Αναφορικά με την Εταιρεία Koultis Holdings Ltd, Αρ. Αίτησης: 905/2011, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 905/2011 Αναφορικά με την Εταιρεία Koultis Holdings Ltd και Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) ------------------- Αίτηση από την Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) ημερ. 29 Οκτωβρίου 2013 για Καταχώρηση Συμπληρωματικής και/ή Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης 13 Ιανουαρίου,
- Για τους Αιτητές: κ. Χρ. Νικολάου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Α. Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.8.2013, και στη βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 23.8.2013 (στη συνέχεια «η κυρίως αίτηση»), οι Αιτητές πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση που στην ουσία εμποδίζουν τους Καθ΄ ων η Αίτηση και τρίτο πρόσωπο να εκτελέσουν μια συμφωνία. Τα γεγονότα της κυρίως αίτησης καταγράφηκαν σε συνοδευτική ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουάλη ημερ. 23.8.
- Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση στηριζόμενη σε συνοδευτική ένορκη δήλωση του Γιώργου Φιλιππίδη ημερ. 11.10.
- Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης (στη συνέχεια «η Αίτηση»), με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να τους επιτρέπεται η εντός δύο ημερών και/ή εντός χρόνου που θα καθορίσει το Δικαστήριο η καταχώρηση από τους Αιτητές συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της κυρίως αίτησής τους. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Ιωάννου, που συνοδεύει την Αίτηση, σκοπός της Αίτησης είναι για να απαντηθούν και/ή αντικρουστούν ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση Φιλιππίδη ημερ. 11.10.2013 οι οποίοι, ως οι Αιτητές διατείνονται, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, είναι παραπλανητικοί και αβάσιμοι και σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο και να επηρεάσουν αρνητικά την κρίση του ως προς την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ των αιτουμένων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα οι Αιτητές αιτούνται να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 10, 17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23 της ένορκης δήλωσης Φιλιππίδη. Ανυπόγραφο αντίγραφο της προτεινόμενης συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης του Ανδρέα Κουάλη επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι στο Τεκμήριο Α φαίνονται οι εξηγήσεις από πλευράς τους, οι οποίες μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ούτως ώστε να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει, αλλά και για να σχηματίσει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς των μερών. Ειδικότερα, οι λόγοι που οι Αιτητές αιτούνται την καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Προέκυψε η ανάγκη να δοθούν απαντήσεις και διευκρινίσεις που δεν ήταν απαραίτητο ή δυνατόν να δοθούν εξ αρχής καθώς αφορούν σε παραπλανητικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση Φιλιππίδη που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ ης η Αίτηση, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν και πάντως οι Αιτητές δεν είχαν το βάρος να τους προβλέψουν ή να τους απαντήσουν προκαταβολικά. Β. Η Καθ' ης η Αίτηση προσπαθεί να εισάξει πολιτικά θέματα στην μεταξύ των διαδίκων ιδιωτική διαφορά και είναι η θέση των Αιτητών ότι υπάρχει καλός λόγος και είναι απαραίτητο να απαντήσουν έστω και γενικά στους εν λόγω ισχυρισμούς καθώς αυτοί είναι ψευδείς και παραπλανητικοί. Γ. Ο κ. Φιλιππίδης στην Ένορκη Δήλωση Φιλιππίδη προβαίνει σε ισχυρισμούς και συμπεράσματα επί γεγονότων που αμφισβητούνται ευθέως από τους Αιτητές και επί των οποίων μπορεί και πρέπει να δοθούν συγκεκριμένες απαντήσεις προκειμένου να σχηματίσει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα. Δ. Είναι δίκαιο ειδικά να απαντηθούν τα νομικά επιχειρήματα που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση Φιλιππίδη και στις συνημμένες σε αυτή γνωματεύσεις σε σχέση με το ρωσικό Δίκαιο, τα οποία είναι ψευδή και παραπλανητικά και ως εκ τούτου οι Αιτητές με την Προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση επιθυμούν να εισάξουν μαρτυρία εμπειρογνώμονα του ρωσικού Δικαίου έτσι ώστε να απαντήσουν στους εν λόγω ισχυρισμούς και να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την ορθή εικόνα ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Ε. Οι Αιτητές επιθυμούν να απαντήσουν σε νομικά αβάσιμα επιχειρήματα και/ή νομικά παραπλανητικές θέσεις που εγείρονται στην Ένορκη Δήλωση Φιλιππίδη που σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ως προς την βάση της απαίτησης των Αιτητών σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτές προκύπτουν από τις συμφωνίες δανείων που υπέγραψαν με τους Αιτητές. ΣΤ. Η αιτούμενη θεραπεία για Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να επιτρέπει την καταχώρηση της Προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, κρίθηκε αναγκαία έτσι ώστε να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα οι θέσεις και των δύο πλευρών, καθώς επίσης για να μην βρεθούν οι Αιτητές σε δυσμενέστερη θέση, σε περίπτωση που δεν τους επιτραπεί η καταχώρηση της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.» Η Αίτηση έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48, θθ. 1-4 και 9, τη σχετική νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια, τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται στην Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους:
- Ο Ενόρκως Δηλών, Χρίστος Ιωάννου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές δεν μπορεί να γνωρίζει τα γεγονότα για να ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη περιέχει θέσεις ισχυρισμούς, γεγονότα τα οποία είναι παραπλανητικά, αβάσιμα και αναληθή. Η μαρτυρία του είναι εξ ακοής. Εν πάση περιπτώσει ο ενόρκως Δηλών δεν είναι εκ των δικηγόρων του γραφείου που χειρίζονται την υπόθεση. Επίσης ούτε ο προτεινόμενος ενόρκως δηλών Ανδρέας Κουάλης είναι ένας εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση για να μπορέσει να ορκιστεί εκ μέρους των Αιτητών.
- Δεν συντρέχει καλός λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε έχουν αποδείξει κάτι τέτοιο οι Αιτητές.
- Δεν έχει αποδειχθεί αναγκαιότητα στην καταχώρηση απαντητικής ένορκης Δήλωσης. Επίσης η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν αφορά νέα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση τους μετά την καταχώρηση της ένστασης αλλά αφορά γεγονότα τα οποία γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν.
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι αχρείαστη και καταχρηστική. Η αίτηση καταχωρήθηκε με στόχο την καθυστέρηση εκδίκασης της αίτησης ημερ. 23/08/2013 με απώτερο σκοπό τη διατήρηση του διατάγματος ημερ. 26/08/2013 εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση.
- Δεν προβλέπεται από τους θεσμούς η καταχώρηση απαντητικής Ενόρκου Δηλώσεως και οι ισχυρισμοί που θέλουν να απαντήσουν οι Αιτητές ήταν γνωστοί σε αυτούς προ της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης ήτοι από τις 04/04/2012 ημερομηνία καταχώρησης της ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης αφού προβάλλονται οι ίδιοι ισχυρισμοί. Δηλαδή γνώριζαν τη βάση της Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση από την 04/04/
- Οι Αιτητές είχαν υποχρέωση στα πλαίσια της αίτησης για έκδοσης του προσωρινού διατάγματος μονομερώς να προβούν σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων ακόμη και των γεγονότων που επικαλούνται στην ένσταση τους οι Καθ' ων η Αίτηση και να θέσουν και τις δικές τους θέσεις επ αυτών για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη εικόνα επί των γεγονότων κάτι το οποίο παρέλειψαν να πράξουν. Στο παρόν στάδιο καταχρηστικά επιζητούν να απαντήσουν οι Αιτητές στους εν λόγω ισχυρισμούς και αδικαιολόγητα ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν προγενέστερα της αίτησης.
- Δεν εξηγούν με σαφήνεια για ποιο λόγο δεν ήταν απαραίτητο ή δυνατόν να δοθούν οι ισχυριζόμενες απαντήσεις και διευκρινίσεις εξ αρχής.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως σκοπό να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Η ένορκος δήλωση επίσης είναι γενική και αόριστη από την οποία δεν προκύπτει αναγκαιότητα καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην πραγματικότητα οι Αιτητές επιθυμούν με την προτεινόμενη απαντητική ένορκη δήλωση να εισάξουν δικές τους θέσεις και συμπεράσματα επί των θέσεων που προβάλλει ο κ. Φιλιππίδης στην ένσταση του κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο.
- Οι Αιτητές με την αίτηση τους και μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιχειρούν να επανορθώσουν παράλειψη πληροφόρησης με σκοπό να μεταβάλουν την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο.
- Δεν μπορεί σε μονομερή αίτηση για διάταγμα να επιχειρείται καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με το σκεπτικό ότι θα πρέπει να δοθεί απάντηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση.
- Οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο ενόρκως δηλών για να εγκριθεί το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης ουσιαστικά στηρίζονται στην επιθυμία και/ή εισήγηση να προβάλουν παραλείψεις τους στο Δικαστήριο αλλά και το Δικαστήριο να προβεί ουσιαστικά σε εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο.
- Με την αιτούμενη καταχώρηση απαντητικής Ενόρκου Δηλώσεως εκτροχιάζεται περαιτέρω η εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα μέσα στα διαγραφέντα και/ή εντός εύλογου χρόνου ως καθορίζεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε στα θέματα τα οποία με πάγια νομολογία θα κρίνει το Δικαστήριο αν συνυπάρχουν για την έκδοση ή μη διατάγματος ήτοι καλή βάση αγωγής, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ανεπανόρθωτη ζημιά. Για τα θέματα αυτά υπάρχει ήδη πλήρες και επαρκές υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση Φιλιππίδη, που συνοδεύει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, Δ.39, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4 και 9, στα άρθρα 2, 209, 211, 212(α), (γ), 214, 216, 217 και 301
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στη Δ.48, Καν. 1, 2
(1)και 2, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Να σημειωθεί ότι τα προσωρινά διατάγματα βρίσκονται σε ισχύ από τις 26.8.
- Οι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Έχω εξετάσει τα επίδικα ζητήματα και έχω λάβει υπόψη τις αγορεύσεις. Στο παρόν στάδιο θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ, σε γενικές γραμμές, στο νομικό πλαίσιο που διέπει αιτήσεις όπως η παρούσα. Σημειώνω ότι η εκδίκαση μιας ενδιάμεσης αίτησης ρυθμίζεται από τη Δ.
- Η Δ.48, θ.4
(2)(όπως τροποποιήθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 23.12.1999), προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39". Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4
(2)κατά την ακρόαση αιτήσεων δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται είτε με αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος ή με την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων∙ και στις δύο περιπτώσεις κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Από το γράμμα της Δ.48, θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη. Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει ο αιτών να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει «καλός λόγος» για κάτι τέτοιο. Παρόλο ότι ο ορισμός του «καλού λόγου» δεν δίδεται στην εν λόγω διάταξη, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι οι ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) ΑΑΔ 979, 982, που αφορούσε αίτηση για χορήγηση άδειας για certiorari και που αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση της σχετικής διάταξης, αναφέρθηκαν κάποια σχετικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν αναφέρεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τους αντιδίκους. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» είναι αλληλένδετος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τινός, «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Εν προκειμένω, δεδομένης της έκδοσης των προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ημερ. 26.8.2013, η ακρόαση που θα ακολουθήσει θα έχει ως αντικείμενο την οριστικοποίηση ή την ακύρωση των διαταγμάτων αυτών. Το ζήτημα θα αποφασισθεί πλέον επί τη βάσει των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Αίτηση, καθώς και αυτών που αναφέρονται στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Στη βάση των ενόρκων δηλώσεων των αντιδίκων πλευρών θα εξεταστεί η συνδρομή σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Θα εξεταστεί, επίσης, το κατά πόσο ενδεχόμενη άρνηση οριστικοποίησης των ήδη εκδοθέντων παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων θα καταστήσει την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης δυσχερή ή αδύνατη. Τέλος, θα εξεταστεί και το κατά πόσο οι Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πίστη, αποκαλύπτοντας όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η εξέταση αυτή θα συνίσταται σε μία εκ πρώτης όψεως θεώρηση των περιστάσεων εφόσον η ενδιάμεση αυτή διαδικασία δεν προορίζεται για διαπιστώσεις ως προς την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος των Εναγόντων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015, 2041). Συνεπώς, συμφωνώ με τη θέση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι από τη στιγμή που τα επίδικα διατάγματα ημερ. 26.8.2013 εκδόθηκαν μονομερώς, κατά την εξέταση του ζητήματος της συνέχισης ή μη της ισχύος των, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γεγονότα πρόσθετα από αυτά που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το αρχικό στάδιο. Το όλο θέμα νομικά εντάσσεται στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει ο διάδικος που προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο να παρουσιάσει το σύνολο των ουσιαστικών γεγονότων στα οποία στηρίζει το αίτημά του. Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης ή απαντητικής μαρτυρίας από πλευράς των Αιτητών, η οποία σκοπό έχει να συμπληρώσει κενά και να δικαιολογήσει, εκ των υστέρων, τη βασιμότητα εκδοθέντων ήδη διαταγμάτων. Η παραμονή δε σε ισχύ οποιουδήποτε διατάγματος και η οριστικοποίησή του κρίνεται, χωρίς άλλο, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης μονομερώς του διατάγματος και δεν επιτρέπεται η επανόρθωση οποιωνδήποτε παραλείψεων εκ των υστέρων. Επί του προκειμένου, παραπέμπτω στην υπόθεση St. Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1220, 1223, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.. σε περιπτώσεις που το δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση .. και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται, με βάση τη νομολογία, η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία.» Διϊστάμενες απόψεις για τα επί μέρους θέματα, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκρυση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προέκυψαν, οικονομικών ή άλλων, δεν φανερώνει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο ότι η επίλυση της διάστασης και η τελική κατάληξη επί των γεγονότων, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής [βλ. Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1(Α) ΑΑΔ 209]. Πρόκειται για αντικρουόμενες θέσεις ή επεξηγήσεις που δεν είναι του παρόντος να εξεταστούν εφόσον, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν κρίνει ή αξιολογεί σε τελική μορφή τις θέσεις των μερών. Το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασιστούν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 [βλ. Parico Aluminium (ανωτέρω), Ντάγκλας v. Ντάγκλας
(2004)1(Α) ΑΑΔ 629, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) AAΔ.225]. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη της Αίτησης απευθύνεται περισσότερο προς την ουσία της υπόθεσης παρά προς τα διέποντα ενδιάμεσα διατάγματα. Οι Αιτητές ζητούν ουσιαστικά την αποδοχή της δικής τους εκδοχής των πραγμάτων στο στάδιο της Αίτησης. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό και θα αντιστρατεύετο το σκοπό της επίδικης διαδικασίας [βλ. Ντάγκλας (ανωτέρω)]. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές ζητούν να απαντήσουν επί των ισχυρισμών που περιέχονται στις παραγράφους 10, 17-23 της ένορκης δήλωσης Φιλιππίδη ημερ. 11.10.
- Οι ίδιοι ισχυρισμοί προβάλλονται στις παραγράφους 9, 22-27 και 30 στην ένορκη δήλωση Φιλιππίδη που καταχωρήθηκε στην αίτηση εκκαθάρισης στις 4.4.
- Επομένως, οι Αιτητές γνώριζαν από τότε τη θέση της υπεράσπισης των Καθ΄ ων η Αίτηση και, ως εκ τούτου, όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση, καθώς και τους δικούς τους ισχυρισμούς που επιδιώκουν να εισάξουν με την Αίτησή τους κατά το χρόνο έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς, κάτι το οποίο παρέλειψαν να πράξουν. Συνοπτικά, οι Αιτητές με την Αίτησή τους επιδιώκουν να θέσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς για το θέμα ανανέωσης της δανειακής σύμβασης και για τις προϋποθέσεις καταχώρησης αίτησης εκκαθάρισης σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο, όπου, βάσει της γνωμάτευσης που έλαβε ο Φιλιππίδης από τους Ρώσους δικηγόρους έπρεπε, μεταξύ άλλων, να προηγηθεί δικαστική απόφαση από Ρωσικό Δικαστήριο ότι οι συμφωνίες δανείων ήταν άκυρες. Οι εν λόγω θέσεις ήσαν γνωστές στους Αιτητές πριν από την καταχώρηση της Αίτησης. Στο παρόν στάδιο, καταχρηστικά επιζητούν να απαντήσουν οι Αιτητές στους εν λόγω ισχυρισμούς και αδικαιολόγητα ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν πριν την Αίτηση. Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η Αίτηση είναι αχρείαστη και καταχρηστική. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης ημερ. 23.8.2013, με απώτερο στόχο τη διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 26.8.2013 εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Με την Αίτηση εκτροχιάζεται η περαιτέρω εκδίκαση της κυρίως αίτησης εντός ευλόγου χρόνου, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία. Με αυτά ως δεδομένα, και έχοντας εξετάσει τις επίμαχες παραγράφους της ένορκης δήλωσης Φιλιππίδη, ημερ. 11.10.2013, που οι Αιτητές επιθυμούν να αντικρούσουν ως αναληθείς με την καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης, καταλήγω πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται ήδη ενώπιόν μου, επαρκεί για την ακρόαση της κυρίως αίτησης ημερ. 23.8.2013 εντός του θεσμοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου που διαγράφεται ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ο ομνύων για τους Αιτητές Χρίστος Ιωάννου ισχυρίζεται προς υποστήριξη του αιτήματος για καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις «καλό λόγο». Εν πάση περιπτώσει, τα ζητήματα που ο Χρίστος Ιωάννου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι χρήζουν απάντησης, αφορούν στο θέμα της μη αποκάλυψης και εξετάζονται στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Όσα οι Αιτητές επιδιώκουν να εισαγάγουν, ως συμπληρωματική μαρτυρία, δεν αφορούν στη διαδικασία για την οριστικοποίηση ή ακύρωση των παρεμπιπτόντων προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 26.8.2013 (βλ. κατ΄ αναλογία Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 201, 214-215). Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι βάσιμη. Καθότι μέσα από την αιτούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτό το οποίο ουσιαστικά σκοπείται - υπό την κάλυψη του πέπλου της αντίκρουσης ή αμφισβήτησης των όσων οι Καθ΄ ων η Αίτηση θέτουν στην ένστασή τους - είναι η συμπλήρωση πιθανών ελλείψεων και παραλείψεων της μαρτυρίας που οι Αιτητές παρουσίασαν κατά το χρόνο προσέλευσής τους μονομερώς στο Δικαστήριο και έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Με την Αίτηση καλείται το Δικαστήριο να προβεί ουσιαστικά στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο. Η κυρίως αίτηση των Αιτητών συνοδευόταν από μια πολυσέλιδη ένορκη δήλωση και μεγάλο όγκο τεκμηρίων. Τα έγγραφα, όμως αυτά ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, και οι διάδικοι, θα έχουν την ευκαιρία να προβάλουν τα νομικά επιχειρήματα και σχόλιά τους επί τούτων. Συνοπτικά, η προτεινόμενη συμπληρωματική και/ή απαντητική ένορκη δήλωση, στο σύνολό της, συνιστά και περιέχει ανεπίτρεπτη επιπρόσθετη μαρτυρία, αλλά και επιχειρήματα. Είναι αυτά δεδομένα που δεν δικαιολογούν συνδρομή «καλού λόγου», ούτως ώστε να ασκηθεί προς όφελος των Αιτητών η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης. Η πιο πάνω κατάληξή μου καλύπτει όλους τους λόγους Ένστασης και δεν χρειάζεται να ασχοληθώ με τον καθένα από αυτούς ξεχωριστά. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. [Υπ.] Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο