← Κύπρος

Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου ν. Ανδρέα Κουρέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 1120/2013, 17/1/2014

Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου ν. Ανδρέα Κουρέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 1120/2013, 17/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A16 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1120/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου Αιτήτρια -και-

  1. Ανδρέα Κουρέα
  2. Μιχάλη Κουρέα
  3. Έλενα Κουρέα Καθ' ων η αίτηση --------------------- 17ην Ιανουαρίου 2014 Για την αιτήτρια: κα Γεωργίου Για τους καθ' ων η αίτηση: κος Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι το αίτημα της Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου (στη συνέχεια η Συνεργατική) για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε εναντίον των καθ' ων η αίτηση την 25.2.2013, ώστε να δύναται να εκτελεστεί. Οι καθ' ων η αίτηση δεν καταχώρησαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και αυτό παρ' ότι εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο. Παρεμβάλλω εδώ ότι η επίδικη αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά την 12.9.
  4. Εκείνη την ημερομηνία εμφανίστηκε στο Δικαστήριο συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση και ζήτησε χρόνο ώστε να καταχωρίσει ένσταση. Συνακόλουθα, η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες την 22.10.2013, με δικαίωμα καταχώρισης ένστασης μέχρι τότε. Εν τούτοις, η ένσταση δεν καταχωρίστηκε και κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση δόθηκε περαιτέρω χρόνος, ήτοι τρεις, τουλάχιστον, ημέρες πριν την 26.11.2013, ημερομηνία που η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες. Ούτε σε αυτή την τελευταία ημερομηνία καταχωρίστηκε ένσταση και συνεπώς η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση. Την 9.12.2013, δηλαδή την ημερομηνία που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, διαπιστώθηκε ότι και πάλιν δεν καταχωρίστηκε ένσταση. Το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής που υπεβλήθη και προχώρησε στην ακρόαση της αίτησης. Παρ' όλα ταύτα, δόθηκε άδεια στο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση να αγορεύσει επί νομικού και μόνο ζητήματος. Ως εκ των πιο πάνω, το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση προκύπτει από τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τούτη. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι την 25.2.2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον των καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €5.392,70 πλέον τόκο 9% ετησίως, ανατοκιζόμενο την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας. Η διαιτητική απόφαση είναι το τεκμήριο Α στην επίδικη αίτηση. Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση φαίνεται στο τεκμήριο Β. Τούτο το τεκμήριο σχολιάζω πιο κάτω εφόσον το περιεχόμενο του αποτέλεσε τη διελκυστίνδα των μερών. Εν κατακλείδι, είναι γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν εφεσίβαλαν τη διαιτητική απόφαση εντός 21ος ημερών από της γνωστοποιήσεως τούτης. Εφόσον η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση επικεντρώνεται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου Β, η διερεύνηση τούτου κρίνεται αναγκαία. Το τεκμήριο Β συνιστά δήλωση παραλαβής της διαιτητικής απόφασης. Από το ίδιο το έντυπο αποκαλύπτεται ότι η μορφή που προσλαμβάνει είναι σύμφωνη με τον τύπο αριθμός
  5. Ό,τι συνάγεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου Β είναι πως η διαιτητική απόφαση παρελήφθη την 25.2.2013 από τον Μιχάλη Κουρέα (καθ' ου η αίτηση 2). Ο εν λόγω παρουσιάζεται να παρέλαβε τη διαιτητική απόφαση τόσο προσωπικά όσο και για τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  6. Σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στο τεκμήριο Β, ο μεν καθ' ου η αίτηση 1 είναι πατέρας του παραλήπτη, η δε καθ' ης η αίτηση 3 σύζυγος τούτου. Οι αιτιάσεις του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση αφορούν μόνο τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  7. Είναι η θέση του ότι το τεκμήριο Β αποκαλύπτει πως η διαιτητική απόφαση ουδέποτε γνωστοποιήθηκε σε αυτούς. Επιπλέον, είναι η θέση του συνηγόρου πως η παραλαβή της διαιτητικής απόφασης από τον καθ' ου η αίτηση 2 δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 52

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/
  1. Αντίθετη είναι η θέση της Συνεργατικής που υποστηρίζει ότι όπερ έδει δείξαι. Υποστηρίζει συναφώς ότι ο νόμος επιβάλλει γνωστοποίηση και όχι προσωπική επίδοση και συνεπώς η σχετική πρόνοια ικανοποιήθηκε ευθύς μόλις ο καθ' ου η αίτηση 2 παρέλαβε το τεκμήριο Β για τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Προς υποστήριξη των πιο πάνω οι αιτητές επικαλούνται την απόφαση Νικολάου v Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφ. 357/08 ημερ. 11.4.
  3. Ενόψει των επιχειρημάτων που αμφότερες οι πλευρές προώθησαν κρίνω ότι επιβάλλεται παράθεση του εδαφίου
(4)του άρθρου 52 του σχετικού νόμου. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως· «
(4)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Δικαιολογημένα οι δύο πλευρές επικαλούνται τα αναφερόμενα στην υπόθεση Νικολάου πιο πάνω. Είναι γεγονός πως στην εν λόγω απόφαση συνοψίζεται ό,τι επιβάλλεται να αποδειχθεί ώστε να εγγραφεί η διαιτητική απόφαση. Όπως αναφέρθηκε∙ «.η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδωση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου δια της εφαρμογής των αναλόγων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. . Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι η γνωστοποίηση διαιτητικής απόφασης είναι υποχρέωση που βαρύνει τον αιτητή, ο οποίος και οφείλει να την αποδείξει. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν έχει σημασία αν ο καθ' ου η αίτηση εμφανίζεται ή όχι στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης συνιστά συστατικό στοιχείο της εγγραφής και δίχως απόδειξη τούτου η διαιτητική απόφαση δεν εγγράφεται, έστω και αν ουδείς εμφανίζεται για τον καθ' ου η αίτηση. Εν ολίγοις, η διερεύνηση των συστατικών στοιχείων δεν εξαρτάται από την εμφάνιση ή μη του διαδίκου. Ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Βασούλας Τάσου (Κακούρη)
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1372, η μείζονα σημασία που προσλαμβάνει η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης οφείλεται στο ότι συναρτάται με τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης, σε εκείνη όμως τη διάσταση στην έκταση που αφορούσε την επίδοση της αίτησης αφ' εαυτής. Σχετική εν προκειμένω είναι και η απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Σωτήρη Δημοσθένους
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1699, 1704. Εκεί ο έντιμος Δικαστής Καλλής πραγματεύθηκε τη μεθοδολογία γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης και υπέδειξε ότι προφορική γνωστοποίηση είναι αρκετή. Υποδεικνύω εν τούτοις πως από την όλη απόφαση καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε ως γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε, έστω προφορικά, στον ενδιαφερόμενο. Επρόκειτο δηλαδή για εύρημα του Δικαστηρίου μετά από αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Ο Δικαστής Καλλής πραγματεύθηκε το ίδιο ζήτημα και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Χρίστου Χριστοφόρου κ.α
(1999)1Β Α.Α.Δ. 980. Στη σελίδα 984 ανέφερε ότι: «Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 52
(4)οι αιτητές είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Δεν έχουν ασκήσει έφεση γιατί δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους αιτητές, η καθ΄ ης η αίτηση, προχώρησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης χωρίς να είχε δώσει την ευκαιρία στους αιτητές να λάβουν τα υπό του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης απαιτούν όπως στα μέρη μιας διαδικασίας παρέχεται πλήρης ευκαιρία να ακουστούν. Εμπεριέχουν την υποχρέωση ακριβοδίκαιης δράσης από τα σώματα που λαμβάνουν αποφάσεις (R. v. Home Secretary ex. P. Santillo [1981] Q.B. 778). Εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια απόφαση επηρεάζει τα δικαιώματα ενός διαδίκου (Ridge v. Baldwin [1964] A.C. 40). Στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητος. Προκύπτει, επομένως, ότι οι αιτητές δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Αγνοούσαν μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας η οποία τους αφορούσε και επηρέαζε τα νόμιμα δικαιώματα τους. Τέτοια άγνοια, καθώς έχει νομολογηθεί, συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Fleet Mortgage v. Lower Maisonette [1972] 1 W.L.R. 765 και Natural Justice by Paul Jackson, Second ed., σελ. 60). Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει τη νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της». Επαναλαμβάνω εδώ ότι οι αιτιάσεις του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση εστιάζονται στους καθ' ων η αίτηση 1 και 3 μόνο. Αυτό γιατί δεν έτυχαν, σύμφωνα με το συνήγορο, δέουσας γνωστοποίησης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι για να διαπιστωθεί κατά πόσο ικανοποιείται η υποχρέωση που θέτει ο νόμος για γνωστοποίηση, επιβάλλεται διερεύνηση των περιβάλλουσων περιστάσεων. Σε σχέση με τη δικανική διάσταση του θέματος δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η εμβέλεια της φράσης γνωστοποίηση, στο άρθρο 52
(4)του σχετικού νόμου, είναι ευρύτερη εκείνης που προσλαμβάνει ο δικανικός όρος επίδοση. Εξ ορισμού η γνωστοποίηση συντελείται ποικιλοτρόπως και δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Εδώ μοναδική προϋπόθεση είναι ο ενδιαφερόμενος να καταστεί κοινωνός της διαιτητικής απόφασης και ο νόμος δεν περιορίζει και ούτε εξειδικεύει τον τρόπο με τον οποίο τούτη η απόφαση θα περιέλθει σε γνώση του. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Δημοσθένους, πιο πάνω, μπορεί να επιτευχθεί και προφορικά. Εν τούτοις, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η σημασία της. Ο λόγος για τον οποίο επιβάλλεται η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης είναι γιατί από εκείνη την ημέρα, δηλαδή της γνωστοποιήσεως, άρχεται η προθεσμία των 21ος ημερών εντός των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εφεσιβάλει τη διαιτητική απόφαση. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι αν ο ενδιαφερόμενος δεν λάβει ικανοποιητική ή αρμόζουσα γνώση της διαιτητικής απόφασης, εξουδετερώνεται, εμμέσως, η προθεσμία που τάσσει ο νόμος και στερείται ο ενδιαφερόμενος το δικαίωμα έφεσης. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η γνωστοποίηση πρέπει να αποδεικνύεται με θετική μαρτυρία. Δεν εξειδικεύω τούτη τη μαρτυρία φοβούμενος μη τυχόν την περιορίσω εάν παραλείψω παράμετρο που ενδεχομένως αδυνατώ να συλλάβω. Εν πάση περιπτώσει, ζητούμενο είναι πάντα κατά πόσο επιτεύχθηκε γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Με οπλοστάσιο όλα τα πιο πάνω επιστρέφω στην υπό κρίση αίτηση. Επαναλαμβάνω ότι είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο καθ' ου η αίτηση 2 παρέλαβε τη διαιτητική απόφαση. Από αυτό και μόνο το γεγονός δεν χωρεί αμφιβολία ότι η διαιτητική απόφαση (τεκμήριο Α), η οποία διαπιστώνεται ότι φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση
  1. Συνεπώς, η διαιτητική απόφαση δεν μπορεί παρά να εγγραφεί στην έκταση που αφορά τον καθ' ου η αίτηση
  2. Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 3 σχετική είναι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως∙ «
  3. Η ως άνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε με προσωπική επιστολή προς τον Καθ΄ου η Αίτηση Τεκμήριο Β». Αυτή η δήλωση, η οποία εξετάζεται σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του τεκμηρίου Β, δεν μπορεί παρά να εκληφθεί ότι σημαίνει πως εκείνος ο οποίος έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης είναι μόνο ο καθ' ου η αίτηση
  4. Αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο Β όπου αποκαλύπτεται ότι μόνο εκείνος παρέλαβε την απόφαση. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι οι αιτητές κανένα ισχυρισμό προβάλλουν αναφορικά με γνωστοποίηση της απόφασης στους καθ' ων η αίτηση 1 και
  5. Οι αιτητές δεν υποστηρίζουν ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 έλαβαν γνώση της διαιτητικής απόφασης από τον καθ' ου η αίτηση
  6. Ούτε και μπορεί να υποτεθεί κάτι τέτοιο από τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Προφανώς η Συνεργατική δεν έχει τέτοια γνώση και αυτός είναι και ο λόγος που στην ένορκη δήλωση της αίτησης χρησιμοποιείται ενικός και όχι πληθυντικός. Από αυτό όμως διαπιστώνεται πως οι αιτητές (η Συνεργατική) δεν υποστηρίζουν ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 έλαβαν γνώση της διαιτητικής απόφασης. Ούτε η παραλαβή της διαιτητικής απόφασης από τον καθ' ου η αίτηση 2, από μόνη της και δίχως έστω ισχυρισμό που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο, συνιστά γνωστοποίηση για τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  7. Αν αυτή ήταν η θέση της Συνεργατικής όφειλαν να το αναφέρουν με πάσα σαφήνεια στην ένορκη δήλωσή τους. Εκεί όμως αρκέστηκαν σε αναφορά ότι η απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση. Αν και δεν επεξηγούν ποιον καθ' ου η αίτηση εννοούν, προφανώς αναφέρονται στον καθ' ου η αίτηση 2 εφόσον παραπέμπουν στο τεκμήριο Β όπου φαίνεται ότι μόνο εκείνος παρέλαβε την απόφαση. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η Συνεργατική δεν απέδειξε πως η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους καθ' ων η αίτηση 1 και
  8. Συνακόλουθα, στην έκταση που η αίτηση αφορά τους καθ' ων η αίτηση 1 και 3 απορρίπτεται. Παρά το αποτέλεσμα δεν επιδικάζω έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 εφόσον δεν καταχώρισαν ένσταση και η συμμετοχή τους στη διαδικασία περιορίστηκε σε προφορική αγόρευση την ημέρα της ακρόασης. Εν κατακλείδι, διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης εκδίδω για τον καθ' ου η αίτηση
  9. Επιπλέον, υπέρ της Συνεργατικής και εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 επιδικάζω και τα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.