Μαρίας Ιωάννου Λοΐζου κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4790/07, 15/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A451 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4790/07 Μεταξύ:
- Μαρίας Ιωάννου Λοΐζου,
- Νίκου Γερμανού Παπανδρέου,
- Σπύρου Σπύρου Παπανδρέου, υπό την ιδιότητα των ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Ηλία Τσάπα τέως από την Ελλάδα τέως από τον Κάτω Πύργο Τυλληρίας Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 15 Δεκεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Ε. Ευσταθίου. Για τον Εναγόμενο: Η κα Παπαστεφάνου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.1.2003, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, απεβίωσε ο Κυριάκος Ηλία Τσάπα (στο εξής «ο αποβιώσαντας»). Κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, διορίστηκαν οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 (στο εξής «οι ενάγοντες»). Οι τελευταίοι, με την παρούσα αγωγή, ζητούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, αποζημιώσεις δια απώλεια εξαρτήσεως των εξαρτημένων του αποβιώσαντος, αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement), τόκους και έξοδα, εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, επικαλούμενοι ότι ο θάνατος του αποβιώσαντα επήλθε εξαιτίας πράξεως και/ή παραλήψεων και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας των υπαλλήλων και/ή λειτουργών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, για τους οποίους υπεύθυνος για σκοπούς έγερσης αγωγής είναι ο Εναγόμενος, ως εκ της θέσεως που κατέχει. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ως μοναδική αιτία αγωγής, προωθείται η ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους των ιατρών και γενικά των υπαλλήλων, αντιπροσώπων και/ή υπηρετών του Εναγομένου, οι οποίοι κατά την εξέταση και/ή θεραπεία και/ή περίθαλψη του αποβιώσαντος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, δεν επέδειξαν την απαιτούμενη και προβλεπόμενη επιμέλεια που όφειλαν να επιδείξουν. Κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσιες τις επικαλούμενες, στην παράγραφο 9, της Έκθεσης Απαίτησης, λεπτομέρειες αμέλειας: «(α) Απέτυχαν να διαγνώσουν και/ή εντοπίσουν και/ή εντοπίσουν εγκαίρως την ύπαρξη της φλεγμονής κατά την εξέταση του αποβιώσαντος στις 16.12.2002, στις 17.3.2002 και στις 29.1.2003, με αποτέλεσμα την σοβαρότατη επιδείνωση της κατάστασης του αποβιώσαντος. (β) Δεν άσκησαν την επιβαλλόμενη εποπτεία και έλεγχο των συμπτωμάτων του αποβιώσαντος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθούν την ύπαρξη φλεγμονής. (γ) Απέτυχαν να παράσχουν την εύλογη υπό τις περιστάσεις και/ή ορθή και/ή ενδεδειγμένη θεραπεία και/ή φαρμακευτική αγωγή προς τον αποβιώσαντα και/ή δεν ενήργησαν εγκαίρως. (δ) Δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη και/ή δέουσα φροντίδα και/ή επιμέλεια κατά την εξέταση και/ή κατά τη θεραπεία του αποβιώσαντος. (ε) Απέτυχαν και/ή αμέλησαν να προχωρήσουν εγκαίρως στην αφαίρεση και/ή καταστολή και/ή θεραπεία της φλεγμονής και/ή στη λήψη όλων των απαραίτητων και/ή ενδεικνυόμενων και/ή δέουσων ενεργειών για την ορθή θεραπεία του αποβιώσαντος. (στ) Δεν ακολούθησαν την κατάλληλη θεραπεία και/ή την θεραπευτική αγωγή. (ζ) Ουδέν έπραξαν προς αποφυγή και/ή μη επιδείνωσης της κατάστασης του αποβιώσαντος.» Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι Ενάγοντες κάλεσαν πέντε μάρτυρες και δη τον Ενάγοντα 3 (Μ.Ε.1), την Χρύσω Κάϊζερ - Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου - (Μ.Ε.2), την Δρ. Ζουβάνη Ιωάννα (Μ.Ε.3), τον Δρ. Μάριο Ματσάκη (Μ.Ε.4) και την Δρ. Ελένη Αντωνίου (Μ.Κ.5). Ο Εναγόμενος, κάλεσε δύο μάρτυρες και δη τον Δρ. Ιωσήφ Μουτήρη (Μ.Υ.1) και τον Δρ. Πέτρο Μαυρομμάτη (Μ.Υ.2). Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθότερο να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία, είτε συνιστούν αποδεκτά και από τις δύο πλευρές γεγονότα, είτε αποτελούν γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν και η σχετική με αυτά μαρτυρία, παρέμεινε αναντίλεκτη. Στις 16.12.2002, ο αποβιώσαντας επισκέφθηκε το Κέντρο Υγείας του Πύργου Τυλληρίας για σκοπούς καρδιολογικής εξέτασης. Από εκεί παραπέμφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για τις εν λόγω καρδιολογικές εξετάσεις. Την ίδια μέρα, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, μεταξύ άλλων, έτυχε εξέτασης υπερήχων, σύμφωνα με τις οποίες, παρουσίαζε περικαρδίτιδα πάχους ενός εκατοστού. Χορηγήθηκε σ΄ αυτόν σχετική θεραπευτική αγωγή και διευθετήθηκε νέα συνάντηση για επανεκτίμηση της υγείας του στις 17.1.
- Στις 17.1.2003, ο αποβιώσαντας επισκέφθηκε εκ νέου το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και διενεργήθηκε σ΄ αυτόν εκ νέου εξέταση υπερηχογραφήματος. Από την εν λόγω εξέταση, διεφάνη ότι ο αποβιώσαντας συνέχιζε να παρουσιάζει περικαρδίτιδα ενός εκατοστού. Χορηγήθηκε επιπρόσθετη θεραπευτική αγωγή και διευθετήθηκε νέα επίσκεψη για σκοπούς επανεκτίμησης της υγείας του στις 17.2.
- Ως προς τα λοιπά διαμειφθέντα μεταξύ αποβιώσαντα και κλινικού γιατρού, κατά την συνάντηση τους στις 17.1.2003, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Συμφωνούν όμως ότι, κατά την εν λόγω ημέρα, ο γιατρός που εξέτασε τον αποβιώσαντα διέταξε γραπτώς την διενέργεια χημικών αναλύσεων του αίματος του αποβιώσαντα, αναγράφοντας δε επί του σχετικού παραπεμπτικού την λέξη «Επείγον». Πρόκειται για το Τεκμήριο
- Επίσης, και τούτο προκύπτει από την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία, το Τεκμήριο 7, ουδέποτε αποτέλεσε μέρος του ιατρικού φακέλου του αποβιώσαντα. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με το Τεκμήριο 5, το οποίο αφορά σε αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων του αποβιώσαντα, για τα οποία εκδόθηκε παραπεμπτικό ημερομηνίας 17.1.
- Ούτε αυτό το Τεκμήριο αποτέλεσε μέρος του ιατρικού φακέλου του αποβιώσαντα. Οι σχετικές με το θέμα θέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για υποστήριξη αντίθετου ισχυρισμού. Εξ άλλου, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του αποβιώσαντα, και από έλεγχο του περιεχομένου του, προκύπτει ότι ούτε το τεκμήριο 5 αλλά ούτε και το τεκμήριο 7 αποτελούν μέρος του εν λόγω φακέλου. Πριν τις 17.2.2003, που ήταν ορισμένο το προγραμματισμένο ραντεβού επανεκτίμησης, και συγκεκριμένα στις 29.1.2003, ο αποβιώσαντας μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, παρουσιάζοντας ταχυκαρδία και θωρακικό άλγος. Στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, παραπέμφθηκε από το Ιατρικό Κέντρο Πύργου Τυλληρίας, στο οποίο είχαν διενεργηθεί και προκαταρτικές εξετάσεις και είχε χορηγηθεί και φαρμακευτική αγωγή η οποία λαμβάνετο από τον αποβιώσαντα κατά τη διάρκεια της διαδρομής του, από τον Πύργο Τυλληρίας, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Οι εξετάσεις που έγιναν στον αποβιώσαντα στο Ιατρικό Κέντρο Πύργου Τυλληρίας, τα αποτελέσματα τους και η φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε, είχαν καταγραφεί από τους ιατρούς του εν λόγω κέντρου, επί του εγγράφου-παραπεμπτικού το οποίο παραδόθηκε στους γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κατά την εισαγωγή του αποβιώσαντα στο Νοσοκομείο. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο Τμήμα Εκτάκτων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου και συγκεκριμένα ακτινογραφία θώρακος, διαπιστώθηκε ότι ο αποβιώσαντας παρουσίαζε πλευριτική συλλογή υγρού στην περιοχή των πνευμόνων, αμφοτερόπλευρα με εντονότερα δεξιά. Κατόπιν τούτου, έγινε εισαγωγή του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Υποβλήθηκε εκ νέου σε υπερήχους καρδίας, οι οποίοι, για άλλη μια φορά, έδειξαν συλλογή περικαρδιακού υγρού πάχους ενός εκατοστού και δη ιδίου όγκου όπως και στις δύο προηγούμενες φορές. Κατόπιν, διενεργήθηκε διαγνωστική παρακέντηση στο υγρό που παρουσιάζετο στην περιοχή των πνευμόνων (άλλο από το αναφερθέν περικαρδιακό υγρό), το οποίο να σημειωθεί ότι ήτο πυώδες, και στάληκε για καλλιέργεια, τα αποτελέσματα της οποίας θα προέκυπταν μετά πάροδο τριών ημερών. Έπειτα κρατήθηκε για νοσηλεία και χορηγήθηκε σε αυτόν ενδοφλέβια αντιβιοτική θεραπεία. Τα μεσάνυκτα της ίδιας ημέρας, ο αποβιώσαντας παρουσίασε δύσπνοια με αποτέλεσμα να διενεργηθεί νέα ακτινογραφία θώρακος, σύμφωνα με την οποία, η συλλογή των υγρού στη περιοχή των πνευμόνων (όχι το περικαρδιακό υγρό), παρουσίαζε αύξηση. Κατόπιν τούτου, διενεργήθηκε και δεύτερη παρακέντηση η οποία ήταν ανακουφιστική για τον αποβιώσαντα και αφαιρέθηκε περίπου 1 λίτρο πυώδους υγρού. Ακολούθως, ο αποβιώσαντας συνδέθηκε με οθόνη επί της οποίας δεικνύοντο οι διάφορες ενδείξεις των ζωτικών του σημείων. Στις πρώτες ώρες τις 30.1.2003, η υγεία του αποβιώσαντα παρουσίασε περαιτέρω επιδείνωση, με αποτέλεσμα τούτος να εισαχθεί στη εντατική μονάδα του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Χορηγήθηκε σε αυτόν νέα ενδοφλέβια αγωγή και έγινε ενίσχυση του καρδιαγγειακού του συστήματος λόγω υπότασης και ταχυκαρδίας. Ο αποβιώσαντας υποβλήθηκε σε νέα εξέταση υπερήχων, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν το ίδιο με τις προηγούμενες σχετικές εξετάσεις και δη παρουσίαζε συσσώρευση περικαρδιακού υγρού πάχους ενός εκατοστού. Σε κατοπινό στάδιο, η υγεία του αποβιώσαντα παρουσίασε περαιτέρω επιδείνωση και συγκεκριμένα επιδείνωση της καρδιακής λειτουργίας. Τοποθετήθηκε ειδικός σωλήνας παροχέτευσης του πλευρικού υγρού, με αποτέλεσμα να αφαιρεθούν άλλα 800ml πυώδους υγρού. Στις 10:30 π.μ. της ίδιας μέρας και δη στις 30.1.2003, η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα επιδεινώθηκε έτι περισσότερο, και τοποθετήθηκε σ΄ αυτόν κεντρική φλεβική γραμμή και προσωρινός καρδιακός βηματοδότης. Επιπρόσθετα διασωληνώθηκε και τοποθετήθηκε στον αναπνευστήρα. Παρά ταύτα, παρουσίασε καρδιοαναπνευστική ανακοπή. Ακολούθησε προσπάθεια ανάνηψης του, πλην όμως δεν επέφερε οποιαδήποτε θετικά αποτελέσματα και κρίθηκε ως νεκρός το μεσημέρι της 30.1.
- Κατόπιν, διενεργήθηκε νεκροψία και ως αιτία θανάτου αναφέρθηκε η πνευμονική εμβολή, εν αναμονή ιστολογικών εξετάσεων. Στην εν λόγω αιτία θανάτου, κατέληξε και ο θανατικός ανακριτής που διεξήγαγε σχετική θανατική ανάκριση στις 19.5.2005, πλην όμως, ως αιτία για την πνευμονική εμβολή, όρισε την τεράστιας μορφής φλεγμονή που είχε καταβάλει τα όργανα του θώρακα και της κοιλιακής κοιλότητας του αποβιώσαντα. Τούτο, και δη ότι η πνευμονική εμβολή προέκυψε συνεπεία της τεράστιας φλεγμονής που είχε καταβάλει τα όργανα του αποβιώσαντα, τόσο στην περιοχή του θώρακα, όσο και στην περιοχή της κοιλιακής κοιλότητας, προκύπτει και από την υπόλοιπη ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία. Προέκυψε ακόμα, ότι όταν ο αποβιώσαντας επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 29.1.03, βρισκόταν υπό σηπτικού σιοκ. Ο αποβιώσαντας κατά την ημέρα θανάτου του, ήταν ηλικίας 49 ετών. Ήταν νυμφευμένος με την κ. Μαρία Λοΐζου από τις 19.7.
- Από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά, την κόρη του Ηλιάνα Τσάππα, η οποία γεννήθηκε στις 4.5.1984 και τον γιο του Ιωάννη Τσάππα, ο οποίος γεννήθηκε στις 21.2.
- Κατόπιν σχετικής διαδικασίας διαχείρισης και συγκεκριμένα της υπό αριθμό 70/2003, διορίστηκαν οι Ενάγοντες ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ως έξοδα διαχείρισης, καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.1.200 προς την δικηγόρο Βάσω Ξενοφώντος Πρωτοπαπά. Ο αποβιώσαντας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν λήπτης σύνταξης ανικανότητας, επί μηνιαίας βάσης και δη του ποσού των Λ.Κ.329,10, οι Λ.Κ.250 εκ των οποίων, χρησιμοποιούντο για τα έξοδα των τέκνων του και της συζύγου του. Όσο δε αφορά στην ταφή του αποβιώσαντα, οι Ενάγοντες κατέβαλαν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.
- Για τα μόλις πιο πάνω, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί, ότι σύμφωνα με τις διάφορες θέσεις που προώθησε η πλευρά των Εναγόντων, η επικαλούμενη ιατρική αμέλεια του Εναγομένου βασίζεται τόσο στις πράξεις και/ή παραλείψεις των ιατρών και γενικά των υπαλλήλων του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου στις 17.1.2003, όσο και στις πράξεις και/ή παραλείψεις των εν λόγω προσώπων, στις 29 και 30.1.
- Οι οποιεσδήποτε αιτιάσεις της Έκθεσης Απαίτησης αναφορικά με τα γεγονότα της 16ης Δεκεμβρίου 2002, παρέμειναν μετέωρες, μιας και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για υποστήριξη τους. Είναι η θέση των Εναγόντων, ότι στις 17.1.2003, ο αποβιώσαντας είχε τέτοια κλινική εικόνα καθώς επίσης και τα αποτελέσματα των διαφόρων εξετάσεων και αναλύσεων που του έγιναν εκείνη την μέρα ήταν τέτοια, που η αντιμετώπιση που έτυχε ο αποβιώσαντας από τον γιατρό που τον εξέτασε ήταν αμελής. Είναι, σχετικά με την ίδια μέρα, επίσης η θέση των Εναγόντων, ότι ο αποβιώσαντας παρουσίαζε φλεγμονή, η οποία δεν έγινε αντιληπτή από τους γιατρούς και υπαλλήλους του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, με αποτέλεσμα τούτη να μην αντιμετωπιστεί με οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή και να απολήξει στο να δημιουργήσει σε αυτόν σηπτικό σιοκ με επακόλουθη την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου στις 29.1.
- Επιπροσθέτως, αποτελεί θέση των Εναγόντων, ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής και νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου στις 29 και 30.1.2003, ο αποβιώσαντας έτυχε πλημμελούς εξέτασης και νοσηλείας, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπιστούν τα προβλήματα υγείας που παρουσίαζε και να επέλθει ο θάνατος του. Στην αντίπερα όχθη, αποτελεί θέση της Υπεράσπισης, ότι στις 17.1.2003, ο αποβιώσαντας ήταν ασυμπτωματικός και ότι το μοναδικό πρόβλημα υγείας που παρουσίαζε, ήταν η συλλογή περικαρδιακού υγρού πάχους ενός εκατοστού, όση δηλαδή ανεβρέθη και στην εξέταση που του διενεργήθηκε στις 16.12.
- Συνεπεία της νέας αυτής ένδειξης και δη της μη μείωσης της ποσότητας του περικαρδιακού υγρού, παρά την χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή από τις 16.12.2002, κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί και δόθηκε νέα επιπρόσθετη θεραπευτική αγωγή με σκοπό να μειωθεί η ποσότητα του περικαρδιακού υγρού. Ζητήθηκε από τον αποβιώσαντα να εισαχθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για παρακολούθηση και διενέργεια αναλύσεων αναφορικά με το γεγονός της μη μείωσης του περικαρδιακού υγρού, πλην όμως αυτός επέλεξε να μεταβεί στην οικία του. Κρίθηκε ακόμα αναγκαίο να διενεργηθούν αιματολογικές εξετάσεις, και προς τούτο δόθηκε στον αποβιώσαντα σχετικό παραπεμπτικό με ένδειξη επ΄ αυτού την λέξη «Επείγον» με οδηγίες όπως παρουσιάσει στον Μ.Υ.1 το συντομότερο δυνατό τα αποτελέσματα των αιματολογικών του εξετάσεων. Ουδέποτε ο αποβιώσαντας ενημέρωσε τον γιατρό του ή έστω άλλο γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, είτε για το κατά πόσο διενεργήθηκαν οι αιματολογικές εξετάσεις, είτε για τα αποτελέσματά τους. Ο Εναγόμενος επιπροσθέτως ισχυρίζεται, ότι οι όλες πράξεις και/ή ενέργειες των γιατρών και/ή υπαλλήλων του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κατά τις 17.1.2003, ήταν οι ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις και ότι το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τις πράξεις και/ή ενέργειες των γιατρών και γενικά των υπαλλήλων του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου κατά την εισαγωγή, παραμονή και νοσηλεία του αποβιώσαντα στις 29 και 30.1.
- Αποτελεί δε θέση του Εναγομένου, ότι ως ήταν η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα στις 29.1.2003 που εισήχθη εσπευσμένα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ήταν μη αναστρέψιμη. Νιώθω την ανάγκη, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας καταπιάστηκε, και πολλής χρόνος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε, αναφορικά με το θέμα της περικαρδίτιδας η οποία εντοπίστηκε, αρχικά στις 16.12.2002 και έπειτα στις 17.1.2003 καθώς επίσης και στις 29 και 30.1.
- Επί του ιδίου θέματος, όλοι οι μάρτυρες που είχαν την ιδιότητα του γιατρού ή του ιατροδικαστή, έτυχαν ευρείας αντεξέτασης. Εντούτοις, από την αναντίλεκτη και κοινώς αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτει ότι το οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας αντιμετώπισε ο αποβιώσαντας και το οποίο εν τέλει προκάλεσε την πνευμονική εμβολή η οποία επέφερε τον θάνατο, δεν σχετίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τη συλλογή περικαρδιακού υγρού που παρουσίασε. Όπως προκύπτει από το ενώπιον μου αναντίλεκτο και κοινώς αποδεκτό μαρτυρικό υλικό (και οι δύο πλευρές παρουσίασαν σχετική και σύμφωνη μαρτυρία), η περισυλλογή περικαρδιακού υγρού και η λοίμωξη που οδήγησε στην πνευμονική εμβολή, είναι δύο ασύνδετες και εντελώς άσχετες μεταξύ τους παθήσεις. Νομική Πτυχή Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (ofvalue) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων ιατρών-ιατροδικαστών, θα προσεγγιστεί με βάση τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας, επιπροσθέτως των λοιπών παραγόντων που οφείλει ένα Δικαστήριο να συνυπολογίζει κατά την αξιολόγηση γενικά της ενώπιον του μαρτυρίας. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι κατά την διάρκεια που δίδοντο οι δια ζώσης μαρτυρίες των μαρτύρων ιατρών-ιατροδικαστών, η πλευρά που αντεξέταζε σε κάθε περίπτωση έκαστο μάρτυρα, δια σαφούς δηλώσεως αποδεχόταν, τόσο τα ακαδημαϊκά προσόντα ενός εκάστου τέτοιου μάρτυρα, όσο και το πολυετές της πείρας και γενικά εμπειρίας του εν λόγω μάρτυρα στον τομέα του. Για σκοπούς ορθής παρακολούθησης και πλήρους κατανόησης της παρούσας απόφασης, επαναλαμβάνω ότι οι μάρτυρες-εμπειρογνώμονες είναι οι Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5, από πλευράς Εναγόντων, και Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, από πλευράς Εναγομένου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τόσο ο Μ.Ε.1, όσο και η Μ.Ε.2, ήταν στην ουσία τυπικοί μάρτυρες. Πρόκειται για τον Ενάγοντα 3 (Μ.Ε.1) και την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Χρύσω Κάϊζερ (Μ.Ε.2). Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγομένου και μέσω τους, το Δικαστήριο έτυχε ενημέρωσης αναφορικά με τα διάφορα έξοδα της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα, τα χρήματα που ο τελευταίος χρησιμοποιούσε όταν ήταν εν ζωή για τις ανάγκες των εξαρτωμένων του και της συζύγου του, καθώς επίσης και για το περιεχόμενο αντιγράφου του ιατρικού φακέλου του αποβιώσαντα που τηρείτο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και το οποίο είχε κατατεθεί ως τεκμήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της σχετικής θανατικής ανάκρισης που διενεργήθηκε το
- Εν πάση περιπτώσει, επρόκειτο για μάρτυρες οι οποίοι έκαναν άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν υπέπεσαν σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις ή μη αντιφάσεις. Τουναντίον η μαρτυρία τους ήταν σαφής και εμπεριείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία μιας ειλικρινούς μαρτυρίας. Την μαρτυρία τους την αποδέχομαι στο σύνολό της. Μοναδική δε αναφορά της εν λόγω μαρτυρίας, η οποία δεν καλύπτεται από τα ήδη πιο πάνω αναφερθέντα ευρήματά μου, αποτελεί η θέση του Μ.Ε.1, ότι το βράδυ της 29.1.2003, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον αποβιώσαντα, ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι την επομένη μέρα, αναμένετο να πάρει εξιτήριο από το Νοσοκομείο. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.1, δεν διαφώτισε με τη μαρτυρία του, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, αναφορικά με τους λόγους που ο αποβιώσαντας θεωρούσε ότι στις 30.1.03 θα έπαιρνε εξιτήριο. Ούτε έτυχε ενημέρωσης, ο εν λόγω μάρτυρας, από τον αποβιώσαντα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του. Η Μ.Ε.3, επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Επρόκειτο για την ιστοπαθολόγο που διενήργησε την ιστοπαθολογική εξέταση επί των ιστών/δειγμάτων των ζωτικών οργάνων του αποβιώσαντα, που λήφθηκαν κατά τη διενέργεια της νεκροψίας. Η ειδικότητα της και γενικά η εμπειρογνωμοσύνη της, δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Ούτε η μέθοδος που ακολούθησε έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Οι οποιεσδήποτε ερωτήσεις τέθηκαν σ΄ αυτήν στο στάδιο της αντεξέτασης, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Στην ουσία η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος καλύπτεται, ως επί το πλείστο, από τα πιο πάνω ήδη αναφερθέντα ευρήματά μου. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι η ιστοπαθολογική εξέταση των δειγμάτων των οργάνων του αποβιώσαντα οδήγησε στην κρίση ότι το συκώτι, οι πνεύμονες και πιθανόν και το πάγκρεας να είχαν προσβληθεί από έντονη οξεία φλεγμονή σε βαθμό που σε κάποιους από τους ιστούς/δείγματα που εξετάστηκαν να είχε προκληθεί νέκρωση. Και αυτή η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και με τη μαρτυρία της έδωσε όλα τα απαραίτητα εχέγγυα στο Δικαστήριο, ώστε να είναι δυνατή η εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Την μαρτυρία της, επίσης την αποδέχομαι στο σύνολό της, και επί τούτης κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ο Μ.Ε.4, είναι Ιατροδικαστής, ο οποίος κατόπιν διορισμού του τον Ιανουάριο του 2013 από τους Ενάγοντες, και με γνώμονα τον ιατρικό φάκελο του αποβιώσαντα, το πόρισμα του Θανατικού Ανακριτή, διάφορα έγγραφα που του δόθησαν από τους Ενάγοντες, τις φωτογραφίες της νεκροψίας και τα δικόγραφα, ετοίμασε έκθεση αναφορικά με την άποψη του ως προς το υπαρκτό ή μη ιατρικής αμέλειας από μέρους των ιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Με την μαρτυρία του ο Μ.Ε.4, δεν βοήθησε κατά τη γνώμη μου τους Ενάγοντες στο να προωθήσουν την παρούσα αγωγή. Και ο λόγος είναι ότι ο εν λόγω μάρτυρας, προώθησε διάφορες θέσεις με εντελώς γενικό τρόπο και χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις ή να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, ώστε επί της μαρτυρίας του να είναι δυνατή η εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Παραδείγματος χάριν, αποτέλεσε θέση του Μ.Ε.4, ότι το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου είναι περιφερειακό Νοσοκομείο και δεν αποτελούσε το κατάλληλο ιατρικό κέντρο για να αντιμετωπίσει, στις 29.1.03 και 30.1.03, τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας και ότι θα έπρεπε ο τελευταίος να είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Επί τούτου όμως δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο για να ενισχύει τη θέση του. Περιορίστηκε απλά στον χαρακτηρισμό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ως Περιφερειακό Νοσοκομείο. Δεν συσχέτισε τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα με οποιανδήποτε αναγκαία εξέταση ή θεραπεία ή συγκεκριμένη αντιμετώπιση που δεν ήταν δυνατό να διενεργηθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και μόνο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας θα μπορούσε να διενεργηθεί. Τουναντίον, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, προώθησε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που σκοπούσαν να υποστηρίξουν άλλη θέση του, ότι η οποιαδήποτε αναγκαία αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του αποβιώσαντα, ήταν δυνατό να λάβει χώραν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, πλην όμως, λόγω αμέλειας των επί καθήκοντι ιατρών δεν αντιμετωπίστηκαν. Επομένως, στους σχετικούς με το θέμα της επάρκειας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ισχυρισμούς του Μ.Ε.4, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τους ισχυρισμούς του εν λόγω μάρτυρα σε σχέση με τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων του αποβιώσαντα ημερομηνίας 17.1.03 (Τεκμήριο 5). Το ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί αποτέλεσμα αιματολογικής εξέτασης του αίματος του αποβιώσαντα, τούτο δεν τίθεται υπό οποιανδήποτε αμφισβήτηση. Ούτε και τα αναγραφόμενα επί του Τεκμηρίου 5 αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων τίθενται υπό οποιανδήποτε αμφισβήτηση. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί, είναι ότι σύμφωνα με την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία, το Τεκμήριο 5, ουδέποτε αποτέλεσε μέρος του ιατρικού φακέλου του αποβιώσαντα. Ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ή έστω να υπονοεί ότι τέθηκε ποτέ υπόψη του θεράποντος ιατρού του. Σε σχετική δε ερώτηση που τέθηκε προς τον Μ.Ε.4, αναφορικά με τον τρόπο που βρέθηκε στην κατοχή του το Τεκμήριο 5 (το εν λόγω Τεκμήριο κατατέθηκε μέσω του Μ.Ε.4), ανέφερε ότι τούτο του το ενεχυρίασαν οι συνήγοροι των Εναγόντων. Επομένως, δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητα στους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του Μ.Ε.4, αναφορικά με το τι θα έπρεπε να πράξουν οι γιατροί και/ή γενικά το υπαλληλικό προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, συνεπεία του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5, αφού δεν καταδείχθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι τούτο ήρθε στην γνώση των εν λόγω προσώπων. Η λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.4, αφορά σε ισχυρισμούς του αναφορικά με λάθη και/ή παραλείψεις που ο ίδιος παρατήρησε σε σχέση με την παραμονή και νοσηλεία του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου κατά τις 29 και 30.1.
- Ήταν στην ουσία η θέση του Μ.Ε.4, ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο αποβιώσαντας, έδειξαν προδιάθεση θρόμβωσης η οποία θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί, πλην όμως τούτη δεν αντιμετωπίστηκε. Ήταν δε η θέση του εν λόγω μάρτυρα, ότι οι γιατροί που εξέτασαν τον αποβιώσαντα στις 29.1.2003, πρόσεξαν την εν λόγω προδιάθεση και έδωσαν και σχετικές οδηγίες για τη διενέργεια συγκεκριμένων αιματολογικών εξετάσεων, πλην όμως συνεπεία συγκεκριμένων λαθών και παραλείψεων, οι εν λόγω εξετάσεις δεν διενεργήθηκαν, με αποτέλεσμα να μην αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της δημιουργίας θρόμβου και εν τέλει, δια θρόμβου, να επέλθει πνευμονική εμβολή στον αποβιώσαντα, η οποία επέφερε και τον θάνατό του. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, υπέδειξε στο Δικαστήριο δύο συγκεκριμένα παραπεμπτικά (μέρος των εγγράφων του Τεκμηρίου 2 - ιατρικός φάκελος αποβιώσαντα), με αριθμούς αναφοράς F18992 και F18994, επί των οποίων αναγράφθηκε, προφανώς από τους λειτουργούς του Χημείου του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ότι λόγω λανθασμένου δείγματος (στην μια περίπτωση) και λόγω μη αποστολής δείγματος (στην άλλη περίπτωση), δεν διενεργήθηκαν οι αιματολογικές εξετάσεις. Ήταν η θέση του Μ.Ε.4, ότι και τα δύο αυτά παραπεμπτικά σκοπούσαν στο να διενεργηθούν αιματολογικές εξετάσεις αναφορικά με την πηκτικότητα του αίματος του αποβιώσαντα και ότι τα αποτελέσματά τους θα ήταν βοηθητικά προς τους θεράποντες γιατρούς για να αντιμετωπίσουν, δια της χορήγησης σχετικής φαρμακευτικής αγωγής, το ενδεχόμενο δημιουργίας θρόμβωσης. Η θέση του αυτή όμως, προωθήθηκε με εντελώς γενικό τρόπο χωρίς παράθεση εκείνων των αναγκαίων εχεγγύων που θα νομιμοποιούσαν την επ΄ αυτών εξαγωγή, από το Δικαστήριο, ανεξάρτητων ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων. Παραδείγματος χάριν, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση αναφορικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ο αποβιώσαντας στην περίπτωση που οι εξετάσεις διενεργούντο και είχαν συγκεκριμένο αποτέλεσμα ή κατά πόσον ήταν δυνατό, ανεξάρτητα των οποιονδήποτε αποτελεσμάτων των εν λόγω εξετάσεων, να αποφευχθεί η δημιουργία θρόμβωσης. Επί του ιδίου θέματος, ενώ από την μια αποδέχθηκε ότι η θρόμβωση είναι δυνατόν να προκληθεί συνεπεία λοίμωξης, εντούτοις προώθησε τους ισχυρισμούς του περί πιθανότητας δημιουργίας θρόμβωσης εντελώς ανεξάρτητα και χωρίς την συσχέτιση τους με το γεγονός ότι ο αποβιώσαντας μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 29.1.2003 ενώ ήταν ήδη προσβεβλημένος με έντονη οξεία φλεγμονή/λοίμωξη. Ούτε ανέφερε οτιδήποτε αναφορικά με το κατά πόσο ήταν δυνατή η αποφυγή δημιουργίας θρόμβωσης, χωρίς την εκ των προτέρων θεραπεία και/ή αντιμετώπιση της λοίμωξης. Επιπροσθέτως όμως των πιο πάνω, και πάντοτε προς υποστήριξη της ήδη εκφρασθείσας θέσης μου περί της γενικότητας του τρόπου με τον οποίο προώθησε τη συγκεκριμένη θέση του, σημειώνω ότι σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, και ειδικά αναφερόμενος στα αποτελέσματα των διαφόρων αιματολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στον αποβιώσαντα κατά τις 29 και 30.1.2003, και στο γεγονός ότι από αυτά προέκυπτε προδιάθεση για δημιουργία θρόμβωσης, ανέφερε τα εξής: «Επειδή κάποιος μπορεί να πει, λόγω της θεραπείας, λόγω του τρόπου που έγινε η μέτρηση, ίσως να μην είναι πραγματικός αυτός ο αριθμός, υπάρχει ένα αποτέλεσμα 17.1 (17.1.2003) που ήταν εβδομάδες πριν.». Η μόλις παρατεθείσα αυτούσια αναφορά του Μ.Ε.4, σκοπούσε να προωθήσει την θέση ότι, έστω και αν τα αποτελέσματα των αιματολογικών αναλύσεων και/ή εξετάσεων ημερομηνίας 29 και 30.1.2003, για διάφορους λόγους μπορεί να μην δεικνύουν την πραγματική εικόνα της υγείας του αποβιώσαντα, εντούτοις, επειδή υπήρχαν αποτελέσματα με παρόμοιες ενδείξεις ημερομηνίας 17.1.2003, τούτο θα έπρεπε να οδηγήσει τους γιατρούς στην κρίση ότι ο αποβιώσαντας είχε προδιάθεση για θρόμβωση. Υπενθυμίζω όμως ότι, οποιεσδήποτε αναφορές του Μ.Ε.4 σε αποτελέσματα αιματολογικών εξετάσεων ημερομηνίας 17.1.2003 αφορούν στα αποτελέσματα/περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, το οποίο ουδέποτε ήρθε στην γνώση των γιατρών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, προ του θανάτου του αποβιώσαντα. Από την πιο πάνω όμως αυτούσια παρατεθείσα αναφορά του μάρτυρα, προκύπτει ακόμα ότι τα σχετικά με προδιάθεση θρόμβωσης αποτελέσματα των εξετάσεων που διενεργήθηκαν στο αίμα του αποβιώσαντα στις 29 και 30.1.2003, ενδεχομένως να μην δεικνύουν την πραγματική εικόνα της κατάστασης της υγείας του αποβιώσαντα. Επομένως, η θέση του Μ.Ε.4 περί αποτυχίας των γιατρών να αντιληφθούν και να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα δημιουργίας θρόμβωσης, συνεπεία αφενός του γεγονότος ότι η εν λόγω θέση του βασίζεται στα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν στις 29 και 30.1.2003 και αφετέρου ότι τούτη προωθήθηκε εντελώς γενικά και δη χωρίς την απαραίτητη αιτιολογία και πειστικότητα, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας να μπορεί να εξαχθεί οποιονδήποτε ασφαλές ανεξάρτητο εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο Μ.Ε.4 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με το βασικό ερώτημα. Και δη, το κατά πόσο, οι γιατροί, στις 29.1.03 και 30.1.03, θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους στην αναχαίτιση και εν γένει αντιμετώπιση της οξείας λοίμωξης που έπληξε τον αποβιώσαντα και η οποία ήταν η αιτία δημιουργίας της πνευμονικής εμβολής δια θρόμβου. Η δε θέση του ως προς το κατά πόσο ήταν δυνατή η αποφυγή, υπό τις περιστάσεις, της δημιουργίας θρόμβωσης, αναδεικνύει την εν γένει αδυναμία και ασάφεια που χαρακτηρίζει την μαρτυρία του Μ.Ε.
- Επί του προκειμένου θεωρώ περιττό να αναφέρω με οποιονδήποτε γενικό τρόπο το οποιονδήποτε συμπέρασμά μου αναφορικά με τα σχετικά λεγόμενα του μάρτυρα, μιας και πιστεύω ότι η αυτούσια παράθεση της σχετικής αναφοράς του, ομιλεί, ως προς την αδυναμία και ασάφεια που την χαρακτηρίζει, αφ΄ εαυτής. Την παραθέτω ευθύς αμέσως: «Εκ του αποτελέσματος δεν του δόθηκε η αναμενόμενη ιατρική περίθαλψη για τους λόγους που έχω εκθέσει στην μαρτυρία μου. Μπορεί να μην ήταν δυνατό να σωθεί ο ασθενής, ούτε και μπορεί κανείς να το πει, δηλαδή, ο ασθενής θα κατέληγε και να βρισκόταν στο καλύτερο νοσοκομείο του κόσμου και να του διδόταν η καλύτερη δυνατή θεραπεία. Όμως οι πιθανότητες επιβίωσης του ελαττώθηκαν σίγουρα.». Το συγκρουόμενο και έκδηλα ασαφές των μόλις πιο πάνω αυτουσίως παρατεθέντων θέσεων του Μ.Ε.4, προκύπτει αβίαστα και δεν θεωρώ ότι χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Αδυναμία, ασάφεια και γενικά έλλειψη αιτιολογίας, παρουσιάζει και έτερος ισχυρισμός του Μ.Ε.4 και δη ο ισχυρισμός του ότι οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου δεν υπέβαλαν τον αποβιώσαντα σε οποιανδήποτε εξέταση με σκοπό να ανακαλύψουν ποιο ζωτικό όργανο ή όργανα του αποβιώσαντα είχε/αν πληγεί από την λοίμωξη. Ο εν λόγω ισχυρισμός του, παρέμεινε εντελώς μετέωρος, μιας και δεν συνοδεύτηκε με οποιονδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με το αναγκαίο γνώσης του οργάνου που πλήγηκε ή ότι υπό τις περιστάσεις ήταν παράλειψη των γιατρών να μην γνωρίζουν τούτο. Δεν ανέφερε οτιδήποτε που να διαφωτίζει το Δικαστήριο ως προς το τι θα επιτυγχάνετο, αν οι γιατροί γνώριζαν το όργανο του αποβιώσαντα που είχε πληγεί. Ούτε συσχέτισε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την δια θρόμβου πνευμονική εμβολή, που επέφερε τον θάνατο στον αποβιώσαντα, με οποιονδήποτε τρόπο, με την απουσία γνώσης από πλευράς των γιατρών του οργάνου και/ή των οργάνων του αποβιώσαντα που πλήγηκαν. Ούτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιονδήποτε ισχυρισμό που να αποδεικνύει ή έστω καν να εισηγείται ότι, τυχόν γνώση αναφορικά με τα όργανα που έχουν πληγεί από την λοίμωξη, θα διαφοροποιούσε, έστω και στο ελάχιστο, την εξ΄ αρχής χορηγηθείσα στον αποβιώσαντα φαρμακευτική αγωγή και γενικά την αντιμετώπιση που τύγχανε. Σημειώνω στο παρόν στάδιο, ότι η θέση της Υπεράσπισης, ως τούτη προωθήθηκε με την μαρτυρία που προσκόμισε, και δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, είναι ότι ευθύς αμέσως μετά την αντίληψη ότι στην περιοχή των πνευμόνων και κοιλιακής χώρας του αποβιώσαντα περισυνελέγει πυώδες υγρό, χορηγήθηκε σε πολύ ψηλές δόσεις ενδοφλέβια αντιβιοτική θεραπευτική αγωγή η οποία καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα των πιθανών μικροοργανισμών που ενδεχομένως προκάλεσαν την λοίμωξη. Με τις θέσεις που προώθησε ο Μ.Ε.4, δεν εισηγήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι η εν λόγω αντιμετώπιση του αποβιώσαντα ήταν λανθασμένη ή έστω ότι θα διαφοροποιείτο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, αν τυχόν οι γιατροί γνώριζαν το ζωτικό/ά όργανο/ά που τυχόν πλήγηκαν από την λοίμωξη. Εκείνο που εν γένει προκύπτει αβίαστα από την όλη μαρτυρία του Μ.Ε.4, ήταν ότι αυτός, με τη μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονας, δεν έδωσε στο Δικαστήριο εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα και ή επιστημονικά κριτήρια ώστε επ΄ αυτής να μπορούν να βασιστούν και κατ' επέκταση να εξαχθούν οποιαδήποτε ανεξάρτητα, σχετικά με την παρούσα αγωγή, ευρήματα ή συμπεράσματα. Οι σχετικές, με ισχυρισμούς αποτυχία και ή παραλείψεων του Εναγομένου, αναφορές του, ήταν εντελώς γενικές και στερούμενες απαραίτητης αιτιολογίας και συσχέτισης με άλλα λοιπά ουσιαστικά ενώπιον μου αποδεκτά γεγονότα, σε βαθμό που παρέμειναν μετέωρες και σ' αυτές δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Η Μ.Ε.5, ήταν η ιατροδικαστής που διενέργησε τη νενομισμένη νεκροψία επί της σωρού του αποβιώσαντα. Και αυτής η μαρτυρία, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Το δε πόρισμα της ως προς την αιτία θανάτου, επιβεβαιώθηκε και από την ιστοπαθολογική εξέταση που διενέργησε η Μ.Ε.
- Η εν λόγω μάρτυρας οφείλω να ομολογήσω ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Στον βαθμό που οι ερωτήσεις που τέθηκαν σ΄ αυτή αφορούσαν θέματα εντός της γνώσης της και της εμβέλειας της εμπειρογνωμοσύνης της, απάντησε τούτες με σαφήνεια και με κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια, δίδοντας έτσι στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε επί της μαρτυρίας της να μπορεί να βασιστεί ανεξάρτητο συμπέρασμα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανάφερε όσα πραγματικά γνώριζε αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της, καλύπτεται από τα ήδη πιο πάνω, στις σελίδες 3-6, παρατεθέντα ευρήματά μου. Επιπροσθέτως όμως, ανέφερε ότι η πνευμονική εμβολή που κατέγραψε η ίδια ως αιτία θανάτου του αποβιώσαντα, αποτελεί ένα εύρημα το οποίο όμως, είναι πάντοτε κατάλοιπο κάποιων άλλων νοσημάτων. Εξήγησε, ότι η φλεγμονή/λοίμωξη είναι μια από τις βασικές αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν πνευμονική εμβολή σε κάποιον ασθενή. Και αυτή η μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι η φλεγμονή που προκάλεσε την πνευμονική εμβολή δεν σχετιζόταν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την περικαρδίτιδα που παρουσίαζε ο αποβιώσαντας. Ερωτηθείσα ειδικά για τον ψηλό δείκτη καθίζησης λευκών αιμοσφαιρίων (ESR), ανέφερε ότι όταν ο εν λόγω δείκτης είναι ψηλός, αυτός αποτελεί δείκτη ύπαρξης λοίμωξης η οποία όμως μπορεί να αφορά και σε ιογενή λοίμωξη όπως γρίπη. Αυτή η μάρτυρας ήταν και η μόνη στην οποία τέθηκε ειδική ερώτηση αναφορικά με την πιθανότητα, δια χορηγήσεως αντιπηκτικής φαρμακευτικής αγωγής, να αποφευχθεί η δημιουργία πνευμονικής εμβολής δια θρόμβου. Η θέση της ήταν ότι, παρά την λήψη αντιπηκτικής αγωγής, πολλές φορές μπορεί ένας ασθενής να υποστεί πνευμονική εμβολή. Για την συσχέτιση της φλεγμονής με την πνευμονική εμβολή ανέφερε ότι «κανένας υγιής άνθρωπος δεν θα πάθει εμβολή». Τέλος, επανέλαβε ότι η πνευμονική εμβολή είναι το αποτέλεσμα άλλων νοσημάτων μεταξύ των οποίων και των λοιμώξεων/φλεγμονών. Την μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της, και επ΄ αυτής κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ο Μ.Υ.1, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια. Πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος απαντούσε στις ερωτήσεις με κάθε σαφήνεια και λεπτομέρεια και εκεί που ήταν αναγκαίο, αιτιολογούσε την κάθε απάντηση του με κάθε πειστικότητα. Πρόκειται για τον γιατρό, καρδιολόγο που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και εξέτασε για πρώτη φορά τον αποβιώσαντα στις 16.12.
- Το πλείστο μέρος της μαρτυρίας του, καλύπτεται από τα πιο πάνω παρατιθέμενα ευρήματά μου. Οι αμφισβητούμενοι, ως επί το πλείστον δια υποβολών και όχι μαρτυρίας, ισχυρισμοί του είναι οι ακόλουθοι. Στις 16.12.2002, ο αποβιώσαντας ήταν ασυμπτωματικός. Από τις γενικές εξετάσεις που διενήργησε σ΄ αυτόν, προέκυψε ότι η κατάσταση του ήταν καλή. Στην όψη του, ο αποβιώσαντας δεν είχε οποιαδήποτε όψη πάσχοντα πέραν των προβλημάτων που αντιμετώπιζε και τα οποία αποτελούσαν κατάλοιπα παλαιάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη. Ο αποβιώσαντας δεν παραπονέθηκε, είτε για οποιαδήποτε δύσπνοια, είτε για οποιονδήποτε πόνο ή κακουχία, ούτε παρουσίαζε οποιαδήποτε πρόσφατα συμπτώματα τα οποία να επηρεάζουν την ποιότητα της ζωής του. Γενικά ήταν σε καλή κατάσταση. Διενήργησε όμως σε αυτόν υπερηχογράφημα, καθότι ο αποβιώσαντας παραπέμφθηκε κοντά του από τον Μ.Υ.2, για διενέργεια υπερηχογραφήματος και ενδεχόμενη διενέργεια δοκιμασίας κοπώσεως. Συνεπεία του αποτελέσματος του υπερηχογραφήματος και δη της εύρεσης συλλογής υγρού γύρω από την καρδία (περικαρδίτιδα), πάχους ενός εκατοστού και της αναφοράς του αποβιώσαντα περί του ότι λίγες μέρες προηγουμένως είχε προσβληθεί από γρίπη, φλεγμονή η οποία δικαιολογεί την εμφάνιση της περικαρδίτιδας (σχετική βιβλιογραφία κατατέθηκε ως τεκμήριο), χορήγησε σ΄ αυτόν αντιφλεγμονώδη φαρμακευτική αγωγή, η οποία είναι η ενδεδειγμένη αγωγή για αντιμετώπιση της πάθησης της περικαρδίτιδας. Επειδή δυνατόν να χρειαζόταν να παρέλθουν μέχρι και τρεις μήνες εώς ότου να θεραπευθεί πλήρως η περικαρδίτιδα, όρισε νέα επίσκεψη του αποβιώσαντα, για σκοπούς επανεκτίμησης της κατάστασης του, στις 17.1.2003 και δη ένα μήνα μετά. Η επόμενη συνάντηση του με τον αποβιώσαντα, έλαβε χώραν στις 17.1.2003, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στα πλαίσια της προγραμματισμένης εξέτασης για επανεκτίμηση της κατάστασης του. Διενέργησε σ΄ αυτόν εκ νέου υπερηχογράφημα, το οποίο έδειξε ότι, παρά την χορήγηση της αντιφλεγμονώδους θεραπείας, το περικαρδιακό υγρό δεν είχε μειωθεί καθόλου και παρέμεινε στα ίδια επίπεδα και δη πάχους ενός εκατοστού. Ο αποβιώσαντας και πάλι ήταν ασυμπτωματικός. Δεν παρουσίαζε πυρετούς ούτε παραπονείτο για οποιουσδήποτε πόνους και/ή κακουχίες. Επειδή, παρά την χορήγηση της αντιφλεγμονώδους φαρμακευτικής αγωγής, δεν είχε μειωθεί η συλλογή του περικαρδιακού υγρού, ζήτησε από τον αποβιώσαντα να εισαχθεί στο νοσοκομείο για ενδονοσοκομειακή παρακολούθηση ώστε να διενεργηθούν συγκεκριμένες αναλύσεις/εξετάσεις με σκοπό να καταλήξει στον λόγο που δεν μειώθηκε ο όγκος του περικαρδιακού υγρού, παρά την λήψη της φαρμακευτικής αγωγής. Ο αποβιώσαντας δεν αποδέχθηκε την εισήγηση του και εξέφρασε την επιθυμία να εγκαταλείψει το νοσοκομείο και να μεταβεί στην οικία του. Με γνώμονα την εν λόγω θέση του αποβιώσαντα, και έχοντας κατά νου το γεγονός της μη μείωσης του όγκου του περικαρδιακού υγρού παρά τη λήψη συγκεκριμένης φαρμακευτικής αγωγής, όρισε εκ νέου συνάντηση επανεκτίμησης της κατάστασης της υγείας του αποβιώσαντα στις 17.2.2003 και αύξησε την ποσότητα της αντιφλεγμονώδους φαρμακευτικής αγωγής και χορήγησε και επιπρόσθετη ξεχωριστή φαρμακευτική αγωγή. Παρέδωσε δε στον αποβιώσαντα παραπεμπτικό για διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων (Τεκμήριο 7), αναγράφοντας επ΄ αυτού την λέξη «Επείγον» και έδωσε οδηγίες στον τελευταίο όπως διενεργήσει τις εν λόγω αιματολογικές εξετάσεις άμεσα και εντός των επόμενων δυο-τριών ημερών τον ενημερώσει σχετικά με τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο αποβιώσαντας ουδέποτε τον ενημέρωσε για τα αποτελέσματα των αναλύσεων, ούτε καν για το κατά πόσο διενεργήθηκαν οι εν λόγω αιματολογικές εξετάσεις. Η επόμενη συνάντηση του με τον αποβιώσαντα, λαμβάνει χώραν στις 29.1.2003 όταν πλέον ο αποβιώσαντας μεταφέρεται με ασθενοφόρο, από το Κέντρο Υγείας Κάτω Πύργου Τυλληρίας, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ως προς τα γεγονότα που περιβάλουν την παρουσία, εισαγωγή, φαρμακευτική αγωγή και γενικά νοσηλεία που έτυχε ο αποβιώσαντας κατά τις 29.1.2003 και 30.1.2003, τα αναφερόμενα του Μ.Υ.1 καλύπτονται από τα ήδη πιο πάνω παρατεθέντα στις σελ. 3-6 ευρήματα του Δικαστηρίου. Ερωτηθείς ειδικά ο Μ.Υ.1, αναφορικά με το γεγονός ότι ζητήθηκε η διεξαγωγή αιματολογικών αναλύσεων του αποβιώσαντα για σκοπούς πηκτικότητας του αίματος και ότι λόγω, είτε αποστολής λανθασμένου δείγματος, είτε μη αποστολής οποιουδήποτε δείγματος, τούτες δεν διενεργήθηκαν, αυτός απάντησε ότι το γεγονός της μη διενέργειας των συγκεκριμένων αναλύσεων ουδόλως επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, είτε το επίπεδο νοσηλείας του αποβιώσαντα, είτε την ικανότητα των ιδίων να μπορούν να διαγνώσουν το πρόβλημα ή να αποφασίσουν την αντιμετώπιση του, δια φαρμακευτικής αγωγής ή άλλως πως. Όπως εξήγησε, μόλις έγινε εισαγωγή του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, διενεργήθηκε ακτινολογικός έλεγχος, το αποτέλεσμα του οποίου έδειξε συλλογή υγρού στην περιοχή των πνευμόνων αμφοτερόπλευρα. Έγινε άμεσα διαγνωστική παρακέντηση, συνεπεία της οποίας προέκυψε ότι το συλλεχθέν υγρό ήτο πυώδες, ένδειξη η οποία οδήγησε τους γιατρούς άμεσα στην κρίση ότι ο αποβιώσαντας είχε πληγεί από φλεγμονή. Συνεπεία τούτου, ο αποβιώσαντας, «αμέσως χωρίς χρονοτριβή» τέθηκε σε πολύ ψηλές δόσεις αντιβιοτικής ενδοφλέβιας θεραπείας. Συγκεκριμένα χορηγήθηκαν δύο διαφορετικές αντιβιοτικές ενδοφλέβιες θεραπείες, εκ των οποίων η μια και δη η χορήγηση Tazocin αφορά στην πλέον ισχυρή αντιβιοτική θεραπεία με το ευρύτερο θεραπευτικό φάσμα καθότι προσβάλλει ίσως τον μεγαλύτερο αριθμό μικροοργανισμών από οποιοδήποτε άλλο αντιβιοτικό. Χορηγήθηκε επίσης και το αντιβιοτικό Flagyl, που σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, αφορά σε αντιβιοτικό που δίδεται για αναερόβιες λοιμώξεις. Ήταν ακριβώς η θέση του Μ.Υ.1, ότι, αφενός, οι εν λόγω αντιβιοτικές θεραπείες χορηγήθηκαν για αντιμετώπιση της λοίμωξης πριν να έχουν ενώπιον τους οι γιατροί οποιαδήποτε αποτελέσματα καλλιέργειας του πυώδους υγρού ή αποτέλεσμα αναφορικά με το ποια όργανα του ασθενούς πλήγηκαν ή τα αποτελέσματα των δύο συγκεκριμένων αιματολογικών εξετάσεων που αφορούσαν το θέμα της πηκτικότητας του αίματος και αφετέρου, ότι με τη χορήγηση των δύο αυτών αντιβιοτικών φαρμάκων, οι γιατροί κάλυψαν «όλο σχεδόν το φάσμα των πιθανών μικροοργανισμών που ενδεχομένως να προκάλεσαν» την λοίμωξη. Όπως εξήγησε ο Μ.Υ.1, το αποτέλεσμα των δύο αυτών αιματολογικών αναλύσεων που εν τέλει δεν διενεργήθηκαν, ανεξάρτητα ποιο θα ήταν τούτο, δεν θα διαφοροποιούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, είτε τον τρόπο παρακολούθησης του αποβιώσαντα, είτε τον τρόπο νοσηλείας και γενικά θεραπευτικής αγωγής που ακολουθήθηκε. Πρώτιστο μέλημα των γιατρών, ήταν η αντιμετώπιση της λοίμωξης και δη της πάθησης του αποβιώσαντα. Αυτό έπραξαν, σύμφωνα με το ΜΥ1, με την χορήγηση των συγκεκριμένων αντιβιοτικών φαρμάκων. Εξήγησε ακόμα, ότι σημασία θα είχαν και τα αποτελέσματα της καλλιέργειας που θα διενεργείτο επί του δείγματος εμπυήματος που απεστάλη για το σκοπό αυτό, πλην όμως, τα εν λόγω αποτελέσματα δεν ήταν δυνατόν να προκύψουν πριν την πάροδο τριών ημερών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Μ.Υ.1, οι δύο αιματολογικές αναλύσεις που δεν διενεργήθηκαν, ήταν αναλύσεις που αποφάσισαν να διενεργήσουν εκ του περισσού, μιας και η μια εκ των δύο αφορούσε εξέταση αναφορικά με τον χρόνο προθρομβίνης η οποία ζητείται συνήθως όταν ένας ασθενής βρίσκεται ήδη υπό αγωγή με αντιπηκτικά φάρμακα και σκοπός της εξέτασης είναι για να καθοριστεί η ορθή δόση του αντιπηκτικού φαρμάκου. Τόνισε ακριβώς, ότι ο αποβιώσαντας δεν βρισκόταν υπό αντιπηκτική αγωγή, και ως εκ τούτου οι εν λόγω αναλύσεις δεν ήταν ουσιώδους σημασίας. Όσον δε αφορά στη δεύτερη μη διενεργηθείσα ανάλυση, ανέφερε ότι τούτη αφορούσε ανάλυση ως προς τα επίπεδα του ινωδογόνου, τα αποτελέσματα της οποίας δεν θα επηρέαζαν την φαρμακευτική αγωγή του αποβιώσαντα, μιας και σ΄ αυτόν χορηγήθηκε ήδη σε πάρα πολύ ψηλά επίπεδα αντιβιοτική αγωγή. Τέλος, ανέφερε ότι η γνώμη του είναι, ότι στον αποβιώσαντα επεδείχθη από όλους τους λειτουργούς του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, περιλαμβανομένου και του ιδίου, κάθε δυνατή επιμέλεια, φροντίδα και νοσηλεία και ότι χορηγήθηκε άμεσα χωρίς χρονοτριβή η κατάλληλη θεραπεία και σε πολύ ψηλές δόσεις, «απλά η ανταπόκριση από μέρους του οργανισμού του ασθενή (ασθενούς) στη θεραπεία δεν ήταν η αναμενόμενη». Ως προς δε το γεγονός ότι η μέτρηση της καθίζησης των λευκών αιμοσφαιρίων του αποβιώσαντα στις 17.1.03 φέρεται να ήταν στο 91 ESR, επανέλαβε ότι τα εν λόγω αποτελέσματα ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του, τόνισε όμως ότι η πάθηση της περικαρδίτιδας δικαιολογεί το αυξημένο ESR. Επανέλαβε επίσης ότι, η κλινική εικόνα του αποβιώσαντα στις 17.1.2003 δεν δικαιολογούσε οποιανδήποτε άλλη αντιμετώπιση, παρά μόνο της υπάρχουσας περικαρδίτιδας πάχους ενός εκατοστού. Την μαρτυρία του Μ.Υ.1, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Έχοντας δε, με την μαρτυρία του, δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια και εχέγγυα ώστε επ΄ αυτής να βασιστούν τα δικά μου ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα, επί της μαρτυρίας του κάμνω ανάλογα ευρήματα. Και ο Μ.Υ.2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Ως εμπειρογνώμονας, του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε, με την μαρτυρία του, τροφοδότησε το Δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα δεδομένα και στοιχεία, ως κάθε εμπειρογνώμονας οφείλει να πράξει ώστε η μαρτυρία του να μπορεί να αποτελέσει την βάση για την εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων και/ή συμπερασμάτων. Παρά της έντονης, σε κάποια σημεία, αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε οποιονδήποτε στάδιο. Δεν δίστασε σε συγκεκριμένα σημεία που, είτε τελούσε υπό άγνοια γεγονότων, είτε η μνήμη του τον πρόδιδε λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, να αναφέρει την εν λόγω αδυναμία του, παρά να προωθήσει ισχυρισμούς υπέρ του Εναγομένου. Η μαρτυρία του παρουσίαζε μια συνοχή και σταθερότητα σε βαθμό που μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο όλη ανεξαιρέτως την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που γνώριζε. Πρόκειται για τον καρδιολόγο Πέτρο Μαυρομμάτη, ο οποίος ήταν ο γιατρός που εξέτασε αρχικά τον αποβιώσαντα στις 16.12.2002, όταν παραπέμφθηκε για καρδιολογική εξέταση από το Ιατρικό Κέντρο Κάτω Πύργου Τυλληρίας. Και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η κλινική εικόνα του αποβιώσαντα στις 16.12.2002 δεν παρουσίαζε οτιδήποτε το ιδιαίτερο πέραν των χρόνιων προβλημάτων κινητικότητας που αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας συνεπεία της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που υπέστη στο παρελθόν. Υπέβαλε τον αποβιώσαντα σε ηλεκτροκαρδιογράφημα καθώς επίσης και σε ακτινογραφία θώρακος, πλην όμως οι εν λόγω εξετάσεις δεν έδειξαν οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα. Εντούτοις, λόγω της μακρινής προέλευσης του ασθενούς, όπως εξήγησε, και κατόπιν συνεννόησης του με τον Μ.Υ.1, ο οποίος εκείνη την ημέρα είχε υπό την ευθύνη του το καρδιολογικό εργαστήριο του Γενικού Νοσοκομείο Πάφου στο οποίο διενεργούνται τα υπερηχοκαρδιογραφήματα και οι δοκιμασίες κοπώσεως, παρέπεμψε τον αποβιώσαντα στον Μ.Υ.1 για περαιτέρω εξετάσεις. Η επόμενη επαφή του εν λόγω μάρτυρα με τον αποβιώσαντα, λαμβάνει χώραν στις 29.1.2003 όταν πλέον ο αποβιώσαντας εισάγεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου προσβεβλημένος πλέον από λοίμωξη η οποία αποκαλύφθηκε μέσω διαγνωστικής παρακέντησης που έγινε στο πλευριτικό υγρό που συνελέγει στην περιοχή των πνευμόνων του. Η λοιπή μαρτυρία του Μ.Υ.2 και ιδιαίτερα αυτή που αφορά στα διενεργηθέντα κατά την παραμονή και νοσηλεία του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 29 και 30.1.2003, καλύπτεται στην ουσία από τα πιο πάνω ήδη αναφερόμενα, στις σελ. 3-6, ευρήματά μου. Αναφορικά δε με τις δύο αιματολογικές αναλύσεις που εν τέλει δεν διενεργήθηκαν για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο Μ.Υ.2, προέβαλε τους ίδιους ισχυρισμούς με αυτούς που προβλήθηκαν από τον Μ.Υ.
- Χαρακτήρισε αυτές ως «συμπληρωματικές» εξετάσεις οι οποίες σχετίζονται με την πηκτικότητα του αίματος. Ανέφερε όμως ότι το γεγονός της μη διενέργειας τους δεν επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την θεραπευτική πορεία ή τις διαγνωστικές ενέργειες ή και την κατάληξη του αποβιώσαντα γιατί επρόκειτο για συμπληρωματικές εξετάσεις που διατάχθηκε να διενεργηθούν «στα πλαίσια της συνεχούς αγωνίας και αγώνα της κλινικής να θεραπεύσει τον άρρωστο. Η αιτία θανάτου του αρρώστου είναι η βαριά σηψαιμία που είχε ο άρρωστος. Στα πλαίσια αυτής της βαριάς μόλυνσης δημιουργήθηκαν και συνθήκες πνευμονικής εμβολής. Οι εξετάσεις αυτές πηκτικότητας αίματος δίδονται συνήθως αν έχεις άρρωστο με πνευμονική εμβολή. Εμείς δεν είχαμε κάτι τέτοιο μπροστά μας, του οποίου θέλεις να παρακολουθήσεις το αποτέλεσμα της θεραπευτικής αγωγής. Βασικά αυτές οι εξετάσεις έγιναν για να φανεί αν υπήρχε επηρεασμός της πηκτικής δυνατότητας του ασθενή (ασθενούς) δηλαδή το συκώτι που παράγει πολλές ουσίες αν άρχισε να χαλά.. Αυτές οι εξετάσεις δεν έγιναν κατευθυνόμενες. Οι εξετάσεις έγιναν στα πλαίσια της ενίσχυσης της θεραπείας και της διάγνωσης του αρρώστου δηλαδή να δούμε αν χαλά το συκώτι του σημαίνει ότι πάσχει από ηπατική ανεπάρκεια όχι ότι είχαμε στο μυαλό μας πνευμονική εμβολή. Καμία σχέση. Ενόψει της σηπτικής κατάστασης, εμείς ήμασταν υποχρεωμένοι να τον θεραπεύσουμε με ισχυρή αντιβίωση πράγμα το οποίο κάναμε. Στα πλαίσια προφανώς της επιδείνωσης και στην προσπάθεια μας να διαγνώσουμε και προσβολή λειτουργιών του ήπατος απεστάλησαν και αυτές οι εξετάσεις οι οποίες απέτυχαν να γίνουν το δέχομαι, αλλά ουδόλως μας απέτρεψαν ή μας επηρέασαν στο να συνεχίσουμε να χορηγούμε τον άρρωστο με αντιβίωση και στη συνέχεια με εκκενωτική αφαίρεση λόγω της επιδείνωσης του αρρώστου. Δεν αρκεστήκαμε στην απλή διαγνωστική παρακέντηση, αλλά πήραμε τον άρρωστο στο χειρουργείο και . έγινε εκκενωτική αφαίρεση πλευριτικού υγρού . στα πλαίσια απεγνωσμένης προσπάθειας να αφαιρέσουμε το κακό που έπνιγε τον πνεύμονα. Οι εξετάσεις που μου υποβάλλεται δεν επηρέασαν την πορεία του αρρώστου, απλώς αν τις είχαμε μια ώρα γρηγορότερα και αν ήταν λόγοι παθολογίας, θα μπορούσαμε να επιβεβαιώσουμε αν ήταν όντως τόσο βαριά ο άρρωστος και θα έπεται βαριά.. Το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν (οι μη διενεργηθείσες αναλύσεις) είναι να μας επιβεβαιώσουν μια ώρα αρχύτερα αν ήταν τόσο βαριά παθολογικά, αυτό που ήδη ξέραμε ότι είχαμε να αντιμετωπίσουμε, ένα πολύ βαριά ασθενή.». Ως προς το θέμα της επάρκειας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα υγείας του αποβιώσαντα, ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου πληρούσε όλα τα κριτήρια και είχε όλα τα απαραίτητα διαγνωστικά και θεραπευτικά μηχανήματα για αντιμετώπιση των προβλημάτων του αποβιώσαντα και δεν υπήρχε καμία ανάγκη τούτος να μεταφερθεί σε άλλο νοσοκομείο της Κύπρου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Με τις ακτινογραφίες είχαμε ευρήματα βαριάς κατάστασης που ήταν άλλης αιτιολογίας, άσχετης με την περικαρδίτιδα. Σε αυτή επικεντρωθήκαμε, την βαριά νέα ξεχωριστή σηπτική εικόνα του αρρώστου και αυτή παλέψαμε αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέραμε». Ερωτηθείς ειδικά για την εξέταση και γενικά την θεραπευτική αγωγή που όρισε ο Μ.Υ.1 στον αποβιώσαντα στις 17.1.2003, ο Μ.Υ.2, ισχυρίστηκε ότι οι όλες ενέργειες του Μ.Υ.1 την εν λόγω ημέρα ήταν όχι απλά επιμελείς αλλά υπερέβησαν και την αναμενόμενη αντιμετώπιση από ένα μέσο γιατρό που θα εξέταζε τον αποβιώσαντα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Ως ισχυρίστηκε, ο Μ.Υ.1, ορθώς, εν απουσία συγκατάθεσης του αποβιώσαντα να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως εσωτερικός ασθενής, όρισε νέα επίσκεψη για επανεκτίμηση στις 17.2.2003 και ορθώς χορήγησε περαιτέρω φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση της συλλογής περικαρδιακού υγρού. Τόνισε όμως, ότι ο Μ.Υ.1 δεν παρέμεινε ως εκεί. Επιδεικνύοντας πλήρη επαγγελματισμό, ως ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.2, ο Μ.Υ.1 διέταξε, υπό μορφή κατ΄ επείγοντος, την διενέργεια αιματολογικών αναλύσεων για περαιτέρω εξέταση των αιτιών που δεν μειώθηκε το περικαρδιακό υγρό, το αποτέλεσμα των οποίων αναλύσεων ζήτησε από τον αποβιώσαντα να το φέρει εις γνώση του το συντομότερο δυνατό. Την μαρτυρία του Μ.Υ.2 την αποδέχομαι στο σύνολό της και επ΄ αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Νομική Πτυχή Ιατρικής Αμέλειας Στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),.
(3)Αστικής Ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν τα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii)Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι ένας γιατρός: «. δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής.» Στην εν λόγω υπόθεση έχει υιοθετηθεί το εξής απόσπασμα σε μετάφραση από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Στην ίδια υπόθεση [Αγγελή (ανωτέρω)], αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας.»» Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των Αγγλικών Δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho ν City and Hackney Health Authority
(1997)3 WLR 1151. Τα σχετικά με τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Bolam αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε κάπως, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλέπε Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Τελικά Ευρήματα Επιπροσθέτως των πιο πάνω ήδη αναφερθέντων ευρημάτων μου και με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω και στα εξής ευρήματα. Τόσο κατά τις 16.12.02, όσο και κατά τις 17.1.03, κατά τις επισκέψεις του αποβιώσαντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, τούτος ήταν ασυμπτωματικός και μοναδική ένδειξη και/ή αποτέλεσμα που δείκνυε ότι τούτος έπασχε από οποιανδήποτε πάθηση, πέραν των χρόνιων κινητικών προβλημάτων συνεπεία παλαιάς κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, ήταν τα αποτελέσματα των δύο μέχρι τότε υπερηχογραφημάτων που διενήργησε ο Μ.Υ.1, με βάση τα οποία προέκυπτε ότι ο αποβιώσαντας έπασχε από περικαρδίτιδα πάχους ενός εκατοστού. Εν ολίγοις, όλες οι κλινικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, κατά τις δύο αυτές ημερομηνίες, στον αποβιώσαντα από τους γιατρούς που τον εξέτασαν, και γενικά η εικόνα του και συμπεριφορά του κατά τη διενέργεια των εν λόγω εξετάσεων, δεν προμήνυε και/ή δικαιολογούσε οποιανδήποτε εξέταση και/ή χορήγηση φαρμακευτικής ή άλλως πως αγωγής, παρά μόνον για σκοπούς αντιμετώπισης της περικαρδίτιδας. Η ενδεδειγμένη θεραπευτική για την εν λόγω πάθηση αγωγή, χορηγήθηκε στον αποβιώσαντα. Κατά τις 17.1.03, ο Μ.Υ.1 ζήτησε από τον αποβιώσαντα να παραμείνει στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ως εσωτερικός ασθενής ώστε να διενεργηθούν εξετάσεις για να διαφανεί ο λόγος για τον οποίο δεν μειώθηκε ο όγκος της περικαρδίτιδας, παρά την χορήγηση για ένα ολόκληρο μήνα σχετικής φαρμακευτικής αγωγής που στόχευε στην εν λόγω μείωση. Ο αποβιώσαντας δεν απεδέχθη να εισαχθεί και να παραμείνει εσωτερικός ασθενής στο Νοσοκομείο. Ο Μ.Υ.1 σεβόμενος την απόφαση του αποβιώσαντα, αλλά με γνώμονα το γεγονός της μη μείωσης της ποσότητας του περικαρδιακού υγρού, όρισε την 17.2.03 ως ημερομηνία νέας εξέτασης και επανεκτίμησης της κατάστασης του αποβιώσαντα, δίδοντας όμως στον τελευταίο γραπτό παραπεμπτικό (Τεκμήριο 7) με ένδειξη επί αυτού «Επείγον» για διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, με οδηγίες δε όπως τούτες διενεργηθούν άμεσα και εντός λίγων ημερών τύχει ο Μ.Υ.1 σχετικής ενημέρωσης. Ούτε ο Μ.Υ.1, αλλά ούτε οποιοσδήποτε άλλος γιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ενημερώθηκε από τον αποβιώσαντα ή οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο, για τα αποτελέσματα των εν λόγω αιματολογικών εξετάσεων ή άλλων τέτοιων εξετάσεων (Τεκμήριο 5) ή έστω για το κατά πόσο διενεργήθηκαν σχετικές αιματολογικές εξετάσεις. Όταν στις 29.1.03 ο αποβιώσαντας μεταφέρθηκε εσπευσμένα, με σχετικό παραπεμπτικό, από το Ιατρικό Κέντρο Κάτω Πύργου Τυλληρίας, στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, και σε κάποιο στάδιο, κατόπιν των αποτελεσμάτων ακτινογραφίας διεφάνη η περισυλλογή υγρού στην περιοχή των πνευμόνων αμφοτερόπλευρα και κατόπιν διαγνωστικής παρακέντησης προέκυψε ότι το εν λόγω υγρό ήτο πυώδες, άμεσα ο αποβιώσαντας τέθηκε υπό υψηλή δόση αντιβιοτικής ενδοφλέβιας αγωγής με σκοπό την αναχαίτιση και γενικά αντιμετώπιση της λοιμώδους κατάστασης την οποία αντιμετώπιζε, ως τούτο προέκυπτε από την ύπαρξη του πυώδους υγρού στην περιοχή των πνευμόνων και εν γένει, της κοιλιακής χώρας. Κατά την επίσκεψη του αποβιώσαντα στις 29.1.03 το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, τούτος ήδη βρισκόταν υπό σηπτικού σιοκ και ήδη η κατάσταση του χαρακτηριζόταν ως βαριά και όπως διεφάνη, μη αναστρέψιμη. Το κατά πόσο ο αποβιώσαντας στις 17.1.03, που εξετάστηκε από τον Μ.Υ.1, είχε ήδη πληγεί από την φλεγμονή που προκάλεσε την πνευμονική εμβολή και απλά δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε συμπτώματα που μπορούσαν να διαγνωστούν με κλινική εξέταση ή κατά πόσο η εν λόγω φλεγμονή έπληξε τον αποβιώσαντα σε χρόνο μετά τις 17.1.03, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο. Κατάληξη Με γνώμονα την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν το ενώπιον μου υπό εξέταση θέμα και τα ευρήματα μου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του Εναγομένου. Η όλη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεικνύει ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση που θα έπρεπε να πληρείται για να αποδειχτεί αμέλεια εκ μέρους του Εναγομένου. Και τούτο γιατί με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου, οι γιατροί και/ή οι λειτουργοί του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου δεν ενήργησαν και/ή παρέλειψαν να ενεργήσουν με οποιονδήποτε τρόπο που να ισοδυναμεί με παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλαν και έπρεπε να επιδείξουν προς τον αποβιώσαντα. Τουναντίον, πάντοτε με γνώμονα τα γεγονότα και δεδομένα που ήρθαν εις γνώση τους, επέδειξαν τουλάχιστον την αναμενόμενη και αναγκαία επιμέλεια και προσοχή προς τον αποβιώσαντα, τόσο κατά τις επισκέψεις του στις 16.12.02 και στις 17.1.03, όσο και κατά τις δύο τελευταίες μέρες της ζωής του, όταν πλέον βρισκόταν ως εσωτερικός ασθενής στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι όλες ενέργειες των γιατρών και γενικά των λειτουργών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, πάντα σε σχέση με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο αποβιώσαντας, μοναδικό σκοπό είχαν την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας και γενικά των παθήσεων που τη δεδομένη στιγμή αντιμετώπιζε ο αποβιώσαντας με την θεραπεία τους, ώστε ο αποβιώσαντας να ιανθεί. Εκείνο που έκδηλα προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου είναι ότι, δυστυχώς για τον αποβιώσαντα, όταν τούτος στις 29.1.03 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, η λοίμωξη που τον έπληξε, η οποία, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, παρέμεινε άγνωστο το πότε αρχικά προέκυψε, βρισκόταν ήδη σε πολύ προχωρημένο στάδιο και είχε ήδη πλήξει τα ζωτικά του όργανα, σε βαθμό που παρά την χορήγηση σε αυτόν υψηλής και έντονης ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής (που ήταν και η πρέπουσα αγωγή για να αντιμετωπιστεί και να αναχαιτιστεί η λοίμωξη η οποία ήταν και η πάθηση από την οποία έπασχε ο αποβιώσαντας), τούτος κατέληξε δια πνευμονικής εμβολής η οποία προκλήθηκε από θρόμβο. Η δημιουργία θρόμβου, συνεπεία λοιμώξεως, αποτελεί μια αναμενόμενη εξέλιξη και η αποτροπή της δημιουργίας του και/ή η μείωση της πιθανότητας δημιουργίας του, είναι άμεσα συνδεδεμένη και συνυφασμένη με το βαθμό και γενικά το εύρος της λοίμωξης. Ως ορθή αντιμετώπιση, σε μια τέτοια περίπτωση, για καταπολέμηση της λοίμωξης, ώστε να αποφευχθούν οι τυχόν συνέπειες της, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία θρόμβου, κρίθηκε η χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβίωσης. Αυτό έπραξαν οι γιατροί, θέτοντας άμεσα τον αποβιώσαντα υπό υψηλής δόσης ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή σε μια προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν και να αναχαιτίσουν την υπαρκτή πάθηση και δη την λοίμωξη. Δυστυχώς, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η κατάσταση της υγείας του αποβιώσαντα, όταν στις 29.1.03 εισήχθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ήταν μη αναστρέψιμη. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο