The Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd ν. Ιάκωβου Παύλου, Αρ. Αγωγής: 659/2008, 8/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 659/2008 ΜΕΤΑΞΥ: The Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Εναγόντων -και- Ιάκωβου Παύλου Εναγομένου -και- Μαρίας Χριστοδουλίδου Τριτοδιάδικος --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.11.2013 για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως 08 Ιανουαρίου 2014 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Μαλέκκου Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κος Καμένος Για την τριτοδιάδικο: κος Χειμώνας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσης είναι η αίτηση των εναγόντων (στη συνέχεια οι αιτητές) για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Αναφέρω από τώρα ότι η αιτούμενη τροποποίηση έχει ως αντικείμενο μια ημερομηνία. Οι αιτητές ζητούν εν προκειμένω όπως η ημερομηνία 12.6.2000, που στο κλητήριο ένταλμα παρουσιάζεται ως η ημερομηνία υπογραφής πληρεξουσίου εγγράφου, αντικατασταθεί από την ημερομηνία 21.12.
- Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 κκ.1, 2, 3, 5 και 6 και Δ.48 κκ.1, 2, 3 και 8 (v). Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η Έλενα Γούναρη, γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) δεν συναίνεσε στο αίτημα και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Τούτη η ένσταση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 κκ.1-5, Δ.48 κκ.1-4, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρο 25, στο Σύνταγμα, άρθρα 30.2 και 35, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρο 6.1, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60και στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Τούτην ορκίζεται ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση. Αξίζει να αναφερθεί ότι η τριτοδιάδικος δεν καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης και ούτε αγόρευσε. Εν ολίγοις, όπως άλλωστε δήλωσε και ο κος Χειμώνας, άφησε το ζήτημα στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κατ΄ επέκταση, εκείνο που απασχολεί την παρούσα είναι μόνο οι λόγοι ένστασης που ήγειρε ο καθ΄ου η αίτηση. Τούτοι οι λόγοι έχουν ως ακολούθως: «Α. Είναι προϊόν μιας αντικανονικής, παράτυπης και άδικης (Unfair) διαδικασίας, η οποία παραβιάζει τις Αρχές που συνιστούν την έννοια της Δίκαιης Δίκης (Fair Trial) και των Αρχών της Φυσικής Δικαιοσύνης. Β. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που υποβλήθηκε, υπάρχει σοβαρή και ανεπίτρεπτη καθυστέρηση (undue delay) στην υποβολή του αιτήματος και/ή του αιτουμένου διατάγματος και συνιστά μεταξύ άλλων και κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας (Abuse of the Process). Γ. Καταστρατηγεί βασικά υπερασπιστικά μου δικαιώματα ως εναγομένου στην διαδικασία και είναι προϊόν καταπιεστικής διαδικασίας (prejudicial)». Παρεμβάλλω εδώ ότι καμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε ό,τι αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις και στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Αν δεν επαναλαμβάνω ό,τι αναφέρθηκε από τους συνηγόρους δεν είναι γιατί υποτιμώ τη σημασία τους αλλά επειδή η ανάλυση που ακολουθεί πραγματεύεται καθετί σχετικό. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Η υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το δημόσιο συμφέρον. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης αποτυπώθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . .. Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Δεν κρίνεται πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.6.13 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει πρωθύστερη αναζήτηση τούτων. Έχω παραθέσει ήδη τους λόγους στους οποίους ο καθ' ου η αίτηση εδράζει τη θέση ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να εγκριθεί. Αξίζει όμως να λεχθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ανέφερε πως η τροποποίηση αφ' εαυτή, δεν είναι ανεπίτρεπτη. Εκείνο που την καθιστά σήμερα ανεπίτρεπτη, υποστήριξε, είναι η προηγούμενη συμπεριφορά των αιτητών και η διαδικασία που προηγήθηκε του αιτήματος. Το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλει τούτη την εισήγηση συνάγεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως η ακρόαση έχει ήδη αρχίσει και πως ο πρώτος μάρτυρας των αιτητών έδωσε όρκο. Παρ' ότι ο καθ' ου η αίτηση ζήτησε να λάβει τυχόν γραπτή δήλωση του μάρτυρα που ήθελε προωθηθεί ως μέρος της κυρίως εξέτασής του δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9, εν τούτοις ουδέποτε του δόθηκε πριν την ακρόαση. Όταν πλέον του δόθηκε στο στάδιο της ακρόασης, ζήτησε χρόνο να τη μελετήσει. Το Δικαστήριο έδωσε χρόνο 15 λεπτών που όμως δεν ήταν ικανοποιητικός. Στη συνέχεια το Δικαστήριο προέβη σε ρύθμιση της διαδικασίας καλώντας το μάρτυρα να αναγνώσει τη δήλωση ώστε και το ίδιο να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Αφότου αναγνώστηκε τούτη ο καθ' ου η αίτηση υπέβαλε αίτημα αναβολής ώστε να τοποθετηθεί για τη δεχτότητα της γραπτής δήλωσης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε σε νέα ημερομηνία. Σε αυτή την τελευταία δικάσιμο ο συνήγορος του ανέφερε τους λόγους δια τους οποίους δεν έπρεπε να επιτραπεί η κατάθεση της δήλωσης. Μέρος τούτων των λόγων υιοθετήθηκε και από το συνήγορο του τριτοδιάδικου. Σε αυτό το σημείο παρεμβάλλω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την ακρόαση. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του ότι και σε προηγούμενη περίπτωση ζήτησε τη γραπτή δήλωση του μάρτυρα και δεν του δόθηκε από τους αιτητές, αν και πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η ακρίβεια δεν μπορεί να διαπιστωθεί από το πρακτικό του Δικαστηρίου, εφόσον δεν ζητήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας, λόγω του ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους αιτητές και εφόσον δεν βλέπω οιονδήποτε λόγο που τον καθιστά αμφιβόλου ειλικρίνειας, τον αποδέχομαι ως ορθό και αληθή. Αληθής είναι όμως και ο έτερος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Την 08.11.2013 η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών επέλεξε να απαντήσει την ένσταση του καθ' ου η αίτηση αναφορικά με τη δεχτότητα της γραπτής δήλωσης και σχολίασε τελευταία τη θέση ότι η ημερομηνία 21.12.1999 που αναφερόταν στη γραπτή δήλωση δεν ήταν δικογραφημένη. Επί του προκειμένου ανέφερε πως λανθασμένη είναι η ημερομηνία που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα, δηλαδή η ημερομηνία 12.06.2000, και έτσι απέσυρε το αίτημά της για κατάθεση της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, ενώ παράλληλα υπέβαλε και αίτημα αναβολής ώστε να προωθήσει αίτηση τροποποίησης, δηλαδή την επίδικη. Τα αιτήματα εγκρίθηκαν και η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου. Αυτή εν προκειμένω η απόσυρση του αιτήματος για κατάθεση της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα είναι εκείνο που σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση καθιστά σήμερα την έγκριση του αιτήματος τροποποίησης ανεπίτρεπτη και τη διαδικασία παράτυπη και άδικη, εφόσον παραβιάζει τις αρχές για δίκαια δίκη. Αυτές είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση, ενώ διατείνεται περαιτέρω ότι το αίτημα υποβάλλεται με καθυστέρηση. Πριν οτιδήποτε άλλο παρατηρώ ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απολύτως απαραίτητη ώστε οι αιτητές να προωθήσουν την αξίωσή τους σε όλο της το εύρος. Όπως έχω ήδη αναφέρει η τροποποίηση άπτεται της ημερομηνίας που φέρει, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των αιτητών, το πληρεξούσιο έγγραφο που ο καθ' ου η αίτηση χορήγησε τους αιτητές ώστε οι τελευταίοι να διενεργούν χρηματιστηριακές πράξεις εξ ονόματός του. Τούτες δε οι χρηματιστηριακές πράξεις συνιστούν μέρος της αξίωσης των αιτητών εφόσον υποστηρίζουν ότι λόγω τούτων είναι που δημιουργήθηκε η οφειλή. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η ανάγκη για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος είναι δεδομένη. Ό,τι πλέον απομένει είναι να εξεταστεί κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, επέφερε δραστικές και καινοτόμες αλλαγές στο δίκαιο της απόδειξης. Είναι σήμερα δικαίωμα του διαδίκου να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Τούτη η δήλωση, η οποία ετοιμάζεται εκ των προτέρων, αντικατέστησε την κλασσική διαδικασία ερωτοαπαντήσεων. Εν τούτοις η δραστική αυτή τροποποίηση δεν ακύρωσε το δικαίωμα ένστασης που κέκτηται ο έτερος διάδικος. Πλην ενστάσεως που αφορά στο ότι η μαρτυρία είναι εξ ακοής, ζήτημα που ρυθμίζεται ειδικά από την τροποποίηση του Κεφ. 9, άλλες ενστάσεις, φερειπείν η σχετικότητα της μαρτυρίας ή ότι η μαρτυρία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, είναι ανοικτές στους διαδίκους και καθ' όλα επιτρεπτό να εγερθούν. Επί του προκειμένου είμαι της άποψης ότι καθ' όλα επεξηγηματική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 09.11.2007 του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Κώστα Κληρίδη, στην αγωγή 849/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Βλίττης κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., με την οποία ταυτίζομαι απόλυτα. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται είναι πως· «α. Η πλευρά που καλεί το μάρτυρα ή ο ίδιος ο μάρτυρας, να εφοδιάζει την αντίδικη πλευρά με αντίγραφο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης έγκαιρα προτού επιχειρηθεί η παρουσίαση της στο Δικαστήριο, για εξέταση. β. Εάν η αντίδικη πλευρά υπό το φως του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης / δήλωσης ενίσταται, είτε στο να δώσει μαρτυρία ο μάρτυρας είτε στο να γίνει αποδεκτή η προτεινόμενη μαρτυρία του στο σύνολο της ή εν μέρει, δικαιούται αλλά και υποχρεούται να προβάλει την ένσταση της προτού η κατάθεση / δήλωση σημειωθεί σαν μαρτυρία. γ. Το Δικαστήριο αφού ακούσει τις παραστάσεις των δύο πλευρών και αφού έχει εφοδιαστεί με το κείμενο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης, θα αποφασίσει κατά πόσο η κατάθεση / δήλωση ή οποιοδήποτε μέρος αυτής δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σαν μαρτυρία. δ. Εάν παρά ταύτα τέτοια ένσταση δεν εγερθεί πριν από την προσαγωγή της κατάθεσης / δήλωσης και εισαχθεί μέσω αυτής μαρτυρία απαράδεκτη κατά το δίκαιο της Απόδειξης, το Δικαστήριο εν τούτοις σε υστερώτερο στάδιο, ή στο τέλος της δίκης θα ενεργήσει στη βάση μόνο αποδεκτής μαρτυρίας, αγνοώντας οποιανδήποτε μαρτυρία η οποία δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή. Προς υποστήριξη των πιο πάνω απόψεων μου, παραθέτω τις ακόλουθες αρχές οι οι οποίες εκπηγάζουν από τη νομολογία:
- Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση (Βλπ. Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ.Χριστοδούλου.
- Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (Βλπ. Mahattou v. Viceroy Shipping και Lefkaritis Bros v. Tanya Shipping.
- To Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα όπως αποδεχόμενο την εισαγωγή σαν μαρτυρίας του περιεχομένου ενός εγγράφου, κάνει αποδεκτό μόνο ένα μέρος του εγγράφου και αγνοήσει ή διαγράψει άλλο ή άλλα μέρη του εγγράφου που περιέχουν μη αποδεκτή μαρτυρία. ΄Οπως είχε επιβεβαιωθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxia" κ.άλλων μια ένορκη δήλωση η οποία ήταν αποδεκτή σαν μαρτυρία ως «έγγραφη δήλωση» που ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του Α.4 του τότε ισχύοντος περί Αποδείξεως νόμου, μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως προς το υπόλοιπο της μέρος, αφού αγνοηθεί κάποιο μέρος της δήλωσης που συνιστούσε απαράδεκτη μαρτυρία. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, πιστεύω ότι και με βάση το νέο Α.25 του περί Αποδείξεως Νόμου, που κατέστησε δυνατή την αποδοχή μαρτυρίας μέσω έγγραφης κατάθεσης / δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αν το περιεχόμενο της δεν προσκρούει σε κανόνα αποκλεισμού μαρτυρίας και αν ναι, να μην την αποδεχθεί, είτε εν όλω είτε εν μέρει.» Έχοντας αναφέρει τούτα δεν παραλείπω να σημειώσω ότι η ακολουθητέα διαδικασία δεν είναι απαλλαγμένη προβλημάτων. Ένα από αυτά τυγχάνει να είναι εκείνο που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση. Και εξηγώ· Εφόσον η μαρτυρία, ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τούτης, είναι σε γραπτή μορφή, το δεύτερο μέρος, δηλαδή ο διάδικος που έχει δικαίωμα αντεξέτασης, λαμβάνει την απάντηση πρωθύστερα της ερώτησης και μάλιστα για το σύνολο των ερωτήσεων. Η αναφορά μου σε ερώτηση παραπέμπει βέβαια στην προηγούμενη διαδικασία όπου η απάντηση έπετο της ερώτησης και η όποια ένσταση υποβάλλετο μετά από κάθε ερώτηση. Σήμερα όμως παρέχεται ευχέρεια στο διάδικο να αμφισβητήσει το σύνολο ή μεγάλο μέρος τούτου, της μαρτυρίας του αντιδίκου. Η δε ένστασή του υποβάλλεται πριν ακόμη την ανάγνωση του κειμένου. Είμαι της γνώμης ότι όπου είναι βολικό για το Δικαστήριο να αποφανθεί για το σύνολο των ενστάσεων που αφορούν τη γραπτή δήλωση είναι πρέπον να το πράττει. Κρίνω όμως πως στη δοσμένη υπόθεση δεν ήταν τούτη η περίπτωση. Οι πολυάριθμες ενστάσεις αφορούσαν το σύνολο της γραπτής μαρτυρίας, πλην μιας ή δύο τυπικών παραγράφων. Με την ένσταση ζητούμενο ήταν να μην επιτραπεί η ενσωμάτωση της γραπτής κατάθεσης στο μαρτυρικό υλικό. Εν τούτοις το κείμενο της γραπτής μαρτυρίας ουδέποτε ενσωματώθηκε στο μαρτυρικό υλικό. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αναγνωσθεί, και μάλιστα προτού ακουστούν οι θέσεις των πλευρών, ήταν για να δύναται το Δικαστήριο να παρακολουθήσει τις θέσεις που θα προωθούσαν οι ενιστάμενοι στην κατάθεση του κειμένου. Άλλωστε, πως θα μπορούσε να αποφασίσει για κάτι το οποίο δεν γνώριζε. Παρ' όλα αυτά, σημειώνεται ότι ουδέποτε αριθμήθηκε ή έλαβε οιονδήποτε διακριτικό στοιχείο η επίδικη γραπτή δήλωση. Ακολούθως, εφόσον οι αιτητές με την απάντησή τους ζήτησαν αναβολή ώστε να υποβάλλουν γραπτό αίτημα τροποποίησης, απέσυραν, τουλάχιστον για την ώρα, το αίτημα που υπέβαλαν για κατάθεση του γραπτού κειμένου. Άλλωστε αν η τροποποίηση ήθελε εγκριθεί ο μάρτυρας θα εξετάζετο εκ νέου σε σχέση με το ζήτημα που αφορούσε η τροποποίηση. Αυτά όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και το νομικό πλαίσιο που τη διέπει. Οφείλω εδώ να ομολογήσω ότι ξενίζει η συμπεριφορά που επέδειξαν οι αιτητές υπό την εξής έννοια· θα ανέμενε κανείς ότι η γραπτή δήλωση θα δίδετο στην άλλη πλευρά πριν την ακρόαση, καθώς ότι μετά την υπόδειξη της υπεράσπισης ότι η σχετική ημερομηνία δεν είναι δικογραφημένη, θα εγείροντο πάραυτα καλώντας το Δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση για σκοπούς τροποποίησης. Αντ' αυτού εμπλάκηκαν σε αγορεύσεις επί αγορεύσεων, με αποτέλεσμα να αναλωθεί πολύτιμος χρόνος. Αυτή η συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί και να προβληματίσει. Σε αυτό το στάδιο αξίζει να παρεμβληθεί κάτι ακόμα, στοιχείο που επίσης θίγεται από τον καθ' ου η αίτηση. Υποδεικνύει εν προκειμένω πως η αγωγή καταχωρίστηκε την 08.02.2008 και ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 10.09.
- Από το φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση την 04.12.
- Ως εκ των πιο πάνω, διατείνεται ο καθ' ου η αίτηση, το αίτημα υποβάλλεται με ανεπίτρεπτη καθυστέρηση. Έχω υπόψη μου καθετί το οποίο αναφέρθηκε. Αποτίμησα το σύνολο των διαφόρων παραμέτρων στην ορθή τους πιστεύω διάσταση. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι αν η συμπεριφορά των αιτητών κρίνεται ασύγγνωστη, σε βαθμό μάλιστα που να συνιστά κατάχρηση διαδικασίας που το Δικαστήριο οφείλει να καταστείλει. Έχω ήδη αναφέρει τις αρχές που διέπουν το αίτημα όπως και τη θέση μου σε σχέση με τη στάση και συμπεριφορά των αιτητών. Όσο δελεαστική και αν ακούγεται η σχετική εισήγηση του καθ' ου η αίτηση δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι αν το αίτημα ήθελε απορριφθεί οι επιπτώσεις θα είναι στο διάδικο και όχι σε άλλο. Βαρόμετρο όμως είναι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης για χάρη διαπίστωσης της αλήθειας. Έχοντας αυτό κατά νου επαναλαμβάνω ότι η ταλαιπωρία που προηγήθηκε σαφώς και μπορούσε να αποφευχθεί ή έστω περιοριστεί. Αυτό όμως δεν είναι επαρκής λόγος για να τιμωρηθεί ο διάδικος και να αποτραπεί η τροποποίηση. Το απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 συνιστά το απαύγασμα του τρόπου άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Λέχθηκε εκεί ότι· "... .. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . . It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Στη δοσμένη περίπτωση η συμπεριφορά των αιτητών δεν είναι ασύγγνωστη όπως ούτε δόλια. Η όποια καθυστέρηση και ταλαιπωρία προέκυψε από την εν λόγω συμπεριφορά δεν οφείλεται σε κακή πίστη όπως ούτε σε προσπάθεια παραπλάνησης οιουδήποτε. Εν ολίγοις, τίποτα απ' όσα λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ή από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, συνιστά εκτροπή από τα θέσμια. Για δε την καθυστέρηση δεν παραβλέπω ότι είναι μακρά. Εν πάση όμως περιπτώσει, κυρίαρχο δεν είναι η καθυστέρηση αφ' εαυτή αλλά κατά πόσο αναδεικνύει στοιχεία κακοπιστίας. Σημειώνεται δε ότι όπου το αίτημα κρίνεται δικαιολογημένο η καθυστέρηση, ακόμη και μη πλήρως αιτιολογηθείσα, δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση τούτου (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Στην υπό κρίση υπόθεση η καθυστέρηση δεν αποκαλύπτει κακοπιστία και δεν κρίνεται ικανή να αναχαιτίσει το αίτημα που είναι δικαιολογημένο. Εν κατακλείδι, διαπιστώνω ότι η καθυστέρηση και η ταλαιπωρία που θα προκληθεί λόγω της τροποποίησης μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και ως εκ τούτου να αποκατασταθούν με τα έξοδα που θα επιδικαστούν. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο. Ως εκ τούτου εκδίδω διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Για την τροποποίηση να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης πλέον τυχόν διαφυγόντα έξοδα, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Διαφυγόντα έξοδα, αν υπάρχουν, επιδικάζονται και υπέρ της τριτοδιαδίκου και εναντίον των αιτητών. Το σύνολο των εξόδων να καταβληθεί με την αποπεράτωση της διαδικασίας. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο