότι το ποσό του δανείου, στην ουσία, θα χρησιμοποιείτο για εξόφληση χρεών που δημιουργήθηκαν από τον σύζυγο της και δεν υποχωρούσε μέχρι που έτυχε διαβεβαιώσεων από την Εναγόμενη, ότι το δάνειο θα αποπληρωνόταν αποκλειστικά από τον Σωκράτους, δια της αποκοπής των δόσεων από το μισθό του. Ήταν επίσης η θέση της Ενάγουσας, θέση η οποία στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη, ότι όταν το 2005 υπάλληλος της Εναγόμενης επικοινώνησε μαζί της για να την πληροφορήσει περί ανάκλησης από τον Σωκράτους της εξουσιοδότησης του για αποκοπή των δόσεων από το μισθό του και περί δικής της πλέον ευθύνης να εξοφλήσει τις καθυστερημένες δόσεις που είχαν ήδη προκύψει λόγω της ανάκλησης αλλά και περί της ευθύνης της να εξοφλήσει το υπόλοιπο του δανείου, αυτή αντέδρασε, καλώντας την Εναγόμενη να εφαρμόσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε σχέση με τον Σωκράτους. Η Ενάγουσα, ισχυρίστηκε ακόμα ότι εξαναγκάστηκε από την Εναγόμενη να καταβάλει το συνολικό ποσό, του οποίου την επιστροφή απαιτεί με την παρούσα αγωγή της, στο οποίο να σημειωθεί περιλαμβάνονται και επιπρόσθετα, του ποσού των Λ.Κ.5.500 που αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήματα, τα οποία η Ενάγουσα κατέβαλε μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ενάγουσα, υπάλληλοι της Εναγόμενης την απείλησαν ότι αν δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες τους και δη με το να καταβάλλει η ίδια τις δόσεις του δανείου, τότε ο λογαριασμός του δανείου της θα παραπεμπόταν στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών της Εναγόμενης, με όλες τις συνέπειες που μια τέτοια παραπομπή συνεπάγεται. Η εκδοχή της Εναγόμενης είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η ανάληψη ευθύνης αποπληρωμής του δανείου από πλευράς Σωκράτους, ήταν καθαρά αποτέλεσμα εισήγησης υπαλλήλων της Εναγόμενης, με την οποία εισήγηση η Ενάγουσα συμφώνησε. Στην Εναγόμενη αποδίδονται επίσης και όλες οι ενέργειες με στόχο την ετοιμασία και υπογραφή της εξουσιοδότησης/συγκατάθεσης από τον Σωκράτους. Και τούτο για σκοπούς εξασφάλισης της εναγόμενης. Η Εναγόμενη έκανε δεκτή την ανάκληση της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτους, γιατί έκρινε ότι ο τελευταίος είχε νόμιμο δικαίωμα να προβεί σε μια τέτοια ανάκληση, της Ενάγουσας υποχρεωμένης ως πρωτοφειλέτιδας πλέον, να εξοφλήσει το δάνειο. Σε καμία περίπτωση η Ενάγουσα δεν απειλήθηκε ή εξαναγκάστηκε, είτε με τον τρόπο που ισχυρίζεται, είτε με οποιοδήποτε άλλο αθέμιτο τρόπο, να προβεί στις πληρωμές στις οποίες προέβη έναντι του δανείου. Ούτε και ποτέ προηγουμένως προέβαλε ένα τέτοιο ισχυρισμό. Για πρώτη φορά η Ενάγουσα προέβαλε ισχυρισμούς περί «ετσιθελικής και αντισυμβατικής» συμπεριφοράς υπαλλήλων της Εναγόμενης με την επιστολή του συνηγόρου της ημερ. 20.11.
- Η Ενάγουσα προέβη, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία της Εναγόμενης, σε όλες ανεξαιρέτως τις πληρωμές χωρίς οποιαδήποτε πίεση και μάλιστα προέβη στις εν λόγω πληρωμές ανεπιφύλακτα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Έχω παρακολουθήσει όλους όσους κατέθεσαν ενώπιον μου και έχω εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας με την μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Με γνώμονα τις διάφορες δικογραφημένες παραδοχές και τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν και ασφαλές κριτήριο για τον έλεγχο της αξιοπιστίας και ακρίβειας των προφορικών μαρτυριών, και την εντύπωση που απεκόμισα από τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών. Όμως, θα ήθελα πρώτα να διευκρινίσω πως στο βαθμό και την έκταση που η προφορική μαρτυρία αντιμάχεται τα παραδεκτά γεγονότα, αυτή θα αγνοηθεί. Εκείνο που προκύπτει, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου είναι ότι επί πλείστων θεμάτων, οι δύο πλευρές συμφωνούν. Εκεί που παρατηρείται σύγκρουση ισχυρισμών είναι αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και των όσων γεγονότων προηγήθηκαν αυτής, νοουμένου ότι η μαρτυρία αναφορικά με τα όσα προηγήθηκαν της συμφωνίας επιτρέπεται να ληφθεί υπόψη. Διαφωνία παρουσιάζεται και αναφορικά με τους λόγους που η Ενάγουσα κατέβαλλε, είτε υπό μορφή εξόφλησης καθυστερημένων οφειλών, είτε υπό μορφή μηνιαίων καταβολών, χρήματα έναντι του επιδίκου δανείου. Για τους πιο κάτω λόγους, προτιμώ τη μαρτυρία της Εναγόμενης από αυτή της Ενάγουσας, την οποία μαρτυρία της Ενάγουσας απορρίπτω. Η Ενάγουσα, ερωτηθείσα ειδικά, στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας της, ως προς το γιατί η ίδια συνέχιζε να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του επιδίκου δανείου ενώ θεωρούσε τον Σωκράτους ως το πρόσωπο που όφειλε να καταβάλλει τούτες, μεταξύ άλλων, απάντησε ότι έπραττε τούτο καθηκόντως, συνεπεία της ανάκλησης της εξουσιοδότησης από πλευράς του Σωκράτους και της απαίτησης από την Εναγόμενη όπως καταβάλλει η ίδια τις δόσεις. Εννοώντας προφανώς, ότι ως πρωτοφειλέτιδα του δανείου, όφειλε πλέον να καταβάλλει η ίδια τις δόσεις. Εξάλλου, την ευθύνη της ως πρωτοφειλέτιδα του δανείου, στην ουσία, δεν την αμφισβήτησε ποτέ. Επί του προκειμένου, στην επιστολή του συνηγόρου της ημερομηνίας 20.11.06 (Έγγραφο 10, του Τεκμηρίου 1), στην παράγραφο 8, γίνεται ρητή αναφορά ότι η Ενάγουσα «δεν αμφισβητεί τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προκύπτουν» από τη συμφωνία δανείου. Σε ποια ευθύνη αναφέρεται η επιστολή αν όχι τη βασικότερη ευθύνη και δη αυτή της αποπληρωμής του δανείου; Και δη στη βασική αντιπαροχή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Εκείνο που προκύπτει από τα όσα ανέφερε η Ενάγουσα είναι ότι το παράπονο της, στην ουσία εστιάζεται στο γεγονός ότι, η εξουσιοδότηση που υπέγραψε ο Σωκράτους, ήταν ανέκκλητη και επομένως, κατά την Ενάγουσα, η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα να αποδεχθεί την ανάκλησή της. Παραπονείται στην ουσία, γιατί, συνεπεία της παράνομης, κατά τη θέση της, αποδοχής από την Εναγόμενη της ανάκλησης του Σωκράτους, η Εναγόμενη, με βάση τους λοιπούς όρους της συμφωνίας δανείου (βλ. προοίμιο και όροι 3 και 5), απαίτησε πλέον από αυτή, την καταβολή των μηνιαίων δόσεων του επιδίκου δανείου. Είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο που κατά την γνώμη μου η Ενάγουσα, παρά την αποστολή επιστολής, εκ μέρους της από τον συνήγορο της, ημερομηνίας 20.11.06 (Έγγραφο 10, Τεκμηρίου 1), και παρά την καταχώριση της υπό εξέταση αγωγής στις 20.3.07, και την μετέπειτα καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, συνέχισε, μέχρι και το 2010, να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του επιδίκου δανείου. Εξ ου και ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε επιφύλαξη αναφορικά με την καταβολή των εν λόγω δόσεων. Επί τούτου, σημειώνω ότι, ούτε στην επιστολή ημερομηνίας 20.11.06, αλλά ούτε και στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί οποιασδήποτε επιφύλαξης της Ενάγουσας αναφορικά με την ενέργεια της να καταβάλει και να συνεχίσει να καταβάλλει μηνιαίες δόσεις έναντι του επιδίκου δανείου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα κατέβαλλε τις εν λόγω δόσεις γιατί ακριβώς πίστευε ότι ως πρωτοφειλέτιδα όφειλε να τις καταβάλλει και όχι γιατί, ως ισχυρίζεται, εξαναγκάσθηκε να πράξει τούτο, λόγω της «ετσιθελικής και αντισυμβατικής» συμπεριφοράς της Εναγόμενης. Τονίζεται δε, ότι την «ετσιθελική» και «αντισυμβατική» συμπεριφορά της Εναγόμενης, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, την συγκεκριμενοποιεί ως απειλές από τους λειτουργούς της Εναγόμενης προς την ίδια περί του ότι αν δεν καταβάλει τις δόσεις του δανείου, οι λογαριασμοί που διατηρεί στην τελευταία, θα παραπεμφθούν στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών. Πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί η συμπεριφορά της Ενάγουσας από τη μια να επιδιώκει τις αιτούμενες θεραπείες και δη την ακύρωση της συμφωνίας δανείου και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, και από την άλλη να συνεχίζει να καταβάλλει δόσεις του δανείου και μετά την καταχώρηση της αγωγής και μάλιστα, για τους λόγους που εξηγώ τόσο ανωτέρω αλλά και κατωτέρω, ανεπιφύλακτα; Το ότι οι λειτουργοί της Εναγόμενης δεν απειλούσαν την Ενάγουσα ώστε να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις, προκύπτει και από τα ακόλουθα: πρώτο, η Ενάγουσα δεν με έπεισε ότι αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που κατέβαλλε τις δόσεις. Οι σχετικές αναφορές της ήταν εντελώς γενικές και ασαφείς, χωρίς οποιανδήποτε παράθεση των σχετικών γεγονότων υπό το πρίσμα των οποίων έγιναν οι ισχυριζόμενες απειλές. Δεύτερο, γεννιέται και ένα άλλο λογικό ερώτημα. Αν πραγματικά, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, μοναδικός λόγος που κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ήταν η απόφαση της να μην αποσταλούν οι λογαριασμοί της στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, ως ήταν και η ισχυριζόμενη απειλή της Εναγόμενης, τότε τι άλλαξε το 2010 και σταμάτησε την καταβολή των δόσεων; Να σημειωθεί δε, ότι συνεπεία της παύσης της ενάγουσας να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις το 2010, οι λογαριασμοί της, σε μεταγενέστερο στάδιο, παραπέμφθηκαν στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Τέλος, η ενάγουσα για τέσσερα και πλέον χρόνια κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου και στα πλαίσια των σχετικών καταθέσεων που προέβαινε, υπέγραφε σχετικό δελτίο κατάθεσης (βλ. Τεκμήριο 5). Πουθενά στα εν λόγω δελτία δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή έστω επιφύλαξη από την Ενάγουσα, παρά το ότι επ΄ αυτών, όπως ανάφερα, έχει θέσει την υπογραφή της. Ούτε η ίδια ισχυρίστηκε πειστικά ότι κατά την καταβολή των μηνιαίων δόσεων του δανείου, επεφύλασσε, έστω και προφορικά με συγκεκριμένες δηλώσεις της προς τους λειτουργούς της Εναγόμενης, τα δικαιώματα της αναφορικά με την καταβολή των μηνιαίων δόσεων του δανείου ή ότι καταβάλλει τη δόση συνεπεία απειλών. Ούτε αναφορικά με τα γεγονότα που προηγούνται και περιβάλλουν τη σύναψη της συμφωνίας δανείου, η Ενάγουσα είπε την αλήθεια. Πρέπει από την αρχή να τονιστεί, ότι η οποιαδήποτε εξέταση των συνθηκών υπογραφής της εξουσιοδότησης του Σωκράτους, δεν γίνεται με σκοπό να φανεί κατά πόσο η αποκοπή των δόσεων του δανείου από τον μισθό του Σωκράτους δυνάμει της συγκεκριμένης εξουσιοδότησης, αποτελούσε ή όχι όρο της συμφωνίας δανείου. Ότι ήταν όρος της συμφωνίας δανείου μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, να καταβάλλονται οι δόσεις του επιδίκου δανείου δια αποκοπής από τον μισθό του Σωκράτους συνεπεία σχετικής εξουσιοδότησης που έδωσε ο τελευταίος, τούτο δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά. Υπενθυμίζεται ότι, αποτελεί παραδεκτό ενώπιον μου γεγονός [βλέπε παράγραφος 9, Τεκμηρίου 1 και παράγραφοι 7 (Έκθεσης Απαίτησης) και 7 (Υπεράσπισης)]. Τονίζεται φυσικά, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί, ούτε δικογραφικά, ούτε άλλως πως, θέμα τριμερούς συμφωνίας (tripartite agreement). Επομένως, η οποιαδήποτε εξέταση των συνθηκών διαβούλευσης, ετοιμασίας και υπογραφής τόσο της συμφωνίας δανείου, όσο και της εξουσιοδότησης του Σωκράτους, διενεργείται με μοναδικό σκοπό να αξιολογηθεί η μαρτυρία της Ενάγουσας και να αναδειχθούν τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Η βασική θέση της Ενάγουσας, ότι δηλαδή αρνείτο κατηγορηματικά να δανειοδοτηθεί από την Εναγόμενη υπό την ιδιότητα της πρωτοφειλέτιδας και ότι ο μόνος λόγος που αποδέχθηκε να υποβάλει αίτημα ως πρωτοφειλέτιδα, ήταν γιατί έτυχε διαβεβαιώσεων από την Εναγόμενη ότι την εξόφληση του δανείου θα την αναλάβει αποκλειστικά ο Σωκράτους, έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 (Αίτηση Ενάγουσας για παραχώρηση του επιδίκου δανείου). Τονίζω στο σημείο αυτό, ότι το Τεκμήριο 6 κατατέθηκε από την Μ.Υ.1, άνευ οιασδήποτε ενστάσεως από την πλευρά της Ενάγουσας, με επιφύλαξη δε, του συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι θα αντεξετάσει την εν λόγω μάρτυρα ως προς το περιεχόμενο του. Τονίζω ακόμα, ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της εν λόγω μάρτυρος, δεν ετέθη, είτε υπό μορφή υποβολής είτε άλλως πως, αντίθετη ή συγκρουόμενη θέση ως προς την ρητή αναφορά του Τεκμηρίου 6, ότι η Ενάγουσα με την αίτηση της για παροχή του επιδίκου δανείου, υπέδειξε ως προτιθέμενο για αυτήν τρόπο αποπληρωμής του δανείου, την αποπληρωμή του μέσω του τρεχούμενου της λογαριασμού. Καμία αναφορά δεν γίνεται στη ρηθείσα αίτηση περί οποιασδήποτε αποκοπής των μηνιαίων δόσεων από τον μισθό του Σωκράτους. Ως μέρος του Τεκμηρίου 6, κατατέθηκαν και δύο, μεταγενέστερες της αίτησης της Ενάγουσας, αποφάσεις λειτουργών της Εναγόμενης, οι οποίοι εξέτασαν, έκαστος σε διαφορετικό χρόνο, την αίτηση της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τις αποφάσεις των εν λόγω λειτουργών, η υπόδειξη για αποκοπή των μηνιαίων δόσεων από τον μισθό του Σωκράτους, έγινε από αυτούς, για σκοπούς εξασφάλισης της Εναγόμενης, λόγω μη σταθερότητας του τότε μηνιαίου μισθού της Ενάγουσας, και όχι κατόπιν οποιασδήποτε απαίτησης ή επιμονής της Ενάγουσας. Είμαι της γνώμης ότι εάν πραγματικά η Ενάγουσα, ως ισχυρίστηκε, είχε κάνει ξεκάθαρο προς την Εναγόμενη ότι η μόνη περίπτωση να αποδεχθεί να είναι πρωτοφειλέτιδα στο επίδικο δάνειο, θα ήταν μόνο στην περίπτωση που οι μηνιαίες δόσεις του θα αποκόπτονταν αποκλειστικά και μόνο από τον μισθό του Σωκράτους, τότε δεν θα υπέβαλλε αίτηση για παροχή του επιδίκου δανείου εισηγούμενη η ίδια την αποπληρωμή του μέσω του τρεχούμενου λογαριασμού της. Επί ενός άλλου θέματος, αποτέλεσε βασική επαναλαμβανόμενη μάλιστα θέση της Ενάγουσας, ότι κανένα μέρος των χρημάτων του δανείου δεν χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς ανακαίνισης στην οικία της και ότι η εν λόγω αναφορά στην αίτηση αλλά και έγκριση του επιδίκου δανείου, έγιναν κατόπιν εισήγησης των λειτουργών της Εναγόμενης για να μπορεί να αυξηθεί το ποσό που θα δανειζόταν η Ενάγουσα. Ο εν λόγω ισχυρισμός της, συγκρούεται άμεσα με τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα και συγκεκριμένα με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8, του Τεκμηρίου
- Επί του ιδίου θέματος και δη ως προς το πως χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του δανείου, η Ενάγουσα προέβαλε ισχυρισμό, ο οποίος κατά τη γνώμη μου αποτελεί δεύτερη σκέψη της. Συγκεκριμένα, στην προσπάθεια της να υποστηρίξει ότι το επίδικο δάνειο έγινε με μοναδικό σκοπό να πληρωθούν οφειλές του Σωκράτους και όχι για να επωφεληθεί η ίδια καθ' οιονδήποτε τρόπο, ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα του δανείου, χρησιμοποιήθηκαν είτε για να καλύψουν οφειλές του Σωκράτους προς την Εναγόμενη και προς ένα Συνεργατικό ίδρυμα, είτε για να καλύψουν χρεωστικά υπόλοιπα της Ενάγουσας, για τα οποία όμως ευθυνόταν ο Σωκράτους μιας και αφορούσαν σε χρήματα που η Ενάγουσα δάνεισε στο παρελθόν στον Σωκράτους. Ήταν βασικά ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι όλα τα χρήματα του δανείου αφορούσαν οφειλές του Σωκράτους, μεταξύ των οποίων και οφειλές του προς την ίδια. Εντούτοις, στην γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), και συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 τούτης, η μοναδική αναφορά της Ενάγουσας για το πώς χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα, περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι «το μεγαλύτερο μέρος του δανείου θα ήταν για να καλύψει υποχρεώσεις και οφειλές που ο ΤΡΙΤΟΣ είχε με τους Εναγόμενους τους οποίους ήταν υπάλληλος και οι οποίοι τον πίεζαν να εξοφλήσει τις οφειλές του. Οι υποχρεώσεις του αυτές ανέρχονταν σε £14.449.-». Επιπρόσθετα στα παραδεκτά γεγονότα και συγκεκριμένα στην παράγραφο 8, αναφέρεται ότι μέρος των χρημάτων του δανείου και ειδικότερα το συνολικό ποσό των ΛΚ2.804, χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη χρεωστικού υπολοίπου της Ενάγουσας, τόσο σε σχέση με τρεχούμενο της λογαριασμό, όσο και σε σχέση με πιστωτική της κάρτα. Πουθενά στα δύο αυτά έγγραφα (Γραπτή Δήλωση της Ενάγουσας, Έγγραφο Α και Παραδεκτά Γεγονότα, Τεκμήριο 1), γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί δήθεν οφειλής του Σωκράτους προς την Ενάγουσα. Αν μη τι άλλο, θα ήταν κατά τη γνώμη μου αναμενόμενο, ένας τέτοιος ισχυρισμός να προβάλλετο από την Ενάγουσα στα δικόγραφά της ή έστω και στην γραπτή της δήλωση και όχι να προκύπτει στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας της, όταν μάλιστα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση ο ισχυρισμός της ότι το δάνειο έγινε με μοναδικό σκοπό να καλυφθούν οφειλόμενα του Σωκράτους. Παρατήρησα ακόμα, ότι η Ενάγουσα άλλαζε θέσεις επί ουσιωδών θεμάτων απλά γιατί θεωρούσε τη δεδομένη στιγμή ότι με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείτο η υπόθεση της. Επί τούτου σημειώνω τα εξής. Αποτέλεσε βασική θέση της Ενάγουσας, ότι η ίδια πλήρωνε, από τον Νοέμβριο του 2005 μέχρι και το 2010 (με εξαίρεση ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα), ανελλιπώς τις δόσεις του επιδίκου δανείου λόγω των απειλών που εδέχετο από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης ότι αν δεν καταβάλει τις δόσεις του δανείου, οι λογαριασμοί της ιδίας και της οικογένειας της θα παραπέμποντο στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Ήταν δηλαδή η θέση της, ότι υπό τον φόβο, λόγω των σχετικών απειλών, να παραπεμφθούν οι λογαριασμοί της στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, και με πρόθεση να αποφύγει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, επέλεγε (νιώθοντας εξαναγκασμένη να κάνει την εν λόγω επιλογή), να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του επιδίκου δανείου. Παρά ταύτα, σε άλλο μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας της, και ευρισκόμενη αντιμέτωπη με τη θέση της Εναγόμενης ότι κατέβαλλε χρήματα έναντι του δανείου χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και/ή επιφύλαξη και/ή διαφωνία, ισχυρίστηκε ότι η ίδια αρνείτο να καταβάλει τις δόσεις του επιδίκου δανείου και ότι, όποτε ζητούσε να καταθέσει χρήματα σε άλλους λογαριασμούς της και να μην καταβάλει την δόση του επίδικου δανείου, οι λειτουργοί της Εναγόμενης, χωρίς την συγκατάθεση και συμφωνία της, χρησιμοποιούσαν μέρος του ποσού της εν λόγω κατάθεσης, για αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων του επιδίκου δανείου. Τελικά, πλήρωνε τις δόσεις της κατ' επιλογή λόγω απειλών ή αρνείτο να πληρώσει τούτες, και χωρίς την συγκατάθεσή της, οι λειτουργοί της Εναγόμενης χρησιμοποιούσαν χρήματα της Ενάγουσας για αποπληρωμή του δανείου; Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, είμαι της γνώμης, ότι η Ενάγουσα προσπαθούσε να προσαρμόσει τη μαρτυρία της εις τρόπο ώστε να είναι δυνατό επί της μαρτυρίας της να βασισθεί επιχειρηματολογία για να εκδοθεί υπέρ της απόφαση και όχι με σκοπό να πει την αλήθεια. Αυτό που απεκόμισα, ακούοντας και βλέποντας την Ενάγουσα να καταθέτει, είναι πως αυτή θεωρεί πως το δίκαιο είναι, το δάνειο να αποπληρωθεί από τον Σωκράτους, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη οφειλών του και εφόσον χώρισαν, θα ήταν άδικο να επωμιστεί αυτή την ευθύνη αποπληρωμής του. Όπως ανάφερα και ανωτέρω, την μαρτυρία της Ενάγουσας, πλην φυσικά των αναμφισβήτητων ισχυρισμών της, την απορρίπτω. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της Εναγόμενης. Η Μ.Υ.1, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ανέφερε στο Δικαστήριο όσα πραγματικά γνώριζε και θυμόταν αναφορικά με το επίδικο δάνειο. Ήταν μάρτυρας ευθύς, σταθερή και παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Επιπρόσθετα η μαρτυρία της και ιδιαίτερα οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της, επιβεβαιώνονται σε πολλά σημεία τους και από τα διάφορα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτως ή άλλως, η βασική διαφωνία της Ενάγουσας με τα όσα ανέφερε η εν λόγω μάρτυρας, πάντοτε ως τούτη προκύπτει από την αντεξέταση της Μ.Υ.1, επικεντρώνεται στις συνθήκες που περιβάλλουν την σύναψη της συμφωνίας δανείου και την ετοιμασία των υπολοίπων εγγράφων που υπογράφτηκαν στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας. Είμαι της γνώμης ότι η Μ.Υ.1, είπε όλη την αλήθεια σε σχέση με τα εν λόγω γεγονότα και ειδικότερα ότι η Ενάγουσα προώθησε την αίτηση της για το επίδικο δάνειο με μοναδικό σκοπό την εξόφληση των διαφόρων οφειλών του ζεύγους (Ενάγουσας και Σωκράτους) και την αποπληρωμή όλων των οφειλών τους με μια μηνιαία δόση ώστε να εξοικονομηθεί χρήμα για την οικογένεια. Δέχομαι ακόμα και την έτερη θέση της, ότι θέμα αποκοπής των μηνιαίων δόσεων από τον μισθό του Σωκράτη, προέκυψε κατόπιν απαίτησης της ίδιας της Εναγόμενης και όχι οποιασδήποτε προτροπής και ή απαίτησης της Ενάγουσας. Τούτο, συνάδει και με την κοινή λογική. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Εναγόμενη θα ήταν πιο εξασφαλισμένη ως δανειστής, αν η οποιαδήποτε πληρωμή ενός δανείου που χορηγεί, καλύπτεται και δια αποκοπής από μισθό υπαλλήλου της, παρά μόνο από υπόσχεση πληρωμής από οποιονδήποτε πελάτη της. Όπως σημείωσα και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Ενάγουσας, αν πράγματι η Ενάγουσα, από την αρχή των διαβουλεύσεων (προ της υποβολής οποιασδήποτε αίτησης), είχε απαιτήσει όπως οι μηνιαίες δόσεις του επιδίκου δανείου πληρώνονται δια άμεσης αποκοπής από τον μισθό του Σωκράτους, και ο Σωκράτους ήταν σύμφωνος σε μια τέτοια μεταχείριση, ως ήταν και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, θα ήταν αναμενόμενο, η οποιαδήποτε αίτηση της Ενάγουσας για σύναψη του δανείου, να προωθηθεί εμπεριέχουσα και την εν λόγω πρόταση ως προς τον τρόπο αποπληρωμής, μιας και η Εναγόμενη θα ήταν πολύ πιο εξασφαλισμένη ως δανειστής. Δεν υπήρχε κανένας λόγος, αν όντως αυτά που ισχυρίστηκε η Ενάγουσα ήταν τα πραγματικά γεγονότα και κατ' ακολουθία τα όσα είπε η Μ.Υ.1 ψέματα, η αίτηση της Ενάγουσας για δανειοδότηση (βλέπε Τεκμήριο 6), να εμπεριέχει ως προτεινόμενο από την Ενάγουσα τρόπο αποπληρωμής του δανείου, την καταβολή των δόσεων του δανείου από τον τρεχούμενο λογαριασμό της. Ο λόγος που η αίτηση της Ενάγουσας για παροχή δανείου από την Εναγόμενη, αναφέρει το συγκεκριμένο τρόπο αποπληρωμής, είναι γιατί τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την σύναψη του δανείου, είναι αυτά που ανάφερε η Μ.Υ.
- Την μαρτυρία της Μ.Υ.1, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Και ο Μ.Υ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν και αυτός ο μάρτυρας ευθύς, σαφής και ειλικρινής. Εκεί που η μνήμη του δεν του επέτρεπε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα γεγονότα, δεν δίσταζε να εκφράσει την εν λόγω αδυναμία του. Η εικόνα που απεκόμισα ενώ κατέθετε, ήταν ότι επρόκειτο για ένα πρόσωπο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να το διαφωτίσει με τα γεγονότα που γνώριζε. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, αφορά στις οποιεσδήποτε αντιδράσεις της Ενάγουσας, που έπονται, τόσο της συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου, όσο και της ανάκλησης της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτη. Έπονται ακόμα και της καταχώρησης της υπό εξέταση αγωγής. Δέχομαι την θέση του ότι σε καμία περίπτωση η Ενάγουσα απειλήθηκε από τον ίδιον ή στην παρουσία του, αναφορικά με την αναγκαιότητα να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του επιδίκου δανείου. Ο Μ.Υ.2 δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ανέφερε στην Ενάγουσα ότι ο λογαριασμός που αφορά στο επίδικο δάνειο θα παραπεμφθεί στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, αλλά διευκρίνισε ότι τούτο έγινε κατόπιν ερωτήσεων της Ενάγουσας ως προς το τι θα συμβεί αν η ίδια αδυνατεί να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου. Ως εξήγησε, η παραπομπή ενός λογαριασμού, ο οποίος παρουσιάζει καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων, στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, αποτελεί πάγια τακτική της Εναγόμενης η οποία ακολουθείται για όλους τους πελάτες της. Εξήγησε ακόμα ότι η εν λόγω αναφορά του δεν έγινε με απειλητικό τρόπο. Απλά ανέφερε στην Ενάγουσα το δεδομένο των διαδικασιών που ακολουθεί η Εναγομένη. Και τούτα έγιναν σε χρόνο μετά το 2009 που ανέλαβε καθήκοντα ως διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης στην οδό Σάντα Ρόζα. Σε χρόνο δηλαδή, που η Ενάγουσα είχε ήδη καταβάλει τα χρήματα τα οποία απαιτεί με την παρούσα αγωγή. Πριν το 2009, δεν γνώριζε την Ενάγουσα. Ως προς δε τον λογαριασμό του επιδίκου δανείου, ανέφερε ότι περί τα τέλη του 2012, λόγω μη ανταπόκρισης της Ενάγουσας για τακτοποίηση των καθυστερήσεων που παρατηρούντο, τούτος παραπέμφθηκε στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Ένας άλλος ουσιαστικός ισχυρισμός του Μ.Υ.2, αφορούσε στις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας στα πλαίσια μιας προσπάθειας να πληρωθούν οι καθυστερήσεις που παρουσίαζαν όλοι οι λογαριασμοί της τελευταίας. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.2, βασική απαίτηση της Ενάγουσας ήταν να τύχει δανειοδότησης μεγάλου χρηματικού ποσού από την Εναγόμενη, με σκοπό τα χρήματα του εν λόγω δανείου να χρησιμοποιηθούν, μεταξύ άλλων, και για κάλυψη όλων των οφειλών της προς την Εναγόμενη. Και δη και για αποπληρωμή και εξόφληση του υπολοίπου του επιδίκου δανείου και τούτο, τονίζω, κατόπιν απαίτησης της ίδιας της Ενάγουσας. Ακόμα ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω συνάντηση η Ενάγουσα ήταν επίμονη και επιθετική και ζητούσε συνεχώς να εγκριθεί η σχετική δανειοδότηση της και ότι όταν της επεξηγήθηκε ρητά ότι δεν ήταν δυνατόν να τύχει της εν λόγω δανειοδότησης, λόγω μείωσης του μισθού της, αυτή φωνάζοντας, εγκατέλειψε το χώρο της συνάντησης. Τόνισε ευθαρσώς, ότι σε καμία περίπτωση στην εν λόγω συνάντηση και παρά την έντονη συμπεριφορά της Ενάγουσας, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό με την ανάκληση της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτους. Την μαρτυρία του Μ.Υ.2, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης και πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει στη βάση των αποδεκτών και ή αναμφισβήτητων γεγονότων, κάμνω και τα ακόλουθα ευρήματα. Όταν η Ενάγουσα αποτάθηκε με τον Σωκράτους στην Εναγόμενη για σκοπούς δανειοδότησής της, δεν απαίτησε όπως οι δόσεις του δανείου να πληρώνονται δια αποκοπής από τον μηνιαίο μισθό του Σωκράτους. Ούτε έθεσε ως προϋπόθεση για συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου, να τεθεί όρος ότι δεν θα ευθύνεται η ίδια καθ' οιονδήποτε τρόπο για την καταβολή του δανείου. Τουναντίον, ήταν εισήγηση της όπως η αποπληρωμή του δανείου γίνεται από προσωπικό της τρεχούμενο λογαριασμό. Το θέμα πληρωμής των δόσεων από τον μισθό του Σωκράτους προέκυψε συνεπεία πρωτοβουλίας και απαίτησης της ίδιας της Εναγόμενης και έγινε αποδεκτός όρος της συμφωνίας δανείου από την Ενάγουσα. Σε κανένα σημείο της συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου η Εναγόμενη έδωσε προς την Ενάγουσα την εντύπωση ή προέβη προς αυτή σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή υποσχέσεις με τις οποίες να εκφράζει πρόθεσή της να απαλλαγεί η Ενάγουσα από τις ευθύνες της (ως πρωτοφειλέτιδα), ως τούτες προνοούνται στη συμφωνία δανείου. Ούτε η Ενάγουσα θεώρησε ποτέ ότι απαλλάχτηκε των εν λόγω ευθυνών της (όρος 5 της συμφωνίας δανείου) συνεπεία της συμπερίληψης του όρου, στη συμφωνία δανείου, περί καταβολής των δόσεων του επιδίκου δανείου δια αποκοπής από τον μηνιαίο μισθό του Σωκράτους. Η Ενάγουσα, μετά την ανάκληση της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτους, αν και πικράθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του τελευταίου, αλλά και από το γεγονός ότι η Εναγόμενη, αν και η συγκατάθεση του Σωκράτους ήταν ανέκκλητη, εν τούτοις την αποδέχθηκε, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες της δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου, έως ότου ήταν δυνατό για αυτή οικονομικά, κατέβαλλε, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, τις μηνιαίες δόσεις του επίδικου δανείου. Καμία απειλή δεν έγινε προς την Ενάγουσα με σκοπό η τελευταία να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου. Οι οποιεσδήποτε αντιδράσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, οι οποίες έπονται της ανάκλησης της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτους, αφορούσαν σε αντιδράσεις της που προέκυψαν λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία βρισκόταν, αλλά και της πικρίας που ένιωθε για το γεγονός ότι, συνεπεία του χωρισμού της με τον Σωκράτους και της ανάκλησης από τον τελευταίο, της εξουσιοδότησης, βρέθηκε να επωμίζεται αποκλειστικά την ευθύνη να αποπληρώσει ένα δάνειο, τα πλείστα χρήματα του οποίου, σπαταλήθηκαν για εξόφληση οφειλών του Σωκράτους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κανόνας Κωλύματος Σύμφωνα με το σύγγραμμα Introduction to Evidence, Nokes, 3η έκδοση, το κώλυμα είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός. Σύμφωνα με τον Phipson on Evidence, 12η έκδοση, σελ. 912 είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να είναι (α) κώλυμα λόγω δεδικασμένου, (β) κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα και (γ) κώλυμα λόγω συμπεριφοράς. Σύμφωνα με τον κανόνα κωλύματος λόγω συμπεριφοράς όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια ή την συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη του, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή (βλ. Χατζηγιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 CLR 32). Σύμφωνα με τον κανόνα του κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα όπου ένα έγγραφο υπογράφεται και από τα δύο μέρη .. «there is a statement of fact, if upon the true construction of the deed the statement is that of both parties, the estoppels is binding on each party...» (Halsbury's Laws of England, Τόμος 15, 3η έκδοση, σελ. 168-169). Ανάληψη Συμβατικής Υποχρέωσης από Τρίτο (άρθρο 41, Κεφ, 149) Το άρθρο 41 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοεί: "When a promisee accepts performance of the promise from a third person, he cannot afterwards enforce it against the promissor." Στο ελληνικό κείμενο του Νόμου, οι σχετικές πρόνοιες είναι οι ακόλουθες: «Αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, δεν δύναται έπειτα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη.» Σημειώνω σχετικά, ότι η υπό εξέταση αγωγή στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της Εναγόμενης, παρά το ότι μέρος των αιτούμενων θεραπειών είναι και η απαίτηση για έκδοση απόφασης με την οποία να δηλώνεται ότι αποκλειστική ευθύνη για αποπληρωμή του δανείου έχει ο Σωκράτους (βλέπε υπό στοιχείο Ε αιτούμενης θεραπείας). Σημειώνω επίσης, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ότι με την παρούσα αγωγή δεν εγείρεται θέμα τριμερούς συμφωνίας (tripartite agreement). Ούτε οι πρόνοιες του νόμου Περί Προστασίας των Μισθών 34
(1)/2007, και τούτες αναφορικά με το δικαίωμα ενός εργοδοτούμενου να ανακαλέσει συγκατάθεση του για αποκοπή χρημάτων από το μισθό του, μπορούν να φανούν βοηθητικές, μιας και η συμφωνία δανείου αλλά και η αποδοχή από την Εναγόμενη της ανάκλησης του Σωκράτους, λαμβάνουν χώρα προγενέστερα της θέσπισης του πιο πάνω νόμου (συνομολόγηση συμφωνίας δανείου - 29/7/2004, ανάκληση Σωκράτους και αποδοχή της από την Εναγόμενη - 27/1/2005 και θέσπιση νόμου - 2007). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις, μοναδικές σχετικές με τη νομική βάση της παρούσας αγωγής αναφορές, στην Έκθεση Απαίτησης, βρίσκονται στις παρ.12 και 13 τούτης. Τις παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιες: «
- Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων της ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ και ειδικότερα του ρητού/και ουσιώδους όρους αυτής του εκτιθέμενου στην παράγραφο 9 πιο πάνω που αφορούσε την εκ μέρους τους αποδοχή της εκπλήρωσης της υποχρέωσης/υπόσχεσης της Εναγομένης για την εξόφληση του ΔΑΝΕΙΟΥ με μηνιαίες δόσεις εκ £266.88 - πληρωτέας από τον ΤΡΙΤΟ, αυτοί εστράφησαν και εζήτησαν την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων από την Ενάγουσα αντί του ΤΡΙΤΟΥ.
- Ειδικότερα οι Εναγόμενοι επέβαλαν στην Ενάγουσα την πληρωμή των διαφόρων δόσεων για την εξόφληση του ΔΑΝΕΙΟΥ τις οποίες δόσεις οι Εναγόμενοι είχαν αποδεχθεί ή/και συμφωνήσει όπως καταβληθούν από τον ΤΡΙΤΟ με τον τρόπο ο οποίος εκτίθεται στη ΣΥΜΦΩΝΙΑ και περιγράφεται στην παράγραφο 9 ανωτέρω.» Επομένως, αυτό που θεωρεί η Ενάγουσα ότι έπραξε η Εναγόμενη παράνομα και δη κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου, ήταν ότι απαίτησε από την ίδιαν να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις αντί από τον Σωκράτους. Δηλαδή, ότι την ευθύνη καταβολής των δόσεων του δανείου είχε ο Σωκράτους και επομένως παράνομα η Εναγόμενη αποδέχτηκε την ανάκληση της εξουσιοδότησης του. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης περί παράβασης, από πλευράς Εναγόμενης, οποιουδήποτε νομικού καθήκοντος της (Breach of Statutory Duty) και ειδικότερα, δεν γίνεται καμία παραπομπή στις πρόνοιες του άρθρου 41 του Κεφ.
- Παρά ταύτα, συνεπεία της ρητής αναφοράς στην Έκθεση Απαίτησης περί ανάληψης υποχρέωσης από τον Σωκράτους να εκπληρώσει υπόσχεση της Ενάγουσας, κρίνω ορθότερο να εξετάσω και κατά πόσο η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 41 του Κεφ.
- Από την αρχή σημειώνω ότι, η θέση του κ. Παπαθεοδώρου ότι συνεπεία των γεγονότων της παρούσας αγωγής, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 41 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Από μια ανάγνωση των προνοιών του εν λόγω άρθρου αλλά και των όσων αναφέρθηκαν σχετικά με το εν λόγω άρθρο, στην υπόθεση Takis Phylactou and Others v Evagoras Michael
(1982)1 C.L.R. 204, προκύπτει ότι για να έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του, πρέπει να έχει αρχικά συνομολογηθεί μια συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων (η κυρίως συμφωνία), και έπειτα ένα τρίτο πρόσωπο, το οποίο με βάση την κυρίως συμφωνία δεν υπέχει συγκεκριμένης υποχρέωσης, να αναλάβει, εις αντικατάσταση κάποιου συμβαλλόμενου στην κυρίως συμφωνία, συγκεκριμένη υποχρέωση που πηγάζει από αυτή. Σε αυτή την περίπτωση και νοουμένου ότι η εν λόγω υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε, ο συμβαλλόμενος που επωφελείται από την εκπλήρωση της δεν δύναται να στρέψει τα πυρά του εναντίον του αντισυμβαλλομένου του στην κυρίως συμφωνία, μιας και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 41, την οποιαδήποτε ευθύνη για εκπλήρωση της υποχρέωσης θα έχει πλέον επωμιστεί αποκλειστικά το τρίτο πρόσωπο. Εξ΄ ου και ο νομοθέτης, χρησιμοποιεί τους όρους «promisee» και «promisor», ώστε να υποδείξει ότι αυτή η σχέση των δύο συμβαλλόμενων είναι υφιστάμενη πριν την ανάληψη εκπλήρωσης οποιασδήποτε ευθύνης από το τρίτο πρόσωπο. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο όρος που προνοούσε για πληρωμή των δόσεων του δανείου διά αποκοπής από το μισθό του Σωκράτους, αποτελούσε μέρος των όρων της κυρίως συμφωνίας. Πρόκειται για όρο που συνυπήρχε, εξ υπαρχής, με τους λοιπούς όρους του συμβολαίου και συγκεκριμένα τους όρους 3 και 5 της συμφωνίας δανείου, οι οποίοι επέβαλλαν στην Ενάγουσα, ως χρεώστη, την ευθύνη αποπληρωμής του δανείου και τούτο, όπως ήδη ανέφερα ανωτέρω, αποτελεί ενώπιόν μου παραδεκτό γεγονός. Επομένως, ο όρος που επέτρεπε στην Εναγόμενη να αποκόπτει από το μισθό του Σωκράτους τις δόσεις του δανείου, δεν τέθηκε με σκοπό να απαλλάξει την Ενάγουσα από δική της προϋπάρχουσα ευθύνη και/ή υποχρέωση. Αφορά στην ουσία, σε όρο που τέθηκε ώστε να νομιμοποιεί την Εναγόμενη, για όσο διάστημα η εξουσιοδότηση του Σωκράτους βρισκόταν σε ισχύ (με το θέμα του ανέκκλητου της εξουσιοδότησης του Σωκράτους θα ασχοληθώ σε μεταγενέστερο στάδιο), να αποκόπτει από τον μισθό του τελευταίου την μηνιαία δόση του δανείου, αντί να στρεφόταν αποκλειστικά προς την Ενάγουσα. Κατ' ακολουθία, αυτό που παραμένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο, συνεπεία του γεγονότος ότι η εξουσιοδότηση του Σωκράτους δόθηκε ανέκκλητα, η Εναγόμενη είχε δικαίωμα να αποδεχθεί την ανάκλησή της; Αυτό που με σαφήνεια προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, είναι ότι ο Σωκράτους έδωσε τη σχετική εξουσιοδότηση του προς την Εναγόμενη και μόνο. Δηλαδή, οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τυχόν δημιουργούντο προς τον Σωκράτους συνεπεία της εξουσιοδότησης του, αφορούσαν σε υποχρεώσεις του προς την Εναγόμενη, προς την οποία εστρέφετο αποκλειστικά η εξουσιοδότηση του, και όχι προς την Ενάγουσα. Υπενθυμίζω, ενδεχομένως εκ του περισσού, ότι δεν έχει τεθεί με οιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου θέμα τριμερούς συμφωνίας, με τον Σωκράτους να αποτελεί ένα από τα μέρη της. Επομένως, μοναδικό πρόσωπο που δικαιούτο να επικαλεστεί το ανέκκλητο της εξουσιοδότησης και με βάσει την εν λόγω επίκλησης να αρνηθεί την ανάκληση της εξουσιοδότησης, ήταν η Εναγόμενη. Το κατά πόσο θα ήταν νομικά επιτρεπτό στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη να μην αποδεχθεί την ανάκληση της εξουσιοδότησης από τον Σωκράτους, δεν είναι θέμα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στην υπό εξέταση αγωγή και ως εκ τούτου δεν εξετάζεται. Επανερχόμενος στα ,σχετικά με την παρούσα αγωγή γεγονότα, η Εναγόμενη, όπως αναφέρθηκε πλειστάκις ανωτέρω, επέλεξε να αποδεχθεί την ανάκληση του Σωκράτους και να μην επικαλεσθεί το ανέκκλητο της εξουσιοδότησης. Η εν λόγω απόφαση και ενέργεια της Εναγόμενης διενεργήθηκε δικαιωματικά. Όπως εξηγήθηκε και ανωτέρω, ο όρος της συμφωνίας δανείου περί αποκοπής των μηνιαίων δόσεων του δανείου από το μισθό του Σωκράτους, δεν ήταν απαλλακτικός των ευθυνών της Ενάγουσας, ως τούτες προκύπτουν μέσα από τη συμφωνία δανείου. Απλά ο εν λόγω όρος συνυπήρχε με τους λοιπούς όρους της συμφωνίας δανείου που επώμιζαν στον χρεώστη (στην Ενάγουσα) την υποχρέωση να καταβάλει τη δόση του δανείου. Κατ' ακολουθία, η ενέργεια της Εναγόμενης να αποδεχθεί την ανάκληση της συγκατάθεσης του Σωκράτους, έστω και αν τούτη δόθηκε ανέκκλητα, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της συμφωνίας δανείου και επομένως η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να απαιτεί από την Εναγόμενη οποιανδήποτε θεραπεία. Επομένως, η οποιαδήποτε είσπραξη από την Εναγόμενη χρημάτων που κατέθεσε η Ενάγουσα έναντι του επιδίκου δανείου, κρίνεται νόμιμη και δικαιολογημένη, και δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα, είτε δικαιωματικής απαίτησης από την Ενάγουσα, είτε υποχρέωση στην Εναγόμενη για να επιστρέψει τούτα. Εν πάση περιπτώσει, η αγωγή θα απορριπτόταν και για ακόμα ένα λόγο. Είμαι της γνώμης ότι, η όλη συμπεριφορά της Ενάγουσας στα πλαίσια της καταβολής των ποσών, των οποίων απαιτεί την επιστροφή τους με την παρούσα αγωγή, με γνώμονα πάντα όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως τούτα αναφέρονται στα ευρήματά μου, ήταν τέτοια που τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του Κανόνα του κωλύματος. Δεν μπορεί η Ενάγουσα, θεωρώντας, δυνάμει των όρων της συμφωνίας δανείου, τον εαυτό της ως πρωτοφειλέτιδα του δανείου, να αποφασίζει, να καταβάλλει διάφορα χρήματα αδιαμαρτύρητα, έχοντας πλήρη επίγνωση των ενεργειών της και υπογράφοντας και σχετικά δελτία καταθέσεων (βλέπε Τεκμήριο 5) και μη επιφυλάσσοντας οποιαδήποτε δικαιώματά της και έπειτα να απαιτεί την επιστροφή τους (βλ. Αναστάσης Μουλαζίμης ΛΤΔ ν Τράπεζας Κύπρου ΛΤΔ, Πολ. Έφ. 92/2009, ημερ. 23 Ιανουαρίου 2013). Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ [1] Σημείωση δική μου. [2] Σημείωση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο