Petraco Oil Company Limited ν. UΕΝ Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 6062/13, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6062/13 Μεταξύ: Petraco Oil Company Limited, από το Mill Court, La Charroterie, St. Peter Port, Guernsey, Channel Islands Εναγόντων -και-
- UΕΝ Cyprus Limited, από την Λεμεσό
- Kolianco Holdings Limited, από τη Λεμεσό
- Urals Energy Public Company Limited, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 27.12.2013 - Συντηρητικό Διάταγμα 23 Ιανουαρίου 2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Θεοφίλου με κα Μ. Σωκράτους (για την εκφώνηση της απόφασης κα Μ. Σωκράτους) Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Αδαμίδης με κ. Μάρκου (για την εκφώνηση της απόφασης κ. Μ. Σκουφάρης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη βάση μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 27.12.2013 οι Αιτητές-Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Να εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη αρ. 2 και τους διευθυντές της και ή τους αντιπροσώπους της να ψηφίσουν στην έκτακτη γενική συνέλευση της Κυπριακής Εταιρείας Urals Energy Public Company Limited που είναι ορισμένη για τις 27.01.2014 και/ή οποιαδήποτε εξ αναβολής ή άλλη έκτακτη γενική συνέλευση υπέρ πρότασης για παύση όλων ή οποιουδήποτε από τα υφιστάμενα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Urals Energy Public Company Limited, και ή για αλλαγή στην αριθμητική του σύνθεση μέχρι την πλήρη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή νεώτερης διαταγή του Δικαστηρίου.» Το δεύτερο αιτητικό της αίτησης δεν δόθηκε μονομερώς και επιδιώκεται δια της παρούσης να εκδοθεί αφορών, μεταξύ άλλων, απαγόρευση παύσης όλων ή οποιουδήποτε από τα υφιστάμενα μέλη του διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
- H αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κας Μάχης Γεωργίου, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών-Εναγόντων. Όπως εξηγείται δεν υπήρχε αντιπρόσωπος ή μέτοχος ή διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας στην Κύπρο για να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, πλην όμως η ίδια η κα Γεωργίου δηλώνει εξουσιοδοτημένη να το πράξει. Όπως επίσης δηλώνει ότι έχει πληροφορηθεί τα γεγονότα από τον Roberto Bonzi, διευθυντή της Ενάγουσας. Η Αίτηση - πραγματική και νομική της βάση Η σχέση των διαδίκων προκύπτει από την στηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση της κας Γεωργίου ως εξής: Η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στα Chanel Islands και είναι μέτοχος της Εναγομένης 3 που είναι δημόσια Κυπριακή Εταιρεία από ή κατά τον Ιούνιο του 2010, κατέχοντας 8.693.006 μετοχές στο εκδομένο κεφάλαιο της. Οι μετοχές της Εναγομένης 3 διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι Κυπριακές εταιρείες και ανήκουν ή ελέγχονται από τον Viatcheslav Rovneiko, ο οποίος ήταν και πρώην διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας. Η Εναγομένη 2 είναι μέτοχος της Ενάγουσας κατέχοντας 7216.538 κοινές μετοχές στο εκδομένο κεφάλαιο της. Στις 24.9.2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 3 έλαβε αίτημα από δυο μετόχους της, οι οποίοι κατέχουν από κοινού περίπου το 30.62% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, με το οποίο ζητούσαν την απομάκρυνση των έξι από τους επτά διευθυντές της Εταιρείας (βλ. Τεκμ.2) χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι αυτού του αιτήματος και συμπεριφοράς. Συνεπακόλουθα, το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 3 στις 11.10.2013 αποφάσισε όπως έκτακτη γενική συνέλευση γίνει στις 27.1.2014 στην έδρα της εταιρείας για συζήτηση των πιο πάνω αιτημάτων (βλ. Τεκμ.3 και 4). Εν τω μεταξύ «άρχισαν ψίθυροι» για μια υποτιθέμενη συμφωνία αποπληρωμής χρέους ημερομηνίας 15.12.2010 μεταξύ της Εναγομένης 3 και της Εναγομένης 1 την οποία είχε στην κατοχή του και επεδείκνυε ο κ. V. Rovneiko (αντίγραφο αυτής της συμφωνίας είναι το τεκμ.5). Βάσει αυτής της συμφωνίας ο κ. V. Rovneiko διατείνεται ότι η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη 1 (UEN) δηλαδή στη δική του εταιρεία 41 και πλέον εκατομμύρια δολάρια πληρωτέα 15.12.
- Η Εναγομένη 3 αρνείται αυτή τη θέση για ύπαρξη αυτής της συμφωνίας ως φαίνεται σε ανάρτηση στην ιστοσελίδα της ενώ ο κ. V. Rovneiko ισχυρίζεται ότι αυτή είναι γνήσια και έχει υπογραφεί από τον ίδιο εκ μέρους της Εναγομένης 1 και από τον κ. Alexei Maximov, γενικό διευθυντής της Εναγομένης 3 εκ μέρους της τελευταίας. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, ο κ. Alexei Maximov αρνείται την γνησιότητα αυτής της συμφωνίας. Όπως μάλιστα πληροφορείται απ' αυτόν, πρόσφατα η Εναγομένη 3 (UEPC) έχει διαμάχη στο Λονδίνο με τον κ. V. Rovneiko στη διαιτητική διαδικασία στο London Court of Arbitration σε σχέση με άλλη συμφωνία δανείου με την οποία η Εναγομένη 3 δάνεισε στον V. Rovneiko τρία και πλέον εκατομμύρια δολάρια. Η Εναγομένη 3 κέρδισε αυτή την διαμάχη με απόφαση υπέρ αυτής. Στα πλαίσια όμως της διαδικασίας αυτής παρουσιάστηκε έγγραφο «υπογραμμένο» από τον Alexei Maximov που όμως σύμφωνα με γραφολόγο δεν ήταν γνήσιο. Είναι λοιπόν η θέση της ενόρκως δηλούσα ότι ο V. Rovneiko ακολουθεί τέτοιες πρακτικές που συνεπάγεται ότι και η πιο πάνω συμφωνία είναι πλαστή «και η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού (που ονομάζει DRA) είναι κακόβουλη και βλάπτει τα συμφέροντα της Ενάγουσας ως μετόχου της Εναγομένης 3». Είναι αντίληψη της ενόρκως δηλούσας ότι ο V. Rovneiko, ο οποίος είναι ο πραγματικός δικαιούχος της Εναγομένης 1 προσπαθεί σε συνεννόηση και συνωμοσία «μαζί με τους Αιτητές (requisitioners) της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης να παύσουν το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο με απώτερο σκοπό να ελέγξει ο κ. V. Rovneiko το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 3 Εταιρείας και ως εκ τούτου, να επιτύχει την απόσυρση των απαιτήσεων που η Εταιρεία έχει εναντίον του σύμφωνα με την Διαιτησία και να γίνει δεκτή η απόκτηση της Εναγομένης 1 εναντίον της Εναγομένης 3 βάσει του DRA. Ισχυρίζεται η Ενόρκως Δηλούσα και τα κάτωθι: Αν ο Rovneiko καταφέρει με την χρήση αυτού του DRA να παύσει το παρόν Διοικητικό Συμβούλιο, θα είναι σε βάρος της Εταιρείας και όλων των μετόχων της και αν δεν εμποδισθεί ο κ. Rovneiko από το να χρησιμοποιήσει τις ψήφους της Εναγομένης 2 στην γενική συνέλευση, η διαιτητική απόφαση που εξασφαλίστηκε από την Εναγομένη 3 εναντίον του θα πάει χαμένη διότι το νέο εγκάθετο διοικητικό συμβούλιο θα την εγκαταλείψει. Η κυκλοφορία του DRA έχει ήδη ζημιώσει την Εναγομένη 3 και επομένως και την Ενάγουσα ως μέτοχο της. Συγκεκριμένα, οι αρχές του London Stock Exchange ενημέρωσαν την Εναγομένη 3 ότι σκέφτονταν το ενδεχόμενο να αναστείλουν την μετοχή της από το να διαπραγματεύεται στο London Stock Exchange μέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Στα πλαίσια των πιέσεων του κ. Rovneiko που επιδιώκουν να δημιουργήσουν κακή εικόνα για το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 3 προχώρησε σε καταγγελία στην αστυνομία της Μόσχας κατά της Εναγομένης 3 «με αδιευκρίνιστο περιεχόμενο με αποτέλεσμα η αστυνομία να κάνει επιδρομή στα γραφεία της UEPCL με αποτέλεσμα η μετοχή της UEPCL από £0.11 σεντς να πέσει σε £0.04 σεντς ανά μετοχή». (Βλ. παρ.24 της ένορκης δήλωσης). Το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 3, διέταξε εσωτερική έρευνα τόσο στο νομικό όσο και στο οικονομικό τμήμα της . Το αποτέλεσμα της έρευνας έδειξε ότι πουθενά δεν υπήρχε αναφορά του DRA, δεν παρουσιάζεται δηλαδή στα αρχεία της. Η ύπαρξη μιας συμφωνίας όπως το DRA θα φαινόταν, αν πράγματι υπήρχε, στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης
- Κάτι τέτοιο δεν εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις της. Περαιτέρω, το υποτιθέμενο DRA υπογράφτηκε στις 15.12.10 από τον κ. Rovneiko ως διευθυντή της Εναγομένης
- Όμως, από έρευνα που διενεργήθηκε στον έφορο Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκύπτει ότι το άτομο αυτό δεν ήταν διευθυντής της τo 2010 αλλά διορίστηκε ως διευθυντής της πρόσφατα, στις 18.11.
- (βλ. Τεκμ. 7 σχετική ηλεκτρονική έρευνα). Επίσης, είναι η θέση των Αιτητών, ότι όταν κάποιος προσπαθήσει να διαβάσει το DRA, «γρήγορα μπορεί να αντιληφθεί ότι δεν είναι έγγραφο που ετοιμάστηκε ή αξιολογήθηκε από νομικούς συμβούλους και σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται ως έγγραφο που θα υπέγραφε εταιρεία εισηγμένη στο London Stock Exchange». Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, η ενόρκως δηλούσα καταλήγει ότι: Είναι προφανές ότι η ενάγουσα έχει συζητήσιμη υπόθεση με καλές πιθανότητες επιτυχίας και είναι εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να προστατευθούν τα συμφέροντα τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγόμενης 3 υπό το φως της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης που έχει καθοριστεί για την 27/1/14 και το γεγονός ότι ο VR κυκλοφορεί , πλαστά έγγραφα σε μια προσπάθεια να πάρει τον έλεγχο της UEPCL, για δικούς του λόγους που δεν είναι άλλη από την εγκατάλειψη της απόφασης στην Διαιτησία. Περαιτέρω, υποβάλλεται ότι εάν το δικαστήριο δεν εκδώσει τα διατάγματα ως η αίτηση, η ζημία στην Εταιρεία και τους μετόχους της αλλά και στην Εναγομένη 3, θα είναι μη αναστρέψιμη. Η νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, Άρθρα 4 & 9, στο άρθρο 178 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του δικαστηρίου. Η Ένσταση Η ένσταση της Εναγομένης 2 έχει έρεισμα τα ακόλουθα σημεία:
- Κατά την Έκδοση του Εκδοθέντος Διατάγματος, η Ενάγουσα δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχει αποκρύψει και/ή δεν έχει αποκαλύψει και/ή δεν έχει επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου σε ουσιώδη γεγονότα και/ή άλλως πως έχει παραβιάσει την αρχή της αποκάλυψης δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι: (α) Η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να εγείρει την παρούσα αγωγή: η αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η Επίδικη Αίτηση είναι παράγωγη αγωγή (derivative action), δηλαδή εγέρθηκε από την Ενάγουσα ως μέτοχο της Εναγομένης 3 αλλά η Ενάγουσα ενεργεί σε συνεννόηση με την Εναγομένη 3 ή/και το διοικητικό συμβούλιο αυτής, ή/και προς υποστήριξη της Εναγόμενης 3 και/ή του διοικητικού της συμβουλίου, και κατά συνέπεια δεν πληρείται βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη δικαιώματος για καταχώρηση παράγωγης αγωγής ή/και η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει (δεν έχει locus standi) την (παράγωγη) αγωγή. (β) Μία εκ των υφιστάμενων διοικητικών συμβούλων της Εναγόμενης 3, ήτοι η κα Ingeborg Srenger (η «Srenger") αποτελεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 από το 2010, είναι βασικό εκτελεστικό στέλεχος (key executive) της Ενάγουσας και παρουσιάζεται από την Εναγόμενη 3 και την Ενάγουσα ως διευθύνων και/ή διοικητική σύμβουλος ή/και άτομο που ασκεί έλεγχο στην Ενάγουσα ή επί της Ενάγουσας σε βαθμό που οι συναλλαγές μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 3 να θεωρούνται σχετιζόμενες συναλλαγές (related party transactions). (γ) Στα πλαίσια της Αίτησης αρ. 596/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορούσε διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο η οποία εγέρθηκε από την Εναγόμενη 3 εναντίον του Viatcheslav Rovneiko και στην οποία ενήργησε για την Εναγόμενη 3 το δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ, η Εναγόμενη 3 - στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας βρίσκεται η Srenger - επιχείρησε ανεπιτυχώς στις 22/11/2013 με αίτηση της ίδιας ημερομηνίας (η «Συναφής Αίτηση») να εξασφαλίσει, μεταξύ άλλων, μονομερές ενδιάμεσο διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 2 ακριβώς το ίδιο με το Εκδοθέν Διάταγμα και ίδιο και/ή παρόμοιο και/ή ουσιαστικά το ίδιο με το Επιδιωκόμενο Διάταγμα. (δ) Κατά την καταχώρηση της Επίδικης Αίτησης και την έκδοση του Εκδοθέντος Διατάγματος στις 27/12/2013 η Ενάγουσα απέκρυψε ότι η Συναφής Αίτηση εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή ότι η Εναγόμενη 3 - στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας είναι η ελέγχουσα την Ενάγουσα Srenger - επέμενε στη Συναφή Αίτηση και/ή άλλως πως. (ε) Ενώ η Ενάγουσα παρουσιάζει ως το μοναδικό ενδιαφέρον της στην έγερση της αγωγής και την καταχώρηση της Επίδικης Αίτησης την δήθεν πιθανή μείωση της αξίας της μετοχής της Εναγόμενης 3 από την ενδεχόμενη αλλαγή του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 3, εσκεμμένα απέκρυψε ότι μέρος της ενδεχόμενης αλλαγής του εν λόγω διοικητικού συμβουλίου είναι η παύση της Srenger, δηλαδή η παύση του ατόμου που η Ενάγουσα έχει διορίσει στο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης
- (στ) Η Εναγόμενη 2 κατέχει μόνο 2,85% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 το οποίο αν προστεθεί μαζί με το ποσοστό των αιτητριών της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners) ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, αυτό ήταν και/ή είναι λιγότερο από 35% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3 και ουδείς εκ των Εναγομένων δεν έχει αιτηθεί την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης (δεν είναι requisitioners). (ζ) Μια εκ των αιτητριών της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners), ήτοι η εταιρεία Alpcot Capital Management Ltd, είχε πωλήσει και/ή μεταβιβάσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη 3 κατά ή περί τις 4/12/2013 και/ή 10/12/2013 και εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώρηση της Επίδικης Αίτησης και παράλληλα ο αγοραστής των μετοχών αυτών παρουσιάζεται ως υποστηρικτής των θέσεων της Ενάγουσας και του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 3 (που συμπεριλαμβάνει την Srenger). (η) Η Ενάγουσα γνώριζε για τις θέσεις της Εναγόμενης 3 και/ή του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και/ή οποιωνδήποτε εκ των μελών αυτού αναφορικά με τη Συμφωνία Αποπληρωμής Χρέους μεταξύ της Εναγόμενης 3 και του Viatcheslav Rovneiko (το «DRA») και αναφορικά με τη σύνδεση και/ή διασύνδεση του DRA με τη Γενική Συνέλευση τουλάχιστο από τις 23/10/2013, δηλαδή 1 και πλέον μήνα πριν την καταχώρηση της Συναφούς Αίτησης και 2 και πλέον μήνες πριν την καταχώρηση της Επίδικης Αίτησης. (θ) Στα πλαίσια της Διαιτησίας στο Λονδίνο που περιγράφεται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης της Μάχης Γεωργίου ημερομηνίας 27/12/2013 που υποστηρίζει την Επίδικη Αίτηση (η «Ένορκη Δήλωση της Μάχης Γεωργίου»), το Διαιτητικό δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι ο Viatcheslav Rovneiko πλαστογράφησε ή/και άλλως πως παραποίησε την υπογραφή του εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3, Alexei Maximov, και/ή οποιοδήποτε έγγραφο και δεν αποδέχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο την έκθεση ή άλλως πως δεν αποφάσισε επί της έκθεσης του S. Cosslett που αναφέρεται στην παράγραφο 19 της Ένορκης Δήλωσης της Μάχης Γεωργίου. Αντίθετα, η Ενάγουσα απέκρυψε το γεγονός ότι ο Viatcheslav Rovneiko είχε προσκομίσει έκθεση άλλου εμπειρογνώμονα που επιβεβαίωνε την αυθεντικότητα του υπό εξέταση εγγράφου παραπλανώντας το δικαστήριο και παρουσιάζοντας τον Viatcheslav Rovneiko καθώς και τις Εναγόμενες 1 και 2 ως κάπως αναμεμειγμένες ή εμπλεκόμενες σε παρανομία ή πλαστογραφία σε σχέση με την οποία χρειαζόταν επείγουσα θεραπεία. (ι) Ο Viatcheslav Rovneiko είναι επίσης μέτοχος της Εναγόμενης 3 με 1 μετοχή και εκ των ιδρυτών και πρώην πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης
- (ια) Στα πλαίσια της Συναφούς Αίτησης ο εκ των μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3, Alexei Maximov δεν ορκίστηκε θετικά αναφορικά με την ιδιοκτησία και/ή έλεγχο των μετοχών της Εναγόμενης 2 από τον Viatcheslav Rovneiko αλλά προέβηκε σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς και/ή διαζευκτικό ισχυρισμό. (ιβ) Για σκοπούς σύνταξης και/ή εξασφάλισης και/ή παραλαβής του Εκδοθέντος Διατάγματος η Ενάγουσα επιχείρησε να προσκομίσει εγγυητική τραπέζης την οποία η Πρωτοκολλητής και/ή ο Διοικητικός Πρωτοκολλητής και/ή ο Ανώτερος Πρωτοκολλητής δεν αποδέχθηκαν με αποτέλεσμα να παρέμβει τηλεφωνικώς ο κ. Χαβιαράς ήτοι του δικηγορικού γραφείου Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ που ενεργούσαν ως δικηγόροι της Εναγόμενης 3 στη Συναφή Αίτηση, παρέμβαση για την οποία ο Ανώτερος Πρωτοκολλητής δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την σχέση του με την παρούσα υπόθεση. (ιγ) Για σκοπούς σύνταξης και/ή εξασφάλισης και/ή παραλαβής του Εκδοθέντος Διατάγματος η Ενάγουσα υπέβαλε στον Πρωτοκολλητή εγγυητική τραπέζης η οποία, όπως αναφέρεται στην ίδια την εν λόγω εγγυητική, εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος της Servco Ltd η οποία είναι εταιρεία συνδεδεμένη και/ή σχετιζόμενη με και/ή ελέγχεται από το δικηγορικό γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ, ήτοι του δικηγόρους της Εναγόμενης 3 στη Συναφή Αίτηση. Δεν έχει αποδειχθεί και/ή καταδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για έκδοση του Εκδοθέντος Διατάγματος για τους ακόλουθους λόγους: (α) Δεδομένων των υπό της παραγράφου 1 (α) έως και (ιγ) προαναφερομένων και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτών. (β) Δεδομένου ότι η Επίδικη Αίτηση αφορά ζητήματα τα οποία θα επιληφθεί η Γενική Συνέλευση σε μελλοντικό χρόνο, ήτοι όχι ενωρίτερα από τις 27/01/2014, και η Ενάγουσα μπορούσε να καταχωρήσει την Επίδικη Αίτηση αντί στις 27/12/2013 μήνες πριν και δια κλήσεως έτσι ώστε να εκδικαστεί και αποφασισθεί από το Δικαστήριο πριν την Γενική Συνέλευση. (γ) Δεδομένου ότι τα αναφερόμενα υπό (β) ζητήματα δεν δύναται να αποφασισθούν μόνο από την Εναγόμενη 2 (η οποία κατέχει μόνο 2.85% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 3) και εν πάση περιπτώσει χωρίς την πραγματοποίηση της Γενικής Συνέλευσης. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα αγωγή και/ή δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας αγωγής δεδομένου ότι: (α) η Ενάγουσα δεν έχει locus standi να εγείρει και/ή να εμμένει στην παρούσα αγωγή καθότι η παρούσα αγωγή έχει το χαρακτήρα παράγωγης αγωγής (derivative action) στα πλαίσια της οποίας δεν έχει καταδειχθεί ή αποδειχθεί το στοιχείο του ελέγχου εκ μέρους της Εναγόμενης 2 και/ή των αιτητριών της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners) που να αποτρέπει την Εναγόμενη 3 να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Αντίθετα, είναι εμφανές ότι η Επίδικη Αίτηση έχει την στήριξη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και γίνεται προς υποστήριξη αυτού και παραμονής της πλειοψηφίας των υφιστάμενων μελών του (που περιλαμβάνουν την Srenger που ελέγχει την Ενάγουσα) στις θέσεις τους σε αυτό. (β) Η οπισθογράφηση της παρούσας αγωγής αφ' ενός αφορά αιτούμενες θεραπείες για ζητήματα που αφορούν την Εναγόμενη 3 και/ή πηγάζουν ή άλλως πως αντλούνται από την Εναγόμενη 3 και/ή από δικαιώματα και/ή από ισχυριζόμενη ζημία της Εναγόμενης 3 σε σχέση με τα οποία ζητήματα και/ή δικαιώματα και/ή με την οποία ισχυριζόμενη ζημία η Εναγόμενη 3 θα έπρεπε να εγείρει αγωγή στο όνομα της, αφ' ετέρου δε αφορά θεραπείες για ενδεχόμενη και επομένως για αόριστη και/ή μη καθορισμένη και/ή μη συγκεκριμενοποιημένη και/ή μη δημιουργηθείσα και/ή μη γεννηθείσα ζημία. (γ) Η οποιαδήποτε μείωση στην αξία των μετοχών που κατέχει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 3 είναι απλώς αντανάκλαση της μείωσης ή ζημίας που έχει υποστεί ή καθ' ισχυρισμό έχει υποστεί η Εναγόμενη 3 και οι μετοχές της Ενάγουσας δεν επηρεάζονται άμεσα από τις ισχυριζόμενες δόλιες ενέργειες του Viatcheslav Rovneiko και/ή της Εναγόμενης 1 και/ή άλλων προσώπων. (δ) Η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ή αποδείξει ότι ικανοποιούνται οποιεσδήποτε προϋποθέσεις για εξαίρεση από το γενικό κανόνα ότι ο κατάλληλος ενάγων σε αγωγή που αφορά ισχυριζόμενο αδίκημα που έγινε κατά της εταιρείας (ήτοι της Εναγόμενης 3 στην προκειμένη περίπτωση) είναι η ίδια η εταιρεία (ήτοι η Εναγόμενη 3). (ε) Η Επίδικη Αίτηση και το Εκδοθέν Διάταγμα παραβιάζουν τόσο το προσωπικό δικαίωμα της Εναγόμενης 2 να παραστεί στην Γενική Συνέλευση όσο και το προσωπικό δικαίωμα της να ψηφίσει υπέρ ή κατά της έγκρισης οποιουδήποτε από τα προταθέντα ψηφίσματα, δικαιώματα τα οποία πηγάζουν και διασφαλίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, το Καταστατικό της Εναγόμενης 3 και την σχετική νομολογία και σε σχέση με τα οποία, η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 3 και το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα παρέμβασης ή επέμβασης. (στ) Η Εναγόμενη 2 δεν ανήκει και δεν ελέγχεται από τον Viatcheslav Rovneiko και/ή η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει οτιδήποτε που να δεικνύει ότι η Εναγόμενη 2 ανήκει ή ελέγχεται από τον Viatcheslav Rovneiko. (ζ) Το DRA είναι γνήσιo, αυθεντικό, νόμιμο και δεσμευτικό για την Εναγόμενη 3 και/ή είναι εκτελεστό και/ή δύναται νόμιμα να είναι εκτελεστό έναντι της Εναγόμενης 3 και/ή οι υπογραφές του εν λόγω Alexei Maximov επ' αυτής είναι αυθεντικές και/ή γνήσιες και/ή τέθηκαν από τον ίδιο τον εν λόγω Alexei Maximov και/ή το DRA υπογράφτηκε από τον εν λόγω Alexei Maximov εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 και/ή η το DRA υπογράφτηκε από τον λόγω Alexei Maximov εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 και από την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία στη Μόσχα στην παρουσία δύο πολιτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας. (η) Δεν έχουν συμπεριληφθεί ως εναγόμενοι αυτοί που έχουν συγκαλέσει την Γενική Συνέλευση ενώ ουδείς εκ των Εναγομένων δεν έχει αιτηθεί την σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης (δεν είναι requisitioners). Άνευ βλάβης του υπό της παραγράφου 3 Λόγου Ένστασης, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί ή δεν καταστεί απόλυτο το Εκδοθέν Διάταγμα ή και αν δεν εκδοθεί το Επιδιωκόμενο Διάταγμα και/ή η Ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ή αποδείξει ότι είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί ή δεν καταστεί απόλυτο το Εκδοθέν Διάταγμα ή και αν δεν εκδοθεί το Επιδιωκόμενο Διάταγμα καθώς μεταξύ άλλων: (α) η Ενάγουσα περιορίζεται σε γενικόλογους ισχυρισμούς περί μη αναστρέψιμης ζημίας και άλλους αόριστους και/ή ατεκμηρίωτους και/ή μη συγκεκριμενοποιημένους ισχυρισμούς. (β) Δεν έχει καταδειχθεί ή/και αποδειχθεί γιατί θα προκληθεί αναστολή της διαπραγμάτευσης της μετοχής της Εναγόμενης 3 στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου και το πώς η πιθανολογούμενη αυτή αναστολή θα επιφέρει οποιανδήποτε ζημία στην Ενάγουσα και/ή στην Εναγόμενη
- (γ) Έστω και εάν
(1)οι διοικητικοί σύμβουλοι για τους οποίους έχουν τεθεί ψηφίσματα για παύση τους στην Γενική Συνέλευση παυθούν, και
(2)σε συνέχεια δόλια οι νέοι διοικητικοί σύμβουλοι (οι οποίοι δεν κατονομάζονται) με εμπλοκή προσώπων ή και εταιρειών που θα ελέγχουν την Εναγόμενη 3 θα την εμποδίσουν ή αποτρέψουν από το να εγείρει αγωγή στο όνομα της ή να διεκδικήσει δικαιώματα της, η Ενάγουσα θα μπορεί τότε να εγείρει παράγωγη αγωγή (derivative action) εναντίον των εν λόγω προσώπων ή και εταιρειών ως έχει κάνει (λανθασμένα, πρόωρα και αβάσιμα) δια της παρούσας αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω υπό των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 ή οποιωνδήποτε εξ αυτών και/ή για τους πιο κάτω λόγους, δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως το Εκδοθέν Διάταγμα καταστεί απόλυτο και δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως το Επιδιωκόμενο Διάταγμα εκδοθεί για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ο Viatchelsav Rovneiko τον οποίο η Ενάγουσα εμπλέκει σε σχέση με το DRA τη μη γνησιότητα του οποίου αξιώνει με την παρούσα αγωγή και ο οποίος είναι επίσης μέτοχος της Εναγόμενης 3 δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και εν πάση περιπτώσει δεν του έχει δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση. (β) Οι αιτήτριες της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners) και ειδικότερα η εταιρεία Fire East Corporation οι οποίοι όπως πιστεύει ατεκμηρίωτα και χωρίς αποδείξεις η Ενάγουσα είναι σε συνεννόηση με τον Viatcheslav Rovneiko για να παύσουν το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 και να επιτύχουν απόσυρση των απαιτήσεων που η Εναγόμενη 3 έχει έναντι του Viatcheslav Rovneiko δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή και εν πάση περιπτώσει δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση. (γ) Οι υπόλοιποι μέτοχοι της Εναγόμενης 3 οι οποίοι θα επηρεαστούν από ενδεχόμενη απολυτοποίηση του Εκδοθέντος Διατάγματος και ειδικότερα από ενδεχόμενη έκδοση του Επιδιωκόμενου Διατάγματος δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή και εν πάση περιπτώσει δεν τους έχει δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση. (δ) Το Επιδιωκόμενο Διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς να δοθεί δικαίωμα ακρόασης σε όλους τους μετόχους της Εναγόμενης 3 καθώς είναι τόσο γενικό και χρονικά αόριστο που ενδεχόμενη έκδοση του θα καθορίσει σε αποφασιστικό βαθμό και/ή θα αποκρυσταλλώσει τη μελλοντική σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και τον τρόπο άσκησης ή μη άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων της Εναγόμενης 3, αποτελεί δε εναλλακτικό και δραστικότερο του Εκδοθέντος Διατάγματος διάταγμα το οποίο ζητείται κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και του οποίου τυχόν έκδοση του θα επηρεάσει άμεσα τον τρόπο λειτουργίας της Εναγόμενης 3 και την άσκηση των δικαιωμάτων των μετόχων και του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του καταστατικού της Εναγόμενης 3 και του εφαρμοστέου νόμου. (ε) Το Εκδοθέν Διάταγμα και το Επιδιωκόμενο Διάταγμα ζητούνται για έκδηλα άσχετο και/ή αλλότριο και/ή αντικανονικό και/ή παράνομο σκοπό, ήτοι για να διασφαλίσουν ότι τα υφιστάμενα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και/ή οποιαδήποτε από αυτά θα παραμείνουν διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 3 ώστε να ελέγξουν τη διεύθυνση και/ή το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 και/ή για να αποφύγουν και/ή για να αμφισβητήσουν ενδεχόμενη συμβατική ή άλλου είδους υποχρέωση της Εναγόμενης 3 προς την Εναγόμενη 1 και/ή για να αποφύγουν ενδεχόμενη και/ή πρόδηλη προσωπική ευθύνη έναντι της Εναγόμενης 3 και των μετόχων της και/ή άλλως πως και/ή συναφώς η Επίδικη Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή δεν στηρίζεται στο αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο. (στ) Ουσιαστικά και/ή υπό τις περιστάσεις η Επίδικη Αίτηση δεν αποτελεί και/ή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί αίτηση της Ενάγουσας και/ή της Εναγόμενης 3 και/ή δεν προωθείται για σκοπούς της Ενάγουσας και/ή της Εναγόμενης 3 αλλά προωθείται για προσωπικούς σκοπούς και/ή προσωπικά συμφέροντα και/ή κίνητρα και/ή προσωπικές προθέσεις των μελών του διοικητικού της συμβουλίου και/ή οποιωνδήποτε από αυτούς. (ζ) Η Επίδικη Αίτηση και το Εκδοθέν Διάταγμα παραβιάζουν τόσο το προσωπικό δικαίωμα της Εναγόμενης 2 να παραστεί στην Γενική Συνέλευση όσο και το προσωπικό δικαίωμα της να ψηφίσει υπέρ ή κατά της έγκρισης οποιουδήποτε από τα προταθέντα ψηφίσματα, δικαιώματα τα οποία πηγάζουν και διασφαλίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, το Καταστατικό της Εναγόμενης 3 και την σχετική νομολογία και σε σχέση με τα οποία, η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 3 και το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα παρέμβασης ή επέμβασης. (η) Η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης 4 μήνες μετά την αίτηση (requisition) των αιτητριών της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners) και/ή η Επίδικη Αίτηση και/ή η Συναφής Αίτηση και/ή η αποστολή και δημοσίευση των πληρεξουσίων εγγράφων για συμμετοχή στη Γενική Συνέλευση μετά την έκδοση και κατά την επίδοση του Εκδοθέντος Διατάγματος και/ή 18 περίπου ημέρες πριν την Γενική Συνέλευση με οδηγίες όπως τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα υποβληθούν μέχρι τις 23/01/2014 συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας και/ή μέτρο ή ενέργεια που δεικνύει κακοπιστία εκ μέρους της Ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία. (θ) Η Εναγόμενη 3, στo διοικητικό συμβούλιο της οποίας η Ενάγουσα έχει παρουσία και λόγο δια της Srenger, δεν έχει προβεί σε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές αναφορικά με την ισχυριζόμενη πλαστογραφία του DRA σε αντίθεση με την Εναγόμενη 1 και/ή τον Viatcheslav Rovneiko γεγονός το οποίο γίνεται παραδεκτό από την ίδια την Ενάγουσα. (ι) Η Εναγόμενη 2 δεν συνδέεται και δεν βρίσκεται (και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 συνδέεται ή βρίσκεται) σε συνεννόηση ή συμφωνία ή άλλου είδους διευθέτηση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο (περιλαμβανομένων χωρίς περιορισμό του Viatcheslav Rovneiko, της Εναγόμενης 1 και των αιτητριών της Γενικής Συνέλευσης (requisitioners)) για καθορισμό και/ή προκαθορισμό του πώς η Εναγόμενη 2 θα ψηφίσει στην εν λόγω συνέλευση και/ή σε σχέση με τα προταθέντα ψηφίσματα για παύση μελών του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και/ή για σκοπούς ελέγχου της Εναγόμενης 3 και/ή του διοικητικού της συμβουλίου και/ή για σκοπούς διαγραφής οποιουδήποτε χρέους οφειλόμενου ή μη προς την Εναγόμενη 3 και/ή για σκοπούς αναγνώρισης της γνησιότητας και/ή αυθεντικότητας και/ή δεσμευτικότητας και/ή νομιμότητας του DRA και/ή άλλως πως. (ια) Τα συμφέροντα της Εναγόμενης 3 (συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος ελέγχου του διοικητικού της συμβουλίου) είναι ζήτημα προς διερεύνηση και/ή στάθμιση και τελικό καθορισμό και/ή τελική απόφαση από τους μετόχους της Εναγόμενης 3 προς τους οποίους το διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 είναι υπόλογο. (ιβ) Η ενέργεια της Εναγόμενης 3, στην διεύθυνση της οποίας λαμβάνει μέρος η Ενάγουσα και έχει λόγο δια της Srenger, να προβεί στην αποστολή και δημοσίευση των πληρεξουσίων εγγράφων για συμμετοχή στη Γενική Συνέλευση μετά την έκδοση και κατά την επίδοση του Εκδοθέντος Διατάγματος και/ή 18 περίπου ημέρες πριν την Γενική Συνέλευση με οδηγίες όπως τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα υποβληθούν μέχρι τις 23/01/2014 έχουν σε σημαντικό βαθμό καταστήσει το Εκδοθέν Διάταγμα απόλυτο κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή άλλως επιχειρούν να ελέγξουν τις εξουσίες του Δικαστηρίου στην Επίδικη Αίτηση ή/και άλλως πως. (ιγ) Η Ενάγουσα έχει υποπέσει σε τέτοιες αντιφάσεις και/ή ανακρίβειες και ασάφειες και/ή η Ένορκη Δήλωση της Μάχης Γεωργίου εμπεριέχει τέτοιες αντιφάσεις και/ή ανακρίβειες και/ή ασάφειες που καθιστούν το Εκδοθέν Διάταγμα και την Επίδικη αίτηση απορριπτέα. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης αναλύονται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Καραγιώργη ημερομηνίας 14.1.2014, μιας εκ των διοικητικών συμβούλων της Εταιρείας Chelco Nominees Ltd από την Λεμεσό, η οποία από τις 11.6.2013 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 2. Η αγωγή και η φύση αυτής ως παράγωγης αγωγής Η Ενάγουσα καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει
(1)δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι το DRA είναι πλαστό έγγραφο» και ότι «δεν παράγει καμία νομική υποχρέωση για την Εναγόμενη 3 και
(2)Αποζημιώσεις για «τυχόν ζημιά» που η Ενάγουσα ήθελε υποστεί «ως μέτοχος της Εναγόμενης 3 συνεπεία των και/ή πλαστών απαιτήσεων της Εναγόμενης 1 «σε συνομωσία με τρίτα πρόσωπα» για να καταδολιευθούν την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται βασικά ότι ο Viatheslav Rovneiko εναντίον του οποίου η Εναγόμενη 3 φέρεται να έχει εξασφαλίσει απόφαση από Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (η «Διαιτητική Απόφαση») έχει πλαστογραφήσει το DRA και/ή την υπογραφή που φέρεται να τέθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 3 στο DRA, ότι η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 2 ανήκουν και ελέγχονται από αυτόν (ήτοι τον Viatcheslav Rovneiko) και περαιτέρω «πιστεύει» (βλ. παρ. 21 της Ένορκης Δήλωσης της Μάχης Γεωργίου) ότι ο Viatcheslav Rovneiko προσπαθεί σε συνεννόηση και/ή συνομωσία με τους requisitioners (ήτοι τις εταιρείες Alpcot Capital Management Ltd και την Fire East Corporation) να παύσουν το υφιστάμενο διοικητικό συμβούλιο της Εναγόμενης 3 με απώτερο σκοπό να ελέγξει το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης
- Να σημειωθεί βέβαια - κάτι που επισημαίνεται και από τους Καθ' ων η Αίτηση - ότι ο Viatcheslav Rovneiko και οι αιτήτριες (requisitioners) της Γενικής Συνέλευσης (ήτοι οι εταιρείες Alpcot Capital Management Ltd και την Fire East Corporation) δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή και δεν συμμετέχουν στην ακρόαση της Επίδικης Αίτησης. Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η φύση της αγωγής είναι παράγωγη - κάτι που δέχεται ο κ. Θεοφίλου. Είναι όμως διαφορετικές οι θέσεις τους ως προς τα δεδομένα της περίπτωσης. Όπως προκύπτει από νομικά συγγράμματα και αυθεντίες παράγωγη αγωγή δύναται να εγερθεί από μέτοχο εταιρείας σε σχέση με αδίκημα που διαπράττεται εναντίον της εταιρείας όταν οι αδικοπραγούντες ελέγχουν την εταιρεία και την εμποδίζουν από το να εγείρει αγωγή στο όνομα της. Μάλιστα επισημαίνεται ότι ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει το (α) το στοιχείο του δόλου και (β) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα. (Βλ. Farrar's Comp. Law, 4η Εκδ., σελ. 430). Στην υπόθεση Χρίστου ν. Μηλλιού και άλλων, Π.Ε αρ. 255/2010, 13/06/2013 λέχθηκαν τα εξής: Το ότι η αγωγή, είναι παράγωγη, φαίνεται διάχυτα από την έκθεση απαιτήσεως όπου επαναλαμβάνεται πολλές φορές από τον εφεσείοντα αλλά διαπιστώνεται και από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Αυτό είναι και το εύρημα του δικαστηρίου (άνω) και το οποίο δεν εφεσιβλήθη. Στην Yiannis G. Mammous κ.α. ν. Willstrop κ.α., Π.Ε. 363/08, ημερ. 24/1/12, λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «. . . . .. Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 E.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.α. ν. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.α. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, σελ. 651 αναφέρεται ότι (σε παράγωγη αγωγή) «Η εταιρεία πρέπει να προστεθεί ως εναγόμενη στην αγωγή. Η εταιρεία είναι ο πραγματικός ενάγων και εάν απόφαση εις χρήμα επιτύχει εναντίον των πραγματικών εναγομένων - των αδικοπραγούντων διευθυντών ή των άλλων που έχουν τον έλεγχο της - αυτή θα είναι προς όφελος της εταιρείας και όχι προς όφελος του μετόχου που είναι κατ' όνομα ενάγων. Η εταιρεία δεν μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ενάγων καθ' ότι κανένα από τα όργανα της - το Διοικητικό Συμβούλιο και Γενική Συνέλευση - θα επέτρεπαν έγερση της αγωγής. Ως το επόμενο καλύτερο, το Δικαστήριο επιμένει όπως προστεθεί ως εναγόμενη. Εφ' όσον η εταιρεία είναι διάδικος, απόφαση μπορεί να δοθεί προς όφελος της και οποιαδήποτε απόφαση στην υπόθεση γίνεται δεδικασμένο κατά το μέρος που αφορά την εταιρεία, εμποδίζοντας την να επαναφέρει νέα αγωγή για την ίδια αιτία, εάν στο μέλλον υπάρξει αλλαγή στον έλεγχο της.» Στην Spokes v. Grosvenor Hotel Co.Ltd. & others
(1897)2 QB 124, 126, 128 αποφασίστηκε ότι σε αυτής της φύσης αγωγές εάν η εταιρεία δεν προστεθεί ως εναγόμενη, η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει. Αυτή πρέπει να είναι διάδικος ώστε να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα. Επίσης θα πρέπει να λεχθεί ότι σε παράγωγη αγωγή δεν μπορεί να συνδυαστεί αξίωση προς όφελος του ίδιου του ενάγοντα (μετόχου ή μειοψηφίας, ανάλογα) (βλ. Gore-Browne on Companies, 44η έκδοση, τόμος 2 στις 28.014 παραγρ. 28.8.2, Stroud v. Lawson
(1898)2 QB 44). Ο κ. Θεοφίλου στην αγόρευση του αναφέρει - εν αντιθέσει με τους ενιστάμενους - ότι η Ενάγουσα είναι προφανώς μέτοχος μειοψηφίας και ο ισχυρισμός της είναι ότι υπάρχει συνωμοτικός σχεδιασμός μετόχων που στοχεύει να ελέγξουν την πλειοψηφία της Εναγομένης 3 και να αντικαταστήσουν το διοικητικό συμβούλιο αυτής. Επικαλείται δε, ότι τα γεγονότα εκ της αίτησης, εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της Foss v. Harbottle
(1843)2 Hare 461, τονίζοντας ότι «οι εξαιρέσεις» αυτές δεν είναι numerous clausus. (Βλ. Heyting v. Dupont
(1964)1 W.L.R. 843). H παράθεση των πιο πάνω ήταν, κατά την κρίση μου, αναγκαία για να καταστεί δυνατή καλύτερα η αντίληψη των θέσεων των μερών ειδικά ως προς το καθήκον αποκάλυψης. Το καθήκον αποκάλυψης - το θέμα του επείγοντος Το κυριότερο σημείο που προβάλλεται από την ένσταση είναι η παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης εκ μέρους των Αιτητών-Εναγόντων, όπως επίσης και σε συνδυασμό η μη θεμελίωση ούτε του επείγοντος, ούτε εξαιρετικών περιστάσεων που θα δικαιολογούσε το επείγον. Το καθήκον αποκάλυψης, όπως έχει νομολογηθεί, είναι θεμελιακό της εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς την δυνατότητα να εξετάζει μονομερώς αιτήσεις που πολλές φορές έχουν καταλυτικό αποτέλεσμα στη βάση ένορκης δήλωσης όπου βέβαια μόνο η μια εκδοχή ακούγεται κατά παρέκκλιση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.,
(2010)1(A) A.A.Δ, 82, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας ως προς το θέμα, ανάφερε τα εξής σχετικά: «Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: ". Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά· διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω)(σελ. 4) «Ό, τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598).» Με βάση τα πιο πάνω έχω προστρέξει σ' όλη τη συναφή δικογραφία και έχω εξετάσει με κάθε προσοχή τις αντίστοιχες θέσεις και τα σχετικά τεκμήρια, ειδικά ως προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Στα πλαίσια του καθήκοντος αποκάλυψης αλλά και εν γένει του αυστηρού καθήκοντος που βαραίνει πρόσωπο που επιδιώκει να πείσει το Δικαστήριο για μονομερώς επιτευχθείσα θεραπεία εντάσσεται και το δικαιοδοτικής υφής ερώτημα που αφορά το στοιχείο που προβάλλεται από τον εκάστοτε Αιτητή ως θεμελιωτικό του επείγοντος χαρακτήρα της Αίτησης. Και αυτό, είναι η αντίληψη μου, ότι και πάλι με κάποιο τρόπο προηγείται της όποιας κατάληξης του Δικαστηρίου για την πλήρωση ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Η πλήρης και εις βάθος διάσταση του θέματος που αφορά την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει ή να επανεξετάσει ή να αναθεωρήσει το θέμα του επείγοντος χαρακτήρα μιας Αίτησης και της διά αυτής έκδοσης μιας θεραπείας κατά παρέκκλιση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, αποδίδεται μ' έντονο τρόπο στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward, Εφέσεις 3 και 4/2013, ημερομηνίας 15.1.2013 διά των λεχθέντων του Δικαστή Χατζηχαμπή. Σκόπιμο κρίνω να παραθέσω κάποια αποσπάσματα από την απόφαση αυτή που προσδιορίζει ακριβώς την σημασία του θέματος: «Κρίθηκε περαιτέρω στη Νομολογία (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, 604) ότι το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται, δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου, παρεκκλίνοντας από την αρχή να ακούονται και τα δύο μέρη πριν τη δικαστική κρίση. Κρίθηκε επίσης (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1798) ότι στην περίπτωση που υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση από το διάδικο που ζητά το επίδικο διάταγμα με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων του καθίσταται επείγον ζήτημα λόγω της φύσης της υπόθεσης και του κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος.» Η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής δεν εξέτασε περαιτέρω το θέμα αυτό καθ' αυτό λέγοντας ότι: «Θα αναφερθώ στα θέματα αυτά στη συνέχεια κατά την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60).» Αφού εξέτασε στη συνέχεια τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να καταλήξει ότι αυτές ικανοποιούντο, είπε τα ακόλουθα: «Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι επείγον και εύλογο να διασφαλιστεί μέρος της δεσμευθείσας περιουσίας, αφού διαπίστωσα ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος ως προς το μέρος αυτό.» Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Εξ ου και η αναφορά σε «κατεπείγον». Επανειλημμένα το Εφετείο έχει κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής χωρίς τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για την κατάδειξη του όντως κατεπείγοντος του πράγματος, έτσι που να παραγνωρίζεται η θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Η τακτική αυτή μάλιστα απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού, με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte, η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που, ενώ το διάταγμα εξεδόθη ex parte την 19.1.2010, η τελική κρίση επήλθε την 21.1.2011, δηλαδή ένα ολόκληρο χρόνο μετά. Και δεν είναι δικαιολογία το ότι η καθυστέρηση μπορεί να οφείλεται σε ανετοιμότητα των δικηγόρων, αφού το δικαστήριο έχει τον έλεγχο και τη διαρκή υποχρέωση της ταχείας διεκπεραίωσης που δεν μπορεί να μεταθέτει. Επαναλαμβάνουμε το τι υποδείξαμε επανειλημμένως, ότι σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση. Αυτό θα αποφεύγει και την ανάγκη εκ των υστέρων κρίσης επί του κατεπείγοντος αλλά και θα διασφαλίζει ότι το δικαστήριο θα είναι πιο πληροφορημένο και ως προς ενδεχόμενη παράλειψη πλήρους αποκάλυψης (που και πάλι αν άλλως διεφαίνετο εκ των υστέρων θα καταργούσε το διάταγμα του) και ως προς την όλη εικόνα της υπόθεσης. Η απόφαση του δικαστηρίου, εκδιδόμενη έτσι και τελικώς και οριστικώς, αλλά και συντόμως ως θα όφειλε, θα εξυπηρετούσε ορθώς τις ανάγκες της δικαιοσύνης. Με αυτές τις παρατηρήσεις, που απευθύνονται και γενικώς προς την πρωτόδικη άσκηση δικαιοδοσίας επί μονομερούς αιτήσεως για έκδοση διατάγματος, επανερχόμεθα στην ενώπιον μας έφεση για να παρατηρήσουμε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο, αν και αναφερθέν στην αρχή ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο, φαίνεται να μην εξέτασε το θέμα με αυτό τον τρόπο αφού, αντί να επιληφθεί αυτού κατά προτεραιότητα, επελήφθη αυτού μετά που απεφάσισε τον περιορισμό του διατάγματος ως θέματος ουσίας με αναφορά στην έκταση της δεσμευθείσας περιουσίας, και τότε σε συνάρτηση μάλλον με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, και δη τις συνέπειες ενδεχόμενης αποξένωσης, στη δυνατότητα ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης. Εξίσωσε έτσι ουσιαστικά το θέμα του κατεπείγοντος, ως δικαιοδοτικού όρου, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 επί της ουσίας και ιδιαιτέρως με την τρίτη προϋπόθεση της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος της ημέρας, χωρίς πραγματικά να αποφαίνεται επί του κατεπείγοντος αυτού καθ' αυτού.» Και παρά κάτω: «Η διαχρονική νομολογία όμως, καταδεικνύει ότι το κατεπείγον, ως δικαιοδοτικός όρος, μπορεί να κρίνεται στα πλαίσια έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του διατάγματος, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί ως θέμα πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση. Στη Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ και άλλης 1992 1ΑΑΔ 1453, εκρίθη ότι (σελίς 1462): «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί». Σε αυτή τη βάση, εθεωρήθη μάλιστα ότι διάδικος που βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος εκδοθέντος μονομερώς μπορεί να ακουστεί σε διαδικασία αμφισβήτησης του διατάγματος εφ' όσον, εγείροντας το θέμα του κατεπείγοντος, ουσιαστικά αμφισβητεί τη νομιμότητα της έκδοσής του σε συνάρτηση με το θέμα του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Στην In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836, με την παρατήρηση ότι «το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση», απεφασίσθη ότι συνιστούσε λόγο ακύρωσης τέτοιου διατάγματος η έλλειψη υποβάθρου καταδεικνύοντος το κατεπείγον. Ομοίως στην In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861. Στην M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1 ΑΑΔ 1791 μάλιστα υπεδείχθη ότι (σ. 1797) «. σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος», ώστε η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη να επεκτείνεται και σε αυτά, καταδεικνύοντας έτσι την άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη που επίσης αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου. Στην καθοδηγητική υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 ο διάδικος εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί μονομερές διάταγμα έφερε ένσταση στην παράταση του όταν αυτό ήταν επιστρεπτέο ισχυριζόμενος ακριβώς ότι δεν είχε, κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον. Η εισήγηση αυτή επανελήφθη στα πλαίσια της έφεσης και έγινε δεκτή από το Εφετείο, με τα ακόλουθα να συνιστούν το rationale της απόφασης (Πικής, Π., σ. 604): «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η Resola και η Vuitton ακολουθήθηκαν στη Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1 AAΔ 1475, στην οποία παρετέθησαν με επιδοκιμασία τα ως άνω αποσπάσματα, όπως ομοίως και στη Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ
- Με τις παρατηρήσεις λοιπόν στις οποίες έχουμε προβεί ως προς τις Κασπαρή και Αποστόλου, καταλήγουμε ότι οι αποφάσεις εκείνες, εδραζόμενες στα δικά τους πλαίσια, δεν επηρεάζουν την ευρύτερη γενική αρχή ότι το θέμα του κατεπείγοντος μπορεί να εξετάζεται, ως δικαιοδοτικός όρος, εφ' όσον εγείρεται στην ένσταση κατά του διατάγματος και επ' εφέσει.» Ως προς δε την συσχέτιση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 γίνεται η εξής παρατήρηση: «Έχουμε ήδη παρατηρήσει και εξηγήσει γιατί η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής ουσιαστικά δεν εξέτασε το θέμα του κατεπείγοντος ως τέτοιο παρά μόνο σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και δη τον κίνδυνο μη ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης. Τα δύο όμως είναι χωριστά πράγματα. Ούτε αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται και έπειτα αν συνέτρεχε το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ' όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων. Παρερμηνεύθησαν δε τα λεχθέντα στην Mitsingas ότι «Δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσίβλητους με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματα τους.», αναφορά που αφορούσε ακριβώς την ίδια τη φύση των παραβιάσεων και επιπτώσεων (εμπορικό σήμα) στην υπόθεση εκείνη και δεν δικαιολογούσε αντίληψη ευρύτερης αρχής όπως την αντελήφθη η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής.» Πρέπει να πω ότι μ' απασχόλησε ιδιαίτερα αυτή η πτυχή - του επείγοντος - ακόμη και με μόνη την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της κας Μ. Γεωργίου αλλά και υπό το πρίσμα της ένστασης ως προς την παράλειψη της Ενάγουσας να πράξει ή να ενεργήσει σε πολύ προγενέστερο της αίτησης χρόνο, αντί να επιζητήσει μονομερή θεραπεία σε ασφυκτικά χρονικά περιθώρια της ακρόασης της Αίτησης αλλά και της έκδοσης απόφασης. Προκύπτει αβίαστα από την ένορκη δήλωση της κας Μ. Γεωργίου, ότι η γνώση του αιτήματος της ειδοποίησης από δύο μετόχους έγινε στις 24.9.2013 και ότι η ειδοποίηση για την Γενική συνέλευση εδόθη αρχές του Οκτώβρη
- Η Ενάγουσα όμως προσφεύγει στο δικαστήριο στις 27.12.2013 ενώ θα μπορούσε δυο και πλέον μήνες πριν τη συνέλευση, να καταχωρήσει αίτηση, οπότε και τα πράγματα θα μπορούσαν να εξετασθούν μέσα σε ορθότερα και πιο άνετα πλαίσια. Από μόνη της η δυνατότητα της Ενάγουσας να προσφύγει στο Δικαστήριο πιο νωρίς εκθεμελιώνει το βάθρο του επείγοντος και καθιστά τρωτή την απόφαση του Δικαστηρίου επ' αυτού, αφού, επαναλαμβάνω και τονίζω ότι το θέμα αυτό είναι δικαιοδοτικού χαρακτήρα και αφορά την πρωτογενή δυνατότητα του Δικαστηρίου να ακούσει τον Αιτητή κατά παρέκκλιση των πιο πάνω αρχών δικαίου ενώ θα μπορούσε να ακούσει και τις δυο πλευρές, πριν να ενεργήσει αποδίδοντας μια θεραπεία. Βέβαια, θα αντιτείνει κάποιος ότι αυτό δεν έχει σημασία πια αφού δόθηκε στον ενιστάμενο ευκαιρία να ακουστεί και μάλιστα πριν την ημερομηνία της Γενικής Συνέλευσης. Όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν μπορεί ένας Αιτητής ο οποίος φέρει ένα τέτοιο ύψιστο καθήκον να έρχεται στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση - ενώ υπήρχε και δυνατότητα και χρόνος να ακουσθεί και η άλλη πλευρά πριν την απόδοση θεραπείας - να την πετυχαίνει και ύστερα να μην έχει κανένα κόστος αφού ουσιαστικά και στο πυρήνα του πράγματος έχει παραβιάσει το καθήκον του προς το Δικαστήριο να μεριμνήσει εύλογα χωρίς αχρείαστη - αλλά μόνο επείγουσα - επίκληση της αρχής που ανάφερα πιο πάνω. Αυτό το «έλλειμμα» στην καταχωρηθείσα Αίτηση από μόνο του είναι - κρίνω - καταλυτικό, ακριβώς όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Αμβροσιάδου. Όμως παραπέρα, εν προκειμένω, το θέμα μπορεί να συζευχθεί και μ' άλλες παραλείψεις των Αιτητών. Με δεδομένο και παραδεκτό στην ακρόαση της αίτησης ότι η φύση της παρούσης αγωγής είναι αυτή της παράγωγης αγωγής (βλ. πιο πάνω), θεωρώ ότι η σύζευξη των ενδιαφερόντων της Ενάγουσας και της Εναγομένης 3 θα έπρεπε να εξηγηθεί πολύ καλύτερα στην ένορκη δήλωση, όπου αυτή η σημαντική πτυχή παραμένει ελλειπτική και όχι τόσο καθαρή. Δεν εξηγείται ούτε επαρκώς ούτε στη νομική του διάσταση, η ανάγκη της πορείας της έγερσης παράγωγης αγωγής, ούτε εξηγείται ο έλεγχος και η αδυναμία της Εναγομένης 3 να ενεργήσει. Ούτε πάντως χρονικά και με σαφήνεια τίθεται στο Δικαστήριο η γνώση για τις ενέργειες του κ. Rovneiko ώστε να δικαιολογείται η καθυστέρηση στο χρόνο της Ενάγουσας. Αυτά δε που ελέχθησαν για κάποια επιτροπή ελέγχου δεν έχουν καμιά σημασία. Ακόμη όμως - πάντα με δεδομένη τη σχέση των συμφερόντων (και ενδεχομένως) των ενεργειών της Ενάγουσας και Εναγομένης 3 - παίρνει μια ιδιαίτερη διάταση η καταγραμμένη τέλος του Νιόμβρη του 2013 αποτυχία της Εναγομένης 3 να πετύχει έκδοση ταυτόσημου με το παρόν διάταγμα στην αγωγή 586/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο κ. Θεοφίλου επιχειρηματολογεί βέβαια ότι αφού «η συναφής Αίτηση καταχωρήθηκε από την Εναγομένη 3 (UEPC) στις 22.11.2013 ήταν λογικό να δεχθούμε ότι τότε ξεκαθάρισε η εικόνα τόσο για την Εναγομένη 3 όσο και την Ενάγουσα» (βλ. σελ.12 της αγόρευσης του κ. Θεοφίλου). Μα δεν είναι έτσι που έπρεπε να τεθούν τα πράγματα. Το διάβημα αυτό ήταν σχετικό και έπρεπε να έχει τεθεί. Η δε παράλειψη αυτή προστίθεται επιβαρυντικά στο όλο, ελλειπτικό, κατά την κρίση μου, βάθρο γεγονότων που δόθηκαν. Πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι η νομιμότητα της σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης δεν τίθεται τύποις σε αμφισβήτηση. Στην υπόθεση Fenning v. Fenning Environmental Products Ltd, Ch. Div., ημερ. 14.12.1981, συζητήθηκαν σχετικά τα άρθρα 184, 142 και 133 του Companies Act 1948 της Αγγλίας που είναι όμοια με τα άρθρα 178, 136 και 127 αντίστοιχα του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 178
(1)προνοεί πως μια εταιρεία μπορεί, με σύνηθες ψήφισμα, να απομακρύνει ένα διευθυντή πριν την εκπνοή της θητείας του και παρά την όποια πρόνοια στο καταστατικό. Δεν φαίνεται λοιπόν, εν προκειμένω, να μπορούμε να ομιλούμε για οποιαδήποτε έκδηλη ή εκ πρώτης όψεως παρανομία. Και στην υπόθεση Re Duomatic Ltd
(1969)2 Ch. 365
(1969)1 All E.R. 161 επαναβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι αφού η νομοθετική πρόνοια δίδει δικαίωμα στους μετόχους μιας εταιρείας να απομακρύνουν διευθυντές, καθίσταται καθαρό ότι ο τελικός έλεγχος μιας εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των ιδιοκτητών της και το Δικαστήριο δεν θα ήταν τόσο φρόνιμο να παρέμβει (βλ. και Bentley - Stevens v. Jones
(1974)1 W.L.R. 638). Αφ' ης στιγμής η νομιμότητα της σύγκλησης δεν είναι τύποις σε αμφισβήτηση, η ενόρκως δηλούσα όφειλε, ευθύς εξ αρχής, στα πλαίσια του καθήκοντος αποκάλυψης (και δεν ήταν θέμα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) να εξηγήσει την εμπλοκή και σύνδεση των μερών καλύτερα αλλά και να εξηγήσει γιατί οι ίδιοι οι αιτούμενοι την γενική συνέλευση δεν περιλήφθησαν στη διαδικασία. Και το κυριότερο έπρεπε να καταδειχθεί με αποκαλυπτικό τρόπο ότι οι αδικοπραγούντες ελέγχουν την εταιρεία και την εμποδίζουν από το να εγείρει αγωγή στο όνομα της. Και στα πλαίσια αυτά και με αυτούς τους πυλώνες ακριβώς να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί το επείγον αλλά και να αποκαλυφθούν καθαρά και στην σωστή τους διάσταση τα πράγματα, ως επιβάλλεται από το καθήκον αποκάλυψης, κάτι που δεν έγινε εν προκειμένω. Θα έλεγα χωρίς υπερβολή ότι η παράγωγη αγωγή υπονοείται μάλλον παρά περιγράφεται και σε πολλά σημεία μπορεί να υπάρξει παρανόηση επί της ένορκης δήλωσης για ποια «Εταιρεία» εννοείται στις επιμέρους παραγράφους, αν είναι δηλαδή η Ενάγουσα ή η Εναγόμενη
- Αυτό στα γενικά πλαίσια παρατήρησης μου για το αν η ενόρκως δηλούσα και οι Αιτητές απέσεισαν το βάρος που είχαν ως προς την πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ, σύμφωνα και με τα νομολογηθέντα, ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει περαιτέρω στις προϋποθέσεις του άρθρου
- Συνεπακόλουθα των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται και το διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / παράγωγη αγωγή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο