Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ME & MY GIRL BOUTIQUE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10491/07, 20/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10491/07 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- ME & MY GIRL BOUTIQUE LTD,
- Γιάννου Ιωάννου,
- Γιαννάκη Ανδρέα Κυβίτη,
- Ροδούλλας Κυβίτη Κοσμά,
- Αντώνη Μαδέλλα,
- Νέλβας Προδρόμου, Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Η κ. Μ. Ναθαναήλ. Για τον εναγόμενο 2: Ο ίδιος προσωπικά μαζί με τον κ. Α. Πισσιάρα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο εξής «η Ενάγουσα», με την παρούσα αγωγή που καταχώρισε στις 26.11.2007, αξιούσε, μεταξύ άλλων, εναντίον της Εναγομένης 1, ως οφειλέτιδας και των Εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6, ως εγγυητών της Εναγομένης 1, το ποσό των Λ.Κ.33.942,26 πλέον τόκο 13,5% από 20.9.2007 επί ποσού Λ.Κ.33.497,25 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο. Στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4, εκδόθηκε στις 16.10.2008 εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των εν λόγω εναγομένων. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγομένους 5 και 6, με αποτέλεσμα να εκπνεύσει σε ότι αφορά αυτούς. Ο Εναγόμενος 2, καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 3.9.
- Αναφορικά με την ανταπαίτηση του, ο Εναγόμενος 2, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να αποσύρει την ανταπαίτησή του. Άδεια δόθηκε και η ανταπαίτηση απορρίφθηκε με έξοδα (τα οποία ζητήθηκαν) υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνεπεία των πιο πάνω, η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη μόνον αναφορικά με την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου
- Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των δικογράφων της Ενάγουσας (βλέπε παράγραφοι 2, 4 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης, και παράγραφος 3 της Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση), η Ενάγουσα απαιτεί από τον Εναγόμενο 2, την πιο πάνω αναφερόμενη θεραπεία, συνεπεία του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των όρων δύο συμφωνιών που συνομολόγησε με την Ενάγουσα το 2005, απέτυχε να εξοφλήσει οφειλή της προς την τελευταία, για την οποία οφειλή της, ο Εναγόμενος 2, δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 23.9.1991 (στο εξής συμφωνία εγγύησης), που υπέγραψε με την Ενάγουσα, ήταν υπόλογος σ΄ αυτήν. Προτού προχωρήσω περαιτέρω, κρίνω ορθότερο να παραθέσω ευθύς αμέσως αυτούσιο το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφερομένων παραγράφων των δικογράφων της Ενάγουσας: Έκθεση Απαίτησης: «
- ....................................
- Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 12.4.2005 συνεφωνήθη όπως οι ενάγοντες εγκρίνουν εις τους εναγομένους 1 δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την εγγύησιν των εναγομένων 2, 3, 4, 5 και 6 και με απόφαση/έγκριση ημερ. 14.10.2005 που έγινε στη Λευκωσία γενομένης αποδεκτής υπ΄ αυτών την 17.10.2005 επανέγκριναν όριο τρεχουμένου λογαριασμού εκ £25.000 υπό τους ακόλουθους όρους: (α) Ο τρόπος αποπληρωμής θα είναι συνεχής. (β) Τα χρεωστικά υπόλοιπα και/ή δάνεια και/ή πιστώσεις και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται με τόκον προς 8% ετησίως επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων. (γ) Οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα άνευ προειδοποιήσεως προς τους εναγομένους να τερματίζωσι τη λειτουργία οιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσωσι απαιτητά οιαδήποτε δάνεια και/ή πιστώσεις και να ζητήσωσι αμέσως παρά των εναγομένων την πληρωμήν όλων των ποσών τα οποία ούτοι οφείλουν εις τους ενάγοντας. (δ) Ευθύς ως τα ρηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλαι τραπεζικαί ή πιστωτικαί διευκολύνσεις καταστώσιν απαιτηταί, δι΄οιανδήποτε αιτία θα χρεώνωνται με ποσοστόν επιτοκίου ίσο προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το Νόμο.
- ......................................
- Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.9.1991 οι εναγόμενοι 2, 3, 5 και 6 ηγγυήθησαν απάσας τας υποχρεώσεις των εναγομένων 1 είτε αι υποχρεώσεις αύτοι είναι παρούσαι ή μελλοντικαί είτε αύται κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητοί είτε είναι προσωπικαί ή κοιναί μεθ΄οιουδήποτε άλλου προσώπων και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι.
- -
- .............................................................................................................................
- Οι ενάγοντες ήνοιξαν εις τους εναγομένους 1 τρεχούμενον λογαριασμόν αρ. 0113-11-014104 όστις κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει υπόλοιπον οφειλόμενον εκ £33.942,26 με τόκον 13,5% από 20.9.2007 επί £33.497,25 μέχρι εξοφλήσεως. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. «
- .......................................
- ......................................
- Οι ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 1 ήτοι την προδικαστική ένσταση της Υπεράσπισης του εναγομένου 2 ως ανυπόστατο, αβάσιμο και αναληθές και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες έχουν βάσιμη και νόμιμη αξίωση εναντίον του εναγομένου 2 δυνάμει της έγγραφης συμφωνίας δανείου ημερ. 12.4.05, της απόφασης/έγκρισης ημερ. 14.10.05 δι΄ επανέγκριση ορίου τρεχούμενου λογαριασμού και της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 23.9.91.» Προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων, ότι η Ενάγουσα βασίζει την απαίτηση της εναντίον του Εναγομένου 2, αφενός στο περιεχόμενο μιας συμφωνίας εγγύησης, που κατά την Ενάγουσα φέρεται να υπογράφει ο Εναγόμενος 2 στις 23.9.1991, και στους όρους δύο συμφωνιών που σύνηψε η Ενάγουσα με την Εναγομένη 1, στις 12.4.2005 και στις 17.10.
- Είναι ακριβώς η θέση της Ενάγουσας, ότι δυνάμει των όρων των δύο μόλις πιο πάνω αναφερομένων συμβάσεων της με την Εναγόμενη 1, επανεγκρίθηκε όριο τρεχούμενου λογαριασμού της τελευταίας, το οποίο ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.25.
- Είναι επιπροσθέτως θέση της Ενάγουσας ότι η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2, στις 23.9.1991, καθιστά τον ίδιον εγγυητή της Εναγομένης 1 για την οφειλή της, η οποία προέκυψε λόγω της αποτυχίας της να εξοφλήσει τα οφειλόμενα της, κατά παράβαση των όρων των δύο συμφωνιών που συνήψε με την Ενάγουσα το 2005, σε σχέση με τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 2 με το σχετικό δικόγραφό του, περιορίζεται απλά στο να ισχυριστεί ότι δεν υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως και ότι η οποιαδήποτε υπογραφή η οποία αποδίδεται στον ίδιο επί της συγκεκριμένης συμφωνίας εγγυήσεως, τέθηκε επί της εν λόγω συμφωνίας κατόπιν πλαστογράφησης της υπογραφής του. Ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, δηλώνει άγνοια και αρνείται αυτούς. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες και δη τον Ανδρέα Βανέζη (Μ.Ε.1) και τον Κωνσταντίνο Φραγκούδη (Μ.Ε.2). Ο Εναγόμενος 2, περιορίστηκε στη δική του ένορκη κατάθεση. Πρέπει στο στάδιο αυτό να σημειωθεί, ότι συνεπεία του περιεχομένου της Υπεράσπισης του Εναγομένου 2, το Δικαστήριο οφείλει αρχικά να εξετάσει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2 περί μη υπογραφής από τον ίδιον της συμφωνίας εγγυήσεως και συγκεκριμένα να εξετάσει κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε ότι ο Εναγόμενος 2 υπόγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως. Στην περίπτωση που η εν λόγω υπεράσπιση κριθεί επιτυχώς, θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή. Στην αντίθετη περίπτωση, συνεπεία του περιεχομένου του δικογράφου της Υπεράσπισης του Εναγομένου 2, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η Ενάγουσα, κατάφερε, στον απαραίτητο βαθμό, να αποδείξει την υπόθεση της. Οι οποιεσδήποτε εισηγήσεις έγιναν στο στάδιο της αγόρευσης από τον Εναγόμενο 2 και οι οποίες αφορούν σε ισχυριζόμενες υπερασπίσεις, οι οποίες δεν προωθούνται με το δικόγραφο της Υπεράσπισης, θα αγνοηθούν. Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι το Δικαστήριο ενέκρινε πέραν της μιας φοράς αίτημα αναβολής της υπόθεσης από πλευράς της Υπεράσπισης για σκοπούς τροποποίησης του Δικογράφου της Υπεράσπισης πλην όμως ουδέποτε προωθήθηκε σχετικό αίτημα. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, παρατηρώ ότι ούτε ο Μ.Ε.1 αλλά ούτε και ο Μ.Ε.2, ήταν πρόσωπα τα οποία είχαν οποιανδήποτε προσωπική ανάμειξη ή είχαν οποιαδήποτε προσωπική γνώση, των συνθηκών κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα συνεβλήθει δύο φορές με την Εναγόμενη 1 εντός του έτους
- Η ανάμειξη του Μ.Ε.1 με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα πάντοτε με τα όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, άρχεται προφανώς από την στιγμή που ο επίδικος λογαριασμός της Εναγομένης 1, αποστέλλεται στο Τμήμα της Ενάγουσας, του οποίου είναι ένας εκ των υπευθύνων και δη το Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) και δη εντός του έτους
- Ήταν ξεκάθαρο από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι η οποιαδήποτε αναφορά του στις συμφωνίες της Ενάγουσας με την Εναγομένη 1 του 2005, γινόταν με βάση το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που ήταν αρχειοθετημένα στον φάκελο που τηρείτο στο Τμήμα του αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό της Εναγομένης
- Όσον δε αφορά στον Μ.Ε.2, η οποιαδήποτε σχέση του με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα πάντοτε με τα δικά του λεγόμενα, περιορίζεται στις συνθήκες υπογραφής, από τον Εναγόμενο 2, της συμφωνίας εγγυήσεως στις 23.9.
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του και γενικά οι διάφοροι ισχυρισμοί που προωθήθηκαν μέσω της, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Να σημειωθεί ότι όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν μέσω του συγκεκριμένου μάρτυρα, κατατέθηκαν άνευ ενστάσεως της Υπεράσπισης. Πρέπει ακόμα να τονίσω, ότι η αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα περιορίστηκε απλά σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές προς προώθηση της μοναδικής υπεράσπισης του Εναγομένου 2 και δη της θέσης ότι η συμφωνία εγγυήσεως, δεν φέρει την υπογραφή του καθώς επίσης, και της θέσης ότι ουδέποτε παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 είτε η επιστολή τερματισμού της σύμβασης της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1, είτε οποιαδήποτε άλλη σχετική επιστολή. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο εν λόγω μάρτυρας, ήταν σταθερός στις θέσεις που προώθησε και η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν με σαφήνεια. Δεν δίστασε, όταν η οποιαδήποτε αναφορά του βασίζετο σε πληροφορίες που λάμβανε από τρίτους ή από έγγραφα, να αποκαλύψει τούτο και να δηλώσει ευθαρσώς την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής γνώσης. Το ίδιο έγινε και με την απάντηση του σε σχετική υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, η αναφορά του στο ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως, βασίζετο στα όσα σχετικά του ανέφερε ο Μ.Ε.2, σε συνάντηση που είχαν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφορικά με την λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2, γιατί η συμφωνία εγγυήσεως του 1991, είναι συνεχής εγγύηση και καθιστά τον Εναγόμενο 2, υπεύθυνο για οποιεσδήποτε οφειλές και/ή υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, είτε τούτες ήταν υφιστάμενες στις 23.9.1991 που υπογράφθηκε η συμφωνία εγγυήσεως, είτε θα προέκυπταν στο μέλλον και είτε ήταν ήδη απαιτητές από την Ενάγουσα ή θα καθίσταντο απαιτητές, στο μέλλον. Παρέπεμψε δε σχετικά στο περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 5 της Συμφωνίας Εγγυήσεως. Το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων το παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιο: «
- Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων..
- ......................................
- .......................................
- Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη· (β) Να δίδει προς τον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσής του και/ή να απέχει από του να λαμβάνει διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για είσπραξη των χρεών του· (γ) Να ανανεώνει γραμμάτια, συναλλαγματικές, ομόλογα ή άλλες διαπραγματευσίμους αξίες του Πρωτοφειλέτη· (δ) Να συναλλάσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο· (ε) Να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τον Πρωτοφειλέτη ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή· (στ) Να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι Τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε από αυτές όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν και/ή υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες Τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης· (ζ) Να παραδίδει στον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο τα έγγραφα ή τα εμπορεύματα ή οποιαδήποτε από αυτά που σχετίζονται με τις ρηθείσες Τραπεζικές διευκολύνσεις κάτω από τέτοιους όρους που θα ήθελε αποφασίσει η Τράπεζα κατά την κρίση της συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε Εγγυητικής Επιστολής προς Ναυτιλιακά Πρακτορεία που πιθανόν να εκδοθεί από την Τράπεζα και/ή έναντι αποδείξεων Παρακαταθέσεως (Trust Receipt)· (η) Να αποδέχεται έγγραφα Πιστώσεων παρά την ύπαρξη οποιωνδήποτε ελαττωμάτων στα έγγραφα και παρά το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά ή οποιαδήποτε από αυτά δεν συμμορφώνονται προς τους όρους της Πίστωσης ή Εγγύησης.» Ήταν επίσης η θέση του Μ.Ε.1, ότι συνεπεία των προνοιών του όρου 14 της Συμφωνίας Εγγύησης[1], και του γεγονότος ότι ο ίδιος μαζί με άλλο ένα εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της Ενάγουσας εξέδωσαν συγκεκριμένο πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιούν την οφειλή της Εναγομένης 1, αλλά και του γεγονότος ότι η Εναγομένη 1 αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ότι ο Εναγόμενος 2 κωλύεται από του να δικαιούται να προωθήσει οποιανδήποτε υπεράσπιση με την οποία να αμφισβητεί την οποιαδήποτε οφειλή της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα. Ήταν γενικά η θέση του Μ.Ε.1, ότι οι όροι της συμφωνίας εγγύησης ήταν ξεκάθαροι και συνταγμένοι σε απλή και κατανοητή στον Εναγόμενο 2, γλώσσα και επομένως, το γεγονός και μόνο ότι η Εναγόμενη 1 απέτυχε να εξοφλήσει τις οφειλές της προς την Ενάγουσα, καθιστούσαν τον Εναγόμενο 2, ως εγγυητή της, υπεύθυνο έναντι της Ενάγουσας για την εν λόγω οφειλή της Εναγομένης
- Ο Μ.Ε.1, ανέφερε ακόμα ότι ανεξάρτητα του γεγονότος ότι επί του Τεκμηρίου 13 παρουσιάζεται ως χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 στις 23.12.2011 το ποσό των €107.993,86, η Ενάγουσα δεν επιμένει στην αξίωση του εν λόγω ποσού και περιορίζει την απαίτηση της, πάντοτε σε σχέση με το υπόλοιπο εκείνης της ημέρας και με σκοπό την μείωση των επιδίκων θεμάτων, στο ποσό των €94.887,
- Το ποσό αυτό εξήγησε, προκύπτει από την πρόσθεση των σχετικών τόκων επί του υπολοίπου στις 15.10.2008 (για το οποίο υπόλοιπο εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4) μέχρι τις 23.12.
- Την μαρτυρία του Μ.Ε.1, στο βαθμό που τούτη αφορά σε ισχυρισμούς επί πραγματικών γεγονότων, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, το οποίο αφορά σε νομικούς ισχυρισμούς ή υποκειμενική του ερμηνεία των όρων της συμφωνίας εγγύησης και γενικά των συμβάσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τούτοι θα εξεταστούν, αν τούτο κριθεί αναγκαίο, σε κατοπινό στάδιο στα πλαίσια της νομικής θεώρησης των πραγμάτων. Και ο Μ.Ε.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι οποιεσδήποτε μικροαντιφάσεις παρουσιάζει η μαρτυρία του δεν είναι τέτοιες που να κλονίζουν την αξιοπιστία του. Επρόκειτο για μάρτυρα ο οποίος εκεί που η μνήμη του τον πρόδιδε, ανέφερε τούτο, ενώ αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ως προς διάφορα γεγονότα για τα οποία επέμεινε, τούτοι χαρακτηρίζονταν από σαφήνεια και σταθερότητα. Επιπροσθέτως, έδωσε και εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους, που τόσα χρόνια μετά την διενέργεια συγκεκριμένων γεγονότων, ήταν σε θέση να θυμάται τούτα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια. Πρόκειται για υπάλληλο της Ενάγουσας, ο οποίος στις 23.9.1991 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στο οποίο συνομολογήθηκε η συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 4). Ήταν ένας εκ των προσώπων που υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών των συμβαλλομένων. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, στις 23.9.1991, συνομολογήθηκαν αριθμός συμβάσεων εγγύησης σε σχέση με υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 4). Ενθυμείται χαρακτηριστικά την συγκεκριμένη περίπτωση και δη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε ως εγγυητής επί του Τεκμηρίου
- Τούτο, κατά τον Μ.Ε.2, έγινε στην παρουσία του. Θυμόταν ακόμα ότι την ίδια μέρα και δη στις 23.9.1991, το υποκατάστημα στο οποίο εργαζόταν επισκέφθηκαν και οι υπόλοιποι εγγυητές της Εναγομένης 1 και ότι κατ΄ εκείνη την ημέρα στην ουσία υπογράφθηκαν όλες οι σχετικές συμφωνίες εγγυήσεως. Όσον αφορά στο γεγονός ότι παρήλθαν 22 περίπου χρόνια από την ημέρα που συνομολογήθηκε η συμφωνία εγγύησης, Τεκμήριο 4, μέχρι την ημέρα που κατέθετε ενόρκως, ανέφερε ότι παρά το διαρρεύσαν αυτό χρονικό διάστημα, η μνήμη του επί των προκειμένων δεν τον πρόδωσε και προς υποστήριξη της θέσης του υπέδειξε ότι ο Εναγόμενος 2, το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν γνωστός ανά το παγκύπριο καλλιτέχνης, ο οποίος αρκετές φορές ήταν προσκεκλημένος σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές τις οποίες έτυχε να παρακολουθήσει. Εξήγησε ακόμα ότι για τον ίδιον η παρουσία του Εναγομένου 2 στο συγκεκριμένο υποκατάστημα για σκοπούς υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης δεν ήταν απλά μια περίπτωση όπως όλες τις άλλες όπου ένα άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο απλά παρουσιάζεται στην Τράπεζα για να θέσει την υπογραφή του και να εγκαταλείψει τον χώρο. Επρόκειτο, όπως εξήγησε, για ένα γεγονός, που λόγω της αναγνωσιμότητας και διασημότητας του Εναγομένου 2, η εκεί παρουσία του και ο σκοπός της, παρέμειναν ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη του και γι΄ αυτό δεν έχει καμία αμφιβολία ως προς τους σχετικούς ισχυρισμούς του. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ως προς τον Εναγόμενο 2, είμαι της γνώμης ότι τούτος επί της βασικής διαφωνίας του με την Ενάγουσα, δεν είπε την αλήθεια. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και σε κάποια σημεία της συγκρούεται και με την λογική συνέχεια και αλληλουχία των πραγμάτων. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ως προς το κατά πόσον ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, δεν είπε την αλήθεια. Ως προς το τελευταίο, σημειώνω τα ακόλουθα. Βασική θέση του Εναγομένου 2, ήταν ότι η υπογραφή που τέθηκε επί της συμφωνίας εγγύησης και η οποία σύμφωνα με την Τράπεζα ανήκει στον ίδιον, είναι πλαστογραφημένη. Ο Εναγόμενος 2 όμως δεν έμεινε ως εκεί. Προώθησε με πλήρη σαφήνεια και έτερο ισχυρισμό, και δη ότι πλαστογράφος της υπογραφής του ήταν ο Εναγόμενος
- Ήταν ακριβώς η θέση του Εναγομένου 2, ότι ο Εναγόμενος 3 επισκεπτόταν πολύ συχνά το δικηγορικό του γραφείο ακόμα και σε ώρες που το υπαλληλικό προσωπικό του Εναγομένου 2 είχε ήδη σχολάσει, και ότι ήταν εύκολο για τον Εναγόμενο 3 να βρει δείγματα υπογραφής του και να τα φέρει εις κατοχή του ώστε να δυνηθεί μεταγενέστερα να πλαστογραφήσει την υπογραφή του. Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, και δη ότι πλαστογράφος ήταν ο Εναγόμενος 3, ισχυρίστηκε ότι όταν για πρώτη φορά έλαβε γνώση περί του γεγονότος ότι η Ενάγουσα τον θεωρεί εγγυητή της Εναγομένης 1, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 3 και ζήτησε εξηγήσεις αναφορικά με το πώς βρέθηκε ο ίδιος (ο Εναγόμενος 2) να σχετίζεται με τον επίδικο λογαριασμό. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, ο Εναγόμενος 3, του ανέφερε ότι πρόκειται περί σφάλματος και ότι ο «Γιάννος Ιωάννου» που υπέγραψε ως εγγυητής της Εναγομένης 1, στις 23.9.1991, πρόκειται για άλλο, από τον ίδιο, πρόσωπο και ότι η οποιαδήποτε σχετική ενόχληση του από την Ενάγουσα, έγινε συνεπεία σφάλματος της τελευταίας η οποία θα έπρεπε να ενοχλήσει τον Γιάννο Ιωάννου που πραγματικά υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς, ότι η θέση που προωθήθηκε, τόσο δικογραφικά, όσο και με τις διάφορες υποβολές αλλά και μαρτυρία της Υπεράσπισης, είναι ότι η υπογραφή που τέθηκε επί του Τεκμηρίου 4, αποτελεί πλαστογραφία της υπογραφής του Εναγομένου 2 και δη με τρόπο ώστε να φαίνεται ως σαν να είναι η αυθεντική υπογραφή. Επανερχόμενος τώρα στο προηγούμενο θέμα και δη την προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να παρουσιάσει ως πλαστογράφο της υπογραφής του τον Εναγόμενο 3, τονίζω, ότι ερωτηθείς, στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ως προς το γιατί δεν κατήγγειλε τον Εναγόμενο 3 στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι οι λόγοι που τον οδήγησαν στο να μην καταγγείλει την υπόθεση ήταν γιατί, αφενός δεν είναι πρόσωπο που συνηθίζει να καταγγέλλει υποθέσεις στην Αστυνομία και αφετέρου και κυριότερα, ότι δεν ήθελε ο ίδιος να είναι η αιτία ώστε ο Εναγόμενος 3, ο οποίος είναι και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, να βρεθεί στη φυλακή. Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω, ότι η όλη επιχειρηματολογία του Εναγομένου 2, δεν περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί πλαστογραφία της υπογραφής του, αλλά προχώρησε στο να κατονομάσει τον πλαστογράφο και να δώσει και εξηγήσεις για το πώς ακριβώς ο Εναγόμενος 3 ήταν σε θέση να έχει στην κατοχή του δείγμα της υπογραφής του. Όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγομένου 2, υπό διαφορετικές περιστάσεις, ίσως να ακούγονταν και ως λογικοφανείς. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τούτο δεν ισχύει. Και τούτο απλά γιατί, σύμφωνα με άλλο σαφέστατο και πάλι ισχυρισμό του Εναγομένου 2, η αρχική γνωριμία του ιδίου με τον Εναγόμενο 3 και τα οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα συνδέονται με αυτόν, λαμβάνει χώραν στα τέλη της δεκαετίας του
- Υπενθυμίζω ότι η συμφωνία εγγύησης που φέρει την υπογραφή που αποδίδεται στον Εναγόμενο 2, και την οποία υπογραφή ο τελευταίος θεωρεί ότι πλαστογράφησε και έθεσε επί της εν λόγω συμφωνίας ο Εναγόμενος 3, συνομολογήθηκε τις 23.9.
- Πώς είναι δυνατόν ένα πρόσωπο το οποίο ο Εναγόμενος 2 γνώρισε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 90, και οι οποιεσδήποτε τυχόν επαφές του με τον τύπο της υπογραφής του Εναγομένου 2, να λαμβάνουν χώραν μετέπειτα, να είναι σε θέση να πλαστογραφήσει την υπογραφή του Εναγομένου 2 στις 23.9.1991; Το ότι ο Εναγόμενος 2, δεν είπε όλη την αλήθεια, προκύπτει και από άλλους ισχυρισμούς του, οι οποίοι σχετίζονται με το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έμαθε για το υπαρκτό της συμφωνίας εγγύησης, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Έγγραφο Γ (Γραπτή Δήλωση του Εναγομένου 2, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του) και συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 τούτου, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε περί του ότι ο ίδιος φέρεται ως εγγυητής της Εναγόμενης 1, ήταν όταν του επιδόθηκε η αγωγή στις 15.7.
- Ισχυρίζεται δε (στην παράγραφο 6 του Εγγράφου Γ) ότι συνεπεία της εν λόγω ενημέρωσης, η συνήγορος του τότε Σπυρούλλα Χριστοδούλου, απέστειλε στις 17.7.2008, επιστολή με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας να εξεταστεί ο ισχυρισμός του για πλαστογραφία της υπογραφής του (Τεκμήριο 15). Στην Υπεράσπιση του όμως και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4, ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας για την παρούσα υπόθεση από τον Σεπτέμβριο του 2007 και ότι συνεπεία της εν λόγω ενημέρωσης, στις 2.10.2007 ενημέρωσε με επιστολή του τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε ως εγγυητής και ότι θα έπρεπε να ερευνηθεί η πιθανότητα πλαστογραφίας της υπογραφής του. Για ότι αξίζει, σημειώνω ακόμα ότι στα πλαίσια ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, και σε σύγκρουση με το γεγονός ότι παρουσίασε και κατάθεσε την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή, Τεκμήριο 15, ο Εναγόμενος 2, σε ένορκη δήλωση του, ημερομηνίας 23.6.2011 (αποτελεί μέρος του φακέλου της υπόθεσης), ισχυρίζεται ότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε οι δικηγόροι του ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα εκ μέρους του, κατέχουν ή έχουν υπό τη φύλαξη ή έλεγχο τους «οιοδήποτε συμβόλαιο ., επιστολή[2],., ή οποιονδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με τα εγειρόμενα ζητήματα σε αυτήν την αγωγή ή οιονδήποτε εξ αυτών ή στα οποία έγινε η οιαδήποτε καταχώριση σχετική με τα τοιαύτα ζητήματα ή οιαδήποτε εξ αυτών». Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του Εναγομένου 2, για να υποστηρίξω την ήδη εκφρασθείσα θέση μου ως προς την αξιοπιστία του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε ως εγγυητής της Εναγομένης 1 επί της συμφωνίας εγγυήσεως στις 23.9.
- Ως σημειώθηκε και ανωτέρω, συνεπεία των λοιπών ισχυρισμών του δικογράφου της Υπεράσπισης, η Ενάγουσα οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύει την υπόθεση της. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των δικογράφων της, η Ενάγουσα πρέπει να αποδείξει στον απαραίτητο για μια αστική υπόθεση βαθμό, πρώτο, ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως Τεκμήριο 4, δεύτερο, ότι η εν λόγω συμφωνία εγγυήσεως ήταν συνεχής, τρίτο, ότι τον Απρίλιο και Οκτώβριο του 2005 συνομολογήθηκαν, μεταξύ της ιδίας και της Εναγομένης 1, οι συμφωνίες, Τεκμήρια 1 και 2 ενώπιον του Δικαστηρίου, τέταρτο, ότι κατά τη συνομολόγηση των πιο πάνω δύο συμφωνιών με την Εναγόμενη 1, η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2, αποτελούσε εξασφάλιση της Ενάγουσας για τις εν λόγω συμφωνίες αναφορικά με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις και/ή οφειλές της Εναγομένης 1 που θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα των όρων των εν λόγω δύο συμφωνιών και πέμπτο, ότι η Εναγόμενη 1 οφείλει προς την Ενάγουσα το απαιτούμενο ποσό συνεπεία παράβασης της τελευταίας όρου και/ή όρων των δύο συμφωνιών του 2005 (βλ. παράγραφος 13, Έκθεσης Απαίτησης). Νομική Πτυχή Συνεχής Εγγύηση Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η έκδοση, σελ. 1332, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με τις απλές και συνεχείς εγγυήσεις: «It is often a difficult question whether a guarantee, for example of the price of goods to be supplied or money to be lent up to a specified amount, is intended to extend to a single or definite number of transactions, or whether it is intended to be continuous. In the former event payment by the principal debtor for the goods sold, or repayment of the money lent brings the surety's liability to an end; in the latter event, the surety remains liable if further goods are supplied or money lent up to the limit of the guarantee. Whether the guarantee is continuing in any given case is a question of construction.» Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά
(2004)1 Α.Α.Δ. 180, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα της συνεχούς εγγύησης: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου» (βλ. Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599)». Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα. Στις 23.9.1991, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ως εγγυητής της Εναγομένης 1 επί της συμφωνίας εγγυήσεως, Τεκμήριο
- Στις 23.9.1991, ο επίδικος λογαριασμός της Εναγόμενης 1, δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.18.000 (Τεκμήριο 13). Στις 12.4.2005, η Εναγόμενη 1 με την Ενάγουσα, συνομολόγησαν τη συμφωνία συνέχισης παροχής δανείου και τραπεζικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο
- Στις 17.10.2005, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 συμβλήθηκαν για σκοπούς επανέγκρισης ορίου του επίδικου λογαριασμού για το ποσό των Λ.Κ.25.
- Όροι της εν λόγω συμφωνίας αποτελούν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Κατά τις 31.12.2007, μετά την μετατροπή του υπολοίπου σε ευρώ, ο επίδικος λογαριασμός δείκνυε υπόλοιπο €59.449,08, (Τεκμήριο 14). Να σημειωθεί ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 14, που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ως τελική αναφορά της το υπόλοιπο στις 15.10.2008, και τούτο λόγω της προώθησης από την Ενάγουσα της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η οποία να σημειωθεί ότι εξεδόθη εκ συμφώνου εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4, στις 16.10.
- Το υπόλοιπο που δεικνύει η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14, για τις 15.10.2008, ανέρχεται στις €66.054,
- Αυτό είναι και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4 στις 16.10.
- Αποτελεί επιπρόσθετα εύρημά μου, ότι ανεξάρτητα των διαφόρων πιστώσεων που κατά καιρούς έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, η Εναγόμενη 1, δεν εξόφλησε τις σχετικές με τον εν λόγω λογαριασμό οφειλές της προς την Ενάγουσα, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1, μέχρι τις 23.12.2011, να οφείλει προς την πρώτη, το ποσό των €94.887,53, με τόκο 13,5% (ως προς το ύψος του τόκου βλ. όρο 2 της συμφωνίας ημερομηνίας 12.4.2005, μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 - Τεκμήριο 2) από 23.12.
- Αποτελεί επίσης εύρημά μου, ότι από τις 23.12.2011 μέχρι σήμερα, κανένα πρόσωπο δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε χρήματα ή άλλο αντάλλαγμα προς την Ενάγουσα έναντι της πιο πάνω αναφερόμενης οφειλής της Εναγομένης
- Τέλος, από τις 23.9.1991, που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως, μέχρι και το 2007 που απεστάλησαν οι επιστολές τερματισμού και καταχωρήθηκε και η παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα δεν είχε καμία επικοινωνία, οποιασδήποτε μορφής, με τον Εναγόμενο 2 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό ή με την ιδιότητα του ως εγγυητή της Εναγόμενης
- Κατάληξη Έχοντας κατά νου τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα γεγονότα που η Ενάγουσα οφείλει να αποδείξει για σκοπούς έκδοσης απόφασης υπέρ της, σημειώνω τα ακόλουθα. Πρώτο, ο Εναγόμενος 2, υπέγραψε ως εγγυητής στην συμφωνία εγγυήσεως, Τεκμήριο
- Δεύτερο, η συμφωνία εγγυήσεως, Τεκμήριο 4, και επί τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των μερών, ούτε δικογραφικά προωθείται οποιαδήποτε σχετική θέση από την Υπεράσπιση, αποτελεί συνεχή εγγύηση για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 έναντι της Ενάγουσας, είτε τούτες ήταν υπαρκτές κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγυήσεως, είτε μελλοντικές, είτε θα καθίσταντο απαιτητές από την Τράπεζα στο μέλλον. Τούτο, εν πάση περιπτώσει, εξάγεται αβίαστα από τις σαφείς πρόνοιες της και ειδικότερα τον όρο 2 αυτής[3]. Τρίτο, στις 12.4.2005, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1, υπέγραψαν την συμφωνία, Τεκμήριο 2, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε να συνεχίσει να παρέχει δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και γενικά να δίνει πίστωση και/ή να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις ή πιστωτικές διευκολύνσεις προς την τελευταία με βάση τους όρους που αναφέρονται στο σώμα της εν λόγω συμφωνίας. Κατόπιν, και τούτο συνεπεία σχετικού αιτήματος της Εναγομένης 1, στις 17.10.2005, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1, συνομολόγησαν τη συμφωνία επανέγκρισης προς την Εναγόμενη 1 ορίου τρεχούμενου λογαριασμού για το ποσό των ΛΚ25.
- Οι όροι της εν λόγω συμφωνίας αναγράφονται στην γραπτή έγκριση, Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέταρτο, ως προς το κατά πόσο κατά την σύναψη και/ή συνομολόγηση της συμφωνίας επανέγκρισης ορίου, ημερομηνίας 17.10.2005, η εγγύηση του Εναγομένου 2 αποτελούσε ή όχι εξασφάλιση της Ενάγουσας για την εν λόγω επανέγκριση, σημειώνω τα εξής. Σε προηγούμενο στάδιο, τονίστηκε το γεγονός ότι και οι δύο μάρτυρες της Ενάγουσας δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική γνώση αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες του Απριλίου και του Οκτωβρίου του 2005, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Υπενθυμίζω ότι η παρούσα αγωγή βασίζεται επί του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1, παραβίασε τους όρους των εν λόγω συμφωνιών και ότι ως αποτέλεσμα της εν λόγω παραβίασης, η Εναγόμενη 1 δημιούργησε υποχρεώσεις προς την Ενάγουσα, για τις οποίες ο Εναγόμενος 2, ως εγγυητής της Εναγομένης 1, είναι υπόλογος και θα πρέπει να εκδοθεί η εναντίον του αιτούμενη απόφαση. Από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, μοναδική, σχετική με τις συνθήκες συνομολόγησης της συμφωνίας επανέγκρισης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγομένης 1, ημερομηνίας 17.10.2005, μαρτυρία, αποτελεί το περιεχόμενο της γραπτής έγκρισης που συνέταξε η Ενάγουσα με την οποία πληροφορούσε την Εναγόμενη 1 ότι το αίτημα της για επανέγκριση ορίου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού για το ποσό των Λ.Κ.25.000, έτυχε της έγκρισης της Ενάγουσας. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, προκύπτει αβίαστα ότι η Ενάγουσα, για σκοπούς επανέγκρισης ορίου ύψους Λ.Κ.25.000, έθεσε ως όρο να δοθούν από διάφορα πρόσωπα συγκεκριμένες εξασφαλίσεις. Προκύπτει ακόμα ότι η Ενάγουσα δεν απαίτησε απλά να δοθούν επιπρόσθετες, των μέχρι τότε υφισταμένων εξασφαλίσεων, εξασφαλίσεις. Τουναντίον, φαίνεται ότι η Ενάγουσα επέλεξε ποιες από τις υφιστάμενες εξασφαλίσεις (προσωπικές εγγυήσεις φυσικών προσώπων, εκχωρήσεις δικαιωμάτων επί ασφαλειών ζωής, εγγραφές υποθηκών κ.ο.κ., που υφίσταντο κατά την ημέρα συνομολόγησης της συμφωνίας επανέγκρισης του 2005) επιθυμούσε να συνεχίσουν να αποτελούν εξασφαλίσεις της για την επανέγκριση και ποιες επιπρόσθετες εξασφαλίσεις επιθυμούσε να της παρασχεθούν, είτε από την Εναγόμενη 1, είτε από άλλα συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτό για το οποίο δεν χωρεί καμία αμφιβολία, είναι ότι η εγγύηση που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 στις 23.9.1991, δεν αποτελεί μέρος των εξασφαλίσεων που ζήτησε η Ενάγουσα να έχει για σκοπούς επανέγκρισης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού (κάτω μέρος σελίδας 2 και πάνω μέρος σελίδας 3, της συμφωνίας επανέγκρισης - Τεκμήριο 1). Υπενθυμίζω και πάλι, ότι η αγωγή βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας από πλευράς Εναγομένης 1, η οποία παράβαση είχε ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη 1 να δημιουργήσει υποχρεώσεις, για τις οποίες, η Ενάγουσα θεωρεί τον Εναγόμενο 2 ως υπόλογο να εξοφλήσει, καθότι θεωρεί τον Εναγόμενο 2, ως πρόσωπο που εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1, αναφορικά με τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της τυχόν προκύψουν συνεπεία των όρων των συμφωνιών του
- Με βάση τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος που είχε αναφορικά με την απόδειξη του ισχυριζόμενου γεγονότος, ότι κατά την σύναψη της συμφωνίας επανέγκρισης ημερομηνίας 17.10.2005, η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 αποτελούσε εξασφάλιση της Ενάγουσας αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τη ρηθείσα συμφωνία επανέγκρισης. Η τελευταία αυτή κατάληξη του Δικαστηρίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της αγωγής που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο θέμα τερματισμού της συμφωνίας εγγυήσεως ή απαλλαγής του Εναγομένου 2 από τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από αυτή. Απλά, κρίνεται ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, ότι κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας επανέγκρισης τον Οκτώβρη του 2005, η εγγύηση του Εναγομένου 2 αποτελούσε γι΄ αυτή εξασφάλιση των υποχρεώσεων που η Εναγόμενη 1 ανέλαβε δυνάμει των όρων των δύο συμφωνιών του
- Η δε κατάληξη μου αυτή, σε συνδυασμό και με την νομική βάση της αγωγής (παράβαση από την Εναγομένη 1, των όρων των συμφωνιών του 2005), δεν αφήνει περιθώριο εξέτασης ενδεχόμενης υποχρέωσης του Εναγομένου 2 να καταβάλει έστω το περιορισμένο ποσό των Λ.Κ.18.000 (περιορισμός ευθύνης συμφωνίας εγγύησης) πλέον τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα (βλ. όρος 2 της συμφωνίας εγγύησης). Για σκοπούς πληρότητας, αλλά και στην περίπτωση που κριθεί λανθασμένη η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, σημειώνω ότι με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, αποτελεί επιπρόσθετη κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα απέδειξε ότι μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 1, οφείλει το απαιτούμενο από τον Εναγόμενο 2, ποσό με τόκο ως ανωτέρω αναφέρεται και συγκεκριμένα ότι στις 23.12.2011 το οφειλόμενο από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα υπόλοιπο, ανέρχετο στις €94.887,68 πλέον τόκο 13,5% και έκτοτε δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό έναντι της πιο πάνω οφειλής της Εναγομένης
- Συνεπεία των πιο πάνω, η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 απορρίπτεται με έξοδα, υπέρ του Εναγομένου 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ [1]
- Συμφωνώ ότι σε περίπτωση δικαστικών ή άλλων μέτρων εναντίον μου, θα θεωρείται σαν τελεσίδικη μαρτυρία, όσον αφορά το ποσό των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, πιστοποιητικό της Τράπεζας, υπογραμμένο από δύο εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Τράπεζας. Επιπρόσθετα συμφωνώ να δεσμεύομαι από οποιαδήποτε παραδοχή και/ή αναγνώριση χρέους και/ή υποχρέωσης που τυχόν θα δώσει ο Πρωτοφειλέτης προς την Τράπεζα. [2] υπογράμμιση δική μου. [3] «
- Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοκολλητή προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε εσάς σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Εννοείται πάντοτε και υπό τους όρους της παραγράφου 7 του παρόντος, ότι το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των £18,000.00 (ΛΚ δεκαοκτώ χιλιάδες μόνο). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους προς ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπεται από το Νόμο, προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα επί του πι πάνω ποσού μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης όπως και για δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο