← Κύπρος

Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου Λτδ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου) ν. Χαράλαμπος Δημητριάδης κ.α., Αρ. Αίτησης: 1515/2012, 14

Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου Λτδ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου) ν. Χαράλαμπος Δημητριάδης κ.α., Αρ. Αίτησης: 1515/2012, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1515/2012 Μεταξύ: Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου Λτδ (πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου) Αιτητές και

  1. Χαράλαμπος Δημητριάδης
  2. Σταύρος Γιαννάκη Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 7.8.2012 Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: κα Γεωργίου για Έλενα Π. Νικολαΐδου Για καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Χριστοδούλου για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν άδεια του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 29.5.2012 εναντίον των καθ' ων η αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, πλέον έξοδα. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 2 και 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, τα άρθρα 2 και 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ1-9 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Φωτούλλας Φωτίου, υπαλλήλου των αιτητών, η οποία αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης και γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο Α και με την οποία επιδικάστηκε υπέρ των αιτητών το ποσό των €249.858,27 με τόκο 9% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους καθώς και οποιαδήποτε άλλα έξοδα από 29.5.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πληρωτέο αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους καθ' ων η αίτηση και την υποθήκη με αρ. Υ698/08, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς με προσωπική επιστολή στους καθ' ων η αίτηση στις 29.5.2012 (Τεκμήριο Β). Εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στους καθ' ων η αίτηση και κατέστη τελεσίδικη. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι καθ' ων η αίτηση έχουν κινητή και ακίνητη περιουσία υποκείμενη σε κατάσχεση για την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση, που κατεχωρήθη στις 21.3.2013 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.47 και Δ.48 θθ1-9, στα άρθρα 23, 30 και 35 του Συντάγματος, στο πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 52

(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, στους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών και στα άρθρα 9, 14, 16, 20, 21, 24
(3)-
(4)και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · η υπό κρίση αίτηση είναι δικονομικά άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και αβάσιμη, · η απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή είναι ανυπόστατη ή/και άκυρη ή/και δεν ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία ή/και ακολουθήθηκε άκυρη και ανυπόστατη διαδικασία, · η επίδικη διαφορά δεν παραπέμφθηκε σε διαιτησία ή/και δεν παραπέμφθηκε νόμιμα σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας περί Συνεργατικών Εταιρειών και του νόμου περί Διαιτησίας ή/και σύμφωνα με τη νομολογία, · ο φερόμενος ως διαιτητής στην υπόθεση δεν διορίσθηκε νόμιμα ή/και έγκυρα ή/και καθόλου για να διεξαγάγει την επίδικη διαιτησία, · ο φερόμενος ως διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, δεν διεξήγαγε οποιαδήποτε διαιτητική διαδικασία ούτε και άκουσε μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε θέματα, είναι δε πρόσωπο ακατάλληλο για να διορισθεί ως διαιτητής λόγω των σχέσεών του με τους αιτητές ή/και τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών ή/και επειδή είναι πρόσωπο που δεν πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας ή/και της αμεροληψίας, ενόσω οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε συμφώνησαν ή συγκατατέθηκαν για το διορισμό του εν λόγω προσώπου ως διαιτητή, · οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε ειδοποιήθηκαν νομότυπα ή/και άλλως πως για το διορισμό του διαιτητή ή για την έναρξη της διαδικασίας διαιτησίας, · η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των αιτητών δεν είναι πρόσωπο που γνώριζε ή γνωρίζει τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά στην ένορκή της δήλωση, · η υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη και · η απόφαση που ζητείται να εγγραφεί παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση ή/και τις αρχές της δίκαιης δίκης ή/και της φυσικής δικαιοσύνης καθώς και το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση στην περιουσία. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο καθ' ου η αίτηση 2, αναφέροντας ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τον καθ' ου η αίτηση 1 να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, ενώ παραδέχεται την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του γραμματίου με αρ. 7217322-6 και τη γνωστοποίησή της με προσωπική επιστολή στους καθ' ων η αίτηση, αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας των αιτητών. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και επεξηγώντας τους λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι στην υπό κρίση διαιτητική απόφαση προνοείται η επιδίκαση οποιωνδήποτε άλλων εξόδων κατά τρόπο ακαθόριστο και/ή αυθαίρετο με αποτέλεσμα αυτή να καθίσταται αόριστη και ασαφής. Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του, η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν αποτελεί απόφαση εν τη εννοία του νόμου, δεδομένου ότι οι οποιεσδήποτε υποχρεώσεις στις οποίες αναφέρεται, δεν εξακριβώνονται τελεσίδικα εφόσον οι αιτητές διατηρούν το δικαίωμα να τροποποιούν την απόφαση όποτε θέλουν και να αυξάνουν αυθαίρετα και μετά την απόφαση το ύψος του ισχυριζόμενου χρέους. Με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης, οι οποίες εφαρμόζονται και κατά το στάδιο εκτέλεσης της απόφασης, καθότι τελικά οι καθ' ων η αίτηση θα επιβαρυνθούν με μεγαλύτερο χρέος χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να το αμφισβητήσουν. Το εν λόγω σφάλμα του διαιτητή δεν αποτελεί απλή παρατυπία, αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της απόφασης παραβιάζοντας συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση, καθιστά δε τη διαιτητική απόφαση αντινομική, καταδεικνύοντας ότι ο διαιτητής άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντά του και χειρίσθηκε κακώς την υπόθεση και κατά παράβαση των καθιερωμένων νομικών κανόνων. Επιπρόσθετα, με την έκδοση του διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, ο διαιτητής υπερέβη την εξουσία του, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία οι αιτητές μπορούσαν να προωθήσουν την αξίωση τους για εκποίηση της υποθήκης είτε με πολιτική αγωγή είτε με καταχώρηση αίτησης πώλησης στο Κτηματολόγιο και προφανώς τέτοιο διάταγμα δεν μπορούσε να εκδοθεί στη διαδικασία της διαιτησίας, επηρεάζοντας το δικαίωμα απόλαυσης της περιουσίας των καθ' ων η αίτηση. Έχοντας τη θέση ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των καθ' ων η αίτηση και επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα τους να λάβουν μέτρα ακύρωσης της, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατεχωρήθησαν γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών στις οποίες προεβλήθησαν οι εισηγήσεις τους προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια όπου χρειάζεται. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/85, ως είχε τροποποιηθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης (στο εξής «ο Νόμος»), οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας εγγεγραμμένης σύμφωνα με το Νόμο μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)-(δ), θα παραπέμπεται από οποιονδήποτε από αυτούς στον Έφορο. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 προνοείται η δυνατότητα του Εφόρου να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να την παραπέμπει προς επίλυση σε διαιτησία που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών μπορεί να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο μέσα σε 21 μέρες από την ημερομηνία που του γνωστοποιήθηκε η απόφαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 5, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με τον τροποποιητικό Ν. 171(Ι)/2000, αν οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή αν η έφεση εναντίον της εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Ως έχει υποδειχθεί στη νομολογία (βλ. Αλεξάνδρου κ.α.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 158), η εγγραφή διαιτητικής απόφασης υπέρ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκτέλεση γινόταν, πριν από την ειδική ρύθμιση την οποία επέφερε ο τροποποιητικός Ν. 171(Ι)/2000, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, όπως ορίζεται στο άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου. Όπως δε κρίθηκε στην προγενέστερη νομολογία και ειδικότερα στις υποθέσεις Πιττάκας
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1932 και Τάσου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1372, η άδεια εκτέλεσης βάσει του άρθρου 21 του Κεφ. 4 θα πρέπει να δίδεται κατόπιν αίτησης διά κλήσεως εφόσον ο καθ' ου η αίτηση έχει δικαίωμα ακροάσεως. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Πιττάκας (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής για να εκτελεστεί, για λόγους που ενδεχόμενα κρίνει ως ορθούς ή που δυνατό να προβληθούν από το άτομο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, με την υπόδειξη ότι στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 προβλέπονται περιπτώσεις που όταν διαπιστωθούν, το Δικαστήριο παραμερίζει τη διαιτητική απόφαση και δεν αποκλείεται να γίνει τέτοια εισήγηση στην αίτηση για εγγραφή της απόφασης βάσει του άρθρου 21. Αναφορικά με τη διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης εκδοθείσας δυνάμει του Νόμου, στην πρόσφατη απόφαση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφ. Αρ. 357/2008, ημερομηνίας 11.4.2012, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην υπό κρίση αίτηση τα ουσιώδη γεγονότα που ενδιαφέρουν, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση, είναι ότι εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση στις 29.5.2012, μετά από ακρόαση στην παρουσία των καθ' ων η αίτηση, με περιεχόμενο ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Α, γνωστοποιήθηκε δε αυθημερόν σ' αυτούς με προσωπική επιστολή (Τεκμήριο Β). Ως περαιτέρω οι αιτητές ισχυρίζονται, η διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβλήθη εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της στους καθ' ων η αίτηση, γεγονός το οποίο αρνούνται μεν στην ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση, χωρίς ωστόσο να υποδείξουν κατά πόσο κατεχώρησαν τέτοια έφεση ή το αποτέλεσμα της, επιφυλάσσοντας μάλιστα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τα δικαιώματα τους να λάβουν μέτρα ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Ως είναι αναντίλεκτο, οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση του γεγονότος ότι θα διεξαχθεί διαιτησία και παρέστησαν κατά την ακρόαση της, η επίδικη δε διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην παρουσία τους. Συνεπώς, οι καθ' ων η αίτηση όχι μόνο είχαν κάθε ευκαιρία να προβάλλουν κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους ως προς το πρόσωπο του διαιτητή ή την τηρηθείσα διαδικασία αλλά και τη δυνατότητα να εφεσιβάλουν την διαιτητική απόφαση (βλ. και Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 ΑΑΔ 827). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) ΑΑΔ 987, η οποία αφορούσε έφεση δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου εναντίον διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της εφεσείουσας, οι οποιεσδήποτε θέσεις προσώπου αδικημένου από την απόφαση διαιτητή είναι ορθό να τίθενται ενώπιον του διαιτητή πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και όχι να προβάλλονται σε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης για πρώτη φορά, παρόλο που εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας στην υπόθεση εκείνη τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και κατ' έφεση και κρίθηκαν ανυπόστατοι. Δεδομένου ότι από τη νομολογία συνάγεται ότι ισχυρισμοί που αφορούν την εγκυρότητα της διεξαχθείσας διαιτητικής διαδικασίας θα πρέπει να εγείρονται μέσα στα πλαίσια αυτής αλλά και εφόσον στο άρθρο 52
(5)του Νόμου ρητά προνοείται ότι η μη προσβολή της διαιτητικής απόφασης με έφεση οδηγεί στο να θεωρείται αυτή τελική, είναι πρόδηλο ότι, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση περί μη νόμιμης διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας σε συνάρτηση με τη νομιμότητα του διορισμού του διαιτητή και κατ' επέκταση περί ανυπόστατης διαιτητικής απόφασης, ως θέμα ουσίας, δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, καθότι εκφεύγουν του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας (βλ. και Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω)). Περαιτέρω, αποτελεί εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, με αναφορά σε νομολογία, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης επειδή, πέραν της επιδίκασης ποσού και τόκου, γίνεται σ' αυτήν αναφορά σε οποιαδήποτε άλλα έξοδα, τα οποία δεν καθορίζονται και παραμένουν αδιευκρίνιστα κατά τρόπο αυθαίρετο και αντινομικό. Με τον τρόπο αυτό η απόφαση είναι αόριστη και ασαφής, σύμφωνα με την εισήγηση, εφόσον δίδεται η δυνατότητα στους αιτητές να αυξήσουν το ποσό της απόφασης μέσω της επιβολής εξόδων και παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση καθώς και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης, επισημαίνεται ότι στην επίδικη διαιτητική απόφαση, αφού γίνεται αναφορά στα μέρη της διαφοράς και στις απαιτήσεις των αιτητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ήταν παρόντες και παρεδέχθησαν το χρέος τους, καταγράφεται το διατακτικό της ως ακολούθως: « ΑΠΟΦΑΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και τα ενώπιον μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που έχουν κατατεθεί από την ενάγουσα Εταιρεία και τα οποία έχουν μονογραφηθεί από εμένα, κρίνονται ως ικανοποιητικά και προχωρώ στην έκδοση Διαιτητικής Απόφασης ως εξής: (α) Όπως ο πιο πάνω Ενυπόθηκος Λογαριασμός υπ' αρ. 7217322-6 για €249.858,27.- κεφάλαιο πλέον τόκο 9% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου, εκάστου έτους καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα έξοδα από σήμερα 29/5/2012 μέχρις εξοφλήσεως πληρωθούν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως από όλους τους εναγόμενους και την υποθήκη με αρ. Υ698/08. (β) Έξοδα εκ €150.- πληρωθούν αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως από τους ιδίους (ως η παράγραφος (α)). Η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιείται στους εναγόμενους με την επίδοση προσωπικής επιστολής.» Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1895, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, επισημάνθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, είναι το ίδιο με αυτό του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού ομώνυμου Νόμου του 1950 και σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». Η αναγκαιότητα να είναι αναμφίβολη και να καθορίζονται με βεβαιότητα όσα διατάσσονται στη διαιτητική απόφαση προβάλλει από τα Αγγλικά συγγράμματα και τη νομολογία, ως επικαλέσθηκε ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 20η έκδοση, σελ. 314, υπό τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα ακόλουθα: "An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time;" (βλ. και σελ. 232 στη 16η έκδοση του ίδιου συγγράμματος). Συμφωνώ επί του προκειμένου με το σκεπτικό της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γεν. Αίτηση αρ. 1865/13, μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς Λτδ και Χριστόφορος Ηρακλείδης κ.α., ημερομηνίας 18.12.2013 (η οποία βεβαίως δεν είναι δεσμευτική), όπου επισημαίνεται ότι ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43, δεν υπάρχει καθορισμένος τύπος προαπαιτούμενος για την εγκυρότητα μιας διαιτητικής απόφασης, η οποία μπορεί να διατυπωθεί σε γλώσσα ανάλογη με την κρίση του διαιτητή, νοουμένου ότι είναι σαφής. Αναφέρεται, επίσης, η απόφαση Margulies Brothers Ltd ν. Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, όπου παραπέμφθηκε η απόφαση στο διαιτητή ώστε να υπολογισθεί το ποσό που επιδικάσθηκε να πληρωθεί, το οποίο δεν είχε εξειδικευθεί με ακρίβεια αλλά γινόταν παραπομπή σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού, καθώς και η απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, όπου κρίθηκε ότι η μη εφεσιβληθείσα διαιτητική απόφαση είναι τελική, έγκυρη και δεσμευτική. Υιοθετώ και τη θέση του αδελφού Δικαστή ότι από την Αγγλική νομολογία πηγάζει η τάση ερμηνείας των διαιτητικών αποφάσεων με φιλελεύθερο τρόπο ώστε ακόμα κι αν το νόημά τους δεν είναι απόλυτα σαφές, να είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να κρίνει ότι συνάγεται από τη διατύπωσή τους, λόγω του τεκμηρίου εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης (βλ. την απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation (πιο πάνω) και σύγγραμμα Russell on Arbitration, 16η έκδοση, σελ. 224), συμφωνώντας και με τις παρατηρήσεις του ως προς την ανάγκη μελέτης του τρόπου διατύπωσης τέτοιων αποφάσεων εκ μέρους των διαιτητών ώστε να μην αφήνονται κενά ή να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την τελική κρίση τους. Στην παρούσα υπόθεση, η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της επίδικης διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, συναρτάται με την αναφορά στο διατακτικό της σε «οποιαδήποτε άλλα έξοδα» από την ημερομηνία έκδοσής της μέχρις εξοφλήσεως, παρόλο ότι η συνολική διατύπωσή της, κατά την αντίληψη μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυτα ορθή νομικά. Ωστόσο, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η εν λόγω αναφορά, ως είναι η εισήγηση, καθιστά την διαιτητική απόφαση αόριστη και ασαφή επηρεάζοντας την εγκυρότητα της, ώστε να μην είναι δυνατή η εγγραφή της για σκοπούς εκτέλεσης. Αυτό που προβάλλει από το σύνολο της διαιτητικής απόφασης είναι ότι επιδικάζεται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση συγκεκριμένο ποσό, ως υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, με συγκεκριμένο επιτόκιο καθώς και οποιαδήποτε έξοδα θα προκύψουν και συναρτώνται με τον επίδικο λογαριασμό που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, από την έκδοση της απόφασης και μέχρι την εξόφλησή της. Είναι πρόδηλο, κατά την αντίληψή μου, ότι το συνολικό ποσό τόσο του επιδικασθέντος τόκου όσο και των εξόδων που θα προκύψουν μέχρι την εξόφληση της διαιτητικής απόφασης και επιδικάσθηκαν εναντίον των καθ' ων η αίτηση, θα περιέλθουν σε γνώση τους κατά τον χρόνο της αποπληρωμής της, χωρίς αυτοί να εμποδίζονται να ζητήσουν ανάλυση της τελικής οφειλής τους ή ακόμη και να αμφισβητήσουν το ύψος της, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα παραβίασης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τους ή νομικών αρχών. Ενόψει των προαναφερθέντων η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.