← Κύπρος

Αιμίλιος Κωνσταντίνου κ.α. ν. Νίκος Γιάλλουρος κ.α., Συνενωμένες Αγωγές Αρ : 5313/07 και 5312/07, 16/1/2014

Αιμίλιος Κωνσταντίνου κ.α. ν. Νίκος Γιάλλουρος κ.α., Συνενωμένες Αγωγές Αρ : 5313/07 και 5312/07, 16/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές Αρ ׃ 5313/07 και 5312/07 Αγωγή Αρ ׃ 5313/07 Μεταξύ: Αιμίλιος Κωνσταντίνου Ενάγοντα και Νίκος Γιάλλουρος Eναγομένου Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομ. 4/3/2009 Αγωγή Αρ ׃ 5313/07 Αιμίλιος Κωνσταντίνου Ενάγοντα και

  1. Νίκος Γιάλλουρος
  2. ΠΑΜΙΝΙ ΛΤΔ Eναγομένων Αγωγή Αρ ׃ 5312/07 Μεταξύ: Bonantza Investments Ltd Εναγόντων και Νίκος Γιάλλουρος Εναγομένου και Αιμίλιος Κωνσταντίνου Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία:16/1/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές ׃ κα Ε. Ιωάννου Για Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση ׃ κ. Λ. Κονναρής (για την απαγγελία της απόφασης κ. Ηλίας Κονναρής) Για τριτοδιάδικο ׃ καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4/11/2013 οι ενάγοντες επιδιώκουν τις ακόλουθες θεραπείες ׃ «Α. Αναστολή της διαδικασίας εις την αγωγή 5312/2007 μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως αρ. 262/2012 στις πιο πάνω αγωγές η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Β. Οδηγίες του Δικαστηρίου για εκδίκαση της αγωγής 5313/07 με βάση κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης που κατεχωρήθη στην συγκεκριμένη αγωγή την 20.6.
  3. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο το Δικαστήριο να μεταθέσει ή αναβάλει την ακρόαση των αγωγών σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιους όρους που θα κρίνει κατάλληλο υπό τις περιστάσεις καθώς επίσης να καθορίσει την διαδικασία στις υποθέσεις. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ξεχωριστή εκδίκαση των αιτιών αγωγής». Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των εναγομένων και έτσι οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις οι οποίες ετοιμάσθηκαν γραπτώς από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Αρχικά θα προχωρήσω να εξετάσω δύο ζητήματα που τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων και αφορούν (α) την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης και (β) ότι η ένορκος δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε από δικηγόρο χωρίς να δίδεται κανένας λόγος γι' αυτό. Σε σχέση με το πρώτο και όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας στις 13/11/2013 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση για τις 21/11/2013 και παράλληλα έδωσε οδηγίες για καταχώρηση της ένστασης εντός τεσσάρων ημερών. Η ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε στις 18/11/2013 αντί μέχρι τις 17/11/2013 ημερομηνία που έληγε η προθεσμία που όρισε το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό. Οι ενάγοντες με την αγόρευση τους η οποία ήταν ορισμένη στις 21/11/2013 και ήταν το πρώτο στάδιο που ακολούθησε της εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης, εγείρουν το ζήτημα και προβάλλουν ότι ενόψει της παράλειψης των εναγομένων να συμμορφωθούν με την προθεσμία που όρισε το Δικαστήριο η ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να αγνοηθεί και να μην ληφθεί υπόψη. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ενέργειες των εναγόντων αυτοί αμέσως μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης έχουν εγείρει το ζήτημα με την αγόρευση τους, ενώ δεν είχαν την ευκαιρία να το πράξουν προηγουμένως. Αυτό πρόδηλα καταδεικνύει ότι δεν έχουν αποδεχθεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου

(1991)1 ΑΑΔ 945, το Ανώτατο Δικαστήριο στην οποία η πλευρά της εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης αποφάσισε ότι το παράτυπο μιας διαδικασίας δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για θεραπεία της παρατυπίας και ότι σε αντίθετη περίπτωση η παρατυπία εξακολουθεί να υφίσταται. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα ׃ «Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τη διάγνωση του πως η εκπρόθεσμη αίτηση ήταν παράτυπη και όχι άκυρη, απλώς παράκαμψε το θέμα και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας. Ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος. Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR
  1. *Βλ. και Sheldon v. Brown etc Ltd [1953] 2 All ER
  2. H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. * Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας της διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία *Βλ. και Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.ή το κατά πόσο θα επιτρέπει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση τη Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς». Στην παρούσα περίπτωση η ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε σε ημερομηνία πέρα από αυτή που όρισε το Δικαστήριο χωρίς καμία ενέργεια να γίνει εκ μέρους τους για διόρθωση της πράξης τους αυτής. Για τους πιο πάνω λόγους η ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκτός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Εισηγείται περαιτέρω ο ενάγοντας ότι η ένσταση θα πρέπει να αγνοηθεί και για τον πρόσθετο λόγο ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης υπογράφεται από δικηγόρο. Ότι τούτο είναι ανεπιθύμητο εκφράσθηκε στην Πολ. Εφ. 130/09, ημερ. 29/1/10, Dimitri Rybdovler v. Elena Rybolovleva στην οποία επαναλήφθηκαν οι καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές οι σχετικές με το θέμα και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του». (βλ. επίσης M. Holding Ltd κ.α. v. E. Rybolovleva, Πολιτ. Εφ. 131/09 ημερομ. 29/1/2010 και Γεώργιου Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.α. Πολιτ. Εφ.124/10 ημερομ. 14/7/2011). Στην παρούσα περίπτωση η ένορκος δήλωση γίνεται από δικηγόρο του ενός από τα δικηγορικά γραφεία που εκπροσωπούν τους εναγομένους, κάτι που ισοδυναμεί ουσιαστικά με το να γίνεται η ένορκος δήλωση από τους δικηγόρους των εναγομένων. Σε αυτήν δεν δίδεται κανένας λόγος και καμία απολύτως εξήγηση γιατί την ένορκο δήλωση υπογράφει δικηγόρος και όχι κάποιος από τους εναγομένους ή κάποιο άλλο πρόσωπο, χωρίς επίσης κανένας προφανής λόγος να προκύπτει από το φάκελο που να το δικαιολογεί. Όπως συνάγεται και από τον λόγο της πιο πάνω απόφασης είναι αναγκαίο στις περιπτώσεις που ο ομνύων είναι δικηγόρος να δίδει κάποια εξήγηση γιατί ορκίζεται ο ίδιος, εκτός μόνο στις περιπτώσεις που από τις περιστάσεις προκύπτει ότι υπάρχει καλός λόγος προς τούτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί αφού και όπως προαναφέρεται καμία απολύτως εξήγηση δεν δίδεται από την ενόρκως δηλούσα, ούτε και από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει να υπάρχει εμφανής λόγος προς τούτο. Όπως και στην υπόθεση Dulal, έτσι και στην παρούσα που η ομνύουσα είναι δικηγόρος, όφειλε και αυτή να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί αυτή προέβη στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος από τους εναγομένους. Συνεπώς και για τον πρόσθετο αυτό λόγο η ένσταση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Παρά το ότι η ένσταση για τους πιο πάνω λόγους θα πρέπει να αγνοηθεί θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση έχοντας κατά νου τις εισηγήσεις των εναγομένων όπως προκύπτουν από την αγόρευση των δικηγόρων τους καθώς και το ιστορικό των δύο υποθέσεων όπως αυτό προκύπτει από τους φακέλους των αγωγών ξεκινώντας πρώτα από την αγωγή με αρ. 5312/
  1. Στις 20/9/2007 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, στις 30/10/2007 σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου, στις 6/12/2007 η Έκθεση Υπεράσπισης του και στις 17/12/2007 Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου αφού προηγήθηκε σχετική αίτηση από τον εναγόμενο για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας εκ μέρους του ενάγοντα. Την ίδια ημερομηνία με την καταχώρηση της Υπεράσπισης καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο αίτηση για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου προς τον Αιμίλιο Κωνσταντίνου, άδεια που δόθηκε στις 18/12/
  2. Στις 22/5/2008 καταχωρήθηκε άλλη αίτηση από τον εναγόμενο στα πλαίσια της οποίας δόθηκαν οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου με παράλληλες οδηγίες για επίδοση της Έκθεσης Απαίτησης του εναγόμενου προς τον τριτοδιάδικο. Στις 20/6/2008 καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης του εναγομένου εναντίον του τριτοδιάδικου, στις 3/9/2008 ακολούθησε η καταχώρηση της Υπεράσπισης του τριτοδιάδικου και στις 9/9/2008 η Απάντηση του εναγόμενου στην Έκθεση Υπεράσπισης του τριτοδιάδικου. Στην αγωγή 5313/07 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο την ίδια ημερομηνία όπως και στην προηγούμενη αγωγή δηλαδή στις 20/9/
  3. Στις 30/10/2007 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου, στις 6/12/2007 η Έκθεση Υπεράσπισης του και στις 17/12/2007 το δικόγραφο της Απάντησης. Στις 22/5/2008 καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγομένου αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας η οποία στις 19/6/2008 αποσύρθηκε. Αφού η υπόθεση ορίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες και για ακρόαση ακολούθησε στις 5/2/2009 καταχώρηση εκ μέρους του ενάγοντα αίτησης με την οποία ζητούσε διάταγμα για προσθήκη της εταιρείας Παμίνι Λτδ ως εναγομένων 2 και κάποιες συναφείς τροποποιήσεις στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης. Αφού καταχωρήθηκαν τροποποιημένα δικόγραφα, σημείωμα εμφάνισης, Έκθεση Υπεράσπισης εκ μέρους του νέου εναγόμενου και Απάντηση στην Υπεράσπιση του και αφού η υπόθεση ορίσθηκε και για οδηγίες και για ακρόαση σε κάποιες ημερομηνίες, ακολούθησε στις 12/10/2010 η καταχώρηση αίτησης συνένωσης των δύο αυτών αγωγών οπόταν και στις 10/11/2010 συνενώθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη και των εναγόντων. Στο σημείο αυτό καταχωρήθηκε ειδοποίηση ότι και δεύτερος δικηγόρος ο κ. Π. Νικολάου θα εμφανιζόταν μαζί με τον κ. Χ΄ Πιέρα ως πρόσθετος δικηγόρος του εναγομένου
  4. Στη συνέχεια και όταν η υπόθεση ήταν και πάλι ορισμένη για ακρόαση καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα στις 27/7/2011 νέα αίτηση τροποποίησης στην οποία και πάλι εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου των εναγόντων οπόταν στις 18/1/2012 καταχωρήθηκε νέα και πάλι αίτηση τροποποίησης η οποία μετά την καταχώρηση ειδοποίησης ένστασης αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 5/3/
  5. Ακολούθησε στις 21/3/2012 η καταχώρηση νέας αίτησης τροποποίησης η οποία μετά από ακροαματική διαδικασία έγινε αποδεκτή όσον αφορούσε το μέρος της αγωγής 5313/07, ενώ το αίτημα και όσο αφορούσε την αγωγή αρ. 5312/07 απορρίφθηκε. Ακολούθησε στις 20/6/2012 η καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης κάτω από τον τίτλο των δύο συνενωμένων αγωγών και στις 9/7/2012 η καταχώρηση Υπερασπίσεων των εναγομένων 1 και 2 και στις 29/10/12 η καταχώρηση και Απαντήσεων στις Εκθέσεις Υπεράσπισης. Αφού ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης σε διάφορες ημερομηνίες, στις 26/3/2013 και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε προφορικά αίτημα για αποσυνένωση τους, για να καταστεί δυνατή όπως προέβαλε, η ακρόαση της αγωγής 5313/07 καθότι στην αγωγή 5312/07 έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην αντίθετη θέση των εναγομένων και το Δικαστήριο αφού άκουσε τις θέσεις των μερών εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 15/5/2013 με την οποία απέρριψε το αίτημα. Ακολούθησε μετά από αυτήν άλλη ενδιάμεση αίτηση εκ μέρους των εναγόντων ημερομηνίας 27/5/2013 με την οποία επιδιωκόταν διάταγμα του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρησης τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης η οποία στις 10/6/2013 αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες και αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ότι ήταν πιθανό να αποσυρθεί από δικηγόρος τους κάτι το οποίο τελικά δεν έπραξε δηλώνοντας ότι θα συνεχίσει να τους εκπροσωπεί. Στις 11/9/2013 καταχωρήθηκε από τους εναγομένους αίτηση για διόρθωση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 15/5/2013 έτσι ώστε σε αυτήν να συμπεριλαμβάνεται πρόνοια και για τα έξοδα. Μετά από καταχώρηση ειδοποίησης ένστασης εκ μέρους των εναγόντων η αίτηση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία με αποτέλεσμα αυτή να εγκριθεί με άλλη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 25/10/
  6. Στη συνέχεια η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες οπόταν και ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εκδίκασης αίτησης. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση. Την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει την υπογράφει ο Αιμίλιος Κωνσταντίνου, ενάγοντας στην αγωγή αρ. 5313/07, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες στην αγωγή 5312/
  7. Αυτός υποστηρίζει στην ένορκο του δήλωση ότι εφόσον εκκρεμεί έφεση που καταχωρήθηκε εναντίον ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου όταν απέρριψε το αίτημα των εναγόντων για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αρ. 5312/07 το Δικαστήριο θα πρέπει ή να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι την εκδίκαση της έφεσης ή θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. Και αυτό για να καταστεί δυνατή η εκδίκαση της αγωγής αρ. 5313/07 στην οποία ο ίδιος είναι ενάγοντας. Είναι εισήγηση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει τέτοιες οδηγίες ώστε η δική του υπόθεση να προχωρήσει και να μην επιτρέψει τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του «από πράξεις και παραλείψεις των εναγόντων στην αγωγή 5312/07» όπως επίσης δεν πρέπει να επιτρέψει στους εναγόμενους «να καταχρώνται τις διαδικασίες εκμεταλλευόμενοι λάθη και παραλείψεις του προηγούμενου δικηγόρου μου καθώς και δικονομικούς κανόνες οι οποίοι θα πρέπει να προστατεύουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να αποτελούν τροχοπέδη στην απονομή της δικαιοσύνης». Αυτοί είναι ουσιαστικά οι λόγοι που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης. Έχουμε δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση 2 συνενωμένες αγωγές. Ο ενόρκως δηλών ζητά την αποσυνένωση τους για να δικαστεί η υπόθεση που τον αφορά, η αγωγή αρ. 5313/07, ζητώντας παράλληλα αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή 5312/
  8. Ότι αυτό που ουσιαστικά ζητείται είναι η αποσυνένωση των δύο αγωγών προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αφού το αιτητικό υπό στοιχείο (δ) δεν είναι το πλέον ξεκάθαρο. Το αίτημα για αποσυνένωση αγωγών εδράζεται στη Δ.13 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αποσυνένωση διατάζεται στην περίπτωση κατά την οποία οι αιτίες των αγωγών δεν είναι βολικό να συνεκδικαστούν. Για να διαφανεί το τελευταίο, εάν δηλαδή είναι βολικό οι δύο αγωγές να συνεκδικαστούν θα πρέπει πρώτα κατά την κρίση μου να εξετασθεί κατά πόσον δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή 5312/
  9. Διότι στην περίπτωση που τέτοια αναστολή δεν μπορεί να διαταχθεί τίποτε δεν φαίνεται, ούτε και έχει τεθεί, να δημιουργεί οποιαδήποτε δυσκολία στην συνεκδίκαση των δύο αγωγών για τις οποίες το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε εκ συμφώνου. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας δυνάμει της Δ.35 Θ.18 η οποία εμπεριέχει πρόνοια για αναστολή διαδικασίας ενώ εκκρεμεί έφεση. Στην απόφαση Merck & Co Inc v. Medochemie Ltd
(1998)1 C.L.R 2184 αναφέρεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την αναστολή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία (βλ. επίσης The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos
(1981)1 C.L.R 445). Στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 692 στις σελ. 693-4 συνοψίζεται η νομολογία με την οποία ερμηνεύονται οι διατάξεις που αφορούν το ζήτημα της αναστολής: «Κατ΄ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ.18 της Δ.35: βλ. Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε «. stay of. . proceedings under the decision appealed from ..» δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω)». (βλ. επίσης Αντζολέττα Χ΄ Ιωσήφ v. Άννας Πετρίχου
(1998)1 ΑΑΔ 364». Στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Telec Logotic Company Ltd κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ 764, επαναλήφθηκε η αρχή ότι η Δ.35 Θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον πρωτόδικου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της διαδικασίας. Η απαγόρευση της συνέχισης της διαδικασίας, μπορεί να διαταχθεί μόνο με prohibition. Καθοδηγητικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή είναι το ακόλουθο: «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 Θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708. In re E.S. (an infant)
(1986)1 CLR 119. Βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524). Η Δ.35, θ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Στην παρούσα περίπτωση δεν προβάλλονται λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής 5312/
  1. Αντίθετα όπως εμφανίζεται να προβάλλει τους ισχυρισμούς του ο ενόρκως δηλών είναι ως και εάν η καταχώρηση έφεσης αποτελεί από μόνη της λόγο που δικαιολογεί τέτοια αναστολή. Προβάλλεται συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης. «Εξ' όσων με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου εφόσον εκκρεμεί έφεση επί του συγκεκριμένου θέματος θα πρέπει το Δικαστήριο ή να αναστείλει την διαδικασία μέχρι εκδίκασης της έφεσης ή θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα για αποσυνένωση των αγωγών όπως το είχε ζητήσει ο Δικηγόρος μου κατά τρόπο ώστε να μπορεί να προχωρήσει η εκδίκαση της δικής μου υπόθεσης 5313/07 και η αγωγή 5312/07 να εκδικασθεί μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση». Κανένα περαιτέρω στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να τείνει έστω να καταδείξει ότι η παρούσα περίπτωση μπορεί να ενταχθεί σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την αναστολή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή 5312/07 δεν μπορεί να εγκριθεί. Θα πρέπει όμως περαιτέρω να λεχθεί ότι με την απόφαση που εφεσιβλήθηκε, έχει απορριφθεί αίτημα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής 5312/07 χωρίς συνεπώς να υπάρχει κάτι προς εκτέλεση, ενώ περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι πρόκειται για δύο πολύ παλιές αγωγές των οποίων η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει παρά μόνο διάφορες ενδιάμεσες αιτήσεις καθυστερούν την έναρξη της. Η κατάληξη μου αυτή συμπαρασύρει και το αίτημα για αποσυνένωση των δύο αγωγών. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.13 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η αποσυνένωση αγωγών είναι δυνατή στην περίπτωση κατά την οποία οι αιτίες των αγωγών δεν είναι βολικό να συνεκδικαστούν, κάτι που μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναστολή παραμένει μετέωρο και χωρίς κανένα υπόβαθρο. Ζητούν περαιτέρω οι ενάγοντες «οδηγίες του Δικαστηρίου για εκδίκαση της αγωγής 5313/07 με βάση κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης που κατεχωρήθη στην συγκεκριμένη αγωγή την 20.6.2012», καθώς και «διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο το Δικαστήριο να μεταθέσει ή αναβάλει την ακρόαση των αγωγών σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιους όρους που θα κρίνει κατάλληλο υπό τις περιστάσεις καθώς επίσης να καθορίσει την διαδικασία στις υποθέσεις». Για να εξετασθεί το αίτημα των εναγόντων όπως η αγωγή αρ. 5313/07 εκδικασθεί με βάση την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 20/6/2012 πρέπει να ανατρέξουμε και πάλι στο ιστορικό της υπόθεσης. Αυτό που διέταξε το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11/6/2012 ήταν όπως ο ενάγοντας στην αγωγή 5313/07 καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης. Χρήσιμο είναι λοιπόν να παρατεθεί αυτολεξεί το διατακτικό της απόφασης ημερομηνίας 11/6/
  2. «....... η αίτηση εγκρίνεται μερικώς και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην αγωγή 5313/2007 ώστε το όνομα της Εναγομένης 2 στον τίτλο της αγωγής να αναφέρεται ως ως ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΜΙΝΙ ΛΤΔ αντί ΠΑΜΙΝΙ ΛΙΜΙΤΕΔ. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός δέκα
(10)ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και τροποποιημένη Απάντηση, εάν χρειάζεται, εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης.............................». Το Δικαστήριο με την απόφαση του αυτή δεν διέταξε όπως καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης κάτω από τον τίτλο των δύο συνενωμένων αγωγών, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν προβλέπεται και από τους Θεσμούς. Μετά την έκδοση του διατάγματος αυτού, ακολούθησε στις 20/6/2012 η καταχώρηση «τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης» η οποία όπως εμφαίνεται στην όψη της, καταχωρήθηκε κάτω από τον τίτλο και στα πλαίσια των δύο συνενωμένων αγωγών. Στις 9/7/2012 καταχωρήθηκαν «τροποποιημένες Εκθέσεις Υπεράσπισης» των εναγομένων 1 και 2 και στις 29/10/2012 «Απαντήσεις στις τροποποιημένες Εκθέσεις Υπεράσπισης» οι οποίες και αυτές αφορούσαν τις δύο συνενωμένες αγωγές. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.2 (σε ελεύθερη μετάφραση), «Αν ένας διάδικος που ζήτησε άδεια για διάταγμα για τροποποίηση δεν τροποποιήσει ανάλογα εντός του χρόνου που θα καθορίζεται γι' αυτό τον σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται χρόνος, τότε εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα τροποποίησης αφού εκπνεύσει ο χρόνος που θα καθορίζεται όπως πιο πάνω ή οι δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με την περίπτωση θα καθίσταται άκυρο εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή». Στην εξεταζόμενη περίπτωση μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, ο ενάγοντας καταχώρησε στις 20/6/2012 τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης όχι στην αγωγή 5313/2007 όπως ήταν το διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά προχώρησε και καταχώρησε μία Έκθεση Απαίτησης κάτω από τον τίτλο των δύο συνενωμένων αγωγών. Προφανώς ο τρόπος αυτός, εκτός του ότι πουθενά δεν προβλέπεται από τους Θεσμούς και δεν είναι δικονομικά ορθός δεν είναι και σύμφωνος με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/6/2012 το οποίο σαφώς διέταξε τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος μόνο στην αγωγή 5313/2007. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο ενάγοντας δεν ενήργησε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε κάτω από τον τίτλο των δύο συνενωμένων αγωγών στις 20/6/2012 αλλά και όλα τα δικόγραφα που ακολούθησαν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει τέτοιες οδηγίες. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων και εναντίον των αιτητών/εναγόντων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας των δύο αγωγών. Στα έξοδα αυτά να μην συμπεριληφθούν τα έξοδα ετοιμασίας και καταχώρησης της ειδοποίησης ένστασης η οποία καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: anastoli diadikasias/aposinenosi agogon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.