← Κύπρος

ΕΛΕΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. E.A. HOME CHIC PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 1671/2013, 14/1/2014

ΕΛΕΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. E.A. HOME CHIC PROPERTIES LTD, Αρ. Αγωγής: 1671/2013, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1671/2013 Μεταξύ: ΕΛΕΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ενάγουσας -και- E.A. HOME CHIC PROPERTIES LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 17.05.2013 για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου Ημερομηνία: 14.01.2014 Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κ. Α. Αβραάμ για κ. Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Ι. Μοδίτης κατά την απόφαση) Για Μεσεγγυούχους: κα Μ. Τζιούτ για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.05.2013 κατόπιν σχετικής αίτησης (ημερομηνίας 17.05.2013) της Ενάγουσας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (στο εξής η Αιτήτρια) εκδόθηκε διάταγμα (Garnishee order nisi) με το οποίο διατάχθηκε η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ήτοι των Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής οι Μεσεγγυούχοι) των ποσών €430.000,00 και €1.385,

  1. Διατάχθηκαν επίσης οι Μεσεγγυούχοι να μην πληρώσουν τα εν λόγω ποσά σε άλλο πρόσωπο, παρά μόνο να χρησιμοποιηθούν για ικανοποίηση της απόφασης, ημερομηνίας 25.04.2013, που εκδόθηκε προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων-εξ αποφάσεως οφειλετών. Το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε στη βάση της μαρτυρίας, που προσάχθηκε με ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία αναφέρεται στο γεγονός της έκδοσης απόφασης προς όφελος της και εναντίον των Εναγομένων για τα ποσά των €430.000,00 και €1.385,00 ως έξοδα πλέον τόκους και Φ.Π.Α. Επισυνάφθηκαν δε αντίγραφα λογαριασμών των Εναγομένων που διατηρούν στους μεσεγγυούχους, μέσα από τα οποία, διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν δύο λογαριασμούς με πιστωτικό υπόλοιπο €236.459,80 ο πρώτος και €100.000,00 ο δεύτερος. Το Διάταγμα ημερομηνίας 21.05.2013 επιδόθηκε, κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, στους μεσεγγυούχους οι οποίοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: (α) Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί παράτυπα και/ή αντικανονικά αφού δεν έχει τηρηθεί η δέουσα διαδικασία που περιβάλλει τις αιτήσεις τέτοιας φύσεως. (β) Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή των πλαισίων των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (γ) Δεν είναι δυνατή η διατήρηση σε ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 21.5.2013 καθότι πριν την επίδοση του εν λόγω διατάγματος επιβλήθηκε απομείωση στους λογαριασμούς της Εναγόμενης Εταιρείας που διατηρούντο στους Μεσεγγυούχους, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)και του Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 25.3.
  2. Ως αποτέλεσμα κατά ή περί τις 26.3.2013 απομειώθηκαν όλα τα υπόλοιπα που διατηρούνταν στους λογαριασμούς της Εναγόμενης εκτός του εξασφαλισμένου ποσού των €100.000,00 το οποίο έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (δ) Οι Μεσεγγυούχοι δεν είναι σε θέση και/ή εμποδίζονται από του να προβούν στην κατάσχεση του αιτούμενου ποσού καθότι δεν υφίσταται πλέον το αντικείμενο της αιτούμενης κατάσχεσης. (ε) Τα αιτούμενα Διατάγματα δε δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η έκδοση τους. Οι λόγοι ένστασης των μεσεγγυούχων υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Νεοκλέους Ζάκου η οποία αναφέρει πως, μέχρι τις 29.03.2013 ήταν υπάλληλος των μεσεγγυούχων, δυνάμει όμως διατάγματος ΚΔΠ104/2013, από τις 29.03.2013 είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τους μεσεγγυούχους για να προβεί σε ένορκη δήλωση. Αναφορικά με τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι, κατά ή περί τις 26.03.2013, διατηρούσαν τρεις λογαριασμούς συνολικού ύψους €427.687,18 στην τράπεζα των μεσεγγυούχων. Εξαιτίας του "κουρέματος" που πραγματοποιήθηκε στις 15.03.2013 και κατ΄ επέκταση νομοθετημάτων αλλά και διαταγμάτων που ακολούθησαν, ειδικότερα των ΚΔΠ94/2013 και ΚΔΠ104/2013, μεταφέρθηκαν περιουσιακά στοιχεία των μεσεγγυούχων στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μεταξύ των στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι και οι υποχρεώσεις των μεσεγγυούχων έναντι των καταθετών τους μέχρι €100.000,00 ανά καταθέτη. Οποιοδήποτε ποσό κατάθεσης πέραν των €100.000,00 παρέμεινε στους μεσεγγυούχους αλλά υπόκειται ολόκληρο σε απομείωση. Συγκεκριμένα, και όσον αφορά τους λογαριασμούς των Εναγομένων, ποσό €100.000,00 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ενώ το υπόλοιπο ποσό έχει απομειωθεί. Περαιτέρω, αναφορικά με το ποσό των €100.000,00, οι Εναγόμενοι πριν την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 21.05.2013 έκαναν ανάληψη ή χρησιμοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος αυτού με αποτέλεσμα στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να έχει μεταφερθεί μόνο το ποσό των €9.632,
  3. Ως αποτέλεσμα στην ουσία δεν υπάρχει άλλο ποσό πλέον κατατεθειμένο στους μεσεγγυούχους το οποίο μπορεί να δεσμευτεί για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Δεν υπάρχει το αντικείμενο της κατάσχεσης καθότι αφ΄ ενός μεν αυτό χρησιμοποιήθηκε, εν μέρει πριν την επίδοση του διατάγματος κατάσχεσης, αφ΄ ετέρου εν μέρει απομειώθηκε. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων, και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Θέση της Αιτήτριας είναι πως μέσα από την ένσταση δεν αποδείχθηκε, ότι οι μεσεγγυούχοι στερούνται ενεργητικού, δηλαδή χρημάτων. Ούτε επικαλέστηκαν κάτι τέτοιο. Συνεπώς η θέση τους, περί απομείωσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οφείλουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο διαθέτουν να το κρατήσουν δεσμευμένο προς ικανοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης. Σε κανένα απολύτως διάταγμα αναφέρεται ότι τα ποσά που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα απομειώθηκαν ή θα απομειώνονταν. Το βάρος απόδειξης ότι πλέον οι μεσεγγυούχοι δε διαθέτουν χρηματικά ποσά, για ικανοποίηση εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, βαραίνει τους ίδιους, και δεν το απέσεισαν. Από την άλλη πλευρά, εκ μέρους των μεσεγγυούχων, αναφέρθηκε ότι το προσωρινό διάταγμα, που εκδόθηκε για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, δεν μπορεί να καταστεί απόλυτο καθότι δεν έχουν στη διάθεση τους τέτοια ποσά ή οποιαδήποτε ποσά για πληρωμή στους εξ΄αποφάσεως οφειλέτες. Διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία της πρώην υπαλλήλου των μεσεγγυούχων και νυν υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πως εξαιτίας της απομείωσης, αλλά και ανάληψης χρημάτων από τους Εναγόμενους, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προς πληρωμή το ποσό που δεσμεύτηκε με το προσωρινό διάταγμα. Νομική Πτυχή Νομική βάση της Αίτησης είναι τα Άρθρα 73 έως 81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  4. Για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης κρίνεται ορθό να παρατεθούν στη συνέχεια τα άρθρα 73 και 74, του Κεφ.6: «
  5. Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.
  6. Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Αξιολόγηση εκατέρωθεν εκδοχών: Όπως έχει προδιαγραφεί από τα προαναφερόμενα, το ζητούμενο, στην απόφαση του Δικαστηρίου, είναι αν υπάρχουν στην κατοχή των μεσεγγυούχων τα χρήματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο κατάσχεσης, με βάση το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.05.2013, και κατ΄επέκταση κατά πόσο δικαιολογείται αυτό να καταστεί απόλυτο. Λαμβάνοντας υπόψη την προσαχθείσα μαρτυρία και όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώνονται τα πιο κάτω:
  7. Οι Εναγόμενοι, σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασαν οι μεσεγγυούχοι, διατηρούσαν κατά ή περί τις 26.03.2013 τρεις λογαριασμούς στην τράπεζα-μεσεγγυούχους, για το συνολικό ποσό των €427.687,
  8. Με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.17(Ι)/2013η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίστηκε ως η Αρχή Εξυγίανσης μαζί με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων. Με την ΚΔΠ 94/2013 η Αρχή Εξυγίανσης στη βάση του Ν.17(Ι)/2013 εξέδωσε διάταγμα περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Επίσης η Αρχή Εξυγίανσης, στη βάση της ίδιας νομοθεσίας, στις 29.03.2013 εξέδωσε με βάση την ΚΔΠ 104/2013 διάταγμα με το οποίο πωλήθηκαν ορισμένες εργασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με το άρθρο 5

(1)
(2)(β) του εν λόγω διατάγματος, μεταβιβάστηκαν όλες οι εργασίες, μεταξύ άλλων, οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου - καταθέτη για καταθέσεις μέχρι €100.000,
  1. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Ζάκου οι Εναγόμενοι απέσυραν χρηματικά ποσά από το λογαριασμό τους πριν την επίδοση του προσωρινού διατάγματος (προφανώς έναντι των €100.000,00). Ως εκ τούτου, από το λογαριασμό των Εναγομένων έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μόνο το ποσό των €9.632,
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΚΔΠ 104/2013 η οποία αφορά στην πώληση εργασιών των Μεσεγγυούχων προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αναφέρονται τα πιο κάτω: Κατά την ημερομηνία μεταβίβασης - (α) το Αποκτών πρόσωπο αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις (β) το Αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Επίσης το άρθρο 14 της ΚΔΠ 104/2013 προβλέπει πως: «Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα ή στο Νόμο, συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο.» Προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω διατάξεων πως για το ποσό των €9.632,76 που οι μεσεγγυούχοι έχουν μεταβιβάσει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν μπορούν να το δεσμεύσουν καθότι πλέον δεν έχουν εξουσία επί αυτού. Όφειλε η Αιτήτρια να προωθήσει ανάλογη διαδικασία, κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η κατάσταση λογαριασμού, μέρος του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Ζάκου αυτό αποδεικνύει και δεν αντικρούστηκε. Κατ΄ επέκταση των πιο πάνω, προκύπτει ως καίριο το ερώτημα εάν δικαιολογείται να καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.05.2013 για το εναπομείναν ποσό των €327.683,18, αφαιρουμένων των €100.000,00 από τις €427.687,18 που είχαν οι Εναγόμενοι σε λογαριασμούς τους (μεγαλύτερο μέρος από τις €100.000,00 αποσύρθηκε πριν την επίδοση του προσωρινού διατάγματος και πριν μεταφερθούν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Οι μεσεγγυούχοι προβάλλουν τη θέση πως πέραν των €100.000,00, όποιο ποσό είχαν οι καταθέτες τους έχει απομειωθεί και δεν έχουν στην κατοχή τους αυτή τη στιγμή οποιοδήποτε ποσό προς διάθεση στους εξ΄αποφάσεως οφειλέτες. Λόγω των μέτρων εξυγίανσης, τα οποία λαμβάνονται, δεν μπορεί να καθορισθεί ποιο είναι το ποσό στο οποίο θα έχουν συμφέρον οι Εναγόμενοι. Ουσιαστικά λένε πως δεν υπάρχουν χρήματα, δεν υπάρχει ρευστότητα πλέον εκ μέρους των μεσεγγυούχων. Προκύπτει πως μετά τις 15.03.2013 και τα πασίγνωστα γεγονότα σχετικά με την οικονομική κρίση, προέκυψε ανάγκη για την ψήφιση του Ν.17(i)/
  3. Προφανώς η ψήφιση του εν λόγω νόμου έγινε προκειμένου να προστατευθούν ποικίλα συμφέροντα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μεταξύ αυτών, ει δυνατόν καταθέτες, μέτοχοι, πιστωτές και τραπεζικά ιδρύματα ή εργαζόμενοι σ΄αυτά αλλά και να μην καταρρεύσει το οικονομικό σύστημα της χώρας. Είναι δε προφανώς γι΄αυτό το λόγο που υιοθετήθηκε η διαδικασία της εξυγίανσης αντί της εκούσιας εκκαθάρισης ή άλλως πως εκκαθάρισης τραπεζικών ιδρυμάτων που αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης. Προς τούτο με το άρθρο 27
(1)του Ν.17(i)/2013 απαγορεύεται η καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης από πρόσωπο άλλο από την Αρχή Εξυγίανσης, που είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Περαιτέρω στη βάση της πιο πάνω νομοθεσίας, η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε σειρά διαταγμάτων αναφορικά με τους μεσεγγυούχους, μεταξύ αυτών και την ΚΔΠ 94/2013 και ΚΔΠ 104/2013. Με τη ΚΔΠ 104/2013 η Αρχή Εξυγίανσης αναφέρει πως προβαίνει στην πώληση ορισμένων εργασιών των μεσεγγυούχων, στη βάση του ότι έχει διαπιστώσει πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 6
(1)του Ν.17(i)/2013. Αυτό σημαίνει ότι οι μεσεγγυούχοι, μεταξύ άλλων, ήταν ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους ή να συνεχίσουν να λειτουργούν ως δρώσα οικονομική μονάδα, και ότι χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δε θα μπορούσαν να τηρήσουν τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το θέμα της έλλειψης ρευστότητας, λόγω και της πώλησης ορισμένων εργασιών προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, είναι δεδομένο. Οι μεσεγγυούχοι λόγω έλλειψης ρευστότητας και άλλων συναφών οικονομικών προβλημάτων βρίσκονται σε διαδικασία εξυγίανσης. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των καταθετών τους αλλά και άλλων υποχρεώσεων τους. Με τη διαδικασία εξυγίανσης είναι άγνωστο αν τελικά θα κατορθώσουν να έχουν ρευστότητα ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν και να καταβάλουν στους καταθέτες τους όλα τα χρήματα που κατατέθηκαν. Το βέβαιο είναι πως σε αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν υπάρχουν τα χρήματα-αντικείμενο του εντάλματος κατάσχεσης, ουσιαστικά ποσό €327.687,18 (το ποσό που κατασχέθηκε ήταν €430.000,00 και €1.385,00) ως ποσό στο οποίο έχουν συμφέρον οι Εναγόμενοι έναντι των μεσεγγυούχων, το συμφέρον των Εναγόμενων δεν είναι αυτό αλλά βρίσκεται υπό καθεστώς αβέβαιο το οποίο θα ξεκαθαρίσει στο μέλλον. Συνακόλουθα δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό διαθέσιμο εκ μέρους των μεσεγγυούχων προς τους Εναγόμενους. Ποιο ποσό θα καταβληθεί τελικά θα είναι αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης ή επιτυχίας των μέτρων εξυγίανσης. Μέσα από την υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) ημερομηνίας 07.06.2013, κατά την ερμηνεία του άρθρου 3
(2)(δ) του Ν.17(i)/2013 υποδείχθηκε η δίοδος προς τους πιστωτές-καταθέτες για να αποταθούν στα Δικαστήρια με πολιτικές αγωγές προκειμένου να διεκδικήσουν οποιαδήποτε ζημιά τους από τη διαδικασία εξυγίανσης. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο διέτασσε όπως το προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο, θα σήμαινε πως θα παρέκαμπτε την εν λόγω νομοθεσία και θα προδίκαζε πως οι Εναγόμενοι δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά αφού θα δικαιούνταν την επιστροφή όλων των χρημάτων τους. Κατ΄επέκταση το Δικαστήριο δεν θα μπορεί να διατάξει την πληρωμή του αιτούμενου ποσού, σε μεταγενέστερο στάδιο, προς την Αιτήτρια, όταν αυτό το ποσό, σε αυτό το στάδιο, δεν θα μπορούσε να πληρωθεί στους εξ αποφάσεως οφειλέτες-Εναγόμενους και οι μεσεγγυούχοι δεν θα μπορούσαν να συμμορφωθούν. Η θέση του συνηγόρου του Αιτητή πως το καθεστώς της εξυγίανσης είναι κάτι αβέβαιο και δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς πότε θα ολοκληρωθεί, ενισχύει περισσότερο τη θέση του Δικαστηρίου πως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς το συμφέρον των εξ αποφάσεως οφειλετών-Εναγομένων. Ο συνήγορος του Αιτητή, προφανώς αντιλαμβανόμενος την έλλειψη ρευστότητας, εισηγήθηκε πως η περίπτωση του Αιτητή θα πρέπει να ειδωθεί στη βάση της αρχής της χρονικής προτεραιότητας. Συνεπώς, εφόσον αυτός έσπευσε πρώτος θα πρέπει να καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.05.2013 και να δεσμευθούν τα χρήματα που οι μεσεγγυούχοι οφείλουν στους Εναγόμενους. Η θέση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή καθότι η αρχή της χρονικής προτεραιότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει υπό τις περιστάσεις που έχουν ήδη προαναφερθεί. Δεν την επιτρέπει το πνεύμα του Ν.17(i)/2013 και η διαδικασία εξυγίανσης στην οποία βρίσκονται οι μεσεγγυούχοι. Πριν ολοκληρωθεί η παρούσα απόφαση επισημαίνεται ακόμη μία παράμετρος σχετική με τη διαδικασία αυτή. Το άρθρο 73 προνοεί πως το Δικαστήριο μετά την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης καλεί το μεσεγγυούχο να εμφανισθεί ενώπιον του και να εξετασθεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του (τα χρήματα στην παρούσα υπόθεση). Οι μεσεγγυούχοι εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσαν ξεκάθαρα μέσω της ένστασης τους ότι δεν κατέχουν τα χρήματα-αντικείμενο του εντάλματος κατάσχεσης. Η Αιτήτρια όφειλε να ζητήσει εξέταση (ή αντεξέταση της Μαρίας Ζάκου) των Μεσεγγυούχων ώστε να διαφανεί το αντίθετο που αυτή υποστηρίζει. Δεν το έπραξε ως όφειλε. Συμπέρασμα: Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται πως δεν αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι οι μεσεγγυούχοι έχουν στην κατοχή τους το ποσό ή μικρότερο ποσό που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατέχουν προς διάθεση των Εναγομένων. Ως εκ τούτου το διάταγμα ημερομηνίας 21.05.2013 ακυρώνεται. Αναφορικά με τα έξοδα αυτά επιδικάζονται προς όφελος των μεσεγγυούχων και εναντίον της Αιτήτριας. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία Κατάσχεση εις χείρας τρίτου-Άρνηση πληρωμής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.