← Κύπρος

Παντελίτσας Χαραλάμπους ν. Αντώνη Πρωτοπαπά κ.α., Αρ. Αγωγής: 663/2013, 30/1/2014

Παντελίτσας Χαραλάμπους ν. Αντώνη Πρωτοπαπά κ.α., Αρ. Αγωγής: 663/2013, 30/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 663/2013 Μεταξύ Παντελίτσας Χαραλάμπους, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας Και

  1. Αντώνη Πρωτοπαπά, εκ Λευκωσίας
  2. Πάνου Πρωτοπαπά, εκ Λευκωσίας,
  3. Elysee Αρδεύσεις Λτδ και νυν Εlysee Irrigation Ltd, εκ Λευκωσίας
  4. Πρωτοπάν (Επενδύσεις) Λτδ, εκ Λευκωσίας
  5. Χάρη Χαραλάμπους, υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή του Κώστα Χαραλάμπους, εκ Λευκωσίας
  6. Elysee PVC Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων 30 Ιανουαρίου,
  7. Aίτηση για παρεμπίπτοντα διατάγματα ημερ. 28/1/2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Μ. Κωνσταντίνου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους και κ. Παπάμιχαηλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενες εταιρείες 3 και 6 είναι οικογενειακές εταιρείες. Η πρώτη εταιρεία από το 1986 ήταν ιδιοκτησία 4 αδελφών ήτοι του Ανδρέα Χαραλάμπους, του Κώστα Χαραλάμπους, του Αντώνη Πρωτοπαπά και του Λούκα Χαραλάμπους. Η δεύτερη εταιρεία είχε ως αρχικούς μετόχους τον Ανδρέα Χαραλάμπους και τον Αντώνη Πρωτοπαπά. Ο Ανδρέας Χαραλάμπους και ο Κώστας Χαραλάμπους έχουν αποβιώσει. Η ενάγουσα ήταν η σύζυγος του Ανδρέα Χαραλάμπους στην οποία και μεταβιβάστηκαν οι μετοχές του στις 12/10/1998, πριν από το θάνατό του που επήλθε στις 24/8/
  8. Πρόκειται για μέτοχο μειοψηφίας κατέχοντας το 47,5% των μετοχών με ψήφο στην πρώτη εταιρεία και το 48,3% των μετοχών με ψήφο στη δεύτερη εταιρεία. Η βασική εκδοχή και η ουσία του παραπόνου της ενάγουσας, όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του υιού της Άλκη Ανδρέου που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, είναι ότι ο Αντώνης Πρωτοπαπάς και ο υιός του Πάνος Πρωτοπαπάς προσπαθούν με αθέμιτους τρόπους να αποκτήσουν τον έλεγχο της πρώτης εταιρείας. Σε αυτά τα πλαίσια, στις 14/5/1999 ο Κώστας Χαραλάμπους εκχώρησε δυνάμει δωρεάς δέκα μετοχές στην πρώτη εταιρεία στον Αντώνη Πρωτοπαπά χωρίς ενημέρωση προς τους μετόχους, δηλαδή χωρίς να είχε ενημερωθεί βασικά ο Ανδρέας Χαραλάμπους ο οποίος τότε, λόγω της κατάστασης της υγείας του, δεν μπορούσε να ενημερωθεί. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας ο μόνος που θα μπορούσε να έχει ένσταση για την παραχώρηση των δέκα μετοχών ήταν εκείνος. Ακολούθως αποκτήθηκε και ο έλεγχος στο διοικητικό συμβούλιο από τους Αντώνη και Πάνο Πρωτοπαπά σε μια περίοδο που γνώριζαν πως ο Ανδρέας Χαραλάμπους δεν μπορούσε να αντιδράσει και πως οι ελπίδες του για να διατηρηθεί εν ζωή ήταν ανύπαρκτες. Σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο του Ανδρέα Χαραλάμπους και εντός περιόδου πένθους ο Λούκας Χαραλάμπους ζήτησε από την ενάγουσα την υπογραφή κάποιων εγγράφων προβάλλοντας κάποια πρόφαση, ενώ στην πραγματικότητα σκοπός ήταν να επιτύχουν οι εναγόμενοι 1 και 2 τον έλεγχο και της δεύτερης εταιρείας. Η ενάγουσα υπέγραψε και το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθούν 1000 μετοχές της δεύτερης εταιρείας προς την πρώτη εταιρεία, της οποίας είχαν ήδη αποκτήσει ως άνω, τον έλεγχο. Κατά το έτος 2000 ο εναγόμενος 1 εξέφρασε την επιθυμία του να αγοράσει το μισό μερίδιο ή όλες τις μετοχές της ενάγουσας πράγμα το οποίο αυτή και ο υιός της κατηγορηματικά αρνήθηκαν. Κατά το έτος 2001 ο εναγόμενος 1 εισηγήθηκε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των δύο εταιρειών με σκοπό, όπως τους ανέφερε, την ανταμοιβή του για το ότι διηύθυνε την εταιρεία. Η πρότασή του δεν έγινε αποδεκτή. Στις 8/1/2003 έγινε πρόταση για να παραχωρηθούν δωρεάν μετοχές στις δύο εταιρείες στους Αντώνη και Πάνο Πρωτοπαπά με τη δικαιολογία ότι ήθελαν να αμοίβονται για τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί σύμβουλοι. Ετοίμασαν τα σχετικά έγγραφα και τα πήραν στην ενάγουσα για υπογραφή. Παράλληλα ο Λουκάς Χαραλάμπους ανέφερε στον Άλκη Ανδρέου ότι σε περίπτωση που δεν θα υπέγραφε η μητέρα του, ο Αντώνης Πρωτοπαπάς πιθανόν να έκλεινε την εταιρεία και να δημιουργούσε δική του. Ο ίδιος ο Αντώνης Πρωτοπαπάς ανέφερε στην ενάγουσα ότι θα έπρεπε να σκεφθεί καλά την πρόταση του γιατί πιθανόν οι δουλειές να μην πήγαιναν καλά και ότι αν δεν υπέγραφε, το πιο πιθανόν θα ήταν να κλείσει η εταιρεία και να χάσει ακόμα και το σπίτι της. Η ενάγουσα χωρίς να έχει πλήρη γνώση των δεδομένων υπό τις περιστάσεις και υπό τέτοιες πιέσεις ενέδωσε και υπέγραψε για την παραχώρηση δωρεάν μετοχών με τελικό αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της μετοχικής δομής των δύο εταιρείων όπως είναι σήμερα και όπως περιγράφεται στις παραγράφους 29 και 30 της ένορκης δήλωσης του Άλκη Ανδρέου. Κατά το έτος 2004 η ενάγουσα και ο υιός της αρνήθηκαν να συναινέσουν σε περαιτέρω παραχώρηση μετοχών προς τα ίδια πρόσωπα και εν μέσω τεταμένου κλίματος ο Αντώνης Πρωτοπαπάς τους έκανε πρόταση να εξαγοράσει το μερίδιο της ενάγουσας και στις δύο εταιρείες, την οποία αρνήθηκαν. Το 2006 σε συνάντηση στα γραφεία των δικηγόρων τους για να συζητηθεί πιθανόν θέμα εξαγοράς ο Αντώνης Πρωτοπαπάς απείλησε την ενάγουσα και τον υιό της με διάλυση των εταιρειών και δημιουργία από τον ίδιο ανταγωνιστικής εταιρείας. Στην ένορκη δήλωση του Άλκη Ανδρέου ακολουθούν πολλές ακόμα σελίδες με πολλά παράπονα. Ισχυρίζεται ότι δεν συγκαλούνταν ετήσιες γενικές συνελεύσεις, ότι η μητέρα του δεν είχε ενημέρωση για τους λογαριασμούς της εταιρείας, ότι μέρισμα στους μετόχους και για τις δύο εταιρείες δόθηκε για πρώτη φορά το 2009, ενώ από το 2000 οι μισθοί των διευθυντών των δύο εταιρειών και άλλα έξοδα της εταιρείας αυξάνονται συνεχώς. Αναφέρει επίσης ότι υπάρχουν λεφτά δεσμευμένα της μητέρας του καθώς και εγγυήσεις για τις υποχρεώσεις των εταιρειών και ότι ζήτησε την αποδέσμευση τους χωρίς ανταπόκριση. Άλλο μεγάλο κεφάλαιο του έθεσε η ενάγουσα αφορά τις δοσοληψίες για την αγορά δύο οικοπέδων από την πρώτη εταιρεία οι οποίες δεν φαίνεται να εξηγούνται επαρκώς στους ετήσιους λογαριασμούς. Αναφέρεται σε στοιχεία για την αγορά ακινήτου από την εναγόμενη 4, η οποία είναι συνδεδεμένη με τους εναγόμενους 1 και 2, το οποίο αργότερα πωλήθηκε στην πρώτη εταιρεία χωρίς να παρέχονται εξηγήσεις ως προς το γιατί δεν το αγόρασε απευθείας η πρώτη εταιρεία. Σε σχέση με τα ζητήματα αυτά ο Άλκης Ανδρέου προβάλει διάφορους ισχυρισμούς και στη γενική οπισθογράφηση εγείρεται απαίτηση για αποζημιώσεις και διατάγματα. Πιο πρόσφατα στις 19/12/2012 οι Αντώνης και Πάνος Πρωτοπαπάς επανήλθαν με πρόταση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και των δύο εταιρειών. Όπως αναφέρεται στις σχετικές επιστολές σκοπός είναι να εξασφαλιστούν επιπρόσθετα κεφάλαια ώστε να «βοηθήσουν τις εταιρείες να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες οικονομικές περιστάσεις που όλοι βιώνουμε». Οι μετοχές θα προσφέρονταν στους υφιστάμενους μετόχους βάσει της υφιστάμενης μέχρι σήμερα αναλογίας. Η πρόταση συνοδεύτηκε από σχετική μελέτη του οίκου Markos Drakos Consultants Ltd για τις ανάγκες χρηματοδότησης των εταιρειών. Ο Άλκης Ανδρέου όμως, πιστεύει ότι ο λόγος της πρότασης αυτής η οποία είχε τεθεί ως θέμα στη γενική συνέλευση που επρόκειτο να διεξαχθεί στις 30/1/2013, σκοπό είχε να εκδοθούν οι μετοχές προς όφελος των εναγομένων 1 και 2 και με αυτό τον τρόπο να ανατρέψουν τη μετοχική δομή των εταιρειών, οπότε και δεν θα υπήρχε πλέον λόγος για ακύρωση της μεταβίβασης των δέκα μετοχών. Αυτά, εφόσον είναι σε γνώση τους πως η ενάγουσα δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ενόψει της δέσμευσης των καταθέσεων της προς όφελος της πρώτης εταιρείας. Σε αντιδιαστολή με την προαναφερθείσα έκθεση της Marcos Dracos ο Άλκης Ανδρέου παρουσίασε ένα προσχέδιο έκθεσης ανεξάρτητου ελεγκτή, όπως τον χαρακτηρίζει, για τα έτη 2001 μέχρι 2009 και σε σχέση με την πρόταση για αύξηση κεφαλαίου. Περαιτέρω ο Άλκης Ανδρέου αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του σε δύο προηγούμενες σχετικές διαδικασίες, ήτοι δύο αιτήσεις για διορισμό επιθεωρητή από το υπουργικό συμβούλιο με σκοπό να διεξαχθεί έρευνα στις υποθέσεις των δύο εταιρειών (αιτήσεις εταιρειών αρ. 189/10 και 258/10) και μία αγωγή με αριθμό 5411/2011 που σκοπό είχε, όπως και η παρούσα, την ακύρωση της μεταβίβασης των δέκα προαναφερομένων μετοχών, η οποία διακόπηκε συμφώνως της Δ.
  9. Στην οπισθογράφηση απαιτήσεως ζητείται η ακύρωση της μεταβίβασης των δέκα μετοχών, η ακύρωση της δωρεάν παραχώρησης μετοχών στους εναγόμενους 1 και 2 ή αποζημιώσεις σε σχέση με την παραχώρηση αυτή, περαιτέρω αποζημιώσεις σε σχέση με την αγοραπωλησία των δύο ακινήτων ή διάταγμα σε σχέση με το ένα εξ αυτών και πολλές άλλες δηλώσεις, διατάγματα και αξιώσεις για αποζημιώσεις επί διαφόρων βάσεων. Επί των πάραπανω ισχυρισμών η ενάγουσα κατεχώρισε και την παρούσα αίτηση ζητώντας α) παγοποίηση των λογαριασμών των εναγομένων 1, 2 και
  10. β) απαγόρευση της γενικής συνέλευσης των δύο εταιρειών στις 30/1/2013 με σκοπό την αύξηση κεφαλαίου και γενικά απαγόρευση οποιασδήποτε ενέργειας που θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή στη μετοχική τους δομή γ) διάταγμα αποκάλυψης δ) διάταγμα που να παρεμποδίζει τους εναγόμενους 1 και 2 από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν την περιουσία και την επιχείρηση των εναγομένων 3 και 6 στην εναγόμενη
  11. ε) διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 τη χρήση του ονόματος Elysee και/ή Ελυζέ . Το δικαστήριο που είχε επιληφθεί τότε της αίτησης (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε τα διατάγματα που συνοψίστηκαν υπό στοιχείο (β) ανωτέρω (διατάγματα Β, Γ και Δ) και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση ως προς τα υπόλοιπα επιδοθεί για να ακουστεί η άλλη πλευρά. Οι εναγόμενοι προβάλλουν σειρά ενστάσεων εισηγούμενοι, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, ότι δεν έγινε η απαιτούμενη αποκάλυψη, ότι με το τόσο δραστικό διάταγμα έχουν υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και το ισοζύγιο ευχέρειας είναι σε βάρος τους, ότι υπήρξε καταλυτική καθυστέρηση, ότι υπάρχει κατάχρηση λόγω της αγωγής 5411/12 και δεδικασμένο λόγω της απόφασης στην αίτηση 189/10 και ότι η ζητηθείσα επέμβαση του δικαστηρίου στη διαχείριση των εναγομένων 3 και 6 εταιρειών παραβιάζει τη νομολογιακή αρχή (Foss v. Harbottle) περί της επέμβασης του δικαστηρίου ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας σε αυστηρά καθορισμένες περιπτώσεις που εν προκειμένω δεν ισχύουν. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Πάνου Πρωτοπαπά. Αυτός εισηγείται ότι δεν υπήρχε υποχρέωση όπως ενημερωθούν οι υπόλοιποι μέτοχοι για τη μεταβίβαση των δέκα μετοχών. Εισηγείται περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας για τις μεταβιβάσεις των μετοχών 3 και 6 δεν ευσταθούν εφόσον εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στην αίτηση 189/
  12. Γενικά απαντά στους ισχυρισμούς του Άλκη Ανδρέου σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό του αθέμιτους σκοπούς των εναγομένων 1 και
  13. Πέραν τούτου αναφέρει ότι η τυχόν συνέχιση του διατάγματος θα έχει σοβαρότατες συνέπειες, πιθανότατα ολέθριες για τις εναγόμενες εταιρείες και για τους μετόχους τους συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας. Ήδη το διάταγμα που είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της γενικής συνέλευσης για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου έχει προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημία στις εταιρείες εφόσον η οικονομία βρίσκεται σε πολύ χειρότερο επίπεδο απ' ότι τον Ιανουάριο του
  14. Για την ενάγουσα δεν θα υπάρχουν δυσμενείς συνέπειες αν δεν ασκήσει το δικαίωμά της κατά προτεραιότητα απόκτησης των νέων μετοχών που της αναλογούν, είτε για οικονομικούς είτε για άλλους λόγους. Το αποτέλεσμα θα είναι πως θα παραμείνει μειοψηφία όπως ήταν προηγουμένως, πλην όμως με μειωμένο ποσοστό αλλά διατηρώντας όλα τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Η αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας είναι εκτεταμένη με ευρεία αναφορά στη νομολογία. Υιοθετεί και προωθεί τις θέσεις της ενάγουσας όπως έχουν ήδη καταγραφεί και αφού αναφέρεται στις βάσεις της αγωγής εισηγείται ότι στοιχειοθετούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας. Ειδικά ως προς τη μεταβίβαση των δέκα μετοχών είναι η εισήγησή της ότι αυτή είχε γίνει σε χρόνο που ο Ανδρέας Χαραλάμπους δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον του και δεν ήταν σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του για άρνηση ή αποδοχή της μεταβίβασης. Σχετικώς, έθεσε το ερώτημα γιατί να μην είχαν διατεθεί προς πώληση οι δέκα μετοχές, μετά από αναγκαία συνεδρία των διευθυντών, αλλά έγιναν δωρεάν ενώ ο ένας εκ των διευθυντών δεν μπορούσε να αντιδράσει. Οι όλες συνθήκες, υποδηλώνουν ότι επρόκειτο για προσπάθεια ανατροπής της υφιστάμενης μετοχικής δομής της εταιρείας και ανάληψης του ελέγχου της γενικής συνέλευσης. Πέραν τούτου αναφέρθηκε σε νομολογία σε σχέση με την παραβίαση καθηκόντων εμπιστευτικότητας των διευθυντών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται η ιδιότητά τους αυτή για να παραμείνουν διευθυντές ή για να εξασφαλίσουν σε μεταγενέστερο στάδιο τη ψήφο της γενικής συνέλευσης ή για να εξουδετερώσουν τη ψήφο της μειοψηφίας και να ανακτήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο ή να αλλάξουν τη μετοχική δομή. Με τις ενέργειες, εν προκειμένω, για παραχώρηση μετοχών για αλλότριους σκοπούς δημιουργείται αγώγιμο προσωπικό δικαίωμα της ενάγουσας το οποίο δεν περιορίζεται από τον κανόνα της Foss v. Harbottle. Παρέπεμψε επίσης σε νομολογία εισηγούμενη ότι όταν επιχειρείται αλλαγή της μετοχικής δομής της εταιρείας δεν παίζει ρόλο κατά πόσο οι διευθυντές ενεργούν καλή τη πίστη όχι. Ανέφερε ότι η δωρεάν παραχώρηση μετοχών στους εναγόμενους 1 και 2 ήταν το αποτέλεσμα αθέμιτου επηρεασμού, παράβασης καθηκόντων εμπιστευτικότητας καταδολίευσης ή καταπίεσης της μειοψηφίας, ψευδών παραστάσεων και τεχνάσματος. Συνέδεσε τη θέση της αυτή με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση του Άλκη Ανδρέου και παρέπεμψε ευρέως σε νομολογία. Με τον ίδιο τρόπο κάλυψε και τα ζητήματα σε σχέση με την καταβολή των μισθών και την κατακράτηση κερδών. Ως προς το «ισοζύγιο της ευχέρειας» εισηγήθηκε ότι τούτο κλίνει σαφέστατα υπέρ της ενάγουσας. Το διάταγμα, είπε, δεν δημιουργεί οποιεσδήποτε σημαντικές δυσκολίες στους εναγόμενους και ιδιαίτερα οι εναγόμενες 3 και 6 μπορούν να χρηματοδοτηθούν με τη μείωση των μισθών των διευθυντών οι οποίοι μισθοί είναι παράνομοι, με κεφαλαιοποίηση των κατακρατηθέντων κερδών, με χρηματοδότηση διά υποθηκεύσεως περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών και με μείωση των εξόδων. Αντίθετα σε περίπτωση που προχωρήσει η έκδοση των νέων μετοχών, η μετοχική υπόσταση της ενάγουσας στις εταιρείες θα διαλυθεί, με αποτέλεσμα να καταστεί άνευ αντικειμένου το ζήτημα με την ακύρωση των δέκα μετοχών καθώς και το ζήτημα με την ακύρωση της μεταβίβασης μετοχών της εναγομένης 6 στην εναγομένη
  15. Επιπλέον το ζήτημα με τους μισθούς των διευθυντών θα μπορεί κάλλιστα να περάσει κατά τη γενική συνέλευση. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της άλλης πλευράς εισηγήθηκαν ότι ως εκ της αγωγής 5411/11 διαπιστώνεται κατάχρηση της διαδικασίας. Λέγουν περαιτέρω ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
  16. Ειδικότερα εισηγήθηκαν ότι η ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, εφόσον στο βαθμό που οι ισχυρισμοί της αμφισβητούνται θα έπρεπε να προσκομίσει προφορική μαρτυρία. Περαιτέρω εισηγήθηκαν ότι τα δικαστήρια σπάνια επεμβαίνουν στην κανονική διεξαγωγή των εργασιών μιας εταιρείας και παρέπεμψαν σχετικά στην υπόθεση Χειμωνίδης ν. Investylia Public Co Ltd

(2008)1 AAΔ 1117 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο κανόνας στην υπόθεση Foss v. Hartbottle είναι ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων, τα οποία, μέλη, είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το Διοικητικό Συμβούλιο και ούτε επεμβαίνουν στη διεύθυνση της εταιρείας. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας των μετόχων όταν:
(1)η πράξη (act or transaction) της εταιρείας είναι παράνομη ή έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires)
(2)Η πράξη συνιστά δόλο (fraud) εναντίον της μειοψηφίας, οι δε αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)Η πράξη μπορεί να τελεσθεί ή επικυρωθεί, νόμιμα, μόνο με ειδική πλειοψηφία,
(4)Η πράξη παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου ή μετόχων,
(5)Η πράξη παραβιάζει το καταστατικό της εταιρείας. (Βλ. Palmers Company Law, 24η έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980, Farrar's Company Law, Third Edition, 1991, σελ. 442 επ., Charlesworth and Cain Company Law, Eleventh Edition, 1977, σελ. 376 επ, R. Pennington Company Law, Eighth Edition, σελ. 795 επ. Και Θωμά Αιμ. κ.ά v. I. Ηλιάδη
(2006)1 ΑΑΔ. 1263)». Οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκαν ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις πάραπανω περιπτώσεις. Τόνισαν περαιτέρω πως όλες οι κατ' ισχυρισμό πράξεις που τους αποδίδονται αφορούν γεγονότα που έχουν συμβεί ως επί το πλείστον την περίοδο 1999-2003 και κατά το έτος 2009 και οι ισχυρισμοί της ενάγουσας σχετίζονται με γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά τουλάχιστον από το 2009, όπως καταδεικνύεται και από την απόφαση στην αίτηση 189/
  1. Άλλη εισήγηση των εναγομένων ήταν πως η ενάγουσα δεν έχει προσφέρει μαρτυρία περί ανεπανόρθωτης ζημίας. Σε περίπτωση, λέγουν, που δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της να αποκτήσει νέες μετοχές θα παραμείνει η μειοψηφία με μειωμένο ποσοστό, διατηρώντας όλα τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας ήταν η θέση τους ότι η έκδοση του διατάγματος συνιστά παρέμβαση στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας με την οποία εξουδετερώνεται ο καθιερωμένος μηχανισμός λήψης αποφάσεων με ιδιαίτερα δραστικό τρόπο σε ένα ενδιάμεσο μάλιστα στάδιο. Η διατήρηση του διατάγματος θα έχει σοβαρές συνέπειες οι οποίες αποτυπώνονται στην εν λόγω μελέτη. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ στο σύνολο των θεμάτων που έχουν εγερθεί. Έχοντας κατά νου τις θέσεις κάθε πλευράς και με σεβασμό προς το έργο των ευπαιδεύτων δικηγόρων θα περιοριστώ στα όσα θεωρώ πως έχουν καθοριστική σημασία. Οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων χρονολογούνται. Η εκδοχή της ενάγουσας περί αθέμιτης προσπάθειας των εναγομένων για αλλοίωση της μετοχικής δομής των εταιρειών ξεκινά από τη μεταβίβαση των δέκα μετοχών πριν από τόσα χρόνια, η οποία και παραμένει μια βασική πτυχή της εκδοχής της. Ήδη στην αίτηση 189/10 η ενάγουσα είχε παραπονεθεί για τη μεταβίβαση των δέκα μετοχών ισχυριζόμενη ότι είχε γίνει εν αγνοία της και ενώ ο σύζυγός της ασθενούσε. Είχε επίσης παραπονεθεί για τις «ατασθαλίες» στη διαχείριση της εταιρείας από τους εναγόμενους 1 και
  2. Παραπονέθηκε επίσης και για τις αγορές των κτημάτων. Το δικαστήριο έκρινε πως τα παράπονα της δεν στοιχειοθετούσαν ούτε κατ' ελάχιστο δόλο ή απάτη ή κακή διαγωγή του διοικητικού συμβουλίου ή καταπίεση της μειοψηφίας. Ως προς το ζήτημα της αγοράς των κτημάτων έκρινε ότι είχαν δοθεί ικανοποιητικές εξηγήσεις και δεν στοιχειοθετείται δόλος ή απάτη. Δεν θα συζητήσω κατά πόσο με την αίτηση 189/10 δημιουργήθηκε δεδικασμένο, ως η εισήγηση των εναγομένων, εφόσον δεν θεωρώ ορθό να γίνουν διαπιστώσεις πέραν των περιορισμένων αναγκών της ενδιάμεσης διαδικασίας και ιδιαίτερα διαπιστώσεις που θα έθεταν εκποδών την αγωγή στο σύνολο της. Η σημασία έγκειται κατά πρώτον στο γεγονός ότι τα ευρήματα, οι διαπιστώσεις και οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου οδηγούν σε αποδυνάμωση της υπόθεσης της ενάγουσας, στο βαθμό που τώρα είναι αναγκαίο να αξιολογηθεί. Γενικότερα η ενάγουσα δεν έχει στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας υπό την έννοια του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως έχει επεξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
  1. Δεύτερον, η σημασία της αίτησης 189/10 έγκειται στο γεγονός ότι εκείνα που η ενάγουσα παρουσίασε στην παρούσα αίτηση ως κατεπείγοντα επιδιώκοντας και, εν μέρει, επιτυγχάνοντας την απόδοση θεραπείας μονομερώς, όχι μόνο ήταν, ως γενικό πλαίσιο, γνωστά, αλλά είχαν τεθεί ενώπιον δικαστηρίου και μάλιστα είχαν, εν πολλοίς, αξιολογηθεί. Το ίδιο ισχύει με αναφορά στην αγωγή 5411/
  2. Επίσης δεν θα συζητήσω κατά πόσο με την απόσυρση της αγωγής εκείνης δεν θα μπορούσε η ενάγουσα να επανέλθει, εφόσον το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να τεθεί ευθέως ως επίδικο θέμα με σχετική αίτηση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η ενάγουσα όταν καταχωρούσε εκείνη την αγωγή στις 8/8/2012, αναφερόταν στην μεταβίβαση των δέκα μετοχών ζητώντας την ακύρωσή της και λέγοντας ότι είχε γίνει με σκοπό την ανατροπή της υφιστάμενης μετοχικής δομής της εταιρείας. Δεν παραβλέπω ότι το γεγονός που φαίνεται να «πυροδότησε» την υπό εκδίκαση αίτηση είναι η σύγκληση γενικής συνέλευσης για τις 30.1.
  3. Όμως το γεγονός αυτό δεν είναι ασύνδετο με το όλο προηγούμενο ιστορικό, αλλά αντίθετα αποτελεί συνέχιση του. Δεν ήταν μια εξέλιξη που είχε καταλάβει εξ απίνης την ενάγουσα και της δημιούργησε αδήριτη την ανάγκη να προσφύγει στο δικαστήριο μονομερώς. Το παράπονό της ήταν από πολλού η αθέμιτη προσπάθεια των εναγομένων να αλλάξουν τη μετοχική δομή των εταιρειών. Δύο φορές είχε καταφύγει στο δικαστήριο προηγουμένως σε αυτά τα πλαίσια. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που αποτελεί και δικαιοδοτική προϋπόθεση για απόδοση μονομερούς θεραπείας. Το αποτέλεσμα, εν πάση περιπτώσει, ήταν να εξασφαλίσει διατάγματα αναστολής αποφάσεων οι οποίες κατά την εμπεριστατωμένη, όπως την παρουσίασαν, εκδοχή των εναγομένων ήταν και παραμένουν αναγκαίες για τα ζωτικά συμφέροντα της επιχείρησης. Ενώ, σε σχέση με τον επηρεασμό που θα υποστεί η ενάγουσα αποδέχομαι την εισήγηση των εναγομένων ότι αν δεν δοθούν τα διατάγματα αυτό δεν θα έχει δραστικό ή καταλυτικό αποτέλεσμα στα συμφέροντά της. Στην εξισορρόπηση δε, των συμφερόντων ή και γενικότερα στη θεώρηση του τι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι η ενάγουσα, μετά τη μονομερή εξασφάλιση των δραστικών διαταγμάτων πριν ένα ολόκληρο χρόνο, ακολούθως δεν προώθησε περαιτέρω την υπόθεση, παρά μόνο στις 27/11/2013 - και μετά που τέθηκε το ζήτημα από το δικαστήριο κατά την αγόρευση της παρούσας αίτησης - καταχώρισαν αίτηση για παράταση χρόνου ώστε να καταχωρίσουν ΄Εκθεση Απαίτησης. Δόθηκε παράταση, χωρίς να ανταποκριθούν[1]. Η εικόνα που δίδεται είναι πως οι ενδιάμεσες εξουσίες του δικαστηρίου χρησιμοποιήθηκαν για εξασφάλιση τακτικού οφέλους και δημιουργία πίεσης, παρά για τις πραγματικές ανάγκες της δικαιοσύνης. Τούτο και μόνο θα αποτελούσε επαρκή λόγο για να ακυρωθούν τα διατάγματα που δόθηκαν μονομερώς. Όπως έχει παρατηρηθεί στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1453, η παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός και είναι απαράδεκτη η παράλειψη προώθησης της δίκης ως της καθιερωμένης διαδικασίας για τον καθορισμό και τη διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Έτσι, ο διάδικος που επιδιώκει την ενδιάμεση θεραπεία «βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης». Εκτροπή από τον σκοπό και αλλότρια χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος όπως μπορεί να προκύψει από μακρά παράλειψη προώθησης της δίκης, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (Goody's Evagorou Ltd v. LaniRestaurants Ltd
(1998)1 AAΔ 1572, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802). Ως προς το διάταγμα για παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1, 2 και 4 η μόνη αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση του Άλκη Ανδρέου είναι πως «οι εναγόμενοι 1 και 2 υπάρχει κίνδυνος να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία ή ακίνητη περιουσία τους προς αποφυγή εξοφλήσεως του οποιουδήποτε οφειλομένου ποσού, ιδίως μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής». Πρόκειται ασφαλώς για γενικόλογη αναφορά που δεν καλύπτει τα απαιτούμενα κατά τη νομολογία. Ανυποστήρικτα από σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς έμεινα και τα λοιπά αιτήματα. Τέλος σημειώνεται ότι το αίτημα για διατάγματα αποκάλυψης έχει αποσυρθεί στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Για όλους τους πάραπανω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με κατ' αποκοπή έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας το ποσό των €2000 πλέον Φ.Π.Α. Τα διατάγματα ακυρώνονται. (υπ.) .......... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1] Σημειώνεται ότι κατά την ανάγνωση της απόφασης η κα Κωνσταντίνου διόρθωσε την αναφορά αυτή υποδεικνύοντας ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 11/12/2013. Φαίνεται ότι το πρόβλημα προέκυψε ως εκ του ότι δεν τέθηκε από το Πρωτοκολλητείο στο φάκελο η Έκθεση Απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει εξηγείται κατά τη συνέχιση της ανάγνωσης της απόφασης ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την ουσία όπως έχει ήδη διαπιστωθεί και καταγραφεί στην απόφαση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.