Μιχάλη Χατζηπαύλου κ.α. ν. Ανδρέα Φωτίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4129/2008, 4128/2008, 4132/2008, 7/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4129/2008 Μεταξύ: Μιχάλη Χατζηπαύλου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Ανδρέα Φωτίου, από τη Μουτταγιάκα Εναγόμενου Μετά από διάταγμα συνένωσης ημερομηνίας 6.10.2009 Αρ. Αγωγής: 4128/2008 Μεταξύ: Λουκίας Λουκά, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Ανδρέα Φωτίου, από τη Μουτταγιάκα Εναγόμενου Μετά από διάταγμα συνένωσης ημερομηνίας 6.10.2009 Αρ. Αγωγής: 4132/2008 Μεταξύ: Χρίστου Παπαχαραλάμπους, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Ανδρέα Φωτίου, από τη Μουτταγιάκα Εναγόμενου -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 7.1.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Σ. Στυλιανού (κα Νικολάου για ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο: κα Μ. Χατζηλευτέρη (κα Γιαννακού για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτία καταχώρησης των παραπάνω συνενωμένων αγωγών - οι οποίες συνεκδικάστηκαν - αποτελεί το τροχαίο δυστύχημα που έγινε στις 11.2.2007 στον κύριο δρόμο Λεμεσού - Μουτταγιάκας, με εμπλεκόμενους οδηγούς, τον ενάγοντα στην αγωγή 4129/2008, που είναι και η βασική υπόθεση, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΥΗ 586 και τον εναγόμενο και στις τρεις αγωγές, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής KΡE
- Ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος. Ενάγουσα στην αγωγή 4128/2008 είναι η μητέρα του ενάγοντα στη βασική υπόθεση. Με την αγωγή της, την οποία εγείρει υπό τη ιδιότητά της ως εγγεγραμμένης ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγοντας - υιός της στη βασική υπόθεση αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €4.271,50, που αποτελεί την αξία του εν λόγω οχήματος, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς κατά το επίδικο δυστύχημα. Τέλος, ο ενάγοντας στην αγωγή 4132/2008, ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο επέβαινε στο όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση αξιώνει και αυτός εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη εξαιτίας του ίδιου δυστυχήματος. Στις 21.11.2012, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος επιμερίστηκε σε ποσοστό 10% στον ενάγοντα στη βασική υπόθεση και 90% στον εναγόμενο. Τα βασικά επίδικα θέματα κάθε μίας από τις παραπάνω αγωγές που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Στη βασική υπόθεση, πρώτο, ο επακριβής προσδιορισμός των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγοντας και δεύτερο, ο καθορισμός του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται συναφώς με αυτές. Οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €474,99 επί πλήρους ευθύνης, οπότε δεν τίθεται καθόλου τέτοιο θέμα. Δε μου διαφεύγει ότι ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει το ποσό των €50,00, ως μεταφορικά. Ωστόσο, για δύο λόγους θεωρώ ότι η συγκεκριμένη αξίωση έχει εγκαταλειφθεί (κάτι που ισχύει και για τις άλλες δύο αγωγές σε σχέση με την ίδια αξίωση): καταρχήν, ουδεμία σχετική μαρτυρία έχει προσκομιστεί εκ μέρους του για σκοπούς στοιχειοθέτησης της εν λόγω αξίωσης. Έπειτα, λαμβάνοντας υπόψη το ακόλουθο απόσπασμα από το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του είναι εντελώς ξεκάθαρο ότι η συγκεκριμένη αξίωση έχει εγκαταλειφθεί: «Όσον αφορά το θέμα των ειδικών ζημιών, έχει δηλωθεί ως κοινό παραδεκτό το ποσό των €475:- και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα για εξέταση.» Μοναδικό επίδικο θέμα στην αγωγή 4128/2008 είναι ο καθορισμός του ύψους του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται η ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητό της κατά το επίδικο δυστύχημα. Τέλος, στην αγωγή 4132/2008, τα βασικά επίδικα θέματα που θα πρέπει να επιλύσω είναι πρώτο, ο επακριβής προσδιορισμός των σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγοντας, δεύτερο, ο καθορισμός του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται συναφώς με αυτές και τρίτο, ο καθορισμός του ύψους του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων που δικαιούται, δεδομένου ότι μέρος αυτών έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών (τέλη έκδοσης πιστοποιητικού του νοσοκομείου καθώς και μέρος των εξόδων της γιατρού Ζωής Νικολάου), ενώ, με ρητή δήλωση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής της η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου δέχθηκε και τα έξοδα του ψυχίατρου Χρ. Γαλατόπουλου, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €150,00 καθώς και μέρος του ποσού των εξόδων για μελλοντικές εγχειρίσεις (€2.562,00 επί συνόλου €5.125,00 που αξιώνει ο ενάγοντας σ' αυτά τα πλαίσια). Τέλος, η αξίωση για μεταφορικά καθώς ήδη έχει αναφερθεί εγκαταλείφθηκε. Ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση Μιχάλης Χατζηπαύλου, οι γιατροί Πίπης Αργυρόπουλος και Ιωάννης Ιωάννου, ο ενάγοντας στην αγωγή 4132/2008 Χρίστος Παπαχαραλάμπους, ο ψυχίατρος Χριστόδουλος Γαλατόπουλος, ο Μιχάλης Παπαχαραλάμπους, η ενάγουσα στην αγωγή 4128/2008 Λουκία Λουκά, η γιατρός Ζωή Νικολάου, ο Βασίλης Μαντράλης και τέλος, ο Ευγένιος Κάιζερ είναι οι δέκα συνολικά μάρτυρες που κατάθεσαν - κατά περίπτωση - για την υπόθεση των εναγόντων στις τρεις αγωγές (Μ.Ε.1 μέχρι 10 αντίστοιχα). Από την άλλη, οι γιατροί Ηλίας Γεωργίου και Σοφοκλής Ανθούσης και οι Ανδρέας Ευσταθίου και Νίκος Μαρκουλής (Μ.Υ.1 μέχρι 4 αντίστοιχα) είναι οι τέσσερις μάρτυρες που κατάθεσαν - κατά περίπτωση - για την υπόθεση του εναγόμενου στις τρεις αγωγές. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες (περιλαμβανομένων των τριών εναγόντων) ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Αναφορικά με τους γιατρούς μάρτυρες και γενικά όσους κατάθεσαν ως πραγματογνώμονες επισημαίνονται και τα εξής: Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, όπου τίθεται θέμα γενικών αποζημιώσεων, η ιατρική μαρτυρία αποτελεί τη βάση επί της οποίας στηρίζεται ο υπολογισμός του ύψους των αποζημιώσεων. Έπειτα είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ακολούθως, ενώ η ιατρική μαρτυρία και γενικά η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων και τούτο γιατί, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Η μαρτυρία του ενάγοντα στη βασική υπόθεση, στο βαθμό που συνάδει με την αποδεκτή ιατρική μαρτυρία ή που παρέμεινε αναντίλεκτη, είτε τέλος, γενικά, που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας γίνεται αποδεκτή. Απ' εκεί και πέρα είναι γεγονός, ότι, ειδικά σε ό, τι αφορά το είδος, την έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη υπήρξε κάπως υπερβολικός, για ευνόητους ασφαλώς λόγους, ενίοτε και αντιφατικός, ενώ υπήρξαν στιγμές που προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας. Ειδικότερα: Ένα δείγμα της προσπάθειάς του να με πείσει ότι υπέστη πολύ περισσότερους τραυματισμούς κατά το επίδικο δυστύχημα, απ' ό, τι στην πραγματικότητα υπέστη είναι το εξής: στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 1) απαριθμεί υπό μορφή ξεχωριστών σωματικών βλαβών, τα όσα καταγράφει στο ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 4) που εξέδωσε γι αυτόν ο ορθοπεδικός -χειρουργός, Πίπης Αργυρόπουλος (Μ.Ε.2), υπό μορφή, πρώτον, όσων του παραπονέθηκε ο ίδιος κατά την εξέτασή του στις 15.2.2007, δεύτερον, των ευρημάτων του κατά την εν λόγω εξέταση και τρίτον, των συμπερασμάτων του σε σχέση με ό, τι ο ίδιος θεωρεί ότι υπέστη ο ενάγοντας κατά το δυστύχημα. Προφανώς, οι σωματικές βλάβες που ο εν λόγω γιατρός βρήκε ότι υπέστη ο ενάγοντας είναι αυτές που καταγράφει κάτω από τον τίτλο «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ» στο πιστοποιητικό του, οι οποίες, ναι μεν φαίνεται να συνάδουν με όσα ο ενάγοντας του ανάφερε παραπονούμενος καθώς και με τα ευρήματά του κατά τη σχετική εξέταση στη οποία τον υπόβαλε, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δικαιολογείται ο ενάγοντας να εκλαμβάνει ως ξεχωριστές σωματικές βλάβες τα όσα αναφέρονται από το γιατρό Αργυρόπουλο σε κάθε μία από τις παραπάνω κατηγορίες. Και προς αποφυγή οποιασδήποτε παρανόησης, χωρίς να σημαίνει ότι τα όσα ο τελευταίος αναφέρει στο πιστοποιητικό του ότι υπέστη ο ενάγοντας κατά το επίδικο δυστύχημα γίνονται αποδεκτά, άνευ άλλου. Ισχυρίζεται ακόμη ο ενάγοντας στη γραπτή δήλωσή του, ότι στις 26.2.2007, επειδή αντιμετώπιζε σοβαρό και έντονο πόνο στο δεξί γόνατο, ιδιαίτερα μετά από το βάδισμα και ορθοστασία και με τις κινήσεις του γόνατος επισκέφθηκε το γιατρό Αργυρόπουλο, ο οποίος του έκανε ακτινογραφίες στο γόνατο που ήσαν αρνητικές για κάταγμα. Εκτός του ότι ενώπιόν μου ουδέποτε τέθηκαν οι εν λόγω ακτινογραφίες, ο γιατρός Αργυρόπουλος ανάφερε τα εξής, συναφώς με το θέμα: Στο ιατρικό πιστοποιητικό του, ακριβώς ό,τι και ο ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος, καταρχήν αρνήθηκε ότι αναφέρει στο πιστοποιητικό του ότι υπόβαλε τον ενάγοντα σε ακτινογραφίες. «Οι ακτινογραφίες έγιναν στο νοσοκομείο και μάλιστα του λέχθηκε ότι ήταν γενικές για κάταγμα. Εγώ δεν τις είδα» πρόσθεσε. Όταν αργότερα του υποδείχθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό του, στο ποσό των εξόδων του περιλαμβάνονται και ακτινογραφίες γόνατος, απάντησε ως εξής: «Είναι λάθος. Αν αναφέρω εδώ ότι έγιναν ακτινογραφίες έγιναν. Είχα την εντύπωση ότι με ρωτήσατε για ακτινογραφίες στο κεφάλι επειδή μιλούσαμε για εγκεφαλική διάσειση». Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε αν τις έχει μαζί του, «Όχι δυστυχώς δεν τις έφερα. Δεν τις έψαξα να τις βρω μετά από τόσα χρόνια και ο κύριος λόγος είναι διότι πολύ σπάνια μας ζητάτε τις ακτινογραφίες στο Δικαστήριο. Δεν τις έψαξα όμως» απάντησε. Δικαίως νομίζω η κα Χατζηλευτέρη, του υπόβαλε ότι δεν έγιναν και αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο μάρτυρας δεν τις είχε μαζί του και όχι αυτός που ανάφερε ο ίδιος, τον οποίο θεωρώ εντελώς παράλογο και καθόλου πειστικό για να τον πιστέψω. Είναι φανερό, ότι το συμπέρασμά μου αυτό επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία τόσο του γιατρού Αργυρόπουλου όσο και του ενάγοντα, στο βαθμό που και οι δύο ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος υπόβαλε το δεύτερο σε ακτινογραφίες γόνατος. Εάν με τα παραπάνω ο γιατρός Αργυρόπουλος εξέθεσε τον ενάγοντα ως μάρτυρα, με όσα ακολουθούν, ο ενάγοντας εκθέτει το γιατρό Αργυρόπουλο και εκτίθεται και ο ίδιος, μιας και, αναφορικά με το είδος, την έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα, σε σημαντικό βαθμό η μαρτυρία του αποτελεί επανάληψη όσων αναφέρει ο γιατρός Αργυρόπουλος στο ιατρικό πιστοποιητικό του. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας, στη γραπτή δήλωσή του και πάλι ισχυρίζεται ότι επειδή μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο εξακολουθούσε να έχει προβλήματα, στις 15.2.2007 αποτάθηκε στο γιατρό Αργυρόπουλο για επιπρόσθετη εξέταση, γνώμη και παρακολούθηση. Στις 26.2.2007, επειδή αντιμετώπιζε σοβαρό και έντονο πόνο στο δεξί γόνατο επισκέφτηκε και πάλι τον εν λόγω γιατρό, ο οποίος του έκανε ακτινογραφίες στο γόνατο που ήσαν αρνητικές για κάταγμα. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, προηγούμενο εύρημά μου, σύμφωνα με το οποίο δεν έχω δεχθεί ότι ο ενάγοντας υποβλήθηκε οποτεδήποτε σε ακτινογραφίες από το γιατρό Αργυρόπουλο. Επειδή τα προβλήματά του συνεχίζονταν, ιδιαίτερα ο πόνος στο δεξί αυτί, στον αυχένα και στο δεξί γόνατο, συνέχισε κατά διαστήματα να επισκέπτεται τον ίδιο γιατρό για παρακολούθηση και εξέταση. Πήγε σ' αυτόν ακόμη τέσσερις φορές. Αυτά πάντοτε από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Ένα πρώτο σχόλιο που θα ήθελα να κάνω είναι ότι, ειλικρινά με ξενίζει «το γεγονός» ότι ο ενάγοντας αποτάθηκε στο γιατρό Αργυρόπουλο, που είναι ορθοπεδικός, ακόμη και για τον πόνο που εξακολουθούσε να νιώθει στο αυτί, δεδομένου ότι μετά το επίδικο δυστύχημα, σε σχέση με τον τραυματισμό που υπέστη στο αυτί, όπως αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Βοηθός Διευθυντής της Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, γιατρός Ιωάννης Ιωάννου (Μ.Ε.3) χειρουργός - ωτορινολαρυγγολόγος εισήχθη στον ωτορινολαρυγγολογικό θάλαμο του νοσοκομείου και ακολούθως στο χειρουργείο όπου με τοπική αναισθησία και αναλγησία έγινε συρραφή του δεξιού πτερυγίου κ.ο.κ.. Επομένως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θεωρώ ότι εάν ο ενάγοντας μετά που έφυγε από το νοσοκομείο εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με το αυτί του, για το οποίο έχρηζε περαιτέρω εξέτασης, θεραπείας ή γνώμης, θα έπρεπε να επισκεφθεί γιατρό της σχετικής ειδικότητας, δηλαδή, ωτορινολαρυγγολόγο και όχι ορθοπεδικό. Ωστόσο, ότι δεν είναι αληθές ότι ο ενάγοντας επισκέφθηκε το γιατρό Αργυρόπουλο τις τέσσερις επιπλέον φορές, όπως γενικά και αόριστα αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του αποδεικνύεται από το εξής: αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς πόσες φορές επισκέφθηκε το γιατρό Αργυρόπουλο, «Δε θυμούμαι ακριβώς» απάντησε. Όταν λίγο αργότερα του υποβλήθηκε ότι μόνο δύο φορές τον επισκέφθηκε, συγκεκριμένα στις 15.2.2007 και στις 22.11.2007 που πήγε να του δώσει και το πιστοποιητικό, «Όντως έτσι είναι» απάντησε. Πέραν από την προφανή αντίφαση, η οποία εκθέτει τον ενάγοντα ως μάρτυρα, η παραδοχή του εν τέλει, ότι βασικά εξετάστηκε από το γιατρό Αργυρόπουλο μόνο δύο φορές (στις 15.2.2007 και 22.11.2007) εκθέτει έτι περισσότερο και πολλαπλά τον ίδιο το γιατρό, ο οποίος επέμενε ότι εξέτασε τον ενάγοντα στις 15.2.2007, τον επανεξέτασε στις 26.2.2007, ημερομηνία κατά την οποία υποτίθεται ότι τον υπόβαλε και σε ακτινογραφίες γόνατος, ενώ συνέχισε να τον παρακολουθεί ως εξωτερικό ασθενή, εξετάζοντάς τον άλλες τέσσερις φορές κατά διαστήματα, παραπονούμενος κυρίως από πόνο στο δεξί αυτί, αυχένα και δεξί γόνατο οπότε και του χορήγησε περαιτέρω αγωγή. Θεωρώ πως, όχι τυχαία δεν αναφέρονται στο πιστοποιητικό του οι ημερομηνίες σε σχέση με τις τέσσερις επιπλέον φορές, που όπως ισχυρίστηκε, τον έχει εξετάσει. Προφανής ο λόγος. Επειδή κάτι τέτοιο ουδέποτε συνέβηκε. Η αλήθεια είναι αυτή που ανάφερε ο ενάγοντας αντεξεταζόμενος. Ο γιατρός Αργυρόπουλος τον εξέτασε στις 15.2.2007 και στις 22.11.2007 που εξέδωσε και το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό και όχι επτά όπως αναφέρει ο ίδιος στο πιστοποιητικό του. Το γεγονός ότι ο γιατρός Αργυρόπουλος συναρτά το είδος, τη σοβαρότητα και την έκταση των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας κατά το επίδικο δυστύχημα καθώς και τις επιπτώσεις στον ίδιο συνεπεία όλων αυτών, σε όσα διαπίστωσε τις επτά φορές που υποτίθεται ότι τον εξέτασε στο ιατρείο του, σε συνδυασμό και με το λόγο που και πάλι υποτίθεται ότι χρειάστηκε να τον εξετάσει τόσες φορές, καθιστούν πιστεύω απόλυτα κατανοητούς τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εν λόγω γιατρού, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται ή δε συνάδει με άλλη αποδεκτή μαρτυρία, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με το σκοπό που αυτή δόθηκε. Για να καταλήξω με τον ενάγοντα, ακόμη ένα παράδειγμα που αποδεικνύει ότι υπέπεσε σε αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας είναι το εξής: Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση «Και το γόνατο σας τώρα σε ποια κατάσταση είναι, μετά από 4 - 5 χρόνια κύριε μάρτυς, ποια είναι η κατάστασή σας;» απάντησε ως εξής: «Μέχρι σήμερα μετά το ατύχημα που είχα μέσα στα δύο χρόνια είχα περιοριστεί από το γόνατο στην πολύ όρθια στάση, είχα ενοχλήσεις, όπως επίσης και να είμαι περιορισμένος να μην εκτεθώ στον ήλιο πολλές ώρες για τον λόγο της εγκεφαλικής διάσεισης που είχα το πρόβλημα στον αυχένα. Επίσης ήμουν περιορισμένος στο να σκύβω να πιάνω βαρετά πράγματα, να κάνω δεξιά - αριστερά το κεφάλι μου μέχρι το τέρμα». Παρόλα αυτά, λίγο αργότερα ισχυρίστηκε ότι την εποχή που έγινε το δυστύχημα ήταν τελειόφοιτος και το καλοκαίρι κατατάγηκε στο στρατό ως κανονικός στρατιώτης, χωρίς κανένα πρόβλημα. Με όλο το σεβασμό, δε νομίζω ότι εάν αντιμετώπιζε όλα τα παραπάνω προβλήματα, θα ήταν σε θέση, την ίδια περίοδο, δηλαδή ενόσω τα προβλήματα που ανάφερε εξακολουθούσαν να τον ταλαιπωρούν, να καταταγεί στην εθνική φρουρά, ως κανονικός στρατιώτης και μάλιστα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω και με το γιατρό Αργυρόπουλο, θα παραθέσω ακόμη δύο λόγους για τους οποίους θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με άλλη, αποδεκτή μαρτυρία ή που δε συνάδει ή επιβεβαιώνεται από τέτοια μαρτυρία. Ενώ σύμφωνα με όσα αναφέρει στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε για τον ενάγοντα, τον εξέτασε επτά φορές (στις 15.2.2007, στις 26.2.2007, άλλες τέσσερις φορές ως εξωτερικό ασθενή και τέλος, στις 22.11.2007 που εξέδωσε και το ιατρικό πιστοποιητικό) αντεξεταζόμενος, στην υποβολή ότι τα τραύματα που υπέστη ο ενάγοντας ήταν ασήμαντα και θεραπεύτηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα και δε χρειάστηκε να πάει στο ιατρείο του έξι φορές να το δει, επέμενε ότι τον είδε έξι φορές. Τέλος, μολονότι ενώ για λόγους που έχουν αναφερθεί δε δέχτηκα ότι τον υπόβαλε σε ακτινογραφίες, εντούτοις, στο ποσό των ιατρικών εξόδων του, περιλαμβάνονται και ακτινογραφίες. Ο γιατρός Ιωάννης Ιωάννου (Μ.Ε.3) είναι και ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση του ενάγοντα στη βασική υπόθεση. Δηλώνω ευθέως ότι η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της, καταρχήν, επειδή παρέμεινε αναντίλεκτη και έπειτα, επειδή συγκεντρώνει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Η μαρτυρία του, κατά κύριο λόγο απορρέει από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που εξέδωσε για τον ενάγοντα (τεκμήριο 2) και μέρος αυτής, απ' όσα ανάφερε στο Δικαστήριο, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου. Αναφορικά με το είδος και τη σοβαρότητά των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση κατά το επίδικο δυστύχημα, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων θεωρώ πιο ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ειδικού ορθοπεδικού - τραυματιολόγου Ηλία Γεωργίου (Μ.Υ.1), ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεση του εναγόμενου, παρά στη μαρτυρία του γιατρού Αργυρόπουλου. Σε αντίθεση με το δεύτερο, ο οποίος θεωρώ ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε, κυρίως - αν όχι αποκλειστικά - για να βοηθήσει τον ενάγοντα να εξασφαλίσει όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσό γενικών αποζημιώσεων, ο πρώτος, με απλό, πειστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, με έχει εφοδιάσει με όλα εκείνα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα με βοηθήσουν να καταλήξω σε συμπεράσματα σε σχέση με τα παραπάνω. Για παράδειγμα, σε αντίθεση με το γιατρό Αργυρόπουλο, ο οποίος, χωρίς να εξηγήσει το λόγο χαρακτήρισε μέτριου βαθμού την εγκεφαλική διάσειση που υπέστη ο ενάγοντας, ο γιατρός Γεωργίου, καταρχήν εξήγησε σε τι συνίσταται η εγκεφαλική διάσειση (πλήρης αυτόματα ανατάξιμη απώλεια των αισθήσεων μετά από κτύπημα στο κεφάλι). Ακολούθως επεξήγησε ότι με κριτήριο τη διάρκειά της απώλειας των αισθήσεων, η εγκεφαλική διάσειση κατατάσσεται αναλόγως σε ελαφριάς, μέτριας και σοβαρής μορφής. Τέλος ανάφερε και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι ο ενάγοντας υπέστη ελαφριάς μορφής εγκεφαλική διάσειση. Μάλιστα, σε σχέση με το τελευταίο, η εκδοχή του, εν μέρει ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει στο ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε για τον ενάγοντα ο μάρτυρας (τεκμήριο 16) κατά την εξέταση του τελευταίου στις 15.2.2008, αυτός, μεταξύ άλλων του ανάφερε αίσθηση σκοτοδίνης και πιθανής απώλειας των αισθήσεων για λίγα δευτερόλεπτα μετά το ατύχημα. Επισημαίνεται ότι ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, συναφώς με την εν λόγω αναφορά. Εκεί όπου αμφισβητήθηκε είναι στο σημείο όπου φέρει τον ενάγοντα να του αναφέρει ότι παρουσίασε ενόχληση ζάλης μετά το ατύχημα, διάρκειας ενός μηνός. Συγκεκριμένα, του υποβλήθηκε ότι ο ενάγοντας τού είπε ότι τα προβλήματα της ζάλης διαρκούσαν ακόμη και όταν τον επισκέφθηκε. Δηλαδή είχε συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης μέχρι τότε. Η απάντηση του μάρτυρα δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του συμπεράσματός του, ως προς το είδος της εγκεφαλικής διάσεισης που υπέστη ο ενάγοντας. Ακολουθεί αυτούσια: «Αν μου το έλεγε, αναμφίβολα θα το κατέγραφα. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι έχω καταγεγραμμένο το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2007 κατατάγηκε στο στρατό σαν κανονικός στρατιώτης. Από την πείρα μου, αν υπήρχαν μεταδιασειστικές ενοχλήσεις, δεν θα μπορούσε να καταταγεί σαν κανονικός στρατιώτης.» Τέλος, όταν του υποβλήθηκε ότι η εγκεφαλική διάσειση που υπέστη ο ενάγοντας ήταν μέτριας μορφής και όχι ελαφριάς παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι από το ιστορικό απώλειας των αισθήσεων ή αίσθησης σκοτοδίνης για λίγα δευτερόλεπτα τεκμηριώνεται η γνώμη του για ελαφριάς μορφής εγκεφαλική διάσειση, προσθέτοντας και τα εξής: «Υπάρχουν και άλλοι ενισχυτικοί λόγοι αλλά δεν θα ήθελα να ταλαιπωρήσω το Δικαστήριο εκτός και αν ερωτηθώ». Το γεγονός ότι δε ρωτήθηκε κατά τη γνώμη μου συνιστά έμμεση αποδοχή και από τον ενάγοντα της ορθότητας του επί του προκειμένου συμπεράσματός του. Τέλος, ο ενάγοντας, αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση, «Κάτω αναφέρετε ότι είχατε εγκεφαλική διάσειση. Δηλαδή τι αισθανόσουν; Πότε την είχατε τούτη και αισθάνεστουν;» απαντώντας, ανάφερε και τα εξής: «Μετά το ατύχημα μου δεν ένιωθα πολύ καλά μετά το χτύπημα στο κεφάλι.» Ερμηνεύοντας τη σχετική αναφορά του ενάγοντα, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι μετά το ατύχημα είχε τις αισθήσεις του, αλλά, εξαιτίας του χτυπήματος στο κεφάλι δεν ένιωθε πολύ καλά. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου περί της ορθότητας του συμπεράσματος του γιατρού Γεωργίου, ως προς τη μορφή της εγκεφαλικής διάσεισης που υπέστη ο ενάγοντας κατά το δυστύχημα. Απ' εκεί και πέρα, ο γιατρός Γεωργίου, με απόλυτα πειστικό, σαφή και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο εξήγησε γιατί διαφωνεί με τα ευρήματα του γιατρού Αργυρόπουλου, ως προς το χαρακτηρισμό των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας κατά το δυστύχημα και συγκεκριμένα γιατί κατά τον ίδιο πρόκειται για θλάση ο τραυματισμός που υπέστη αυτός στον αυχένα και στο δεξί γόνατο και όχι για θλάση και διάστρεμμα, όπως είναι το συμπέρασμα του γιατρού Αργυρόπουλου. Σε αντίθεση με το δεύτερο, ο οποίος ισχυρίστηκε απλώς ότι ο ενάγοντας υπέστη και θλάση και διάστρεμμα στον αυχένα και στο δεξί γόνατο, ο πρώτος, αφού εξήγησε τη διαφορά ανάμεσα στη θλάση και το διάστρεμμα και ανάφερε ότι πρόκειται για διαφορετικές μορφές τραυματισμού τα δύο, παράθεσε και τους λόγους που τεκμηριώνουν το συμπέρασμά του ότι ο ενάγοντας υπέστη μόνο το πρώτο. Προς επιβεβαίωση των εν λόγω διαπιστώσεών μου παραπέμπω στο σχετικό μέρος της μαρτυρίας του γιατρού Γεωργίου, από την αντεξέτασή του. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα στη βασική υπόθεση, για ό,τι αφορά τις ανάγκες επίλυσης των επίδικων θεμάτων είναι τα εξής: Μετά το επίδικο δυστύχημα, ο ενάγοντας διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού με θλαστικό τραύμα στο δεξί αυτί, οπότε και έγινε εισαγωγή του στον ωτορινολαρυγγολογικό θάλαμο του νοσοκομείου. Απ' εκεί μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου με τοπική αναισθησία και αναλγησία έγινε συρραφή του δεξιού πτερυγίου. Συνολικά ετέθησαν 7 με 8 ράμματα. Παρουσίαζε άλγος στη δεξιά κροταφογναθική άρθρωση και εξετάστηκε από γναθοχειρουργό την επομένη 12.2.
- Του έγινε ακτινογραφικός έλεγχος γνάθου που ήταν αρνητικός για κάταγμα και του συνεστήθη μαλακή διατροφή και επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία. Νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο μέχρι και τις 13.2.
- Κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο, του γινόταν περιποίηση του τραύματος του δεξιού αυτιού, έπαιρνε αντιβίωση για αποφυγή μόλυνσης του πτερυγίου του δεξιού αυτιού, την οποία συνέχισε για 10 μέρες. Τέλος, του δόθηκαν οδηγίες για προσέλευσή του στο νοσοκομείο μετά παρέλευση 7 ημερών από τον τραυματισμό του για αφαίρεση των ραμμάτων του πτερυγίου. Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω απορρέουν από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του γιατρού Ιωάννη Ιωάννου (Μ.Ε.3) το περιεχόμενο του οποίου βασικά αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών (τεκμήριο 2 το πιστοποιητικό). Με εξαίρεση την ουλή μήκους 2 εκατοστών στο δεξιό αυτί του ενάγοντα, στο σημείο του έγινε η συρραφή, που είναι εμφανής από κοντινή απόσταση, η οποία θα παραμείνει μόνιμα, κανένα άλλο μόνιμο κατάλοιπο παρέμεινε απότοκο του παραπάνω τραυματισμού του, ο οποίος, συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη και τα εξής: Ελαφριάς μορφής εγκεφαλική διάσειση και θλάση μαλακών μορίων του αυχένα, του δεξιού βραχίονα, του δεξιού μέρους του θώρακα, του δεξιού μηρού και τέλος, του δεξιού γόνατος. Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω τραυματισμών του, ο ενάγοντας υπέστη πόνο και ταλαιπωρία για κάποιο χρονικό διάστημα, το οποίο, ωστόσο, ελλείψει σχετικής - αποδεκτής - μαρτυρίας δεν μπορώ να προσδιορίσω. Όμως, έχοντας υπόψη ότι το επίδικο δυστύχημα έγινε στις 11.2.2007 και ο ενάγοντας καθ' ομολογία του τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά ως κανονικός στρατιώτης και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θεωρώ πως δεν μπορεί έκτοτε να έφερε οποιοδήποτε κατάλοιπο, απότοκο των τραυματισμών που υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα. Εν πάση περιπτώσει δέχομαι τη θέση του γιατρού Γεωργίου, ο οποίος τον εξέτασε στις 19.2.2008, σύμφωνα με την οποία, η όλη εξέλιξή του, σε συνδυασμό και με την κατάστασή του καθώς και τα κλινικά ευρήματα του γιατρού κατά την ημέρα που τον εξέτασε στηρίζουν τη γνώμη του για άριστη αποκατάσταση, ως επίσης, ότι με εξαίρεση τη μικρή ουλή στο δεξί αυτί που θα παραμείνει, ουδεμία μορφή λειτουργικού καταλοίπου υφίσταται ή δικαιολογείται. Ό, τι απομένει είναι ο προσδιορισμός του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας, συνεπεία των παραπάνω τραυματισμών που υπέστη. Σ' αυτά τα πλαίσια λαμβάνω ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη και τις ακόλουθες νομολογιακές αρχές (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)Α.Α.Δ. 66, σελ. 74 και 75): Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου [βλ. μεταξύ άλλων, Paraskevaides (Overseas) Ltd, v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727, Φοινικαρίδης και Άλλη v. Γεωργίου και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669]. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά [*75] παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο ήταν 18 ετών. Το είδος, η έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη έχουν ήδη αναφερθεί, επομένως δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Μολονότι καμιά προηγούμενη υπόθεση είναι ίδια ακριβώς με κάποια άλλη, μεταγενέστερή της, προκειμένου το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της δεύτερης να μπορεί να στηριχθεί απόλυτα στην πρώτη για σκοπούς προσδιορισμού του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάσει, εντούτοις, προηγούμενες αποφάσεις που προσομοιάζουν ως προς κάποια - ουσιώδη και σχετικά με το θέμα δεδομένα, ασφαλώς και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό μορφή καθοδήγησης. Σ' αυτά τα πλαίσια έχω μελετήσει όλες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων προκειμένου να με πείσουν για την ορθότητα της εισήγησής τους, σε σχέση με το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικάσω υπέρ του ενάγοντα. Από τη μελέτη των εν λόγω αποφάσεων θεωρώ ότι αυτή που ταιριάζει περισσότερο με τα δεδομένα και για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Αδαμίδης κ.ά. ν. Χατζηνικολάου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1110, στην οποία με παράπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου. Σ' εκείνη την υπόθεση, ο ενάγοντας, ηλικίας 17 ετών, συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε σε διάφορα μέρη. Τα τραύματα στο πρόσωπο δημιούργησαν εκχυμώσεις στο αριστερό μάτι, αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης, διάστρεμμα του αυχένα και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα, εκδορές και θλάση των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, των αγκώνων και του αντιβραχίονα. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις μέρες και όταν εξήλθε υπέφερε από τα συνήθη συμπτώματα, δηλαδή πόνο, ζάλη και πονοκεφάλους. Στην πρόοδο του χρόνου αυτά υποχώρησαν, ωστόσο παρέμειναν δύο μικρές εμφανείς - όχι όμως δύσμορφες - ουλές, μία στο μέτωπο και μία πολύ πιο μικρή στο φρύδι. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των €10.251,61 (£6.000,00) υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μάλλον χαμηλό το ποσό αυτό, όχι όμως έκδηλα ανεπαρκές, ώστε να το αυξήσει. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενάγοντας υπέστη ελαφριά εγκεφαλική διάσειση που δε φαίνεται να υπέστη ο εφεσείοντας στην παραπάνω υπόθεση, ο οποίος υπέστη διάστρεμμα του αυχένα, σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο οποίος υπέστη θλάση μαλακών μορίων του αυχένα. Κατά τα λοιπά, οι τραυματισμοί που υπέστησαν και οι δύο, περίπου είναι οι ίδιοι, με μόνη διαφορά, ότι στον εφεσείοντα παρέμειναν δύο μικρές εμφανείς ουλές στο μέτωπο και στον ενάγοντα μία, μικρή κι αυτή και εμφανής, ωστόσο, από κοντινή μόνο απόσταση. Δεδομένου ότι στην Αδαμίδης (ανωτέρω), η οποία εκδόθηκε πριν από 6 και πλέον χρόνια, το ποσό των €10.251,61 που επιδικάστηκε πρωτόδικα κρίθηκε μάλλον χαμηλό, στην παρούσα υπόθεση θωρώντας τους τραυματισμούς που υπέστη ο ενάγοντας σχετικά πιο ήπιας μορφής από τους τραυματισμούς του εφεσείοντα στην παραπάνω υπόθεση, έχω τη γνώμη ότι το ποσό των €10.000,00, επί πλήρους ευθύνης, θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη απότοκο του επίδικου δυστυχήματος. Και με δεδομένο ότι αυτός φέρει ευθύνη 10% για την πρόκληση του δυστυχήματος, δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €9.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με τον τόκο παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαίδη «Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες»
(1996), σελ. 33: «Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη στην επιδίκαση του τόκου, γιατί όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο ενάγων στερείται χρήματα που δικαιούται από δικό του σφάλμα.» Επειδή, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία έχει δοθεί εκ μέρους του ενάγοντα - μα ούτε και προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία κάποιος λόγος - γιατί θα έπρεπε να παρέλθει περίοδος 20 και πλέον μηνών από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος στις 11.2.2007, μέχρι και τις 21.10.2008 που καταχώρησε την αγωγή του, το ποσό των γενικών αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Επιπλέον, ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση απόφασης και για το ποσό των €427,50, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων (€474,99 επί πλήρους ευθύνης μείον €47,49 που αποτελεί το 10% του ποσού αυτού, όσο δηλαδή και το ποσοστό της ευθύνης του για την πρόκληση του δυστυχήματος), επίσης με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Υπεισέρχομαι τώρα στην αγωγή 4128/2008, όπου το βασικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω, για να επαναλάβω είναι ο καθορισμός του ύψους του ποσού της αποζημίωσης που δικαιούται η ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητό της κατά το επίδικο δυστύχημα, το οποίο οδηγούσε ο υιός της και ενάγοντας στη βασική υπόθεση. Η ενάγουσα Λουκία Λουκά (Μ.Ε.7), ο Βασίλης Μαντράλης (Μ.Ε.9) και τέλος, ο Ευγένιος Κάιζερ (Μ.Ε.10) είναι οι τρεις συνολικά μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπό κρίση αγωγή. Από την άλλη, για την υπόθεση του εναγόμενου κατάθεσαν οι Ανδρέας Ευσταθίου και Νίκος Μαρκουλής (Μ.Υ.3 και 4 αντίστοιχα). Η μαρτυρία της ενάγουσας, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της, καταρχήν, επειδή σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη. Ακολούθως, επειδή εν μέρει ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία (περιλαμβανομένης και έγγραφης μαρτυρίας), η οποία προέρχεται ακόμη και από μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους του εναγόμενου. Έπειτα είναι και το γεγονός ότι η ενάγουσα που απαντούσε αυθόρμητα και με απόλυτη ειλικρίνεια σ' όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, μολονότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι αγόρασε το επίδικο όχημα μία βδομάδα πριν από το επίδικο δυστύχημα από τη μάντρα του Μαντράλη, για το ποσό των £2.307,00, το οποίο έγινε ενοικιαγορά. Περαιτέρω, ότι στα δύο χρόνια το είχε ξοφλήσει οπότε και μεταβιβάστηκε στ' όνομά της. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι μετά το επίδικο δυστύχημα, το όχημά της το πήρε το γκαράζ Κάιζερ στον Ύψωνα και εκεί έγινε η ολική καταστροφή του, επειδή όταν έγινε το ατύχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Ο Βασίλης Μαντράλης (Μ.Ε.9) ανάφερε τα εξής, συναφώς με αρκετούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί: Επαγγελματικά ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Γνωρίζει την ενάγουσα. Το Φλεβάρη του 2007 της πώλησε το επίδικο αυτοκίνητο για το ποσό των £2.300,00, το οποίο εισέπραξε από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου. Την πρώτη βδομάδα του ίδιου μήνα, της παρέδωσε το όχημα. Απ' εκεί και πέρα από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής του επίδικου οχήματος (τεκμηρίου 8 - μέρος -) προκύπτει ότι αυτό στις 9.2.2007 γράφτηκε επ' ονόματι της ενάγουσας και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ενώ, από τη συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχομένου των τεκμηρίων 9 και 10 επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι αγόρασε το εν λόγω όχημα με ενοικιαγορά, με χρηματοδότη την Τράπεζα Κύπρου, για το ποσό των £2.307,00 καθώς και ότι δύο περίπου χρόνια μετά και συγκεκριμένα στις 31.12.2009 το ξόφλησε. Απ' εκεί και πέρα, ο Ευγένιος Κάιζερ (Μ.Ε.10), δεν είναι ο μόνος που επιβεβαιώνει την ενάγουσα σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο όχημα κατά το επίδικο δυστύχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Αυτό συνάγεται και από το περιεχόμενο του σχετικού πιστοποιητικού καταστροφής του οχήματος (τεκμήριο 11), αλλά και από τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ατυχημάτων Νίκου Μαρκουλή (Μ.Υ.4), ο οποίος το εξέτασε στις 23.5.2007 στο γκαράζ του προηγούμενου μάρτυρα (Μ.Ε.10) και όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση εκτίμησης που ετοίμασε (τεκμήριο 19), λόγω του βίαιου κτυπήματος και των εκτεταμένων ζημιών καθώς και της υπερβολικής παραμόρφωσης του αμαξώματός του, η επιδιόρθωσή του θεωρείται αδύνατη και ασύμφορη. Προστίθενται και τα εξής: Επειδή, αντεξεταζόμενη η ενάγουσα, με αναφορά στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 κλήθηκε να εξηγήσει γιατί πήγε δύο μέρες μετά το επίδικο δυστύχημα για να βάλει finance το όχημά της, ανεξάρτητα από την απάντηση που έδωσε, δεν είναι ορθό ότι από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου προκύπτει ως γεγονός, ό, τι της ζητήθηκε να δώσει εξήγηση. Ενώ είναι γεγονός ότι στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται ως ημερομηνία η 13η 2.2007, εκείνο που δεν προκύπτει είναι ότι πρόκειται, είτε για την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας ενοικιαγοράς είτε για την ημερομηνία που η ενάγουσα πήγε στην τράπεζα προκειμένου να συνάψει την εν λόγω συμφωνία, η συγκεκριμένη ημερομηνία. Ότι σε κάθε περίπτωση δεν ισχύει το πρώτο αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής του επίδικου οχήματος (μέρος του τεκμηρίου 8) στο οποίο η ενάγουσα και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αναγράφονται ως κάτοχοι πιστοποιητικού του οχήματος στις 9.2.2007, που με απλά λόγια σημαίνει ότι η ενάγουσα είναι τουλάχιστον δύο μέρες πριν από το επίδικο δυστύχημα που πήγε στην τράπεζα για να συνάψει τη συμφωνία ενοικιαγοράς του οχήματός της και όχι δύο μέρες μετά από αυτό. Και κάτι ακόμη. Επειδή η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου υπόβαλε στην ενάγουσα και επέμενε ότι το επίδικο όχημα «δε χρειαζόταν να ήταν ολικής καταστροφής» και περαιτέρω ότι «μπορούσε να διορθωθεί.», πέραν από την απάντηση της ίδιας της ενάγουσας παραπέμπω και στη μαρτυρία του Μ.Υ.4, ο οποίος, σε απόλυτη συμφωνία μαζί της, για λόγους που αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 19) για να επαναλάβω θεωρεί ασύμφορη και αδύνατη την επιδιόρθωση του εν λόγω οχήματος. Δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα αγόρασε το επίδικο όχημα για το ποσό των £2.307,00, μία περίπου βδομάδα προτού αυτό καταστραφεί ολοσχερώς κατά το επίδικο δυστύχημα στις 11.2.2007 - κατ' ακρίβεια, της παραδόθηκε στις 6.2.2007 όπως ανάφερε ο Μ.Ε.9 χωρίς να έχει αμφισβητηθεί - ό, τι απομένει να κριθεί είναι το ποσό της αποζημίωσης που θα πρέπει να της επιδικαστεί συναφώς με τη σχετική ζημιά που υπέστη. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια και ότι η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια, για λόγους που θα παραθέσω αμέσως θεωρώ ότι η ενάγουσα δικαιούται σε αποζημίωση για ολόκληρο το παραπάνω ποσό και συγκεκριμένα για το ποσό των €3.941,74, μειωμένο σε ποσοστό 10% που είναι η συμφωνημένη ευθύνη που φέρει ο ενάγοντας υιός της στη βασική υπόθεση για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Δηλαδή, δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €3.547,57, το οποίο, όπως και στην περίπτωση του ενάγοντα υιού της στη βασική υπόθεση - για τον ίδιο λόγο - θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ακολουθούν οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση απόφασης, για το παραπάνω ποσό. Ειδικότερα: Καταρχήν, ενώπιόν μου, ίχνος μαρτυρίας έχει τεθεί, που να καταδεικνύει έστω, ότι στον ελάχιστο χρόνο των πέντε μόλις ημερών που μεσολάβησε από τις 6.2.2007 που η ενάγουσα παρέλαβε το επίδικο όχημα μέχρι και τις 11.2.2007 που αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς έχει μειωθεί η αξία του λόγω χρήσης, σε βαθμό που να τίθεται θέμα εκτίμησης πάνω σε υποθετική βάση ως προς την πραγματική αξία του προτού αυτό καταστραφεί κατά και εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος. Για να το πω και διαφορετικά, αφ' ης στιγμής, η ενάγουσα το αγόρασε για το ποσό των £2.307,00 και προτού βασικά το χρησιμοποιήσει αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς, δε βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να αποζημιωθεί με οποιοδήποτε άλλο, διαφορετικό ποσό, για τη σχετική ζημιά που υπέστη. Ακολούθως, η προσπάθεια του εναγόμενου να με πείσει ότι η πραγματική αξία του επίδικου οχήματος στον ουσιώδη χρόνο είναι άλλη από την τιμή αγοράς του από την ενάγουσα, υπήρξε ανεπιτυχής. Σ' αυτά τα πλαίσια, ο ενάγοντας παρουσίασε ως μάρτυρα τον εμπειρογνώμονα ατυχημάτων Νίκο Μαρκουλή (Μ.Υ.4), ο οποίος, στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 19) μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η αξία του συγκεκριμένου οχήματος πριν το δυστύχημα ήταν £800,00 και ως είχε στις 23.5.2007 που το εξέτασε στο γκαράζ του Μ.Ε.10, όπως είπε στην κυρίως εξέταση, £100,
- Δε δέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα, ο οποίος θεωρώ ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, όχι για να θέσει ως όφειλε ενώπιόν μου τα αναγκαία και επαρκή επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω σε δικαστική κρίση, για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο, αλλά, με την προβολή διάφορων γενικών και αόριστων ισχυρισμών και επικαλούμενος κατά κόρο την πείρα του, προκειμένου να με πείσει, ουσιαστικά χωρίς τεκμηρίωση, περί της ορθότητας της σχετικής εκτίμησής του. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν επαρκώς πιστεύω τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Στην κυρίως εξέταση, κληθείς να αναφέρει πώς κατέληξε στην προ του δυστυχήματος αξία του επίδικου οχήματος απάντησε ως εξής: «Μέσα στον κύκλο εργασιών μου είναι και να συμβουλεύω πελάτες ως προς την αγορά αυτοκινήτων και την αξία τους. Δηλαδή, αν είναι μηχανικώς καλό, το αμάξωμα καλό και την αξία που έχει στην αγορά. Γι' αυτό γνωρίζω και τις αξίες των αυτοκινήτων.» Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν σε τι ενέργειες προέβηκε για να καταλήξει στο ποσό των £800,
- Και η απάντησή του. «Η εμπειρία μου που έχω με βοηθά να αξιολογήσω τις αξίες των αυτοκινήτων και βοηθήθηκα περισσότερο παίρνοντας την αξία του καινούργιου τότε το 2007 που ήταν £6.500,00 και ενός εισαγόμενου του 2007 που ήταν £4.000,
- Το εν λόγω όχημα ήταν κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος 10 χρονών και ως εκ τούτου η αξία του ήταν £800,00.» Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος τίθεται το ακόλουθο ερώτημα: Με ποιο κριτήριο και στη βάση ποιων δεδομένων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επειδή η αξία ενός εισαγόμενου οχήματος, όπως το επίδικο το 2007 ήταν £4.000,00, του επίδικου την ημέρα του δυστυχήματος, έστω κι αν αυτό ήταν 10 χρόνων ήταν £800,00; Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι δε φαίνεται να εξέτασε και από πλευράς μηχανικής κατάστασης το επίδικο, που αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, όπως ανάφερε απαντώντας στην ερώτηση, πώς κατέληξε στην προ του δυστυχήματος αξία του επίδικου οχήματος, όταν στα πλαίσια του κύκλου των εργασιών του συμβουλεύει τους πελάτες ως προς την αγορά αυτοκινήτων και την αξία τους. Ας δούμε όμως και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος. Στην πρώτη κιόλας ερώτηση που του υποβλήθηκε «Αντί £2.300,00 πόσο έπρεπε να το αγόραζε η ενάγουσα;» «Το μάξιμουμ που θα μπορούσε να δώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν μέχρι £1.000,00» ήταν η απάντησή του. Ερώτημα. Γιατί τότε εκτίμησε την προ του δυστυχήματος αξία του σε £800,00 και όχι μέχρι £1.000,00 ή έστω σε περίπου £1.000,00; Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω όχημα, ουσιαστικά με το που αγοράστηκε από την ενάγουσα καταστράφηκε. Όταν ακολούθως του υποβλήθηκε ότι δεν είναι σε θέση να πει άλλα συγκριτικά οχήματα που έλαβε υπόψη για να καθορίσει την αξία των £800,00, «έλαβα υπόψη μου αυτοκίνητα της ίδια μάρκας και του ίδιου μοντέλου» απάντησε. Φυσικά διέλαθε της προσοχής του ότι κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε ότι για τον καθορισμό της αξίας των αυτοκινήτων για σκοπούς αγοράς τους λαμβάνει υπόψη τόσο τη μηχανική κατάστασή τους όσο και κατά πόσο είναι καλό το αμάξωμά τους. Το απόσπασμα που ακολουθεί, πάντοτε από την αντεξέτασή του τεκμηριώνει τη θέση μου ότι επιχείρησε να με πείσει για την ορθότητα της εκτίμησής του, όχι με βάση υπαρκτά επιστημονικά και πραγματικά δεδομένα - που δεν έλαβε υπόψη - , αλλά, εντελώς αυθαίρετα και επικαλούμενος γενικά και αόριστα την εμπειρία του. «Ε: Ποια είναι τα κριτήρια που καθορίζουν την αξία ενός αυτοκινήτου; Α: Η αγορά. Το παζάρι. Ε: Δηλαδή δύο αυτοκίνητα της ίδιας μάρκας, το ίδιο μοντέλο και της ίδιας ηλικίας, πάντοτε αυτά τα δύο αυτοκίνητα έχουν την ίδια αξία, αγοραία, στο παζάρι; Α: Όχι κατ' ανάγκη. Μπορεί του ενός η κατάστασης να είναι πολύ καλή από του άλλου και μπορεί να έχουν και διαφορά μέχρι και 10%. Ε: Γιατί το καθορίζετε το ποσοστό 10% και όχι 40%; Α: Από την εμπειρία μου. Ε: Κύριε μάρτυρα σας υποβάλλω ότι η παραπομπή σας στην εμπειρία σας να πείσετε στην ορθότητα του ευρήματος ότι η αξία του επίδικου οχήματος ήταν £800,00 δεν είναι ορθή. Α: Πιστεύω ότι μια εμπειρία 43 χρόνων είναι υπέρ του δέον αρκετή». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, παρά μόνο να επαναλάβω ότι η ενάγουσα σε σχέση με την ζημιά που υπέστη το επίδικο όχημά της δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €3.547,57, πλέον τόκους. Ο ενάγοντας Χρίστος Παπαχαραλάμπους (Μ.Ε.4), ο πατέρας του Μιχάλης Παπαχαραλάμπους (Μ.Ε.6) και οι γιατροί Χριστόδουλος Γαλατόπουλος και Ζωή Νικολάου (Μ.Ε. 5 και 8 αντίστοιχα είναι οι τέσσερις συνολικά μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα στην αγωγή 4132/
- Από την άλλη, ο γιατρός Ηλίας Γεωργίου και πάλι (Μ.Υ.1), καθώς και ο επίσης γιατρός κατά τον ουσιώδη χρόνο Σοφοκλής Ανθούσης (Μ.Υ.2) είναι οι δύο μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του εναγόμενου στην ίδια αγωγή. Δηλώνω ευθέως ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων είναι θετική. Ιδιαίτερα όσων κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα, του ιδίου περιλαμβανομένου, εξαιρετική. Σε σχέση με τους μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα, η μαρτυρία του ενός ενισχύει και/ή επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του άλλου καθώς και αντίστροφα, ενώ ειδικά η μαρτυρία του ενάγοντα καθώς και του πατέρα του, επί της ουσίας ενισχύεται και/ή συμπληρώνεται και/ή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, που με τη σειρά της αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική αξία της. Η μαρτυρία όλων, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται ακόμη και από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους του εναγόμενου. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, στο βαθμό και την έκταση που ο ενάγοντας ή μάρτυρές του αμφισβητήθηκαν από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου, κάτι που έγινε σε πολύ περιορισμένη έκταση, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία τους σε σχέση με οτιδήποτε ανάφεραν, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, κατά βάση αμφισβητήθηκαν όχι με την προσκόμιση περί αντιθέτου μαρτυρίας, αλλά, με υποβολές που παρέμειναν έωλες. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζω στη μαρτυρία του ενάγοντα, συγκρίνοντάς την με τη μαρτυρία του πατέρα του είναι τόσο ασήμαντες, σε βαθμό που, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία είτε του ενός είτε του άλλου, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι και οι δύο μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να πουν και είπαν την αλήθεια σε σχέση με οτιδήποτε γνωρίζουν για την υπόθεση, χωρίς να υπάρχει προσυνεννόηση μεταξύ ως προς το τι θα έλεγαν. Ακολουθεί ότι οι μαρτυρία όλων γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Επί της ουσίας, με μία μόνο εξαίρεση γίνεται αποδεκτή και η μαρτυρία των δύο γιατρών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση του εναγόμενου. Η εξαίρεση, αφορά στον ισχυρισμό του γιατρού Γεωργίου κατά το στάδιο της επανεξέτασης ότι οποιοδήποτε κάταγμα φαίνεται από τις ακτινογραφίες. Ο εν λόγω ισχυρισμός, για λόγους που με απόλυτα πειστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο ανάφερε η Μ.Ε.8 και ουσιαστικά την επιβεβαίωσε ο Μ.Υ.2 δεν ισχύει για κατάγματα της φατνιακής απόφυσης, τα οποία, όπως ανάφερε η γναθοχειρουργός Ζωή Νικολάου (Μ.Ε.8) μόνο από την κλινική εξέταση και με αξονικό μπορούν να διαγνωσθούν ενώ, όπως ανάφερε ο γιατρός Σοφοκλής Ανθούσης (Μ.Υ.2), ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο ήταν Βοηθός Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και εξέδωσε το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό για τον ενάγοντα (τεκμήριο 7) είναι δουλειά του οδοντίατρου να εντοπίσει το κάταγμα της φατνιακής απόφυσης και να επιληφθεί της συγκεκριμένης κάκωσης. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν επαρκώς πιστεύω μερικές από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Υποβλήθηκε στον ενάγοντα από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου, ότι δεν είχε καθόλου ζαλάδες και ναυτία μετά το δυστύχημα. Εκτός του ότι η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα είναι εξαιρετική, σε βαθμό που δέχομαι τη μαρτυρία του και επί του προκειμένου, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να θεμελιώνει την εν λόγω υποβολή, η οποία παρέμεινε έωλη, οπότε υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Έπειτα είναι και το γεγονός ότι όταν ο ψυχίατρος Γαλατόπουλος εξέτασε τον ενάγοντα, όχι μια μόνο φορά, αλλά τρεις φορές (στις 5.3.2007, 30.3.2007 και 16.5.2007), όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 5) χωρίς να έχει αμφισβητηθεί τα κύρια συμπτώματα που παρουσίαζε ο ενάγοντας, μεταξύ άλλων ήταν ήπιοι πονοκέφαλοι και ζαλάδες, που όπως αναφέρεται στα σχετικά συμπεράσματα είναι συνήθη συμπτώματα του μεταδιασειστικού συνδρόμου, απότοκο της εγκεφαλικής διάσεισης που υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Τέλος, ακόμη και ο γιατρός Ανθούσης, τον οποίο παρουσίασε ως μάρτυρα ο εναγόμενος, στο ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε για τον ενάγοντα (τεκμήριο 7) αναφέρει ότι αυτός νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού μετά από τροχαίο ατύχημα στις 11.2.2007 και ότι παρουσίαζε «
- Κάκωση κεφαλής με ζάλη, ναυτία, κεφαλαλγία.» Υποβλήθηκε ακόμη στον ενάγοντα ότι βασικά δεν είναι αλήθεια ότι τον κορόιδευαν οι συμμαθητές του στο σχολείο, για ό, τι του συνέβη κατά το δυστύχημα. Εκτός του ότι πρόκειται και πάλι για έωλη υποβολή είναι και το γεγονός, ότι ο ενάγοντας ανάφερε και στο ψυχίατρο Γαλατόπουλο ότι του συνέβηκε κάτι τέτοιο στο σχολείο και δε βλέπω για ποιο λόγο θα προέβαινε σε τέτοια αναφορά, αν δεν αποτελούσε γεγονός το περιεχόμενό της. Όχι μόνο αποτελεί γεγονός, αλλά, αυτό φαίνεται να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο ενάγοντας προσέφυγε για βοήθεια στις υπηρεσίες του γιατρού Γαλατόπουλου. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ακόμη και σήμερα δυσκολεύεται να τρώει ως επίσης και ότι του προκαλεί πόνο το καθάρισμα των δοντιών, ισχυρισμός που επίσης αμφισβητήθηκε με σχετική υποβολή που του έγινε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου, επίσης γίνεται αποδεκτός, επειδή, συν τοις άλλοις επιβεβαιώνεται - και μάλιστα αναντίλεκτα - από τη γιατρό Ζωή Νικολάου, η οποία τον υπόβαλε στη σχετική θεραπεία αποκατάστασης των τραυματισμών που υπέστη στα δόντια, απότοκο και αυτοί του επίδικου δυστυχήματος. Τέλος απόλυτα επιβεβαιωμένος - με το παραπάνω θα έλεγα - από τη γιατρό Νικολάου είναι και ο ισχυρισμός του ότι της κατέβαλε το ποσό των €5.125,00 για τη σχετική θεραπεία αποκατάστασης των απολεσθέντων δοντιών του. Επισημαίνεται ότι ενώ στον ίδιο υποβλήθηκε ότι το εν λόγω ποσό είναι υπερβολικό και δεν το έδωσε στη γιατρό Νικολάου, στην ίδια, η οποία ανάφερε ότι για τις υπηρεσίες της στον ενάγοντα η αμοιβή της ανήλθε στο συνολικό ποσό των €6.056,29 και ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και το ποσό των €5.125,00 και τέλος ότι για τη χρέωση που έκανε εξέδωσε την απόδειξη είσπραξης (τεκμήριο 15), ουδεμία υποβολή αμφισβήτησης υπήρξε εκ μέρους της κας Χατζηλευτέρη. Απ' εκεί και πέρα εκτός του ότι παρέμεινε εντελώς αστήριχτη και ατεκμηρίωτη η υποβολή της κας Χατζηλευτέρη στο ψυχίατρο Γαλατόπουλο ότι δεν ευσταθεί η αναφορά του (την οποία επίσης καταγράφει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε - τεκμήριο 5 -) ότι ανάμεσα στα κύρια συμπτώματα που παρουσίαζε ο ενάγοντας κατά την εξέτασή του από τον ίδιο ήταν και η καταθλιπτική διάθεση, συμπτώματα άγχους και διαταραγμένος ύπνος είναι και το γεγονός, ότι ο εν λόγω γιατρός, με απόλυτα πειστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, μ' έχει πείσει για την ορθότητα και αυτού του συμπεράσματός του. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με την άλλη υποβολή που του έγινε, που επίσης δε δέχθηκε σύμφωνα με την οποία, ο ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε ψυχολογικό πρόβλημα απότοκο του επίδικου δυστυχήματος και ότι τον επισκέφθηκε επειδή απλά είχε κάποια ανησυχία. Επειδή υποβλήθηκε στον πατέρα του ενάγοντα (Μ.Ε.6) ότι ο λόγος που διαλύθηκε ο δεσμός που είχε ο τελευταίος δεν είναι αυτός που ανάφερε ο ενάγοντας, αλλά, επειδή ήταν μικροί (ο ενάγοντας και η κοπέλα του), δύο είναι τα σχόλιά μου προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφασή μου να δεχθώ και αυτό τον ισχυρισμό του ενάγοντα, πέραν από την άριστη εντύπωση που έχω σχηματίσει γι' αυτόν ως μάρτυρα, από την όλη παρουσία του στο Δικαστήριο. Καταρχήν, δεν υποβλήθηκε κάτι ανάλογο στον ίδιο τον ενάγοντα, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Έπειτα είναι και το γεγονός ότι ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ο ενάγοντας προέβαλε στο Δικαστήριο τον εν λόγω ισχυρισμό, για σκοπούς εξασφάλισης μεγαλύτερου ποσού γενικών αποζημιώσεων δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο και για το γεγονός ότι ανάφερε το ίδιο πράγμα και στον ψυχίατρο Γαλατόπουλο, ο οποίος το συνδέει ευθέως με όσα υπέστη ο ενάγοντας κατά το δυστύχημα και το θεωρεί ως αιτία περαιτέρω επιδείνωσης της ψυχολογικής κατάστασής του. Αναφορικά με την υποβολή προς το μάρτυρα ότι δεν υπάρχει σημάδι στο πρόσωπο του ενάγοντα, παραπέμπω απλώς στη μαρτυρία του γιατρού Γεωργίου που είναι ο πρώτος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση του εναγόμενου, ο οποίος, όπως αναφέρει στη σχετική έκθεση που ετοίμασε (τεκμήριο 17) η κλινική εξέταση του ενάγοντα, μεταξύ άλλων έδειξε και γραμμοειδή ουλή μήκους ενός εκατοστού στην περιοχή του πώγωνα, ορατή από κοντινή απόσταση, η οποία, όπως αναφέρει στα συμπεράσματά του, θα παραμείνει. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, για ό, τι αφορά και πάλιν τις ανάγκες επίλυσης των επίδικων θεμάτων είναι τα εξής: Ο ενάγοντας, μετά το επίδικο δυστύχημα διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού παρουσιάζοντας τ' ακόλουθα: Κάκωση κεφαλής με ζάλη, ναυτία και κεφαλαλγία. Είχε τραύματα στο πρόσωπο και στο κάτω χείλος σε δύο σημεία, διαμπερές το ένα, του οποίου έγινε συρραφή. Παρουσίαζε ακόμη έγκαυμα τριβής δεξιάς παρειάς και δεξιάς κοιλίας καθώς και απώλεια δύο δοντιών. Εξήλθε από το νοσοκομείο την επομένη, 12.2.2007, με σύσταση να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία, όπως και έγινε. Την ίδια μέρα προσήλθε για πρώτη φορά στο ιατρείο της γναθοχειρουργού Ζωής Νικολάου, κατόπιν παραπομπής του από τον ορθοδοντικό Πέτρο Κόκκινο στον οποίο αποτάθηκε προηγουμένως, την ίδια πάντοτε μέρα. Κατά την κλινική εξέτασή του από τη γιατρό Νικολάου παραπονιόταν για έντονο πόνο στην άνω γνάθο και για αδυναμία λειτουργίας στοματογναθικού συστήματος και δυσφορία. Διαπιστώθηκαν τ' ακόλουθα: εκδορές στο πρόσωπο, εκγόμφωση των δοντιών αρ. 11 και 13 και εμβύθιση του δοντιού αρ. 12 και πολλαπλά κατάγματα της φατνιακής απόφυσης της άνω γνάθου δεξιά. Ο βλεννογόνος της φατνιακής απόφυσης της άνω γνάθου δεξιά παρουσίαζε πολλαπλά θλαστικά τραύματα. Του έγινε πανοραμική ακτινογραφία κατά την οποία διαπιστώθηκε η απουσία των δοντιών αρ. 11 και 13 και η εμβύθιση του δοντιού αρ.
- Σε σχέση με το τελευταίο η διάγνωση της γιατρού Νικολάου ήταν ότι λόγω των καταγμάτων της φατνιακής απόφυσης η πρόγνωση της εμβύθισης ήταν αμφίβολη. Παρόλα αυτά έγινε προσπάθεια τοποθέτησης στη σωστή συγκλεισιακή θέση του δοντιού αρ. 12 και ακινητοποίησή του με συρμάτινες προσδέσεις. Περαιτέρω πραγματοποιήθηκε καθαρισμός του τραύματος, αφαίρεση υάλινων θραυσμάτων και συρραφή θλαστικών τραυμάτων του βλεννογόνου της φατνιακής απόφυσης δεξιά άνω γνάθου. Περί τις 14.5.2007, λόγω της έντονης κινητικότητας που εξακολουθούσε να παρουσιάζει το δόντι αρ. 12 αποφασίστηκε και έγινε η αφαίρεσή του. Τοποθετήθηκε προσωρινή μερική οδοντοστοιχία για την αισθητική και λειτουργική αποκατάσταση των απολεσθέντων δοντιών. Κατά ή περί τις 12.2.2008, δηλαδή, ακριβώς ένα χρόνο μετά το επίδικο δυστύχημα, η περιοχή της φατνιακής απόφυσης άνω γνάθου δεξιά είχε επουλωθεί. Ο ενάγοντας παρουσίαζε απώλεια των δοντιών αρ.11, 12 και 13 και μερική απώλεια οστικού υποβάθρου. Περαιτέρω έφερε μερική οδοντοστοιχία που καθιστούσε δύσκολη τη μάσηση και του δημιουργούσε αισθητικό πρόβλημα και αναπηρία. Συνεστήθη από τη γιατρό Νικολάου αποκατάσταση των απολεσθέντων μόνιμων δοντιών με χειρουργική επέμβαση για τοποθέτηση οδοντικών εμφυτευμάτων. Η βλάβη που υπέστη θεωρείται μόνιμη λόγω της απώλειας των τριών φυσικών δοντιών και μέρους του οστικού υποβάθρου της φατνιακής απόφυσης. Η παραπάνω χειρουργική επέμβαση έγινε. Καταρχήν τοποθετήθηκαν τα οδοντικά εμφυτεύματα και το οστικό μόσχευμα, βασικά προς αποκατάσταση του μέρους του οστικού υποβάθρου της φατνιακής απόφυσης που είχε απολεσθεί. Ακολούθως και συγκεκριμένα έξι περίπου μήνες αργότερα τοποθετήθηκαν τα δόντια επί των μοσχευμάτων. Κατά τη διάρκεια των δύο περίπου ετών που ο ενάγοντας υποβαλλόταν σε θεραπεία αποκατάστασης των απολεσθέντων δοντιών υπέστη μεγάλη και σοβαρή ταλαιπωρία, αφού, συν τοις άλλοις είχε δυσκολία τόσο στη μάσηση όσο και στην ομιλία. Μολονότι η όλη θεραπεία αποκατάστασης των δοντιών του ήταν επιτυχής, εντούτοις, τα οδοντικά εμφυτεύματα είναι πιο επιρρεπή σε μολύνσεις απ' ό, τι τα φυσικά δόντια, ως επίσης θα περιορίζουν τον ενάγοντα στη μάσηση σκληρών τροφών. Επιπλέον υπάρχει κίνδυνος κατά τη μάσηση και λόγω χρονιότητας να απαιτηθεί αντικατάσταση της προσθετικής αποκατάστασης. Συνεπεία των τραυματισμών που υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα επηρεάστηκε και η ψυχολογική κατάσταση του ενάγοντα. Ο νεαρός, τότε, μαθητής, ηλικίας 16 των ετών, που δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας πριν από το δυστύχημα, συνεπεία των τραυματισμών που υπέστη αναγκάστηκε να παραμείνει στο σπίτι για ένα περίπου μήνα, ενώ όταν επέστρεψε θα έπρεπε να αντιμετωπίσει και τους συμμαθητές του οι οποίοι τον ενοχλούσαν και κορόιδευαν για όσα εμφανή είχε υποστεί στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να του δημιουργείται περαιτέρω αναστάτωση. Ούτε και μπορούσε να παρακολουθήσει κανονικά τα μαθήματα στο σχολείο όταν επέστρεψε σ' αυτό. Συνεπεία αυτών ζητούσε άδεια από τους καθηγητές του και έβγαινε έξω από την τάξη. Προστίθενται και τα εξής: Εξαιτίας όλων αυτών των προβλημάτων που αντιμετώπιζε και ιδιαίτερα της απώλειας των δοντιών είχε κυριευθεί από φοβίες και καταληφθεί από σύμπλεγμα κατωτερότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βγαίνει έξω και να παραμένει κλεισμένος στο δωμάτιό του. Ως αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης ήταν και η διάλυση του δεσμού που είχε τότε. Εξαιτίας των παραπάνω προβλημάτων του επισκέφθηκε τον ψυχίατρο Γαλατόπουλο, ο οποίος τον εξέτασε τρεις φορές (στις 5.3.207, 30.3.2007 και 16.5.007).Τα κύρια συμπτώματα που παρουσίαζε κατά την εξέτασή του ήταν ήπιοι πονοκέφαλοι και ζαλάδες, καταθλιπτική διάθεση, συμπτώματα άγχους και διαταραγμένος ύπνος. Κατά το ψυχίατρο Γαλατόπουλο - και έτσι είναι - ο ενάγοντας υπέστη εγκεφαλική διάσειση συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Οι πονοκέφαλοι και οι ζαλάδες από τους οποίους υπέφερε είναι τα συνήθη συμπτώματα του μεταδιασειστικού συνδρόμου και εξακολουθούσαν να τον ταλαιπωρούν, όμως, με μειωμένη ένταση. Ο ενάγοντας υπέστη μετατραυματική αγχώδη διαταραχή, ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος, με κύρια συμπτώματα, το διαταραγμένο ύπνο με εφιάλτες, με περιεχόμενο το επίδικο δυστύχημα, άγχος και κατάθλιψη. Τα συμπτώματα αυτά ήταν επακόλουθα του ψυχικού κλονισμού που του προκάλεσε το δυστύχημα και ιδιαίτερα έντονα, προκαλώντας σημαντική αναστάτωση στην καθημερινή ζωή του. Όλα αυτά καθώς ήδη έχει αναφερθεί συνέβαλαν και στη διάλυση του δεσμού που διατηρούσε, γεγονός το οποίο επιδείνωσε περαιτέρω την ψυχολογική του κατάσταση. Τέλος, απότοκο του δυστυχήματος είναι και μία γραμμοειδής ουλή στην περιοχή του πώγωνα, μήκους ενός εκατοστού και ορατή από κοντινή απόσταση, η οποία θα παραμείνει. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, με αναφορά στις υποθέσεις Φωτίου ν. Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1511 και Γεωργίου ν. Νικολάου
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 83 εισηγείται ότι το ποσό των €40.000,00 είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις για σκοπούς καταβολής γενικών αποζημιώσεων στον ενάγοντα. Με τη σειρά της, η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου, για τον ίδιο σκοπό, με αναφορά και αυτή στην υπόθεση Γεωργίου (ανωτέρω), στην υπόθεση Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 351 και σε ακόμη μία (πρωτόδικη, την οποία θεωρώ εντελώς άσχετη με την παρούσα υπόθεση οπότε και δε χρειάζεται να αναφέρω) εισηγείται ένα ποσό μεταξύ €10.000,00 και €13.000,
- Παρατηρώ τα εξής: Η πρώτη από τις δύο υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, δεν μπορεί να αποτελέσει δείκτη προσδιορισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάσω στο δεύτερο. Εκτός του ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ο εφεσείοντας είναι εξόχως περισσότεροι και πιο σοβαροί από τους αντίστοιχους που υπέστη ο ενάγοντας, η βασική διαφορά που εντοπίζω ανάμεσα στις δύο υποθέσεις είναι η απουσία οποιουδήποτε κοινού σοβαρού τραυματισμού. Απ' εκεί και πέρα, μολονότι σε κάποιο βαθμό υπάρχει αναλογία τραυματισμών ανάμεσα στην υπόθεση Γεωργίου (ανωτέρω) στην οποία με παρέπεμψαν και οι δύο δικηγόροι) και την παρούσα, εντούτοις, σε συμφωνία εν μέρει με την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου θεωρώ ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας κατά το επίδικο δυστύχημα και γενικά οι επιπτώσεις στη ζωή του συνεπεία αυτών είναι ήσσονος σοβαρότητας αυτών που υπέστη η εφεσείουσα, σε βαθμό που θεωρώ υπερβολικό το ποσό των €40.000,00 που εισηγείται ο δικηγόρος του ενάγοντα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Έπειτα, στη Νεάρχου (ανωτέρω επίσης) ναι μεν υπάρχει αναλογία τραυματισμών με την παρούσα υπόθεση, στο βαθμό που τόσο ο εφεσείοντας όσο και ο ενάγοντας συνεπεία του δυστυχήματος υπέστησαν και απώλεια δοντιών, ωστόσο υπάρχουν και ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο υποθέσεις. Καταρχήν, ο εφεσείοντας υπέστη και κάταγμα του δεξιού βραχίονα που δεν υπέστη ο ενάγοντας. Έπειτα, ο ενάγοντας, εκτός από τη απώλεια τριών δοντιών υπέστη και πολλαπλά κατάγματα της φατνιακής απόφυσης και πολλαπλά θλαστικά τραύματα στο βλεννογόνο της φατνιακής απόφυσης. Ακολούθως, σε αντίθεση με τον εφεσείοντα του οποίου η θεραπεία για την επούλωση των τραυμάτων του στόματος και την αποκατάσταση των βλαβών στα δόντια κράτησε ενάμισι περίπου μήνα, η αντίστοιχη θεραπεία του ενάγοντα κράτησε δύο περίπου χρόνια. Ανάλογη ήταν και η περίοδος που ο ενάγοντας υφίστατο πόνο και ταλαιπωρία αλλά και δυσκολία στη μάσηση, πρόβλημα που θα αντιμετωπίζει και στο μέλλον σε σχέση με τις σκληρές τροφές, χωρίς να παραγνωρίζω και τις άλλες επιπτώσεις, οι οποίες επηρέασαν και την ψυχολογική του κατάσταση, προβλήματα που δε φαίνεται να αντιμετώπισε ή αναλόγως θα αντιμετωπίζει και στο μέλλον ο εφεσείοντας. Με λίγα λόγια συγκρίνοντας τη φύση, έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας κατά το επίδικο δυστύχημα, κυρίως όμως τις επιπτώσεις συνεπεία αυτών, με όσα κατ' αντιστοιχία ισχύουν για τον εφεσείοντα θεωρώ την περίπτωση του ενάγοντα, αισθητά πιο σοβαρή από την περίπτωση του εφεσείοντα, οπότε και το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστεί στον πρώτο, για να είναι δίκαιο και ικανοποιητικό θα πρέπει να είναι αισθητά πιο μεγάλο από το αντίστοιχο ποσό που επιδικάστηκε στο δεύτερο. Έχω τη γνώμη πως ένα ποσό της τάξεως των €20.000,00, επί πλήρους ευθύνης αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη και θα υφίσταται και στο μέλλον, εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος. Και με δεδομένο ότι (για να επαναλάβω) ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση φέρει ευθύνη 10% για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €18.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Το ποσό αυτό, θα φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος (11.2.2007). Σε αντίθεση με ό, τι ισχύει για τον ενάγοντα στη βασική υπόθεση, ο οποίος, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία έχει δώσει γιατί θα έπρεπε να παρέλθει περίοδος 20 και πλέον μηνών από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι και τις 21.10.2008 που καταχώρησε την αγωγή του, για τον ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός και μόνο ότι ακόμη και μετά την καταχώρηση της αγωγής του εξακολουθούσε να υποβάλλεται σε θεραπεία για αποκατάσταση των απολεσθέντων δοντιών, που αποτελεί και την πλέον σοβαρή κάκωση που υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα θεωρώ ότι αποτελεί επαρκή δικαιολογία για το χρόνο που μεσολάβησε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησε την αγωγή του. Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικεί ο ενάγοντας παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειες της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης, ενάγοντας αξιώνει τα ακόλουθα ποσά: (α) €18,79, τέλη έκδοσης πιστοποιητικού του νοσοκομείου. (β) €350,00, έξοδα της γιατρού Νικολάου. (γ) €150,00, έξοδα του ψυχίατρου Γαλατόπουλου. (δ) €60,00, μεταφορικά. (ε) €5.125,00, έξοδα μελλοντικών εγχειρήσεων. Οι δύο πρώτες από τις παραπάνω αξιώσεις έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών. Η τρίτη εκτός του ότι έχει αποδειχθεί γίνεται ρητά παραδεκτή από τον εναγόμενο στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου του, με την οποία δέχεται και μέρος της τελευταίας αξίωσης (για το ποσό των €2.562,00). Εν πάση περιπτώσει, για λόγους που έχουν αναφερθεί θεωρώ ότι ο ενάγοντας απέδειξε στον αναγκαίο βαθμό ολόκληρο το ποσό που αξιώνει για έξοδα μελλοντικών εγχειρήσεων, οι οποίες μάλιστα έχουν γίνει. Προς τούτο παραπέμπω στη μαρτυρία της γιατρού Νικολάου καθώς και στη σχετική απόδειξη είσπραξης από την ίδια του ποσού των €6.056,29 - τεκμήριο 15 - στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των €5.125,
- Τέλος, η αξίωση για μεταφορικά καθώς επίσης έχει αναφερθεί έχει εγκαταλειφθεί. Ακολουθεί ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €5.079,42, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων (€5.643,79 επί πλήρους ευθύνης, μείον €564,37 που αποτελεί το 10% του ποσού αυτού, όσο δηλαδή και το ποσοστό της συμφωνημένης ευθύνης του ενάγοντα στη βασική υπόθεση για την πρόκληση του δυστυχήματος). Αναφορικά με τον τόκο παρατηρώ τα εξής: Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που συνθέτει τις ειδικές ζημιές που υπέστη ο ενάγοντας καταβλήθηκε από αυτόν μετά την καταχώρηση της αγωγής θεωρώ ορθό, όπως, ολόκληρο το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που θα του επιδικαστεί, φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των τριών αγωγών και απόφαση σε κάθε μία από αυτές, ως ακολούθως: (Α) Στην αγωγή 4128/2008, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €3.547,57, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. (Β) Στην αγωγή 4129/2008, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €9.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων και για το ποσό των €427,50, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο - και τα δύο ποσά - από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται λόγω παράλειψης προώθησής της. (Γ) Στην αγωγή 4132/2008, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €18.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο από τις 11.2.2007 - ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος - μέχρι εξοφλήσεως και για το ποσό των €5.079,42, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Ό, τι απομένει είναι η διαταγή σε σχέση με τα έξοδα. Δεδομένης της συνένωσης και συνεκδίκασης των αγωγών, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου, ως ακολούθως: Μέχρι και τη συνένωση των αγωγών, χωριστά σε κάθε αγωγή και σε κλίμακα, ανάλογα με το αποτέλεσμα. Μετά τη συνένωση, ένα σετ εξόδων, τα οποία θα υπολογιστούν σύμφωνα με την κλίμακα στη βασική υπόθεση (4129/2008) και με βάση το αποτέλεσμα, τα οποία θα κατανεμηθούν εξίσου σε κάθε μία από τις τρεις αγωγές. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - τροχαίο δυστύχημα - Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο