Αγαθοκλή Μιχαήλ κ.α. ν. Αλέκου Αλέκου κ.α., Συν. Αγωγές: 1723/07, 2680/07, 5/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 1723/07 2680/07 Μεταξύ: Αγαθοκλή Μιχαήλ, Ενάγοντα, και
- Αλέκου Αλέκου,
- Άννας Ντιάνας Αλέκου, Εναγομένων. ----------------------------------------------------------------- Μεταξύ: Κώστα Μιχαήλ, Ενάγοντα, και
- Αλέκου Αλέκου
- Άννας Ντιάνας Αλέκου, Εναγομένων. ----------------------------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα στην 1723/07 και τον Ενάγοντα στην 2680/07: κ. Α. Μερακλής. Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Κόνιας για Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Το δυστύχημα που έδωσε έναυσμα για την καταχώριση των δύο πιο πάνω αγωγών, οι οποίες λόγω της συνάφειας που τις χαρακτηρίζει συνεκδικάστηκαν, επεσυνέβη στις 23.9.06, στη διασταύρωση των Αυτοκινητόδρομος Παλαιχωρίου Λευκωσίας - Λεωφόρος Αρχαγγέλου Μιχαήλ και Λεωφόρων Μακεδονιτίσσης και Λευκοθέου στη Λευκωσία. Τα πιο κάτω είτε συνιστούν αποδεκτά και από τις δύο πλευρές γεγονότα, είτε αποτελούν γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Στο δυστύχημα ενέχοντο τα αυτοκίνητα KHC334 και KJU
- Οδηγός του πρώτου ήταν ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07, ενώ ιδιοκτήτης του ήταν ο Ενάγοντας στην αγωγή 2680/
- Οδηγός του δεύτερου ήταν ο Εναγόμενος 1 και στις δύο αγωγές, ενώ ιδιοκτήτρια του η Εναγόμενη 2 και στις δύο αγωγές. Η Εναγόμενη 2 επέβαινε κατά το χρόνο του δυστυχήματος του αυτοκινήτου KJU
- Καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Η αξίωση του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07 είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υπέστη στο εν λόγω δυστύχημα. Ο Ενάγοντας στην αγωγή 2680/07 αξιώνει από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του κατά το εν λόγω δυστύχημα. Και οι δύο Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω της αμέλειας του Εναγόμενου 1 και/ή παράβασης, από πλευράς του των νόμιμων υποχρεώσεων του, γεγονός για το οποίο θεωρούν εκ προστήσεως υπεύθυνη την Εναγόμενη
- Στην αγωγή 1723/07 οι δύο Εναγόμενοι ανταπαιτούν από τον Ενάγοντα «συνεισφορά και/ή αποζημιώσεις δι οιονδήποτε ποσό ήθελε τυχόν επιδικασθεί υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των ιδίων στην αγωγή 2680/07». Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 2.11.12, με κοινή δήλωσή τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07 όπως και οι ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα στην αγωγή 2680/07, συμφωνήθηκαν και καθορίστηκαν στη βάση πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα οι μεν γενικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07 συμφωνήθηκαν και καθορίστηκαν στο ποσό των €8.000, οι δε ειδικές στο ποσό των €5.
- Αναφορικά με τον Ενάγοντα στην αγωγή 2680/07, οι εδικές αποζημιώσεις συμφωνήθηκαν και καθορίστηκαν στο ποσό των €13.
- Συμφωνήθηκε περαιτέρω και δηλώθηκε ότι το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που ενδεχομένως να δικαιούται ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07, θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κοινής δήλωσης, οι δύο συνενωμένες αγωγές, προχώρησαν σε ακρόαση με επίδικα θέματα, την ευθύνη για το δυστύχημα, την τυχόν εκ προστήσεως ευθύνη της Εναγομένης 2, τους τόκους επί των ειδικών αποζημιώσεων και τέλος την τυχόν συνεισφορά του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07 σύμφωνα με την ανταπαίτηση. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, τα δύο οχήματα ήλαυναν επί της ιδίας οδικής αρτηρίας, ήτοι επί της Λεωφόρου Αρχαγγέλου Μιχαήλ - Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας Παλαιχωρίου, με αντίθεση όμως κατεύθυνση. Οδηγούντο στην αριστερή, σύμφωνα με την πορεία τους, πλευρά του εν λόγω δρόμου. Ο εν λόγω δρόμος, και προς τις δύο κατευθύνσεις, αρχικά χωρίζεται σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ενώ λίγο πριν την διασταύρωση οι λωρίδες κυκλοφορίας γίνονται τρεις. Η τρίτη εσωτερική λωρίδα κυκλοφορίας της αριστερής πλευράς του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου 1, χρησιμοποιείται από τα οχήματα των οποίων οι οδηγοί προτίθενται, αφού εισέλθουν στη διασταύρωση, να στρίψουν δεξιά για να εισέλθουν στη Λεωφόρο Λευκοθέου. Στη μέση και των δύο κατευθύνσεων, αμφοτέρων των εν λόγω οδικών αρτηριών, παρά τα φώτα τροχαίας, υπάρχει κτιστή νησίδα. Χτιστή νησίδα υπάρχει και στις δύο πλευρές της Λεωφόρο Λευκοθέου στο σημείο που η εν λόγω Λεωφόρος εφάπτεται της Λεωφόρου Αρχαγγέλου Μιχαήλ - Αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Παλαιχωρίου. Το μεν αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC334, οδηγούμενο από τον Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, ήλαυνε με κατεύθυνση από Ανθούπολη προς Λευκωσία. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KJU477, οδηγούμενο από τον Εναγόμενο 1, και έχοντας την Εναγόμενη 2 ως συνοδηγό, ήλαυνε με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Ανθούπολη. Πρόθεση του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, ήταν αφού εισέλθει στην διασταύρωση να συνεχίσει ευθεία την πορεία του προς Λευκωσία, ενώ πρόθεση του Εναγομένου 1 ήταν, αφού εισέλθει στο χώρο της διασταύρωσης, να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην Λεωφόρο Λευκοθέου με σκοπό, αυτός και η σύζυγός του, να μεταβούν στην οικία τους. Η ώρα ήταν 4:10 το πρωί. Ενώ τα δύο αυτοκίνητα οδηγούντο επί της διασταύρωσης, συγκρούστηκαν. Συνεπεία της σύγκρουσης, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, κατέληξε στο κράσπεδο της αριστερής πλευράς, σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, της Λεωφόρου Αρχαγγέλου Μιχαήλ, 33 περίπου μέτρα πέραν του σημείου σύγκρουσης. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07, κατέληξε, λόγω της σύγκρουσης, επί της κτιστής νησίδας που βρίσκεται στην γωνία που δημιουργούν η Λεωφόρος Λευκοθέου με τη Λεωφόρο Αρχαγγέλου Μιχαήλ, 11 μέτρα περίπου πέραν του σημείου σύγκρουσης, σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/
- Το μεν αυτοκίνητο ιδιοκτησία του Ενάγοντα στην αγωγή 2680/07 υπέστη ζημιές ύψους €13.668, ο δε οδηγός του, Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07, τραυματίστηκε. Το ύψος των αποζημιώσεων που ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07, ενδεχομένως να δικαιούται, στην βάση πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου 1, συμφωνήθηκε, όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, στο συμποσούμενο ποσό (ειδικές και γενικές αποζημιώσεις) €13.
- Η διασταύρωση ελέγχεται από φώτα τροχαίας τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο, λειτουργούσαν κανονικά. Το δυστύχημα διερευνήθηκε από την Αστυνομία και συγκεκριμένα από τον Αστυφύλακα 814, Χ. Σιαλή. Για τα πιο πάνω γεγονότα κάνω ανάλογα ευρήματα. Όπως έχω ήδη αναφέρει οι συνθήκες του δυστυχήματος εξετάστηκαν από τον Αστ. 814 Χ. Σιαλή (Μ.Ε.1), ο οποίος μετέβη στην σκηνή ελάχιστο χρόνο μετά την σύγκρουση. Στην σκηνή δεν ήταν οι οδηγοί των αυτοκινήτων, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ, μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Στην απουσία τους, ο Μ.Ε.1 προχώρησε σε μετρήσεις και ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχεδιάγραμμα και στη συνέχεια συμμετρικό, τα οποία και κατέθεσε ενώπιον μου ως Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα. Στη μαρτυρία του συνοπτικά ανέφερε τα ακόλουθα. Όταν κατέφθασε στη σκηνή τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα βρίσκονταν στη τελική τους θέση. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή και καθαρή. Τα φώτα τροχαίας που ήλεγχαν την διασταύρωση όπου επεσυνέβη το δυστύχημα, λειτουργούσαν κανονικά. Υπήρχε επαρκής φωτισμός της περιοχής από λαμπτήρες οδικού φωτισμού. Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, ήταν πάρα πολύ μεγάλη, ιδιαίτερα το βράδυ που τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν την Λεωφόρο έχουν σε λειτουργία τα φώτα πορείας τους. Η ορατότητα του Εναγόμενου 1 προς την απέναντι του κατεύθυνση ήταν επίσης μεγάλη. Πέραν των 80 μέτρων. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Ο Μ.Ε.1 σημείωσε επί του σχεδίου που ετοίμασε το σημείο σύγκρουσης με το γράμμα Χ. Αυτό βρίσκεται εντός της διασταύρωσης, απέναντι και σε πολύ μικρή απόσταση από τη διαχωριστική νησίδα που χωρίζει τη Λεωφόρο Λεθκοθέου. Παρεμβάλλεται στην πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/
- Ως προς το ακριβές σημείο σύγκρουσης κατέληξε με βάση τα ευρήματα του στη σκηνή τα οποία και επεξήγησε. Ο Μ.Ε.1, επί του πρόχειρου σχεδίου που ετοίμασε, σημείωσε επίσης τις ζημιές που υπέστηκαν τα δύο εμπλεκόμενα αυτοκίνητα. Συγκεκριμένα το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJU477, υπέστη ζημιές στο μπροστινό αριστερό φτερό, στον τροχό, στον προφυλακτήρα, στη γρίλια, στο καπό, στο φανάρι και στην πόρτα του συνοδηγού, ενώ το όχημα με αριθμούς εγγραφής KHC334, παρουσίαζε ζημιές σε όλο το μπροστινό του μέρος, περιλαμβανομένου του ανεμοθώρακα. Επίσης υπέστηκε ζημιά και το δεξιό πίσω φτερό. Ίχνη τροχοπέδησης δεν εντοπίστηκαν στην σκηνή. Ο Μ.Ε.1, ανέφερε επίσης ότι όταν επισκέφθηκε τους ενεχόμενους οδηγούς στο Νοσοκομείο, τους υπέβαλε σε προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Υπέδειξε και επεξήγησε τόσον στον Ενάγοντα στην αγωγή 1723/06, όσον και στον Εναγόμενο 1, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής με το οποίο συμφώνησαν πλήρως και το υπέγραψαν. Στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τους δύο οδηγούς. Ο Εναγόμενος 1 δεν επιθυμούσε, όπως του δήλωσε, να επισκεφθεί εκ νέου τη σκηνή του δυστυχήματος προτού του ληφθεί κατάθεση ή ερωτηθεί σχετικά με το περιεχόμενο του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής. Τον Μ.Ε.1, στην ουσία δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση. Οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στην αντεξέταση, ουσιαστικά ήταν διευκρινιστικού χαρακτήρα. Δέχομαι τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ο οποίος εξάλλου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Κάμνω ανάλογα ευρήματα. Στρέφομαι τώρα στους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς και στην υπόλοιπη μαρτυρία. Η εκδοχή του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07 (στο εξής ο Ενάγοντας), με λίγα λόγια είναι η εξής. Οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC334, επί της συγκεκριμένης διασταύρωσης με ευθεία πορεία προς Λευκωσίας, με ταχύτητα περίπου 50 χ.α.ω.. Δεν αντελήφθηκε την παρουσία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, παρά μόνο μετά που ο ίδιος (ο Ενάγοντας) εισήλθε στη διασταύρωση. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, όταν το αντελήφθηκε για πρώτη φορά ο Ενάγοντας, κινείτο εντός της τρίτης εσωτερικής λωρίδας κυκλοφορίας της αριστερής πλευράς του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του Εναγομένου 1, η οποία λωρίδα υπενθυμίζω, χρησιμοποιείται από τους οδηγούς που κατευθύνονται από Λευκωσία προς Ανθούπολη και πρόθεση τους είναι αφού εισέλθουν στη διασταύρωση, να στρίψουν δεξιά για να εισέλθουν στη Λεωφόρο Λευκοθέου. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 1, αφού εισήλθε στη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα, έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει αποκόπτοντας έτσι τη δική του πορεία με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο που οδηγούσε να συγκρουστεί με αυτό που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Εξίσου απλή είναι και η εκδοχή του Εναγομένου 1, την οποία και συνοψίζω πιο κάτω. Επειδή πρόθεση του ήταν, αφού εισέλθει στη συμβολή να στρίψει δεξιά στη Λεωφόρο Λευκοθέου, αρχικά οδήγησε το αυτοκίνητο στη εσωτερική τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Αρχαγγέλου Μιχαήλ, και στη συνέχεια, ενώ τα φώτα τροχαίας στην πορεία του ήταν πράσινο, εισήλθε στη διασταύρωση όπου και σταμάτησε για να δώσει προτεραιότητα σε δύο αυτοκίνητα που οδηγούνταν από Ανθούπολη προς Λευκωσία. Ενώ ήταν σταματημένος επί της διασταύρωσης, τα φώτα τροχαίας άλλαξαν από πράσινο σε πορτοκαλί και στη συνέχεια σε κόκκινο. Ταυτόχρονα είδε σε απόσταση περίπου 100 μέτρων μπροστά του ένα αυτοκίνητο, το οποίο όπως εκ των υστέρων διεφάνη, ήταν αυτό που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Κινείτο στην ίδιαν κατεύθυνση και στην ίδιαν πλευρά με τα δύο οχήματα στα οποία είχε προηγουμένως δώσει προτεραιότητα. Επειδή το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σε μεγάλη απόσταση και επειδή τα φώτα τροχαίας είχαν ήδη αλλάξει, έκρινε ασφαλές να επιχειρήσει την δεξιά στροφή. Ενώ έστριβε δέχτηκε κτύπημα από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Για τους Ενάγοντες, εκτός από τον Μ.Ε.1 και τον Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, κατέθεσε και ο Μιχάλης Γιαννακού (Μ.Ε.3). Σύμφωνα με τον πιο πάνω μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση, κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Λευκοθέου. Πρόθεση του ήταν να συνεχίσει ευθεία την πορεία του μέσω της διασταύρωσης. Ενώ ήταν ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας που ήλεγχαν τη διασταύρωση επειδή αυτά ήταν, σύμφωνα με την πορεία του, κόκκινο, είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, από την Λεωφόρο Αρχαγγέλου Μιχαήλ, απότομα και χωρίς να σταματήσει, να κατευθύνεται «κατά πάνω» του. Φοβήθηκε και επιχείρησε να κινηθεί προς τα πίσω. Δεν πρόλαβε. Ένα δεύτερο αυτοκίνητο, αυτό που οδηγούσε ο Ενάγοντας, το οποίο κατευθυνόταν από Ανθούπολη προς Λευκωσία και του οποίου την παρουσία αντελήφθηκε καθώς επιχειρούσε την κίνηση προς τα πίσω, συγκρούστηκε με αυτό που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Συμφωνά με το σημείο σύγκρουσης ως αυτό σημειώθηκε στο Τεκμήριο
- Μέχρι τότε οι διάδικοι του ήταν άγνωστοι. Ο Μ.Ε.3 παρέμεινε, σύμφωνα με τον ίδιον, στη σκηνή μέχρι την έλευση της Αστυνομίας και το αρχικό στάδιο των μετρήσεων. Στη σκηνή συνάντησε και τρίτο, άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο, στο οποίο ανέφερε τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψή του. Έπειτα αναχώρησε από τη σκηνή. Έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία όταν η τελευταία τον εντόπισε. Για τους Εναγόμενους κατέθεσε, εκτός από τον Εναγόμενο 1 και ο Οδυσσέας Μιχαήλ (Μ.Υ.2). Ο εν λόγω μάρτυρας, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε, έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία μετά που περιέπεσε στην αντίληψη του αγγελία σε εφημερίδα (βλ. Τεκμήριο 4), σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος 1 καλούσε πρόσωπα που γνώριζαν για το δυστύχημα να επικοινωνήσουν είτε με τον ίδιον είτε με την Αστυνομία. Σύμφωνα με τον πιο πάνω μάρτυρα, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου Μιχαήλ, από Λευκωσία προς Ανθούπολη, είδε μπροστά του σε πολύ μεγάλη απόσταση (100 - 150 μέτρα), μέσα στο χώρο της διασταύρωσης ένα αυτοκίνητο. Αρχικά ήταν ακινητοποιημένο. Σχεδόν ταυτόχρονα είδε και τα φώτα τροχαίας που ήλεγχαν τη διασταύρωση να αλλάζουν από πράσινο σε πορτοκαλί και στη συνέχεια σε κόκκινο. Η εντύπωση που απεκόμισε ήταν ότι πρόθεση του οδηγού του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου ήταν να στρίψει δεξιά στη Λεωφόρο Λευκοθέου. Το αυτοκίνητο που ήταν ακινητοποιημένο άρχισε να στρίβει δεξιά. Τότε, περίπεσε στην αντίληψη του η παρουσία ενός τρίτου αυτοκινήτου. Αυτού που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Πρόκειτο, όπως ανάφερε, για αυτοκίνητο τύπου «Caprio». Όταν αντελήφθηκε το εν λόγω αυτοκίνητο, αυτό κινείτο με κατεύθυνση αντίθετη με τη δική του με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Το εν λόγω αυτοκίνητο εισήλθε στη διασταύρωση ενώ το φως στην πορεία του οδηγού του ήταν κόκκινο και συγκρούστηκε με το όχημα που επιχειρούσε τη δεξιά στροφή και το οποίο, ως εκ των υστέρων διεφάνη, ήταν αυτό που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Οι διάδικοι του ήταν άγνωστοι. Με την εκ νέου αλλαγή των φώτων τροχαίας, έφυγε από τη σκηνή γιατί η κοπέλα που τον συνόδευε σοκαρίστηκε από το θέαμα. Έχω παρακολουθήσει τους εμπλεκόμενους στο δυστύχημα οδηγούς, όπως και τους Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2, ενώ κατέθεταν και έχω εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας με την μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Με βάση τη πραγματική μαρτυρία η οποία αποτελεί και το πιο ασφαλές κριτήριο για τον έλεγχο της αξιοπιστίας και ακρίβειας των προφορικών μαρτυριών, και την εντύπωση που απεκόμισα από τους μάρτυρες, προχωρώ να εξετάσω τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών. Ο Εναγόμενος 1, μου έκανε φτωχή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Μου έδωσε σαφώς την εντύπωση, από τον τρόπο που κατάθετε και από την εκάστοτε στάση την οποία τηρούσε οσάκις εύρισκε τον εαυτό του μπροστά σε αδιέξοδα, ότι είναι πρόσωπο που δεν έλεγε την αλήθεια, όταν η αλήθεια δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του. Συνεπώς δεν δέχομαι τη μαρτυρία του αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Ενδεικτικό αυτής της εικόνας που αναδύεται από τη μαρτυρία του συνιστούν και τα πιο κάτω. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για το δυστύχημα και συγκεκριμένα ότι οδηγούσε αμελώς και προκάλεσε δυστύχημα, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την επιμονή του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι, όχι μόνο διώχθηκε, αλλά του επιβλήθηκε και ποινή, άλλαξε θέση. Ισχυρίστηκε ότι κατηγορήθηκε για το εν λόγω ατύχημα αλλά ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Προ της επιμονής όμως του συνηγόρου του Ενάγοντα, άλλαξε ξανά θέση και δεν απέκλεισε την πιθανότητα να παρουσιάστηκε στη δίκη του αλλά να μην το θυμάται. Ούτε η ευκολία με την οποία άλλαζε θέσεις επικαλούμενος αμνησία λόγω των τραυμάτων που υπέστη στο δυστύχημα, μπορεί να παραμείνει απαρατήρητη. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι θυμάται όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν της σύγκρουσης των δύο οχημάτων και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια. Όταν όμως του εζητήθη να αναφερθεί στις συνθήκες κάτω από τις οποίες οδήγησε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJU477, καλύπτοντας απόσταση μόνο 5 -6 μέτρα πριν να επέλθει η σύγκρουση και ειδικότερα όταν του εζητήθη να αναφέρει την ταχύτητα με την οποία κάλυψε την εν λόγω απόσταση, σε συνάρτηση με την κλήση με την οποία επιχείρησε τη στροφή, επιστράτευσε καθόλου πειστικά κατά τη γνώμη μου, την αμνησία του για να ισχυριστεί ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται πως από το σημείο που βρισκόταν εν αναμονή στη μέση της διασταύρωσης βρέθηκε στο σημείο σύγκρουσης. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι εκείνο που ο Εναγόμενος 1 προσπάθησε να αποφύγει ήταν να μη βρεθεί στη δυσχερή για εκείνον θέση να δώσει εξηγήσεις για το πώς, ενώ πρόθεση του ήταν να εισέλθει στη Λεωφόρο Λευκοθέου, βρέθηκε το αυτοκίνητο που οδηγούσε στο σημείο Χ, δηλαδή στο σημείο σύγκρουσης. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι αυτός εκκίνησε, ως ισχυρίζεται, και κάλυψε την εν λόγω μικρή απόσταση με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Υπενθυμίζω ότι το Χ βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση μπροστά από την κτιστή διαχωριστική νησίδα της Λεωφόρου Λευκοθέου. Δεν θα ήταν λάθος να συμπεράνει κάποιος, πως αν δεν επερχόταν η σύγκρουση, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 θα συγκρουόταν με την νησίδα, μη αποκλειομένου του ενδεχομένου να εισερχόταν στην αντίθεση πλευρά της Λεωφόρου Λευκοθέου από αυτή, που όπως ισχυρίστηκε, προτίθετο να ακολουθήσει. Επισημαίνω ότι ουδέποτε ως ο ίδιος ισχυρίστηκε θεώρησε το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας ως κίνδυνο. Ήταν η θέση του Εναγομένου 1 ότι, όταν από το κέντρο της διασταύρωσης όπου ήταν ακινητοποιημένος, εκκίνησε με δεξιόστροφη κλίση για να εισέλθει στη Λεωφόρο Λευκοθέου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας απείχε από τον ίδιον περίπου 100 μέτρα. Με δεδομένο το γεγονός της απόστασης από το σημείο που ισχυρίζεται ότι ήταν ακινητοποιημένος μέχρι το σημείο Χ (περίπου 6 μέτρα), διερωτάται κανείς αν η απόσταση που χώριζε τον ίδιον από τον Ενάγοντα ήταν πράγματι αυτή που ισχυρίζεται και όχι πολύ μικρότερη. Τέλος, οι αντιφάσεις που η δια ζώσης μαρτυρία του συγκρινόμενη με τη γραπτή του κατάθεση παρουσιάζει, διαδραματίζουν το δικό τους ουσιαστικό ρόλο όταν εξετάζεται το θέμα αξιοπιστίας του Εναγομένου. Στη δια ζώσης μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι η κατάθεση του στην Αστυνομία λήφθηκε σε χρόνο που ο ίδιος δεν βρισκόταν σε θέση να δώσει κατάθεση. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι το ανέφερε στον Μ.Ε.1, αλλά ο τελευταίος επέμεινε να του λάβει κατάθεση. Στα πλαίσια του ιδίου ισχυρισμού και δη αναφορικά με τον τρόπο που ο Μ.Ε.1, διενήργησε τις ανακρίσεις και έλαβε το μαρτυρικό υλικό, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι η παρουσία του στη σκηνή του δυστυχήματος πριν την λήψη της κατάθεσης του ήταν αναγκαία. Επέρριψε δε ευθύνη στον Μ.Ε.1 που δεν του ζήτησε να επισκεφθούν τη σκηνή. Καταρχάς επισημαίνω ότι οι πιο πάνω θέσεις ουδέποτε τέθηκαν στον Μ.Ε.1 ώστε αυτός να δώσει και τη δική του εκδοχή επί του προκειμένου. Τέθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας του Εναγομένου
- Πέραν όμως τούτου, οι συγκεκριμένες θέσεις του Εναγομένου 1 δε συμβαδίζουν και ή συγκρούονται με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, έγγραφο Δ. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τη γραπτή του κατάθεση ενθυμείται με κάθε λεπτομέρεια τα συμβάντα εκείνης της νύκτας και σε ουδεμία αναφορά προβαίνει περί αδυναμίας του, είτε στο να δώσει κατάθεση, είτε στο να θυμηθεί γεγονότα. Αν όντως δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση και το είχε ως ισχυρίζεται αναφέρει και στον Μ.Ε.1, τότε θα ήταν αναμενόμενο, είτε αυτό να καταγραφεί στη κατάθεση του, είτε η περιγραφή των εν λόγω γεγονότων να παρουσιάζει κενά. Όσον δε αφορά στον ισχυρισμό του ότι ο Μ.Ε.1 δεν του ζήτησε να επισκεφθεί τη σκηνή, στο περιεχόμενο της κατάθεσης του υπάρχει ρητή αναφορά του ιδίου, την οποία θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτούσια: «Δεν θέλω να μεταβώ ξανά στη σκηνή του δυστυχήματος». Παρόμοια φτωχή εικόνα αναδύεται και μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Δεν έχω καμία αμφιβολία στο μυαλό μου ότι τα όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι η πεποίθηση μου ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τους Εναγόμενους για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν. Και για να πετύχει το στόχο του, έφθασε μέχρι του σημείου να ισχυρίζεται και να επιμένει ότι από απόσταση 150 και πλέον μέτρων που είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας για πρώτη φορά και ενώ είναι σκοτάδι και το εν λόγω όχημα ήλαυνε από την απέναντι του κατεύθυνση με τα φώτα πορείας του σε λειτουργία, αναγνώρισε ότι επρόκειτο για «Caprio», δηλαδή αυτοκίνητο του οποίου η οροφή μετακινείται. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η οροφή του εν λόγω οχήματος ήταν στη θέση της, πράγμα το οποίο δέχθηκε και ο ίδιος. Επίσης, ενώ στην κατάθεση του στην Αστυνομία την οποία να σημειωθεί έδωσε 10 μέρες μετά το δυστύχημα, δήλωνε πλήρη αδυναμία να προσδιορίσει, είτε σε ποια από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας οδηγούσε ο Ενάγοντας, είτε το σημείο της διασταύρωσης στο οποίο τα εμπλεκόμενα οχήματα συγκρούστηκαν, στο Δικαστήριο, 7 χρόνια μετά το δυστύχημα, όχι μόνο δήλωσε ετοιμότητα να τα προσδιορίσει, αλλά προχώρησε και προσδιόρισε ως σημείο σύγκρουσης, σημείο της διασταύρωσης εντελώς διαφορετικό από το πραγματικό. Προσδιορίζοντας δε το συγκεκριμένο σημείο ως σημείο σύγκρουσης, εμμέσως πλην σαφώς προσδιόρισε και την λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας κινείτο ο Ενάγοντας που ήταν και πάλι διαφορετική από την ορθή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Η απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 και του Μ.Υ.2 δεν οδηγεί κατ΄ ανάγκη σε επιτυχία την υπόθεση του Ενάγοντα. Ο τελευταίος εξακολουθεί να έχει το βάρος να αποδείξει την υπόθεση του. Ως εκ τούτου προχωρώ να εξετάσω τώρα τη μαρτυρία του Ενάγοντα και αυτή του Μ.Ε.
- Υπενθυμίζω ότι έχω ήδη δεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, στο σύνολό της. Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι η σύγκρουση των αυτοκινήτων ήταν σφοδρή. Είναι αρκετό να υπενθυμίσω τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων αυτοκινήτων και την απόσταση που χωρίζει ένα έκαστο από αυτά από το σημείο σύγκρουσης. Το στοιχείο αυτό, και επί τούτου θεωρώ ότι για τη διαμόρφωση σχετικής κρίσης δεν απαιτείται η μαρτυρία ειδικού, σε συνδυασμό με το εύρος των ζημιών που υπέστηκαν τα οχήματα, οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγοντας κινείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ω που ο ίδιος καθορίζει ως ταχύτητα του και είναι και το επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του Ενάγοντα που χρήζει ιδιαίτερου σχολιασμού είναι το πότε είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος
- Ο Ενάγοντας ανέφερε επί τούτου, ότι για πρώτη φορά επεσήμανε το εν λόγω αυτοκίνητο όταν αυτό οδηγείτο εντός της εσωτερικής τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του Εναγομένου
- Τη δεδομένη στιγμή ο ίδιος (ο Ενάγοντας) βρισκόταν ήδη εντός της διασταύρωσης και επομένως λίγα μόνο μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Αναφορικά με τη θέση στην οποία ο ίδιος βρισκόταν, ο Ενάγοντας θα πρέπει να κάμνει λάθος. Με δεδομένη την απόσταση που χώριζε τα δύο αυτοκίνητα από το σημείο σύγκρουσης - ο Εναγόμενος απείχε τουλάχιστον υπερδιπλάσια απόσταση από αυτήν του Ενάγοντα - ο Ενάγοντας θα πρέπει, όταν είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του Εναγομένου 1, να μην είχε ακόμα εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Εξάλλου και ο ίδιος, τόσον στη γραπτή του κατάθεση, όσον και στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε επανειλημμένα σε «προτεραιότητα» του, προφανώς στο να εισέλθει στη συμβολή και πάντοτε σε συνάρτηση με την πορεία του οχήματος του Εναγομένου
- Κατά τα λοιπά δέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα η θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 εισερχόμενος στη διασταύρωση οδήγησε το αυτοκίνητο του με κίνδυνο να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα της Λεωφόρου Λευκοθέου, από αυτό που θα έπρεπε να ακολουθήσει αν επιθυμούσε να κατευθυνθεί προς Λευκόθεο Στάδιο, συνάδει πλήρως με το σημείο που έλαβε χώραν η σύγκρουση και δη το σημείο Χ. Πρόσθετα, ο Ενάγοντας μου έκανε ευνοϊκή εντύπωση ως μάρτυρας και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε. Δέχομαι επίσης στο σύνολό της τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, ο οποίος μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σαφής και με θέσεις ξεκάθαρες. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο χωρίς περιστροφές. Και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία του υποστηρίζεται, ιδιαίτερα αναφορικά με τον τρόπο που επιχείρησε ο Εναγόμενος τη στροφή, από την πραγματική μαρτυρία. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης και πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη καταλήξει στη βάση των αποδεκτών και ή αναμφισβήτητων γεγονότων, κάμνω και τα ακόλουθα ευρήματα. Ο Εναγόμενος 1, οδηγώντας το αυτοκίνητο της Εναγομένης 2, εισήλθε στη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς να σταματήσει για να ελέγξει την εξ αντιθέτου του τροχαία κίνηση, επιχείρησε απότομη στροφή δεξιά με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελευθέρα πορεία του Ενάγοντα και τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουστούν. Τη δεδομένη στιγμή, ο Ενάγοντας οδηγούσε πολύ πλησίον του Εναγομένου
- Ο Ενάγοντας προτού εισέλθει στη διασταύρωση, επεσήμανε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 να κινείται με μεγάλη ταχύτητα στη εσωτερική τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία του Εναγομένου
- Ακολούθως το είδε να στρίβει απότομα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του Εναγομένου 1, αποκόπτοντας έτσι τη δική του ελευθέρα πορεία. Η σήμανση των φώτων τροχαίας στην πορεία του Ενάγοντα όταν αυτός εισήλθε στη διασταύρωση ήταν πράσινο. Ο Ενάγοντας δεν έκανε χρήση των φρένων του, ούτε και προέβη σε οποιονδήποτε ελιγμό, ή χρήση της κόρνας ή χρήση της ψηλής στάσης των φώτων πορείας του ή άλλο αποτρεπτικό ελιγμό με στόχο να κάνει γνωστή την παρουσία του και να αποφευχθεί η σύγκρουση. Νομική Πτυχή Η οδική αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας μέσος συνετός οδηγός θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας μέσος συνετός οδηγός θ΄ απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού μέσου οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Σύμφωνα με τον Καν. 58 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 66/84), όπως τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα η παράγραφος (ιη) υποχρεώνει τον οδηγό, σε διασταύρωση, εφόσον προτίθεται να κάνει στροφή προς τα δεξιά να δίδει προτεραιότητα σε οχήματα με ευθεία πορεία, τα οποία κινούνται από την αντίθετη κατεύθυνση. Από τα γεγονότα όπως τα έχω αποδεχθεί και σε συνάρτηση πάντοτε με τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος οδήγησε το όχημα του αμελώς με αποτέλεσμα η οδική του συμπεριφορά να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Το όχημα του Ενάγοντα βρισκόταν σε πορεία προτεραιότητας και η σήμανση στην πορεία του ήταν στο πράσινο, με αποτέλεσμα, αφού σκοπό είχε να κατευθυνθεί ευθεία προς Μετόχι Κύκκου, τούτο να έχει πλήρη προτεραιότητα έναντι του οχήματος του Εναγομένου που σκοπούσε, δια μέσου της συμβολής και διασχίζοντας τούτη, να κατευθυνθεί δεξιόστροφα εντός της Λεωφόρου Λευκοθέου. Το γεγονός ότι παρέμεινε άγνωστο το κατά πόσο ο Εναγόμενος, προ της σύγκρουσης, αντιλήφθηκε την παρουσία ή μη του οχήματος του Ενάγοντα στο δρόμο, τούτο δεν αποτελεί οποιοδήποτε εμπόδιο για να δυνηθεί το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος οδήγησε αμελώς. Όπως και να έχουν τα πράγματα, είτε αντιλήφθηκε την εν λόγω παρουσία του οχήματος του Ενάγοντα, είτε όχι, τούτος οδήγησε με αμελή τρόπο και δη με τρόπο που υπολείπεται κατά πολύ του ορθού τρόπου που αναμένεται να οδηγεί ένας μέσος συνετός οδηγός. Αν ο Εναγόμενος, παρά την παρουσία του οχήματος του Ενάγοντα στο δρόμο, είτε λόγω μη ελέγχου, είτε λόγω ανεπαρκούς ελέγχου, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του εν λόγω οχήματος, τότε η ενέργεια του να οδηγήσει δεξιόστροφα και να διασχίσει τη συμβολή αποτελούσε αμελή οδήγηση. Τούτο γιατί ο κίνδυνος να κινούνται οχήματα σε ένα δρόμο είναι όχι μόνο υπαρκτός αλλά και αυταπόδεικτος και είναι αναμενόμενο για ένα μέσο συνετό οδηγό ότι όταν επιχειρεί να οδηγήσει με τρόπο που θα θέσει το όχημα του ως εμπόδιο σε δρόμο που είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν άλλα οχήματα, θα πρέπει να εξετάσει επαρκώς ότι τη στιγμή που επιχειρεί την εν λόγω ενέργεια του, εντός του δρόμου που επηρεάζεται, δεν κινούνται άλλα οχήματα. Ο μη έλεγχος, ή ο ανεπαρκής έλεγχος, αποτελεί μη επίδειξη της απαραίτητης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε να επιδείξει έναντι των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν την δεδομένη στιγμή το δρόμο. Από την άλλη, αν αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος του Ενάγοντα και παρά ταύτα επιχείρησε την δεξιόστροφη κατεύθυνση του και πάλι υπέπεσε του επιπέδου οδήγησης που αναμένεται να διενεργεί ένας μέσος συνετός οδηγός, αφού στην ουσία ρίσκαρε την ενδεχόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η οποία εν τέλει επεσυνέβη. Με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος κινείτο με μεγάλη ταχύτητα, και σε συνδυασμό και με την σφοδρότητα της σύγκρουσης, προκύπτει ότι ένας μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν στη θέση του Εναγομένου και που θα αντιλαμβανόταν την παρουσία του κινούμενου οχήματος του Ενάγοντα, με εξ αντιθέτου κατεύθυνση, δεν θα επιχειρούσε την δεξιόστροφη διαγώνια πορεία που επιχείρησε ο Εναγόμενος αλλά θα έδιδε, ως όφειλε προτεραιότητα στον Ενάγοντα. Βρίσκω λοιπόν ότι βασική γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αμελή οδήγηση του Εναγόμενου που επέλεξε την απόφραξη της πορείας του οχήματος του Ενάγοντα. Εκ προστήσεως ευθύνη Εναγομένης 2 Το θέμα της εκ προστήσεως ευθύνης συζητήθηκε στο English common law - The Doctrines of Equity and their application in Cyprus
(1981), από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική, ως ακολούθως: «Attribution of vicarious liability is dependent upon proof of facts and circumstances that render the principal or the master, as the case may be, vicariously liable for the acts of his servant or agent. At the highest there is a divergence of opinion with regard to the evidential value of the fact of ownership of a vehicle... The mere reference to the fact of ownership would at best, even under the principle favoured in Rambarran, be evidence that could be referred to the jury. It does hot, in the absence of any other evidence illuminating the circumstances under which the appellant assumed control of the vehicle, create the presumption suggested by counsel for the appellant.» Στην Morgans v. Launchbury and Other
(1972)2 All E.R. 606, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «For I regard it as clear that in order to fix vicarious liability on the owner of a car in such a case as the present it must be shown that the driver was using it for the owner's purposes under delegation of a task or duty» Η εκ προστήσεως ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου σε αστικές υποθέσεις ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται από τον ιδιοκτήτη ή συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του. Στην Hellenic Mining Co Ltd v. Galaxy Tours Ltd
(1978)1 C.L.R. 414, αποφασίστηκε ότι για την απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στον ιδιοκτήτη αυτοκινήτου, πρέπει να καταδειχθεί ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος είτε ως εργοδοτούμενος του ιδιοκτήτη στο πλαίσιο της εργασίας του. Τέλος, στη Θεοφάνους ν. Ασφαλιστικής Εταιρείας ΚΟΣΜΟΣ
(1988)1 Α.Α.Δ. 265, αναφέρθηκαν συνοπτικά τα ακόλουθα. Για να αποδοθεί εκ προστήσεως ευθύνη σε ένα ιδιοκτήτη οχήματος, είναι αναγκαία η ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή κυρίου και υπαλλήλου, αλλά και μαρτυρία ότι η οδήγηση με την οποία εκδηλώθηκε η αμέλεια εντάσσεται στα πλαίσια της σχέσης αυτής. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σε συνάρτηση και με τα ευρήματά μου, βρίσκω ότι η Εναγόμενη 2 υπέχει εκ προστήσεως ευθύνη για την αμελή συμπεριφορά που επέδειξε ο Εναγόμενος
- Τούτο γιατί, η Εναγόμενη 2, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και επιπροσθέτως δια της παρουσίας της στη θέση του συνοδηγού, είχε συγκατατεθεί ώστε να οδηγηθεί το οχήματά της από τον Εναγόμενο
- Πέραν τούτων, η οδήγηση του εν λόγω οχήματος από τον Εναγόμενο 1, λάμβανε χώραν μεταξύ άλλων και για να μεταφέρει την Εναγόμενη 2, στη συζυγική οικία τους. Επομένως η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ήταν διαφωτιστική και αναφορικά με τις συνθήκες και ιδιαίτερα τους σκοπούς και/ή λόγους για τους οποίους ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε το εν λόγω όχημα, που όπως ειπώθηκε και ανωτέρω ήταν, μεταξύ άλλων, και η εξυπηρέτηση της ιδιοκτήτριας του εν λόγω οχήματος. Συνεπώς κρίνω, ότι η Εναγόμενη 2, εκ προστήσεως, υπέχει ευθύνης έναντι των Εναγόντων στις δύο αγωγές για την αμελή οδήγηση του Εναγομένου
- Συντρέχουσα Αμέλεια Στρέφομαι τώρα να εξετάσω αν ο Ενάγοντας υπέχει οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Θεοδώρα Κορέλλη κ.ά. ν. Κωνσταντίνου Λουκά
(1999)1Γ ΑΑΔ 1755, η κατανομή ευθύνης σε περιπτώσεις όπου οχήματα οδηγούνται από αντίθετη κατεύθυνση και ένας στρίβει δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του από την αντίθετη κατεύθυνση ερχομένου οχήματος, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλέπε επίσης Alexandrou v. Gamble
(1974)1 CLR 5, Avgousti v. Hadjichristodoulou
(1975)1 CLR 35, Diet v. Loizides
(1978)1 CLR 233, Panayiotou v. Christofi and Another
(1983)1 CLR 143, Kasinou v. Efstathiou
(1984)1 CLR 77, Avraam v. Andreou and another
(1988)1 CLR 39, Ιωάννη ν. Χ"Αναστάση
(1991)1 ΑΑΔ 345, Τεμβριώτου ν. Αντωνιάδη
(1994)1 ΑΑΔ 494 και Χήρα ν. Παπαϊωάννου
(1995)1 ΑΑΔ 665). Στην Κορέλλη (ανωτέρω), ενώ η εφεσείουσα, που ήταν μαθητευόμενη οδηγός, οδηγούσε το όχημα του πατέρα της τύπου πικ-απ με συνοδηγό τον ίδιο, κατά μήκος της κύριας οδού Λάρνακας-Δεκέλιας, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου το οποίο ερχόταν από την αντίθεση κατεύθυνση με πρόθεση να στρίψει από τα φώτα τροχαίας δεξιά προς τον παρακαμπτήριο που οδηγεί στον κύριο δρόμο Λάρνακας-Λευκωσίας. Τη στιγμή που τα δύο οχήματα εισέρχονταν στον χώρο της διασταύρωσης των φώτων, λειτουργούσε κανονικά το πράσινο φως και για τα δύο οχήματα. Η σύγκρουση έγινε σε ένα σημείο που απείχε 22.40 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ του εφεσίβλητου και 20.90 μέτρα από το σημείο ΑΛΤ της εφεσείουσας. Πριν από τη σύγκρουση το όχημα της εφεσίβλητης είχε αφήσει ίχνη φρένων 3.40 μέτρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιμέρισε την ευθύνη κατά 60% σε βάρος του εφεσίβλητου και κατά 40% σε βάρος της εφεσείουσας. Με την έφεση της η εφεσείουσα επιζητούσε την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης ισχυριζόμενη ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για το ατύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατανομή της ευθύνης στην οποία προέβηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εύλογη αφού η εφεσείουσα εισήλθε στη διασταύρωση με ταχύτητα που δεν της επέτρεπε να αντιμετωπίσει ορατούς κινδύνους, όπως η διακίνηση του αυτοκινήτου του εφεσίβλητου στη διασταύρωση. Με βάση την απόφαση του Ανωτάτου: «Παρά τη δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου, η εναγόμενη 1 σε καμία ενέργεια προέβηκε είτε ελαττώνοντας ταχύτητα, ή προειδοποιώντας τον ενάγοντα με τη σειρήνα της ή τα φώτα της και αυτό συνιστά αμέλεια. Όπως επίσης συνιστά αμέλεια η μη ψύχραιμη αντιμετώπιση του πραγματικού πλέον κινδύνου που δημιουργήθηκε με το να προβεί σε αποτρεπτική ενέργεια με το τιμόνι, αντί να το αφήσει.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση, με αναφορά στην υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves
(1938)2 All ER 115, επεσήμανε τα εξής: «Η απόφαση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάτι άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα διείπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς έτσι που να μην ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση όπου κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανόνων.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (16η έκδοση, Sweet & Maxwell), αναφέρεται στη σελίδα 522 ότι γενικά ένας οδηγός οχήματος δεν έχει οποιοδήποτε καθήκον σε τροχαία κίνηση που εισέρχεται σε διασταύρωση που ελέγχεται από φώτα τροχαίας κατά παράβαση των φώτων. Αν όμως διαπιστώσει οχήματα να περνούν ενάντια στα φώτα τροχαίας πρέπει να λάβει τη δέουσα και εύλογη προσοχή να αποφύγει τη σύγκρουση. Έχοντας κατά νουν τα ευρήματά μου, και εφαρμόζοντας τις μόλις πιο πάνω νομικές αρχές, είμαι της γνώμης ότι ο Ενάγοντας υπέχει συντρέχουσας αμέλειας αναφορικά με το υπό εξέταση δυστύχημα. Τούτο προκύπτει συνεπεία του ευρήματός μου ότι ο Ενάγοντας, σε χρόνο προ της εισόδου του οχήματος που οδηγούσε στη συμβολή, αντελήφθη το όχημα του Εναγόμενου να κινείται με μεγάλη ταχύτητα στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας (σύμφωνα πάντα με την πορεία του Εναγομένου 1), εις τρόπο ώστε να ήταν αναμενόμενο ένας μέσος συνετός οδηγός να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι υπήρχε υπαρκτός και ορατός κίνδυνος, ο Εναγόμενος 1 να μην σταματήσει στο αλτ της πορείας του αλλά να επιχειρήσει την δεξιόστροφη κατεύθυνση. Και ενώ αντελήφθη την εν λόγω οδική συμπεριφορά του Εναγομένου 1, ο Ενάγοντας, με γνώμονα μόνο το γεγονός ότι συνεπεία της σήμανσης των φώτων που έλεγχαν την εν λόγω διασταύρωση είχε προτεραιότητα να εισέλθει στη συμβολή, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα αποφυγής της ενδεχόμενης σύγκρουσης και απλά χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα, εισήλθε στη συμβολή με σκοπό να κατευθυνθεί ευθεία. Κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια που τα όσα ο Ενάγοντας αντελήφθη να λαμβάνουν χώραν, ιδιαίτερα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του Εναγομένου 1, θα οδηγούσαν ένα μέσο συνετό οδηγό στην κρίση ότι ο κίνδυνος τα δύο οχήματα να συγκρουστούν είναι υπαρκτός και επομένως θα επωμίζετο στο μέσο αυτό συνετό οδηγό η υποχρέωση να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Αποτυχία λήψης, υπό τις πιο πάνω συνθήκες, αποτρεπτικών μέτρων, οδηγεί στην κρίση ότι ο εν λόγω οδηγός υπέχει συντρέχουσας αμέλειας για το δυστύχημα. Συνεπεία των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας υπέχει συντρέχουσας αμέλειας για το επίδικο δυστύχημα λόγω αποτυχίας του να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά για τη σύγκρουση μέτρα (χρήση φρένων και/ή αποτρεπτική ενέργεια με το τιμόνι και/ή σινιάλο με τη ψηλή στάση των φώτων πορείας του και/ή άλλως πως), παρά το ότι τα όσα ο ίδιος αντελήφθη, θα έπρεπε να τον οδηγήσουν στην απόφαση να λάβει τέτοια μέτρα. Είμαι δε της γνώμης, ότι το ύψος της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσοστό του 25%. Αποσυνένωση Αγωγών Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω καταλήξεων του Δικαστηρίου, κρίνεται αναγκαίο στο παρόν στάδιο, οι δύο αγωγές, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, να αποσυνενωθούν. Επομένως εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. Απόφαση στην 2680/07 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ενάγοντας στην αγωγή 1723/07 και ο Εναγόμενος 1, της εν λόγω αγωγής και συνεπεία της εκ προστήσεως ευθύνης της, και η Εναγόμενη 2, της εν λόγω αγωγής, αποτελούν συναδικοπραγούντες (joint tortfeasors) του αστικού αδικήματος της αμέλειας έναντι του Ενάγοντα στην αγωγή 2680/07 και επομένως υπέχουν και οι τρεις αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ευθύνης για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του Ενάγοντα (βλέπε Πολιτική Έφεση 127/09, Μάριος Βαττή ν. Χρυστάλλας Αυξεντίου κ.α., ημερ. απόφασης 10/1/2014). Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας της παρούσας αγωγής επέλεξε να στρέψει την αγωγή του μόνο εναντίον των δύο Εναγομένων και όχι εναντίον και του Ενάγοντα στην αγωγή 1723/07, δεν αποτελεί εμπόδιο για τον ίδιον για να τύχει πλήρους αποζημίωσης από τους Εναγόμενους που επέλεξε να εναγάγει. Επομένως, και πάντοτε με γνώμονα τα ευρήματά μου ο Ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των €13.668, πλέον τόκους, ως τούτοι θα αποδοθούν κατωτέρω, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, των οποίων η ευθύνη έναντι του Ενάγοντα για την καταβολή του εν λόγω ποσού και των τόκων είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη. Στρέφομαι τώρα να ασχοληθώ με το θέμα του τόκου που θα βαρύνει τους Εναγόμενους 1 και 2 έναντι του Ενάγοντα, μιας και τούτοι δεν αποτέλεσαν μέρος των γεγονότων που κατατέθηκαν ως κοινώς αποδεκτά από τις δύο πλευρές πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Γενική Νομική Πτυχή Αναφορικά με τον Τόκο Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 AAΔ 2134). Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (αρ. 2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 (Ν.82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα του τόκου στην αγωγή 2680/07, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ατύχημα επεσυνέβη την 23.09.2006 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.04.2007, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ήτοι επτά μήνες μετά, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν επέδειξε αδικαιολόγητη και/ή μη εύλογη καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής του και επομένως ο τόκος επί των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν υπέρ του θα του αποδοθεί από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και δη από τις 23.9.
- Έχοντας δε κατά νου ότι όλες οι αποζημιώσεις που απαιτεί ο Ενάγοντας με την αγωγή του, αφορούν σε ζημιές που υπέστη άμεσα και/ή σε ελάχιστο χρόνο από την πρόκληση του δυστυχήματος (υλικές ζημιές αυτοκινήτου, έξοδα εκτιμητή, μεταφορά αυτοκινήτου, αστυνομική έκθεση και μεταφορικά για την διακίνηση του), επιδικάζεται στον Ενάγοντα νόμιμος τόκος από τις 23.9.06 επί του ποσού των €13.668, ως τούτος θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθεί από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τα έξοδα της αγωγής όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Απόφαση στην αγωγή 1723/07 Ως προς την αγωγή 1723/07, και με γνώμονα τα πιο πάνω ευρήματα και κατάληξη μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €6.000, ως γενικές αποζημιώσεις (συμφωνημένο ποσό επί πλήρους ευθύνης Εναγομένου 1 €8.000, μείον 25% συντρέχουσας αμέλειας Ενάγοντα ίσον €6.000). Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για το ποσό των €3.999 (συμφωνημένο ποσό επί πλήρους ευθύνης Εναγομένου 1 €5.332, μείον 25% συντρέχουσας αμέλειας Ενάγοντα ίσον €3.999), ως ειδικές αποζημιώσεις. Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, συνεπεία του ότι η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εντός έξι μηνών από την πρόκληση του δυστυχήματος και συνυπολογίζοντας και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε τραυματιστεί ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος και του παραχωρήθηκε θεραπευτική αγωγή καθώς επίσης και προφανώς υποβλήθηκε και σε χρονοβόρες ιατρικές εξετάσεις, με αποτέλεσμα να ήταν αναμενόμενο η αγωγή να μην καταχωρηθεί άμεσα μετά το δυστύχημα, κρίνω ότι η πάροδος των έξι περίπου μηνών από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι και την ημέρα της καταχώρισης της παρούσας αγωγής, δεν αποτελούν μη εύλογη καθυστέρηση και/ή οιονδήποτε άλλο αναγνωρισμένο λόγο για να μην του καταβληθεί νόμιμος τόκος επί του ποσού που επιδικάστηκε υπέρ του ως ειδικές αποζημιώσεις από την ημέρα του δυστυχήματος. Ως προς το επιδικασθέν σε αυτόν ποσό για γενικές αποζημιώσεις, τούτο θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ως οι δύο πλευρές συμφώνησαν και δήλωσαν στις 2.11.
- Επομένως, το επιδικασθέν σε αυτόν ποσό για γενικές αποζημιώσεις θα φέρει νόμιμο τόκο από τις 14.3.07 (ημερομηνία καταχώρισης αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως και το επιδικασθέν σε αυτόν ποσό για ειδικές αποζημιώσεις θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία γενέσεως του αγώγιμου δικαιώματος και δη από τις 23.9.06 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τα έξοδα της αγωγής ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ανταπαίτηση στην Αγωγή 1723/07 Ως προς την ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2, συνεπεία των πιο πάνω ευρημάτων μου και κατάληξης, τούτη επιτυγχάνει. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα για το ποσό των €3.417 (25% των ειδικών αποζημιώσεων που διατάχθηκαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, να καταβάλουν στον Ενάγοντα της αγωγή 2680/07), πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 6.6.07 (ημερομηνία καταχώρισης του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο