← Κύπρος

Πέτρου Ιωάννου ν. Vegas Hotel Apartments Ltd, Αρ. Αγωγής: 4263/10, 29/1/2014

Πέτρου Ιωάννου ν. Vegas Hotel Apartments Ltd, Αρ. Αγωγής: 4263/10, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4263/10 Μεταξύ: Πέτρου Ιωάννου Ενάγοντα και Vegas Hotel Apartments Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 29/1/2014 Εμφανίσεις: Για αιτητές/εναγομένους׃ κ. Σ. Αγιομαμίτης Για καθ' ου η Αίτηση/ενάγοντα: κα Μ. Μιχαηλίδου (για την απαγγελία της απόφασης κα Γ. Σωτηριάδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η καταχώρηση στις 9/5/2013 αίτησης από τους εναγόμενους/αιτητές με την οποία αιτούνται παράταση του χρόνου καταχώρησης ειδοποίησης ένστασης στην αίτηση που ο ενάγοντας καταχώρησε στις 24/1/2013 και με την οποία επιδιώκει επαναφορά της αγωγής που απορρίφθηκε στις 11/9/

  1. Και αυτό γιατί οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν την ειδοποίηση της ένστασης τους εντός της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο, αλλά το έπραξαν μερικές μέρες αργότερα. Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα και αφού καταχωρήθηκε εκ μέρους του σχετική ειδοποίηση ένστασης, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 3/9/2010 και στις 21/9/2010 και αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης, το δικόγραφο αυτό καταχωρήθηκε στις 21/10/2010 και ακολούθησε στις 26/10/2010 η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε αρκετές φορές και για οδηγίες και για ακρόαση ενώ στο μεταξύ οι διάδικοι προχώρησαν και σε ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων. Στις 30/5/2012 ο δικηγόρος που μέχρι τότε εκπροσωπούσε τον ενάγοντα ζήτησε και του δόθηκε άδεια να αποσυρθεί και ο ενάγοντας που ήταν παρών ζήτησε όπως η υπόθεση ορισθεί για οδηγίες για να μπορέσει να διορίσει νέο δικηγόρο και έτσι η υπόθεση επαναορίσθηκε για οδηγίες για τον σκοπό αυτό στις 19/6/
  2. Την τελευταία αυτή ημερομηνία ζητήθηκε και πάλι νέα ημερομηνία για οδηγίες και έτσι η υπόθεση επαναορίσθηκε και πάλι για τον σκοπό αυτό στις 11/9/
  3. Την ημερομηνία αυτή και ώρα 9.50 π.μ. και επειδή κανένας δικηγόρος δεν είχε εμφανισθεί για τον ενάγοντα, ο δικηγόρος που εμφανίστηκε εκ μέρους των εναγομένων αναφέροντας ότι ο ενάγοντας ήταν απών και ότι στο μεταξύ δεν είχε καταχωρηθεί ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου ζήτησε από το Δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα κάτι που έγινε. Στη συνέχεια ακολούθησε καταχώρηση αίτησης ημερομηνίας 24/9/2012 για επαναφορά της αγωγής. Στις 24/10/2012 όταν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε για τους εναγόμενους ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένσταση, οπόταν και η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 3/12/2012 με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι τότε. Ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε την ημερομηνία αυτή και η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 21/1/
  4. Όμως την ημερομηνία αυτή ο ενάγοντας ζήτησε άδεια να αποσύρει άνευ βλάβης τη συγκεκριμένη αίτηση, αίτημα στο οποίο η πλευρά του ενάγοντα δεν προέβαλε ένσταση ζητώντας όμως τα έξοδα της. Στη συνέχεια ακολούθησε στις 24/1/2013 η καταχώρηση της αίτησης επαναφοράς και στις 22/2/2013 που ήταν ορισμένη, ο δικηγόρος των εναγομένων ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ειδοποίηση ένστασης. Πράγματι η αίτηση ορίσθηκε για τις 16/4/2013 για οδηγίες και το Δικαστήριο διέταξε όπως η ειδοποίηση ένστασης καταχωρηθεί 8 καθαρές μέρες προηγουμένως. Η ένσταση καταχωρήθηκε τελικά στις 12/4/2013 και στις 16/4/2013 που ήταν ορισμένη για οδηγίες ο συνήγορος που εμφανίσθηκε για τους εναγόμενους ζήτησε επειδή η ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Το αίτημα αυτό συνάντησε την αντίθεση της συνηγόρου του ενάγοντα και έτσι η αίτηση ημερομηνίας 24/1/2013 ορίσθηκε για ακρόαση στις 20/5/
  5. Στις 9/5/2013 ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.57 Θ.2 καθώς και στη Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι εναγόμενοι όπως ακριβώς καταγράφουν στην αίτηση τους επιδιώκουν την ακόλουθη θεραπεία «...άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως καταχωρηθεί η ένσταση της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 24/1/2013 και/ή δοθεί παράταση πέντε ημερών από την ημερομηνία της άδειας και/ή έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος». Οι αρχές που διέπουν το θέμα παράτασης προθεσμίας σύμφωνα με τη Δ.57 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συγκεφαλαιώθηκαν στην υπόθεση Ανδρέας Λυσιώτης v. Κυπριακής Δημοκρατίας

(2000)1 ΑΑΔ 364 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257)». Στην υπόθεση Δήμος Στροβόλου v. Μ. Γιασεμίδου κ.α., 1997
(3)ΑΑΔ 104, επαναλήφθηκε ότι: «Η τήρηση των προθεσμιών που θέτουν οι θεσμοί ή που τάσσονται με διαταγή του Δικαστηρίου, ενέχει μεγάλη σπουδαιότητα για την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Όπως επισημάναμε, στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση αρ. 1/95, 22 - 1 - 1996 (απόφαση πλειοψηφίας) : "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας." Μπορεί να παραταθεί η προθεσμία, εφόσον διαπιστώνεται ότι με τη χαλάρωση δεν υπονομεύεται η απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. Γεωργίου (ανωτέρω)». Στην υπόθεση Σταυρινή Κολλάτου v. Κυριάκου Παναγιώτου, 2003
(1)ΑΑΔ 895, τονίσθηκε ότι η τήρηση των προθεσμιών δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για επίτευξη δίκαιης δίκης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να εγκρίνει την παράταση των προθεσμιών που τίθενται είτε από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε από διαταγή του δικαστηρίου για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων. Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. Κάθε απόκλιση από αυτούς πρέπει να δικαιολογείται. γίνεται δεκτή, εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δικαίας δίκης, ως η περίπτωση της ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρησή τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου». Στην υπόθεση Thas Maritime Co Ltd v. Στέλιου Ρήγα και Μερόπης Καπνούλλα , υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Δ. Καπνούλα κ.α.
(2000)1 Α ΑΑΔ 638, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες έχουν ως απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας νοουμένου ότι μια τέτοια παράταση είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις». Η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα επικαλούμενη την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση 16/2011 μεταξύ Σοφοκλή Σοφοκλέους και Κυριάκου Τσεσμέλογλου ημερομηνίας 5/5/2011, εισηγήθηκε με την γραπτή της αγόρευση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εγκρίνει την αίτηση. Και αυτό γιατί σύμφωνα πάντα με την εισήγηση της η Δ.57 Θ.2 έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ο αιτητής αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να πράξει κάτι και δεν καλύπτει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποιο διαδικαστικό διάβημα έχει ήδη ληφθεί. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν στη διαταγή του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν την ειδοποίηση ένστασης τους εντός της προθεσμίας που το ίδιο καθόρισε. Αντί δηλαδή να καταχωρήσουν την ειδοποίηση ένστασης εντός της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο, το έπραξαν τέσσερεις μέρες αργότερα και στη συνέχεια καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς και από τη στιγμή που οι εναγόμενοι έχουν ήδη καταχωρήσει ειδοποίηση ένστασης το ζήτημα που έχει εγερθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντα είναι ουσιαστικής σημασίας και πρέπει πρώτιστα να εξετασθεί. Σύμφωνα με τη Δ.57 Θ.2, « Ένα Δικαστήριο ή Δικαστής θα έχει την εξουσία να επεκτείνει ή να μειώνει τον χρόνο που καθορίζεται από αυτούς τους Κανονισμούς ή ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα επέκτασης του χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, υπό τοιούτους όρους (αν υπάρχουν) που το δίκαιο της περίπτωσης θα απαιτεί και οποιαδήποτε τέτοια επέκταση του χρόνου μπορεί να διαταχθεί παρόλο που η αίτηση γι' αυτό τον σκοπό θα έχει γίνει μετά τη λήξη του χρόνου που ορίσθηκε ή επιτράπηκε νοουμένου.......». Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο ζήτημα στην υπόθεση Τσεσμέλογλου πιο πάνω αποφάσισε ότι, «Η Δ.57 Θ.2 την οποία επικαλέστηκε ο αιτητής διά του συνηγόρου του, δεν προωθείται για την εκ των υστέρων προώθηση αιτήματος επέκτασης χρόνου όταν το διαδικαστικό διάβημα έχει ήδη ληφθεί. Η διάταξη αυτή θα είχε εφαρμογή εάν η υπό κρίση αίτηση εισαγόταν πριν την καταχώρηση της έφεσης. Η καταχώρηση της καθιστά την αίτηση άνευ αντικειμένου και χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο». Όπως προκύπτει από το λόγο της πιο πάνω απόφασης, η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο περιορίζεται στο να παρατείνει τον χρόνο για να διενεργηθεί κάτι και όχι να παρατείνει τον χρόνο για κάτι το οποίο ήδη έχει γίνει. Ως εκ τούτου από τη στιγμή που η ένσταση έχει ήδη καταχωρηθεί δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να εγκρίνει την αίτηση δυνάμει της Δ.57 Θ.2. Εκτός από τη Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι εναγόμενοι στηρίζουν την αίτηση τους και στη Δ.64. Σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Διάταξης αυτής, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη v. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ
  1. «Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας της διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό». Η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας έτυχε ευρείας ανάλυσης από τη νομολογία η οποία υιοθετώντας τους κανόνες ως προς τη διάκριση μεταξύ των δύο, όπως τέθηκαν στην υπόθεση Re Pritchard (deceased) [1963] All ER 873, χρησιμοποιεί ως γενικό στοιχείο αναγνώρισης της άκυρης διαδικασίας το κατά πόσο το ελάττωμα είναι θεμελιώδες έτσι που να ανατρέχει στη ρίζα της διαδικασίας και να αποκλείει τη γέννηση της. Στην υπόθεση Αθανασιάδη πιο πάνω, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά. «Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη αναλογίας μεταξύ της περίπτωσης της υπόθεσης Macfoy και της παρούσας υπόθεσης και δεν θα λέγαμε ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση μιας αίτησης ή κάποιου δικόγραφου αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, ο,τιδήποτε κτιστεί πάνω τους θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό». Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρήσουν την ειδοποίηση ένστασης τους εντός του χρόνου που όρισε το Δικαστήριο και το έπραξαν τέσσερεις μέρες μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 12/4/
  2. Στην πρώτη εμφάνιση που ακολούθησε της καταχώρησης της εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16/4/2013, ο συνήγορος των εναγομένων ζήτησε όπως η εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση θεωρεί ως εμπρόθεσμη, αίτημα όμως που συνάντησε την ένσταση της δικηγόρου του ενάγοντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν στις 9/5/2013 την υπό κρίση αίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης, αποτελεί παρατυπία και όχι άκυρη διαδικασία που μπορεί να θεραπευθεί. Όπως αποφασίσθηκε στην Αθανασιάδη πιο πάνω « ............ η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας της διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό». Εξετάζοντας τη συμπεριφορά που επέδειξαν οι εναγόμενοι και η οποία πιο πάνω περιγράφεται προκύπτει ότι μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης στην πρώτη δικάσιμο που ακολούθησε της καταχώρησης της, ο συνήγορος που εμφανίσθηκε για τους εναγόμενους ζήτησε όπως η ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Επειδή το αίτημα αυτό συνάντησε την αντίθεση της συνηγόρου του ενάγοντα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Όπως προκύπτει από το διάστημα που παρήλθε μεταξύ όλων των πιο πάνω, οι εναγόμενοι δεν καθυστέρησαν να λάβουν μέτρα προς άρση της παρατυπίας. Αντίθετα στην πρώτη εμφάνιση που ακολούθησε της καταχώρησης της ένστασης και ήταν στις 16/4/2013 ζήτησαν όπως αυτή θεωρηθεί εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα και επειδή η συνήγορος του ενάγοντα ενέστη στο αίτημα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στις 9/5/
  3. Το διάστημα που μεσολάβησε από την άρνηση της δικηγόρου του ενάγοντα να αποδεχθεί ως εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα την ειδοποίηση ένστασης μέχρι και την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ενέχει οποιαδήποτε καθυστέρηση. Προβάλλεται δε ως λόγος ένστασης ότι στην περίπτωση που η αίτηση εγκριθεί τότε θα προκληθεί αδικία και βλάβη στον ενάγοντα. Όμως ο ισχυρισμός αυτός τίθεται με γενικότητα και αοριστία και χωρίς να συγκεκριμενοποιείται ποια αδικία και βλάβη θα προκληθεί στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να μην έχει όντως διαφανεί ότι η αποδοχή της αίτησης είναι δυνατό να επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία ή δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα του ενάγοντα. Προβάλλει περαιτέρω ο ενάγοντας ότι η καταχώρηση της αίτησης είναι καταχρηστική. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage) (βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). (βλ. επίσης Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι καταχρηστικά καταχώρησαν και προώθησαν την υπό κρίση αίτηση. Και αυτό γιατί την καταχώρησαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο και γιατί την προωθούν ενώ είναι άνευ αντικειμένου. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση τους αυτή. Οι εναγόμενοι αμέσως μόλις αντιλήφθηκαν ότι η ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα ζήτησαν όπως θεωρηθεί εμπρόθεσμη. Όταν η πλευρά του ενάγοντα προέβαλε ένσταση, αμέσως καταχώρησαν και προώθησαν την υπό κρίση αίτηση. Από την πιο πάνω συμπεριφορά τους τίποτε δεν προκύπτει που να καταδεικνύει οποιαδήποτε κατάχρηση. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι το αιτητικό της αίτησης δεν είναι απόλυτα σαφές και ξεκάθαρο. Θεωρώ όμως ότι από τη στιγμή που οι εναγόμενοι έλαβαν μέτρα για θεραπεία της παρατυπίας ενώ πρόσθετα στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση ζητούν όπως η εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση θεωρηθεί εμπρόθεσμη και σύμφωνα και με το λόγο της Πολ. Έφ. 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 Γ. Φαλέκκου v. Κ. Χριστοφίδη όπου διασαφηνίζεται ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να ενεργήσει και αυτεπάγγελτα για να θεραπεύσει κάποια παρατυπία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να το πράξει. Λέχθηκε στην υπόθεση αυτή ότι, «Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο». Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα άρσης της παρατυπίας έτσι ώστε η καταχωρηθείσα στις 12/4/2013 ειδοποίηση ένστασης να θεωρείται εμπρόθεσμα καταχωρηθείσα. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/αιτητών και εναντίον του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση και να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης ημερομηνίας 24/1/2013. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject/civil Interim/ paratasi xronou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.