← Κύπρος

TOTALSERVE MANAGEMENT LIMITED ν. NICHOLAS LIASSOU κ.α., Aγωγή αρ. 4375/13, 10/1/2014

TOTALSERVE MANAGEMENT LIMITED ν. NICHOLAS LIASSOU κ.α., Aγωγή αρ. 4375/13, 10/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 4375/13 Μεταξύ: TOTALSERVE MANAGEMENT LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων ΚΑΙ 1. NICHOLAS LIASSOU 2. CHESTERFIELD MANAGEMENTS LTD 3. CHESTERFIELD CORPORATE SERVICES LTD 4. CHESTERFIELD PROPERTIES LTD 5. CHESTERFIELD INTERNATIONAL LTD 6. CHESTERFIELD TRUST COMPANY LTD 7. KYRIACOS ANDREOU DANIEL Εναγομένων --------------------------- Aίτηση ημερομηνίας 9.10.2013 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 10.10.2013 Ημερομηνία: 10.1.2014 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: κ. Α. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co. LLC. Για την εναγόμενη/καθ' ης 1: κ. Κοϊνάς για Δ. Παναούτα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 2, 3 και 6/καθ' ων 2, 3 και 6: κ. Α. Γλυκύς για Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισε η ενάγουσα στις 9.10.2013, διεκδικεί από τους εναγόμενους αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί, λόγω της παράβασης των συμφωνιών εργοδότησης από τους εναγόμενους 1 και 7, αποδίδοντας σε όλους τους εναγόμενους ότι με δόλο και απάτη, απέσπασαν επιχειρηματικά μυστικά και εμπιστευτικές πληροφορίες σε σχέση με πελάτες και/ή πιθανούς πελάτες της, τα οποία χρησιμοποίησαν και/ή προτίθενται να χρησιμοποιήσουν παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση της και κατά παράβαση των συμφωνιών εργοδότησης των εναγομένων 1 και 7. Ζητούν, περαιτέρω, την έκδοση σειρά από διατάγματα τα οποία, ανάμεσα σε άλλα, επιδιώκουν να εμποδίσουν τους εναγόμενους να χρησιμοποιούν τα επιχειρηματικά μυστικά της ή να προσεγγίζουν πελάτες, υπαλλήλους ή συνεργάτες της ενάγουσας με σκοπό να τους πείσουν να διακόψουν τη συνεργασία τους με την ενάγουσα. Την ίδια ημέρα αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και εξασφάλισε (στις 10.10.2013) προσωρινά διατάγματα εναντίον των εναγομένων 1, 2, 6 και 7 τα οποία τους απαγορεύουν: (
  2. i)Να χρησιμοποιούν με οποιαδήποτε μορφή και τρόπο και/ή διαβιβάζουν και/ή αποκαλύπτουν προς οποιοδήποτε πρόσωπο, επιχείρηση ή εταιρεία όλα ή οποιαδήποτε από τα Επιχειρηματικά Μυστικά και Εμπιστευτικές Πληροφορίες και/ή τα Σχετικά έγγραφα ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα μέσα στα οποία περιέχονται οποιαδήποτε Επιχειρηματικά Μυστικά και Εμπιστευτικές Πληροφορίες (Παρακλητικό 1(i)). (
  3. ii)Αναπαράγουν, αντιγράφουν, μεταφέρουν, παραποιούν, καταστρέφουν, διαγράφουν, αποκρύπτουν, κρυπτογραφούν, προστατεύουν με κωδικούς ή διαφορετικά να αποξενώνουν ή να κάνουν απρόσιτα όλα ή οποιαδήποτε από τα Επιχειρηματικά Μυστικά και Εμπιστευτικές Πληροφορίες και/ή τα Σχετικά Έγγραφα ή οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία αποδεικνύουν το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν οποιαδήποτε από τα Επιχειρηματικά Μυστικά και Εμπιστευτικές Πληροφορίες και/ή τα Σχετικά Έγγραφα (Παρακλητικό 1(ii)) (iii) Να διενεργούν για λογαριασμό τους ή και για λογαριασμό οποιουδήποτε τρίτου προσώπου οποιαδήποτε άγρα υφιστάμενων πελατών των Εναγόντων ή του συγκροτήματος εταιρειών των Εναγόντων με σκοπό να επηρεάσουν και/ή πείσουν οποιουσδήποτε τέτοιους πελάτες των Εναγόντων να διακόψουν και/ή να περιορίσουν και/ή να μην προσέλθουν σε οποιεσδήποτε συμβατικές σχέσεις έχουν ή θα μπορούσαν να έχουν με τους Ενάγοντες (Παρακλητικό 6). (
  4. iv)Να πράξουν οτιδήποτε που θα έχει ως σκοπό να επηρεάσει και/ή πείσει οποιουσδήποτε άλλους υπάλληλους των Εναγόντων ή του συγκροτήματος των εταιρειών των Εναγόντων να διακόψουν την σχέση τους με τους Ενάγοντες και/ή να εργοδοτηθούν από τους Εναγόμενους και/ή από άλλο τρίτο πρόσωπο και/ή να δραστηριοποιηθούν σε άλλη δραστηριότητα (Παρακλητικό 7). Με τη μονομερή αίτηση εζητείτο η έκδοση και άλλων διαταγμάτων, ως οι θεραπείες 2-5 της αίτησης, τα οποία το Δικαστήριο έκρινε πως δεν εδικαιολογείτο να εκδοθούν μονομερώς για τούτο και δόθηκαν οδηγίες επίδοσης της αίτησης στους εναγόμενους. Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1, 2 και 6, οι οποίοι καταχώρισαν γραπτές ενστάσεις. Στον εναγόμενο 7, ο οποίος διαμένει στη Ν. Αφρική, δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί μέχρι σήμερα. Ας σημειωθεί πως η ενάγουσα, περιόρισε, εξ' αρχής, τα αιτήματα της στους εναγόμενους 1, 2, 6 και 7, τόσο με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ν. Τσιάκκα όσο και με σχετική δήλωση του συνηγόρου της στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης από το Δικαστήριο στις 10.10.2013. Η αίτηση υποστηρίχθηκε από τις ένορκες δηλώσεις: 1. Του διευθύνοντα συμβούλου της ενάγουσας κ. Ν. Τσιάκκα, ο οποίος κατέθεσε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. 2. Του υπεύθυνου τμήματος πληροφορικής της ενάγουσας κ. Θ. Θεοδώρου και 3. Του διευθυντή του γραφείου της ενάγουσας στη Ν. Αφρική Χρ. Σμίλα, ο οποίος αντικατέστησε τον εναγόμενο μετά την αποχώρηση του τον Αύγουστο του έτους 2013. Η υπόθεση της ενάγουσας, όπως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις και τα έγγραφα που παρουσίασαν ως Τεκμήρια, έχει, σε συντομία, ως ακολούθως: Η ενάγουσα είναι Κυπριακή εταιρεία και ασχολείται με την παροχή διοικητικών υπηρεσιών από το έτος 1986. Η έδρα της βρίσκεται στη Λεμεσό αλλά διατηρεί γραφεία σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και στη Ν. Αφρική. Τόσο στο Cape Town όσο και στο Johannesburg. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Ν. Τσιάκκας, η ενάγουσα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγαλύτερους οργανισμούς του είδους, προσφέροντας υπηρεσίες μεγάλου φάσματος που περιλαμβάνουν, ανάμεσα σ' άλλα, την ίδρυση και παροχή υπηρεσιών εκπροσώπησης εταιρειών μέχρι και τη διαχείριση πολύπλοκων εμπιστευμάτων. Δραστηριοποιούνται ανά το παγκόσμιο με 13 γραφεία σε 11 χώρες. Οι εναγόμενοι 1 και 7 διετέλεσαν υπάλληλοι της ενάγουσας. Ο μεν πρώτος την περίοδο Ιουνίου 2005 μέχρι τον Αύγουστο 2013, με βάση γραπτή συμφωνία εργοδότησης ημερ. 9.6.2005, Τεκμήριο 1 και ο δεύτερος την περίοδο Απριλίου 2005 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2013, με βάση τη συμφωνία εργοδότησης ημερ. 21.4.2008, Τεκμήριο 4. Ένας από τους όρους των πιο πάνω συμφωνιών εργοδότησης ήταν η υποχρέωση των εργοδοτουμένων να μην αποκαλύπτουν επιχειρηματικά μυστικά της ενάγουσας και εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα τα οποία θα περιέρχονταν στην κατοχή ή σε γνώση τους στα πλαίσια της εργοδότησης τους. (βλ. σχετικό όρο 7 του Τεκμηρίου 1 και 4 "confidentiality and restraint"). Αναφέρεται, παρεμφερώς - στην ένορκη δήλωση Τσιάκκα - πως ο εναγόμενος 1, που ήταν ένας εξαίρετος υπάλληλος, έχοντας επιδείξει υπερβολικό ζήλο κατά την εργοδότηση του, είχε, λόγω της θέσης και των καθηκόντων του, άμεση πρόσβαση σε όλα τα επιχειρηματικά μυστικά, στις εμπιστευτικές πληροφορίες και σε όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία διατηρούσε και σε προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή που του είχε παραχωρήσει η ενάγουσα. Στις 29.6.2013 ο εναγόμενος 1 υπέβαλε παραίτηση, δίνοντας ένα μήνα προειδοποίηση, εκφράζοντας τις ευχαριστίες του στην ενάγουσα. Στην επιστολή παραίτησης του (Τεκμήριο 2) αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι επιθυμούσε να επεκτείνει τις γνώσεις που απέκτησε, αναζητώντας νέες προκλήσεις. Τον ρώτησε, αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Ν. Τσιάκκας, για τους λόγους της παραίτησης του και η απάντηση του ήταν πως ήθελε να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό και η απόφαση του για αποχώρηση ήταν οριστική. Ο εναγόμενος απεχώρησε τελικά στις 21.8.2013. Η ενάγουσα, φρόντισε στο μεταξύ και τον αντικατέστησε με τον κ. Χρ. Σμίλα, ο οποίος υπογράφει μία από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Αμέσως μετά την αποχώρηση του εναγόμενου 1, συνεχίζει ο κ. Τσιάκκας, διαπιστώθηκε πως διαγράφηκαν χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα που αφορούσαν, ανάμεσα σε άλλα, συγκεκριμένο πελάτη της ενάγουσας από τη Ν. Αφρική. Διατάχθηκε τότε έρευνα από το Τμήμα Πληροφορικής της ενάγουσας, από την οποία προέκυψε πως την προηγούμενη της αποχώρησης του εναγόμενου 1 από την εργασία του, ως ανωτέρω αναφέρεται, διαγράφηκαν από τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του εναγόμενου 1 καθώς και από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της γραμματέως του, χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ του εναγόμενου 1 με πελάτες της ενάγουσας. Από την έρευνα, αναφέρει ο κ. Θεοδώρου στη δική του ένορκη δήλωση, διαπιστώθηκε επίσης ότι σε διάφορες ημερομηνίες, ο εναγόμενος 1 απέστειλε από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή που του είχε παραχωρήσει η ενάγουσα, σε προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση, εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα που αφορούσαν στοιχεία πελατών και συνεργατών της ενάγουσας στη Ν. Αφρική. Ειδικότερα, αναφέρει πως εφαρμόζοντας μια διαδικασία επαναφοράς ασφαλείας, κατόρθωσε να επαναφέρει 18.773 ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία είχαν διαγραφεί μετά την 1.8.2013, διάστημα κατά το οποίο η εν λόγω γραμματέας είχε αποχωρήσει. Οι πληροφορίες που διαγράφηκαν, υποστηρίζει ο κ. Θεοδώρου, αφορούσαν επικοινωνίες με πελάτες στο εξωτερικό και εν γένει εμπιστευτικές πληροφορίες. Από την έρευνα, καταλήγει, διαπιστώθηκε πως ο εναγόμενος, είχε αποστείλει στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση λίστα με όλους τους συνεργάτες και όλους τους πιθανούς πελάτες της ενάγουσας στη Ν. Αφρική (Τεκμήριο 3). Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει, αποστάληκε από τον εναγόμενο 1, από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, εμπιστευτικό έγγραφο αναφορικά με τη δομή των εταιρειών συγκεκριμένου πελάτη της ενάγουσας, ενώ φρόντισε να διαγραφούν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή τα στοιχεία που συνέθεταν τη δομή των εταιρειών (Τεκμήριο 4). Μετά από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, αναφέρουν οι κ.κ. Τσιάκκας και Θεοδώρου, κατήγγειλαν τον εναγόμενο 1 στην αστυνομία και εκδόθηκαν εναντίον του εντάλματα σύλληψης και έρευνας της οικίας του, από την οποία κατασχέθηκαν διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής. Ο εναγόμενος 1 αναζητήθηκε από την αστυνομία για σκοπούς εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης αλλά δεν εντοπίστηκε και εξ' όσων ενημερώθηκαν, από την υπεύθυνη για την εκτέλεση γυναίκα αστυφύλακα, βρισκόταν στη Ν. Αφρική και θα επέστρεφε στην Κύπρο στις 21.9.2013. Συμπτωματικά, αναφέρουν οι κ.κ. Τσιάκκας και Σμίλας στις ένορκες δηλώσεις τους, βρισκόταν και ο κ. Σμίλας στη Ν. Αφρική με σκοπό να γνωρίσει τους εκεί υπαλλήλους και συνεργάτες της ενάγουσας. Κατά τη διαμονή και τις επισκέψεις του στα γραφεία της ενάγουσας στη Ν. Αφρική, ενημερώθηκε ότι βρισκόταν και ο εναγόμενος 1 εκεί. Ενημερώθηκε, περαιτέρω, πως είχε δύο συναντήσεις με τον εναγόμενο 7 στα γραφεία της ενάγουσας. Στη μία μάλιστα από τις συναντήσεις τους είχαν τηλεδιάσκεψη με αντιπροσώπους της Chesterfield στην Κύπρο. Ενημερώθηκε περαιτέρω από την προσωπική γραμματέα του εναγόμενου 7, υπάλληλο της ενάγουσας στο γραφείο στο Johannesburg, ότι ο εναγόμενος 1 την ενημέρωσε ότι είχε εργοδοτηθεί από την εταιρεία Chesterfield, παραδίδοντας της την επαγγελματική του κάρτα (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση Τσιάκκα). Του αναφέρθηκε, περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος 7, είχε ταξιδέψει στην Κύπρο τον Αύγουστο και είχε συνέντευξη με αντιπροσώπους της Chesterfield με σκοπό την εργοδότηση του. Η ίδια, επίσης (η προσωπική γραμματέας του εναγόμενου 7) του είπε πως ο εναγόμενος 7 της πρότεινε να διακόψει την εργοδότηση της με την ενάγουσα και να τον ακολουθήσει για να εργοδοτηθούν μαζί στην Chesterfield. Όταν, συνεχίζει, συνάντησε τον εναγόμενο 7 στις 16.9.2013, του παρέδωσε επιστολή παραίτησης (Τεκμήριο 5) αναφέροντας του πως είχε πρόθεση να εργοδοτηθεί στους προηγούμενους εργοδότες του που ασχολούντο με εμπόριο αυτοκινήτων. Κατά τη διαμονή του στο Johannesburg, αναφέρει ο κ. Σμίλας, πληροφορήθηκε από κάποιο πελάτη της ενάγουσας - τον οποίο δεν κατονομάζει - ότι είχε συνάντηση με τον εναγόμενο 1 ο οποίος του πρότεινε να συνεργαστούν επαγγελματικά. Επισκέφθηκε, καταλήγει ο κ. Σμίλας, και τα γραφεία της ενάγουσας στο Cape Town και ενημερώθηκε πως βρισκόταν και ο εναγόμενος 1 την ίδια περίοδο στην ίδια πόλη. Ζήτησε μάλιστα επίμονα συνάντηση με την υπεύθυνη του γραφείου την οποία συνάντησε, τελικά στις 20.9.2013, χωρίς όμως να της προτείνει συνεργασία. Προφανώς, υποστηρίζει, γιατί στο μεταξύ ενημερώθηκε για το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Πληροφορήθηκε από την κα Αναστασίου πως ο εναγόμενος 1 είχε επισκεφθεί συγκεκριμένο πελάτη της ενάγουσας και υπέδειξε οργανόγραμμα με τη δομή των εταιρειών του. Πρόκειται, υποστηρίζει, για το οργανόγραμμα που διαγράφηκε από το σύστημα της ενάγουσας και αποστάληκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του εναγόμενου 1. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 10.10.2013, o Ν. Τσιάκκας αναφέρει πως το μεσημέρι της 9.10.2013, μετά την καταχώριση της αίτησης, η ενάγουσα ειδοποιήθηκε από τέσσερις υφιστάμενους πελάτες της να παραδώσει τους φακέλους στους εναγόμενους 2 και 6. Αντίγραφα των σχετικών επιστολών των υπό αναφορά πελατών κατατέθηκαν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως Τεκμήρια 1-4, αντίστοιχα. Σημειώνεται, ωστόσο, πως οι οδηγίες αφορούσαν την παράδοση των φακέλων στην εναγόμενη 2 και όχι και στην εναγόμενη 6, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Τσιάκκας. Απλά στο Τεκμήριο 3 δίνονται επιπρόσθετες οδηγίες για αλλαγή του καταπιστευματοδόχου από την εναγόμενη 6. Εκπληρώθηκε, υποστηρίζει, ο δόλος και το παράνομο σχέδιο των εναγομένων 1 και 7 με τη μεταφορά των πελατών της ενάγουσας στις εναγόμενες 2 και 6, οι οποίες προσφέρουν τις ίδιες με την ενάγουσα υπηρεσίες. Σημειώνει δε πως δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα στη συνεργασία της ενάγουσας με τους αναφερόμενους πελάτες της που να δικαιολογούσε τον τερματισμό της συνεργασίας τους και είναι, εισηγείται, φανερό πως προσεγγίστηκαν από τους εναγόμενους 1 και 7, μετά που ο εναγόμενος 1 έκλεψε τα επιχειρηματικά μυστικά της ενάγουσας. Με τις ενστάσεις τους, οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι ο εναγόμενος 1 εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2. Υποστηρίζουν, όμως, ότι το γεγονός αυτό δεν τεκμηριώνει οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί κλοπής ή χρησιμοποίησης των επιχειρηματικών μυστικών της. Ειδικότερα: Ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του, ισχυρίζεται πως ήταν ένας απλός υπάλληλος και ο τίτλος που του έδωσαν («διοικητής επιχειρήσεων Ν. Αφρικής») ήταν μόνο κατ' όνομα, αφού οι αποφάσεις ελαμβάνοντο από άλλα ανώτερα στελέχη της ενάγουσας. Δεν είχε, συνεπώς, ενημερωθεί για τις οικονομικές δραστηριότητες της ενάγουσας και δεν γνώριζε μυστικές πληροφορίες σε σχέση με τον καθορισμό των τιμών και των εν γένει δραστηριοτήτων της ενάγουσας. Όλες οι πληροφορίες, συνεχίζει, που σχετίζονται με την εργασία του κυκλοφορούσαν ελεύθερα και ήταν σε όλο το προσωπικό της ενάγουσας γνωστές. Ουδέποτε, αναφέρει, του κοινοποιήθηκε οποιοσδήποτε εσωτερικός κανονισμός για επαγγελματικά απόρρητα της ενάγουσας, ούτε τον ενημέρωσε ο κ. Τσιάκκας για όσα ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του ότι αποτελούσαν επιχειρηματικά μυστικά και εμπιστευτικές πληροφορίες. Ελεύθερη, προσθέτει, ήταν και η πρόσβαση στα διάφορα έγγραφα από όλους τους υπαλλήλους της ενάγουσας και ουδέποτε του αναφέρθηκε ότι αποτελούσαν εμπορικά μυστικά και ήταν εμπιστευτικής φύσης. Επισκεπτόταν, αναφέρει στη συνέχεια, τα γραφεία της ενάγουσας στη Ν. Αφρική τέσσερις περίπου φορές το χρόνο αλλά αρνείται ότι ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διοίκηση και λειτουργία των γραφείων. Ήταν, αναφέρει, «ένας καλός πωλητής με ένα μη ρεαλιστικό τίτλο». Κάποιες φορές, προσθέτει, εζητείτο η γνώμη του, χωρίς όμως να λαμβάνει μέρος στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Τσιάκκα και Σμίλα για διαγραφή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, υποστηρίζει πως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αρνείται, αφ' ενός ότι διαγράφηκαν μηνύματα που σχετίζονταν με συγκεκριμένο πελάτη, ενώ, αφ' ετέρου, υποστηρίζει πως ήταν συνήθης πρακτική η διαγραφή παλαιών μηνυμάτων, γεγονός που ήταν σε γνώση της ενάγουσας και δεν υπήρξε ποτέ προηγουμένως οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή παράπονο. Όσον αφορά την προώθηση μηνυμάτων στο προσωπικό του ταχυδρομείο, αυτό γινόταν για να έχει τη δυνατότητα να μελετά τα σχετικά έγγραφα στο σπίτι του, αφού λόγω φόρτου εργασίας, δεν προλάβαινε να διεκπεραιώνει όλες τις εργασίες στο γραφείο. Ουδέποτε, αναφέρει, του υποδείχθηκε πως δεν επιτρεπόταν να προωθεί μηνύματα στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο για να τα μελετά εκτός ωρών εργασίας, κάτι που συνήθιζε να κάνει τα τελευταία χρόνια, χωρίς να του υποβληθεί οποιοδήποτε παράπονο. Παραδεχόμενος ότι εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2, απορρίπτει ως φανταστικούς, αβάσιμους και ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας με τους οποίους του αποδίδονται δόλιες ενέργειες που προκάλεσαν βλάβη στα συμφέροντα της ενάγουσας. Δεν απέστειλε, υποστηρίζει, ούτε διέγραψε οποιαδήποτε μηνύματα από το σύστημα της ενάγουσας και αρνείται κατηγορηματικά ότι έκλεψε ή εκμεταλλεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο επιχειρηματικά μυστικά, εμπιστευτικές πληροφορίες ή άλλα σχετικά έγγραφα της ενάγουσας. Αρνείται ως εκ τούτου, ότι διοχέτευσε στους εναγόμενους 2 - 6, πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τις δραστηριότητες της ενάγουσας. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Τσιάκκα, αναφέρει πως δεν είχε ούτε συνάγεται από τα Τεκμήρια 1-4, τα οποία κατατέθηκαν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δική του εμπλοκή ή διαμεσολάβηση στη μετακίνηση των τεσσάρων πελατών της ενάγουσας προς την εναγόμενη 2. Ήταν δικαίωμα των πελατών της ενάγουσας, συμπληρώνει, στα πλαίσια της ελευθερίας των συναλλαγών, να επιλέξουν τις υπηρεσίες άλλου προσώπου που προσφέρει παρόμοιες υπηρεσίες με την ενάγουσα. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς Θεοδώρου, για τη διαγραφή μηνυμάτων από τον φορητό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, υποστηρίζει πως ήταν σε γνώση του κ. Θεοδώρου πως υπήρχε πρόβλημα, λόγω υπερφόρτωσης του προγράμματος των ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Μάλιστα, αναφέρει, κατόπιν ενεργειών του Τμήματος Πληροφορικής, του οποίου προΐσταται ο κ. Θεοδώρου, δημιουργήθηκε υποστηρικτικός φάκελος στο σκληρό δίσκο του φορητού του υπολογιστή. Όλα τα μηνύματα, συνεχίζει διαγράφηκαν, καθ' υπόδειξη του τμήματος πληροφορικής και όχι από δικές του επιλήψιμες ενέργειες. Συνεχίζοντας απορρίπτει τον ισχυρισμό Θεοδώρου ότι μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση στον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του, ισχυριζόμενος πως είχε πρόσβαση όλο το προσωπικό του Τμήματος Πληροφορικής. Αρνούμενος τον ισχυρισμό για διαγραφή ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της γραμματέας του, ισχυρίζεται πως ο ίδιος δεν είχε τον κωδικό πρόσβασης στον υπολογιστή της. Αποδεχόμενος, τέλος, πως απέστειλε τη λίστα με τους συνεργάτες της ενάγουσας στη Ν. Αφρική, διευκρινίζει πως τούτο έγινε σε προγενέστερο χρόνο από την υποβολή της παραίτησης του και ο λόγος ήταν για να συντονίζει τις εργασίες και το προσωπικό, όταν, όπως αναφέρει, ξέμεναν από επιλογές και ιδέες. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κ. Σμίλα, αναφέρει πως τα όσα του αποδίδονται δεν είναι βάσιμα και διερωτάται γιατί το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τη δική του εκδοχή πως δεν αλλοίωσε οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία πιθανό να αλλοιώθηκαν με διαγραφή των μηνυμάτων για να τον ενοχοποιήσουν και με τον τρόπο αυτό να τον εκδικηθούν επειδή έδωσε την παραίτηση του. Διερωτάται επίσης γιατί δεν τηλεφώνησε στον ίδιο, για να τον καθοδηγήσει, όταν προσπαθούσε να βρει τις πληροφορίες που ζητούσε ο συγκεκριμένος πελάτης (κ. Shefer), εφόσον μάλιστα κατά το χρονικό εκείνο διάστημα βρισκόταν ακόμη στην υπηρεσία της ενάγουσας με προαφϋπηρετική άδεια. Σε σχέση με τις επιλήψιμες ενέργειες που του αποδίδει κατά την παρουσία του στη Ν. Αφρική κατά τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, αποδέχεται μόνο ότι επισκέφθηκε μία φορά τα γραφεία της ενάγουσας και συνομίλησε με την εκεί υπάλληλο και τον εναγόμενο 7. Αρνείται ότι προσέγγισε οποιουσδήποτε πελάτες της ενάγουσας ή ότι προέτρεψε τον εναγόμενο 7 να εργοδοτηθεί στην εναγόμενη 2. Η ένσταση των εναγομένων 2, 3 και 6, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Π. Ησαϊα, που τυγχάνει διευθύντρια. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί, πως παρότι η αίτηση είχε περιοριστεί στις εναγόμενες 2 και 6, επιδόθηκε και στις εναγόμενες 3, 4 και 5. Μετά την καταχώριση της ένστασης, η αίτηση αποσύρθηκε εναντίον των εναγομένων 4 και 5, όχι όμως και εναντίον της εναγόμενης 3, παρόλο που όπως αναφέρθηκε, δεν είχε προωθηθεί κατά το στάδιο της εξέτασης της, μονομερώς, εναντίον της. Όπως θα υποδειχθεί στη συνέχεια, δεν μπορεί να επιτραπεί στην αιτήτρια να επανέλθει, προωθώντας εκ νέου την αίτηση εναντίον της εναγόμενης 3. Από όσα η ενάγουσα καταλογίζει με την αίτηση της στις εναγόμενες εταιρείες, η κα Ησαϊα αποδέχεται μόνο το γεγονός ότι η εναγόμενη 2 εργοδότησε τον εναγόμενο 1 από την 1.9.2013. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί δόλου ή παράνομου σχεδίου και συνωμοσίας για υφαρπαγή πελατών της ενάγουσας, ισχυριζόμενη πως ουδέν επαγγελματικό μυστικό και εμπιστευτική πληροφορία ή οποιοδήποτε έγγραφο της ενάγουσας περιήλθε στην κατοχή ή τη γνώση των εναγομένων εταιρειών. Η μετακίνηση των πελατών που αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Τσιάκκα, υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα, ήταν εντελώς συμπτωματική. Ήταν επιλογή των συγκεκριμένων πελατών και ουδεμία ανάμιξη είχε ο εναγόμενος 1 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Είναι, αναφέρει, πολύ συχνό φαινόμενο να μετακινούνται πελάτες από μια εταιρεία σε άλλη. Τέτοιες μετακινήσεις, προσθέτει, είναι καθημερινό φαινόμενο, γεγονός που εσκεμμένα απέκρυψε η αιτήτρια στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση της. Κατά τα άλλα, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τις θέσεις του εναγόμενου πως ήταν ένας απλός υπάλληλος, χωρίς να έχει πρόσβαση σε θέματα εμπιστευτικής φύσης τα οποία γνώριζαν μόνο υψηλόβαθμα στελέχη της ενάγουσας. Καταληκτικά και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, υποστηρίζει πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση ή/και διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία χαρακτηρίζει αντινομικά, δραστικότατα και υπέρμετρα επαχθή για τις εναγόμενες εταιρείες. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων ζητημάτων νομολογία. Επιχειρηματολογώντας ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, υπέδειξε το χρόνο κατά τον οποίο διαγράφηκαν τα ηλεκτρονικά μηνύματα και αποστάληκαν στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση του εναγόμενου 1. Τούτο, εισηγείται, συνηγορεί με τη θέση της ενάγουσας πως υπήρξε σκευωρία και προσυνεννόηση του εναγόμενου 1 με τις εναγόμενες εταιρείες για να εκμεταλλευθούν αθέμιτα και παράνομα τα επαγγελματικά μυστικά της ενάγουσας, υποκλέπτοντας πελάτες της. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα, εισηγήθηκε ο συνήγορος, έχει καταδειχθεί η συνωμοσία των εναγομένων, η οποία υλοποιήθηκε, εν μέρει, με την υφαρπαγή τεσσάρων πελατών της ενάγουσας. Ορθά, κατέληξε, εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα το οποίο θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ενώ, περαιτέρω, δικαιολογείται η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ως τα παρακλητικά 2, 3, 4 και 5 εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 6. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων, εισηγήθηκαν πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των διαταγμάτων. Ειδικότερα: Ο συνήγορος του εναγόμενου 1 υποστήριξε πως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση είναι ασαφείς, αόριστοι, υποθετικοί, παραπλανητικοί και αστήρικτοι. Επί πλέον ουδεμία οικονομική ζημιά ή απώλεια καταδεικνύεται ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, τη δραστικότητα των αιτούμενων διαταγμάτων, εισηγήθηκε πως η ενάγουσα, με τα στοιχεία που έχει παραθέσει, κάθε άλλο από μια καθαρή υπόθεση έχει εναντίον του εναγόμενου 1, ώστε να εδικαιολογούντο οι ζητούμενες θεραπείες οι οποίες είναι και ταυτόσημες με τις αξιώσεις της. Ούτε το στοιχείο του κατεπείγοντος, κατά το συνήγορο, έχει καταδειχθεί και κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα και να απορρίψει την αίτηση στην ολότητα της. Ο συνήγορος των εναγομένων 2, 3 και 6 υποστήριξε πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εμπλέκει τις εναγόμενες εταιρείες στην κατ' ισχυρισμό συνωμοσία για κλοπή των «ούτω καλούμενων» επιχειρηματικών μυστικών και την εκμετάλλευση τους για υφαρπαγή των πελατών της ενάγουσας. Η αιτήτρια απέτυχε, εισηγείται, να στοιχειοθετήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος, ενώ παρέλειψε να εκπληρώσει το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, ως όφειλε, όταν αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο. Σε σχέση με το κατεπείγον, υπέδειξε πως ενώ, με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η αιτήτρια, ισχυρίζεται ότι απεκάλυψε τη διαγραφή των μηνυμάτων από τα τέλη Αυγούστου, η αίτηση καταχωρήθηκε τον Οκτώβριο. Καθυστέρησαν επίσης, να καταγγείλουν την υπόθεση στην αστυνομία και παραπλάνησε το Δικαστήριο, αποκρύβοντας το γεγονός ότι από τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν προέκυψε οτιδήποτε επιλήψιμο εναντίον του εναγόμενου 1. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων εταιρειών αφού ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από τους αιτητές που να συνδέει τις εναγόμενες εταιρείες με την κατοχή ή την χρησιμοποίηση των επιχειρηματικών μυστικών που, κατ' ισχυρισμόν, έκλεψε ο εναγόμενος 1. Διερωτάται δε ποια είναι αυτά τα επιχειρηματικά μυστικά και οι εμπιστευτικές πληροφορίες τα οποία ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι έκλεψε ο εναγόμενος. Περαιτέρω ο συνήγορος υποστηρίζει πως τα εκδοθέντα διατάγματα είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστα, γενικά και ασαφή, σε βαθμό που αδυνατούν να συμμορφωθούν αφού δεν μπορούν να γνωρίζουν πως πρέπει να ενεργούν ή να μην ενεργούν για να μην κινδυνεύουν να θεωρηθούν ότι παρακούουν το διάταγμα. Επιπλέον, ανέφερε ο συνήγορος, το εκδοθέν διάταγμα είναι ιδιαιτέρως ετεροβαρές και επαχθέστατο για τις εναγόμενες εταιρείες οι οποίες έχουν περιέλθει σε δυσμενέστατη θέση αφού δεν μπορούν να διεξάγουν τις συνήθεις εργασίες τους. Ουδεμία μαρτυρία και κανένα στοιχείο παρουσίασαν οι αιτητές, κατέληξε ο συνήγορος, που να υποστηρίζει την εκδοχή τους περί δόλου και συνωμοσίας των εναγομένων εταιρειών. Όσα υποστηρίζουν με την αίτηση δεν στηρίζονται σε πραγματικά στοιχεία αλλά σε αναληθή, αστήρικτα γεγονότα και εικασίες που ανάγονται στη σφαίρα της φαντασίας των αιτητών. Παραπέμποντας, τέλος, σε Αγγλική νομολογία, εισηγήθηκε πως δεν θεωρούνται επιχειρηματικά μυστικά ασήμαντες πληροφορίες που θα μπορούσαν εύκολα να εντοπιστούν μέσω δημοσίων πηγών ή πληροφορίες που μένουν στη μνήμη του υπαλλήλου από την εμπειρία και το ταλέντο του. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: 1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 2. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και 3. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Αφού εκδοθεί μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι ορθά εκδόθηκε και δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, ενόψει και των στοιχείων που περιέχονται στην ένσταση (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει προσεκτικά την αίτηση, σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της αίτησης και των ενστάσεων, αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας, περαιτέρω, όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν εισηγηθεί, κατέληξα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 σε σχέση με τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί μονομερώς εναντίον των εναγομένων 1 και
  1. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, με βάση τη μαρτυρία που περιέχεται στην αίτηση, ο εναγόμενος 1 απέσπασε εμπιστευτικές πληροφορίες της ενάγουσας, διοχετεύοντας χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα, από τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή που του είχε παραχωρήσει η ενάγουσα για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του στα πλαίσια της εργοδότησης του, στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση. Είναι, περαιτέρω, η θέση της ενάγουσας, ότι ο εναγόμενος 1 βρισκόταν σε συνεννόηση με τις εναγόμενες εταιρείες 2-6, ώστε να χρησιμοποιήσουν τις εμπιστευτικές αυτές πληροφορίες και τα σχετικά έγγραφα, προσεγγίζοντας υφιστάμενους ή προτιθέμενους πελάτες της ενάγουσας με προοπτική να μετακινηθούν από την ενάγουσα στις εναγόμενες. Η μαρτυρία που έθεσε η αιτήτρια με την αίτηση, καταδεικνύει συζητήσιμη υπόθεση με προοπτική επιτυχίας, εφόσον: Α) Χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα φαίνεται να διαγράφηκαν από τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του εναγόμενου την περίοδο Ιουλίου μέχρι 21 Αυγούστου 2013, όταν είχε ήδη υποβάλει την παραίτηση του. Το γεγονός αυτό, οδηγεί εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, ευλόγως στην εντύπωση ότι δεν το έπραξε για τους λόγους που επικαλείται, αλλά για να τα χρησιμοποιήσει, όπως η ενάγουσα εισηγείται. Σημειώνεται πως κατά την ίδια περίοδο απέστειλε ηλεκτρονικά μηνύματα με εμπιστευτικές πληροφορίες, όπως στοιχεία πελατών, οργανόγραμμα με δομή εταιρειών συγκεκριμένου πελάτη και πολλά άλλα έγγραφα και δεδομένα που αφορούσαν πελάτες της ενάγουσας, στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση. Η περίοδος που αποστάληκαν τα μηνύματα δημιουργεί και πάλι εύλογες υπόνοιες για τη γνησιότητα των προθέσεων του και δεν παρουσιάζει πειστικότητα η εκδοχή του πως τα απέστειλε για να τα μελετήσει ή για να συμβουλεύει και να καθοδηγεί το προσωπικό που εργαζόταν στα γραφεία της ενάγουσας στη Ν. Αφρική. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως αποστάληκαν μηνύματα στην ηλεκτρονική του διεύθυνση την τελευταία ημέρα απασχόλησης του στην ενάγουσα ήτοι την 21.8.2013, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
  2. Β) Μερικές μόνο ημέρες μετά την αποχώρηση του από την ενάγουσα, εργοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2, όπως είναι παραδεκτό από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 αλλά και από την εναγόμενη
  3. Εύλογα, συνεπώς, συνάγεται πως όταν ο εναγόμενος διέγραφε τα ηλεκτρονικά μηνύματα και τα απέστελλε στην προσωπική του ηλεκτρονική διεύθυνση, είχε υπόψη του ότι θα εργοδοτείτο, αμέσως μετά την αποχώρηση του από την ενάγουσα, στην εναγόμενη 2, η οποία, όπως επίσης είναι παραδεκτό, προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες με την ενάγουσα. Έχοντας απορρίψει ως μη πειστική την εκδοχή του πως απέστειλε τα ηλεκτρονικά μηνύματα για να τα μελετήσει ή να καθοδηγήσει τους υπαλλήλους της ενάγουσας, παραμένει ως γεγονός ότι έθεσε στη διάθεση του εμπιστευτικά στοιχεία και πληροφορίες που αφορούσαν πελάτες και δραστηριότητες της ενάγουσας, κάτω από ύποπτες και επιλήψιμες συνθήκες, τόσο χρονικά όσο και σε συνάρτηση με την αποχώρηση του από την ενάγουσα και την εργοδότηση του στην εναγόμενη 2, ανταγωνιστική προς την ενάγουσα εταιρεία. Γ) Η παρουσία του στη Ν. Αφρική και ειδικότερα στις πόλεις που διατηρούσε γραφεία η ενάγουσα τον Σεπτέμβριο του έτους 2013, λίγες μόνο ημέρες μετά την εργοδότηση του στην εναγόμενη 2, συνάδει με την εκδοχή της ενάγουσας πως πρόθεση του ήταν να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία και τις εμπιστευτικές πληροφορίες που απέστειλε από την ενάγουσα για να εξυπηρετήσει συμφέροντα των νέων εργοδοτών του. Ενισχυτικό της εκδοχής της ενάγουσας, κρίνεται και το γεγονός ότι συναντήθηκε με τον εναγόμενο 7, ο οποίος υπέβαλε την παραίτηση του από την ενάγουσα καθ' ον χρόνο ο εναγόμενος 1 βρισκόταν στη Ν. Αφρική και είχε συναντηθεί μαζί του. Με βάση δε τη μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 συναντήθηκε με τον εναγόμενο 7 στα γραφεία της ενάγουσας και είχαν επαφές με κάποια από τις εναγόμενες εταιρείες. Δ) Η μετακίνηση, τέλος, τεσσάρων πελατών της ενάγουσας προς την εναγόμενη 2, δεν φαίνεται να είναι τόσο αθώα και τυχαία, όπως επιχείρησαν να παρουσιάσουν οι εναγόμενου 1, 2 και
  4. Η μετακίνηση, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 1-4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Τσιάκα, έγινε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την αποχώρηση του εναγόμενου 1 από την ενάγουσα και μετά από τις επαφές που είχε στη Ν. Αφρική, στα πλαίσια της εργοδότησης του από την εναγόμενη
  5. Οι αναφερθείσες θέσεις των εναγομένων και οι υπερασπίσεις που έχουν προβληθεί με τις ενστάσεις τους, δεν αναιρούν τη δυναμική των ισχυρισμών της ενάγουσας στα πλαίσια των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
  6. Όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία, δεν απαιτείται σ' αυτό το στάδιο η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για τη πιθανότητα ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802). Όπως, εξάλλου, υποδείχθηκε πιο πριν, το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του νομικού και πραγματικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1, πως δεν γνώριζε και δεν του υποδείχθηκε ποτέ ότι δεν έπρεπε να αποκαλύψει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα επαγγελματικά μυστικά της ενάγουσας, είναι αρκετό να υποδειχθεί ο όρος 7 του συμβολαίου εργοδότησης (Τεκμήριο 1). Είναι δε αυτονόητο πως τα ονόματα, τα στοιχεία των πελατών, η δομή των εταιρειών τους και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες τους είναι εμπιστευτικά και δεν πρέπει να αποκαλύπτονται σε τρίτους από ένα υπάλληλο, ο οποίος μάλιστα έχει υπογράψει συμβόλαιο εργοδότησης και έχει δεσμευθεί με αυτή την υποχρέωση. Όσον αφορά τη θέση των εναγομένων πως οι πληροφορίες που πιθανό να αποκαλύφθηκαν, δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικής φύσης, αυτό δεν είναι ζήτημα που θα μπορούσε να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Υπάρχει, συνεπώς, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με ορατή προοπτική επιτυχίας, όπως οι όροι έχουν ερμηνευθεί από την αναφερθείσα νομολογία. Καθόσον αφορά τους εναγόμενους 3 και 6 δεν τέθηκε μαρτυρία που να τις συνδέει με τη συνωμοσία και την απόσπαση των εμπιστευτικών πληροφοριών. Η εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας πως όφειλαν οι εναγόμενοι να δηλώσουν σαφώς από ποια εταιρεία εργοδοτήθηκε ο εναγόμενος 1, δεν ευσταθεί. Είναι ορθή η επί του προκειμένου θέση των εναγομένων ότι, με αυτή την προσέγγιση, η ενάγουσα επιχειρεί να αντιστρέψει το βάρος απόδειξης. Ήταν δική της υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία από την οποία να προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων 3 και
  1. Ουδεμιά μαρτυρία προσκομίστηκε προς τούτο, αφού οι εναγόμενες 3 και 6 δεν συνδέθηκαν είτε με την εργοδότηση του εναγόμενου 1 είτε με οποιαδήποτε άλλη επιλήψιμη ενέργεια. Το αίτημα πρώην πελάτη της ενάγουσας προς την εναγόμενη 2 για αντικατάσταση υφιστάμενου καταπιστευματοδόχου από την εναγόμενη 6, (βλ. Τεκμήριο 3 συμπλ. Ε/Δ Τσιάκκα) δεν είναι αρκετό για να την εμπλέξει με την προβαλλόμενη συνωμοσία και σκευωρία των εναγομένων, για υφαρπαγή των πελατών της ενάγουσας. Η εισήγηση, τέλος, του συνηγόρου της ενάγουσας πως με βάση τη μαρτυρία, η εναγόμενη 3 εξασφάλισε άδεια για παροχή των ιδίων υπηρεσιών που παρέχει η ενάγουσα και άρα εμπλέκεται στη συνωμοσία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρόκειται για απλή εικασία που δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Υπάρχει όμως ακόμη ένα εμπόδιο για την επιτυχία της αίτησης εναντίον της εναγόμενης
  2. Όπως υποδείχθηκε ανωτέρω, τόσο η ενάγουσα δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Τσιάκκα, όσο και ο συνήγορος της, περιόρισαν την αίτηση για τους εναγόμενους 1, 2, 6 και 7, αναγνωρίζοντας, προφανώς, πως δεν υπήρχε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να συνδέσει τις εναγόμενες 3, 4 και 5 με την υπόθεση. Το γεγονός ότι επέδωσε την αίτηση στην εναγόμενη 3 και καταχωρίστηκε εκ μέρους της ένσταση, δεν της επιτρέπει να προωθήσει την αίτηση εναντίον της. Απομένει η 3η προϋπόθεση. Έγινε εισήγηση από τους εναγόμενους πως η ενάγουσα δεν απέδειξε οικονομική ζημιά. Υποστηρίζουν επίσης πως η δραστικότητα των εκδοθέντων και των υπόλοιπων διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση, τους έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη διεκπεραίωση των εργασιών τους. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, εισηγούνται, κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η αιτήτρια έχει παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία με βάση την οποία διαφαίνεται κίνδυνος να συνεχίσουν οι εναγόμενοι 1 και 2 να χρησιμοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που έχει αποσπάσει ο εναγόμενος 1 από την ενάγουσα, με τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το γεγονός ότι τέσσερις πελάτες μετακινήθηκαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη 2, στο σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την αποχώρηση του εναγόμενου 1 από την ενάγουσα και την εργοδότηση του από την εναγόμενη 2, υποδηλώνει πως ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν οι εμπιστευτικές πληροφορίες και να προσεγγιστούν περαιτέρω πελάτες ή συνεργάτες της ενάγουσας είναι υπαρκτός. Κάτω από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω πως είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και
  3. Τέθηκε από τους εναγόμενους ζήτημα παραπλάνησης του Δικαστηρίου με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει τέτοια πρόθεση εκ μέρους της ενάγουσας. Δεν τέθηκε από τους εναγόμενους κάποιο συγκεκριμένο γεγονός το οποίο να τεκμηριώνει τη θέση της. Η επίκληση της συνήθους πρακτικής να μετακινούνται πελάτες από μια υπηρεσία σε άλλη, δεν παρέχει βάσιμο έρεισμα στην εισήγηση τους. Άλλη εισήγηση των εναγομένων είναι πως δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση. Έχουν καταδειχθεί λόγοι που δικαιολογούσαν την καταχώριση της μονομερούς αίτησης, εφόσον, με βάση τη μαρτυρία, ο εναγόμενος 1 βρισκόταν ήδη στη Ν. Αφρική και είχε αρχίσει να προσεγγίζει υπαλλήλους και συνεργάτες της ενάγουσας. Όσον αφορά τη μικρή καθυστέρηση των 45 περίπου ημερών που παρατηρείται, από το χρόνο που διαπιστώθηκε η διαγραφή και υποκλοπή των εμπιστευτικών πληροφοριών μέχρι την καταχώριση της αίτησης, έχει δικαιολογηθεί επαρκώς. Μεσολάβησε η καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία και η διεξαγωγή ενδελεχούς διερεύνησης των διαγραφών από το Τμήμα Πληροφορικής της ενάγουσας. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Θεοδώρου, μόλις στις 3.10.2013 διαπιστώθηκε η αποστολή στην προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση του εναγόμενου 1 της λίστας με όλους τους συνεργάτες και πιθανούς πελάτες της ενάγουσας στη Ν. Αφρική. Εισηγούνται, τέλος, οι εναγόμενοι πως τα διατάγματα είναι γενικά, ασαφή και αόριστα σε βαθμό που δεν μπορούν να γνωρίζουν πώς πρέπει να ενεργούν για να μην τα παρακούσουν. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, πως είναι τόσο δραστικά, σε σημείο που τους εμποδίζουν να ασκούν τις συνήθεις δραστηριότητες τους. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τις πιο πάνω θέσεις των εναγομένων. Τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί δεν είναι ούτε γενικά, ούτε ασαφή ώστε να μην γνωρίζουν πώς να ενεργούν οι εναγόμενοι. Δεν ευσταθεί επίσης, η εισήγηση πως εμποδίζεται η διεκπεραίωση των συνήθων εργασιών τους. Εκείνο που, κατ' ουσίαν, τους απαγορεύεται είναι: (α) να μην χρησιμοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα επιχειρηματικά μυστικά που απέσπασε ο εναγόμενος από την ενάγουσα, (β) να μην τα αποξενώσουν, διοχετεύσουν ή αλλοιώσουν, (γ) να μην προβαίνουν σε άγρα πελατών της ενάγουσας, και (δ) να μην προσεγγίζουν υπαλλήλους της ενάγουσας προτρέποντας τους να διακόψουν την εργοδότηση τους. Όσον αφορά τα υπόλοιπα παρακλητικά, τα οποία δεν έχουν εκδοθεί μονομερώς, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν είναι απαραίτητο να εκδοθούν, εφόσον τα παρακλητικά που έχουν ικανοποιηθεί, παρέχουν επαρκή προσωρινή προστασία. Πρόκειται εξάλλου για προστακτικά διατάγματα τα οποία, με βάση τη νομολογία, δεν πρέπει να χορηγούνται με ευκολία, αλλά με φειδώ, στις περιπτώσεις όπου διαφαίνεται μια δυνατή και καθαρή υπόθεση. (βλ. Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734, Κουνούνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361). Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση των ζητούμενων δραστικών προστακτικών διαταγμάτων ως τα παρακλητικά 2, 3, 4 και 5 της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, ως τα παρακλητικά 1(i) και (ii), 6 και 7 της αίτησης, οριστικοποιούνται σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2, με ισχύ μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής. Τα υπόλοιπα παρακλητικά (2, 3, 4 και 5) σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2 απορρίπτονται. Το εκδοθέν διάταγμα σε σχέση με την εναγόμενη 6 ακυρώνεται και η αίτηση σε σχέση με τα υπόλοιπα παρακλητικά, απορρίπτεται. Η αίτηση εναντίον της εναγόμενης 3 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της αίτησης ως προς ένα μέρος των παρακλητικών, αποφάσισα, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, να επιδικάσω το ½ των εξόδων της αίτησης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με τις εναγόμενες 3 και 6, δεδομένου ότι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο που εκπροσώπησε τις εναγόμενες 2, 4 και 5. Δεδομένου, μάλιστα, ότι σε προγενέστερο στάδιο έχουν επιδικαστεί τα έξοδα της αίτησης προς όφελος των εναγομένων 4 και 5. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.