← Κύπρος

Χρίστος Θεοδώρου, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 48/13, 24/1/2014

Χρίστος Θεοδώρου, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 48/13, 24/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 48/13 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Χρίστος Θεοδώρου, οδός 28ης Οκτωβρίου 243, Λεμεσός ή οδός Ιντιάνου Αντώνη 1, Αγία Φύλαξη, Λεμεσός ....................................................... Ημερομηνία: 24.1.14 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή (τον καταχωρούντα αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης πτώχευσης): κα Β. Γιατρού για Κ. Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση (τους αιτητές στην έκδοση της Ειδοποίησης πτώχευσης): κα Ε. Χ΄΄Παπα για Χρύση Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Ά. Μαλαχτού) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.2.13 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, εξ' αποφάσεως πιστωτών στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 4802/04, οι οποίοι από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται ως «οι Καθ' ων η αίτηση» παράκληση (request) για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης μαζί με ειδοποίηση πτώχευσης προς τον Χρίστο Θεοδώρου, εξ' αποφάσεως οφειλέτη στην πιο πάνω αγωγή, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Αιτητής». Σημειώνεται ότι το προηγούμενο όνομα των Καθ' ων η αίτηση ήταν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως αυτό φαίνεται και στην συνταγμένη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό, η οποία και επισυνάπτεται στην Ειδοποίηση. Η αλλαγή του ονόματος επήλθε δυνάμει ειδικού ψηφίσματος που καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd στις 5.4.12. Ακολούθως και σύμφωνα με ειδοποίηση που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση στις 31.5.13 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υποκατάστησε και/ή αντικατέστησε την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την 29.3.13, ημερομηνία μεταβίβασης, ανέλαβε ως αποκτών πρόσωπο όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας. Με την Ειδοποίηση πτώχευσης, από τώρα και στο εξής «η Ειδοποίηση», επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό ημερομηνίας 22.10.10, από τώρα και στο εξής «η απόφαση». Η Ειδοποίηση συνοδεύεται, επίσης, από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Περί Πτωχεύσεως Κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο η μη συμμόρφωση με την Ειδοποίηση θα συνεπάγεται την διάπραξη πράξης πτώχευσης, σε περίπτωση δε που ο χρεώστης έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και που δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η απόφαση θα πρέπει εντός τριών ημερών από της επίδοσης της Ειδοποίησης να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς ακύρωση της. Στις 8.6.13 ο Αιτητής αντιδρώντας στην Ειδοποίηση καταχώρησε, αρχικά, ένορκη δήλωση προς παραμερισμό και/ή ακύρωση της. Ο χρόνος συμμόρφωσης προς την Ειδοποίηση παρατάθηκε δυνάμει του Κανονισμού 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, από τώρα και στο εξής «οι Κανονισμοί», μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην πιο πάνω αίτηση. Στις 15.4.13 μέσω του δικηγόρου του ο Αιτητής με άδεια του Δικαστηρίου απέσυρε την ένορκό του δήλωση με αποτέλεσμα στις 18.4.13 να επανέλθει με ξεχωριστή αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης, από τώρα και στο εξής «η υπό κρίση αίτηση». Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας στις 31.5.13 και εντός του χρόνου που δόθηκε από το Δικαστήριο Ειδοποίηση Ένστασης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή και η Ειδοποίηση Ένστασης από ένορκο δήλωση του Γρηγόρη Γρηγορίου ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Προέβη δε σε αυτήν στα πλαίσια των καθηκόντων του «με βάση γεγονότα που περιήλθαν στην προσωπική μου αντίληψη ως ένας από τους αρμόδιους υπαλλήλους που χειρίστηκαν τόσο την αγωγή 4802/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όσο και την Ειδοποίηση Πτώχευσης 48/2013». Αναφορικά με γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40

(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκο δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν θα μπορούσε να εγερθεί στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση, η οποία σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 των Κανονισμών λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, θα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη (Βλ. Κανονισμός 40
(3)των Κανονισμών). Ο οφειλέτης δεν δύναται με ένορκο δήλωση να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Νίκος Λάρκος ν. Ελένης Παναγή Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694 στην οποία λέχθηκε, ότι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία παρέχεται δυνατότητα αμφισβήτησης της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του θεσμού 40
(2)είναι η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 ήταν η θέση των εφεσειόντων κατ' έφεση, όπως ήταν και πρωτόδικα, ότι οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν με ένορκο δήλωση που επενεργούσε ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης να προβάλουν προς ακύρωση της ειδοποίησης τον ισχυρισμό ότι το ποσό της απόφασης είχε ξοφληθεί, θέση η οποία δεν είχε γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εισήγηση των εφεσειόντων, την οποία στήριξαν στους Κανονισμούς 40
(2)και 41 των Κανονισμών, οι λόγοι που θα μπορούσαν να εγερθούν με ένορκη δήλωση ήταν περιορισμένοι και δεν συμπεριλάμβαναν τον ισχυρισμό για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα μπορούσε σύμφωνα με τους εφεσείοντες να προβληθεί μόνο με ξεχωριστή αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκιμάζοντας την θέση των εφεσειόντων ανέφερε τα ακόλουθα: «To θέμα υπήρξε αντικείμενο λεπτομερούς ανάλυσης από τον Καλλή, Ε.Δ., στην υπόθεση Re: Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365. Παραθέτουμε λεπτομερές απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, το οποίο μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: «Our r.40 of the Bankruptcy Rules is almost similarly worded to the corresponding English Bankruptcy r.139 and so we can seek recourse to the English Bankruptcy Practice for guidance. In Williams and Muir Hunter "The Law and Practice in Bankruptcy", 19th ed., under the heading "Setting aside bankruptcy notice on grounds other than set-off" we read the following at p. 38: "The debtor may apply by motion (e.g. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.". Relevant is, also, the case of In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman, [1957] 2 All E.R. 216, where at p. 217 the following were said: "Counsel for the debtor has referred us to a number of cases in which quite plainly bankruptcy notices have been set aside on motion on grounds other than those which are mentioned in r.137 as it at present stands. Such cases are Re Howes, [1892] 2 Q.B. 628, Re H.B.
(2)[1904] 1 K.B. 94 . . .". And at p. 218 the following were stated: "I think that the authorities make it quite plain that this Court will in proper cases set aside bankruptcy notices on grounds other than those set out in s.1
(1)(g) of the Bankruptcy Act, 1914, namely, a counterclaim, set-off or cross-demand. The whole question, therefore, is whether the application to set aside the notice has to be given within the three days mentioned in r. 138". In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection, I think, r.16 of the Bankruptcy rules is the rule applicable." Παραπέμπουμε επίσης και στην απόφαση του Δαυίδ, Ε.Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με τον Γεώργιο Λαρτίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 583/05, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερ. 9.6.05, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωσή του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στον K.40.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών. (Βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694 και In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365). ... ... ... ... ... ... ... ... ... ................... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...... Σημαντικό είναι πάντως να αναφερθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κ. 40.2, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40.2. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (Βλ. In Re Costas Luca (ανωτέρω) και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38).» Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Πτωχευτική Ειδοποίηση Αρ. 1805/06, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 21.5.07, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 5 της απόφασης: « ... όπου ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, πέραν των αναφερομένων στο Άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ.5, που σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε είναι δυνατό να καταχωρίσει ειδική προς τούτο αίτηση, δηλαδή αίτηση προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωσης, δεν ισχύει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, καθώς και οι αναφορές στα συγγράμματα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ. σελ. 44.» Στην ίδια γραμμή είναι και δύο αποφάσεις του Φωτίου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στις υποθέσεις Αναφορικά με την Ξένια Σπανού, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 557/01, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 2.8.01 και Αναφορικά με τον Αντώνη Βαγιανό, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 425/03, Ε.Δ. Λ/κας, ημερομηνίας 5.3.2004. Το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Με γνώμονα τα πιο πάνω, βρίσκουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση ένορκη δήλωση. Ο ισχυρισμός της εξόφλησης θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση πέτυχε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε. Συνοψίζοντας προκύπτει από τα πιο πάνω ότι αν ο οφειλέτης επικαλείται ως λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή την διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση ή το διάταγμα, τότε, θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκο δήλωση. Η ένορκη αυτή δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρηθεί εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στον οφειλέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης. Το βάρος δε απόδειξης των ισχυρισμών του είναι αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη (Βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί και για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2). Στην περίπτωση, όμως, αυτή η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσής της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Σε μια τέτοια περίπτωση η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 16 των Κανονισμών και δεν έχει εφαρμογή η προθεσμία των 3 ημερών (Βλ. Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365 και Μιχαλάκης Αλωνεύτη ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 AΑΔ 475). Υπό το φως όλων των πιο πάνω ακολουθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να εξετάσει τους λόγους που σε αυτήν προβάλλονται από τον Αιτητή ως λόγοι παραμερισμού της Ειδοποίησης και που είναι οι ακόλουθοι:
  1. δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπει ο Νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί σχετικά με τον τύπο, την διαδικασία και την ουσία των όσων περιέχει η Ειδοποίηση
  2. η Ειδοποίηση δεν επιδόθηκε νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών πράγμα που την καθιστά ανυπόστατη
  3. η Ειδοποίηση είναι αβάσιμη και/ή αστήρικτη, πιεστική και εκδικητική και γίνεται κατά κατάχρηση των σκοπών της πτωχευτικής διαδικασίας
  4. ο Αιτητής αμφισβητεί το εξ' αποφάσεως χρέος καθώς προέρχεται από απόφαση εναντίον της οποίας ασκήθηκε έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα. Στην έφεση αυτή, η οποία εκκρεμεί, συμπεριλαμβάνεται και η ανταπαίτηση του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση η οποία συνεπώς δεν έχει αποφασισθεί τελεσίδικα
  5. η Ειδοποίηση χρησιμοποιείται ως μέτρο καταπιεστικό και/ή ως μέτρο εκτέλεσης και/ή για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς Με την Ειδοποίηση Ένστασης προβάλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  6. η Ειδοποίηση δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δεν έγινε με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης, αλλά την διασφάλιση της περιουσίας του Αιτητή
  7. η Ειδοποίηση συνιστά νόμιμη, κανονική και ενδεδειγμένη διαδικασία
  8. το γεγονός ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης είναι άσχετο καθότι η Ειδοποίηση αφορά σε χρέος που διαπιστώθηκε με την απόφαση η οποία είναι τελεσίδικη και το χρέος αυτό εξακολουθεί να οφείλεται. Επίσης, η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει ανασταλεί
  9. η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή βασίζεται σε λανθασμένους θεσμούς
  10. η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν συνάδει με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ως τροποποιήθηκε. Αυτή περιέχει ισχυρισμούς γενικούς, αόριστους, ανυπόστατους και αβάσιμους και εν πάση περιπτώσει δεν προβάλει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή και σοβαρό λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης 6. η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και παρελκυστική Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης με έξοδα. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να πω πως αυτός δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή. Ακολουθεί ότι για τον λόγο αυτό αυτός θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκαταλήφθηκε. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός δεν προωθείται ούτε και με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ό,τι επί του προκειμένου εκεί αναφέρεται είναι ότι η παρούσα διαδικασία πάσχει θεμελιακά και έγινε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών χωρίς να εξηγείται πού έγκειται η ισχυριζόμενη παράβαση και χωρίς να αναφέρεται ποιος ή ποιοι κανονισμοί που διέπουν «τον τύπο, την διαδικασία και την ουσία των όσων περιέχει η Ειδοποίηση» παραβιάσθηκαν αφήνοντας, έτσι, το θέμα να υποστηρίζεται από ισχυρισμούς αόριστους και γενικόλογους. Πάντως, δεν διέκρινα να υφίσταται οποιοδήποτε δικονομικό πρόβλημα ή αντικανονικότητα ή παρατυπία στην έκδοση της Ειδοποίησης ή ασυμφωνία με τα όσα στους Κανονισμούς προβλέπονται αναφορικά με την έκδοση και τον τύπο της. Συνακόλουθα ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο Αιτητής στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση περιορίζεται στο να αναφέρει μόνο ότι η επίδοση της Ειδοποίησης σε αυτόν δεν είναι ορθή και ότι αυτή έγινε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών. Δεν αναφέρει πού έγκειται το λανθασμένο της επίδοσης ή η παραβίαση του σχετικού κανονισμού. Και πάλι γύρω από αυτό το ζήτημα υπάρχει μια αοριστολογία στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Εξειδικευμένη αναφορά επί του υπό συζήτηση ζητήματος γίνεται μόνο στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του η επίδοση δεν είναι ορθή καθότι δεν διενεργήθηκε στον Αιτητή προσωπικά. Δήλωση, η οποία, όμως, αναιρείται από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και οι οποίοι βρίσκουν έρεισμα στην ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Χρίστου Χ΄΄Κωνσταντή, η οποία έγινε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 5.3.13 και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με αυτήν η Ειδοποίηση επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή και εντός ενός μηνός από την έκδοση της, ήτοι στις 5.3.13, όπως ακριβώς προβλέπει ο Κανονισμός 42 των Κανονισμών. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί από την πλευρά του Αιτητή και παρέμεινε αναντίλεκτος. Ακολουθεί ότι ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Είμαι, επίσης, της άποψης ότι και αν ακόμη οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίαζαν μαρτυρία ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα ο λόγος αυτός και πάλι θα κρίνετο ότι δεν ευσταθούσε, αφενός, γιατί, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, δεν υπάρχει θετικός και απτός ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επί του προκειμένου, αφετέρου, γιατί είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρου κατά την αγόρευσή του - στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι η επίδοση δεν ήταν προσωπική - δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Αναφορικά με τους λόγους που καταπιάνονται με το θέμα της κατάχρησης αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην ποινική υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
  2. Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699 το 1991 εκδόθηκαν υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου δυο αποφάσεις στις αγωγές 10336/90 και 10342/90 για 5.000 και 9.800 στερλίνες αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες ήταν αλλοδαπές εταιρείες, οι οποίες, καθώς και η ονομασία τους δηλώνει, διαχειρίζονταν καζίνα. Μετά την έκδοση των αποφάσεων καταχωρήθηκε εναντίον του εφεσίβλητου αίτηση για την πληρωμή των εξ' αποφάσεως χρεών του με μηνιαίες δόσεις. Το Δικαστήριο διέταξε τον εφεσίβλητο να πληρώνει Λ.Κ.100,00 σεντ μηνιαίως για κάθε μια από τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις εναντίον του με την πρώτη δόση να αρχίζει την 1.2.
  1. Ο εφεσίβλητος δεν ήταν συνεπής με την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων και γι' αυτό οι εφεσείοντες επέδωσαν σε αυτόν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, αναφορικά με τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις, με αριθμούς 1157/98 και 1158/98 αντίστοιχα. Οι ειδοποιήσεις αποσύρθηκαν από τους εφεσείοντες στις 11.2.99 αφού ο εφεσίβλητος συμφώνησε να πληρώνει Λ.Κ.300,00 σεντ μηνιαίως. Ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε πάλι στην πιο πάνω υπόσχεση του με αποτέλεσμα οι εφεσείοντες να καταχωρήσουν και να επιδώσουν σε αυτόν άλλες δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης με αριθμούς 76/01 και 77/
  2. Ο εφεσίβλητος με αίτημα του στο Δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση των πιο πάνω ειδοποιήσεων με την εισήγηση πως η πτωχευτική διαδικασία που είχαν αρχίσει οι εφεσείοντες αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία, όπως διαλαμβάνεται στα άρθρα 4, 9 και 19 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  3. Οι εφεσείοντες έφεραν ένσταση στην αίτηση του εφεσίβλητου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε, και ορθά κατά την γνώμη του Εφετείου, με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσίβλητου και διέταξε την ακύρωση των δύο ειδοποιήσεων. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν εφέσεις. Στις σελίδες 1701 - 1702 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Είναι φανερό πως οι εφεσείοντες χρησιμοποίησαν δυο φορές εναντίον του εφεσίβλητου την πτωχευτική διαδικασία για να τον πιέσουν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η πτωχευτική, όμως, διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί δεν προωθήθηκε η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου, μετά που προφανώς αμέλησε να καταβάλει τις εξ £100 μηνιαίες δόσεις για το κάθε ένα από τα εξ αποφάσεως χρέη του. Υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο οι ίδιοι οι εφεσείοντες δεν προώθησαν προς εκτέλεση. Και εφόσο υπήρχε αυτό το διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσίβλητος μπορούσε να πληρώνει £200 το μήνα και για τα δυο του χρέη, αιωρείται το ερώτημα πώς η κατάσταση του μεταβλήθηκε, μετά την καταχώρηση των πρώτων ειδοποιήσεων πτώχευσης, ώστε να αναλάβει εκουσίως να πληρώνει £300 το μήνα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν καθαρά την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση των υπέρ των αποφάσεων, αλλά με την κατάχρηση της να καταπιέσουν τον εφεσίβλητο». Οι εφέσεις κρίθηκαν αβάσιμες και κατ' ακολουθίαν απορρίφθηκαν. Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής στηρίζει την θέση του ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική και καταπιεστική στο ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των αρχών της δίκαιης δίκης και εναντίον της ασκήθηκε έφεση η οποία εκκρεμεί. Σύμφωνα με τον Αιτητή εν' όψει της έφεσης η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 4802/04 δεν έχει αποφασισθεί τελεσίδικα και για τον λόγο αυτό ο Αιτητής την αμφισβητεί καθώς και το στην πιο πάνω αγωγή εξ' αποφάσεως χρέος. Προδήλως, η αναφορά σε αγωγή με αριθμό 6892/05 στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έγινε εκ παραδρομής. Οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σύμφωνα με τον Αιτητή σε ενέργειες που έγιναν κατά παράβαση των κανόνων της επιείκειας και του καθήκοντος επιμέλειας που είχαν απέναντι στον ίδιο, όπως πρόωρη ακύρωση ασφάλειας ζωής και μπλοκάρισμα λογαριασμού. Οι πιο πάνω ενέργειες θα κριθούν τελεσίδικα από το Εφετείο στα πλαίσια της έφεσης αφού εν' όψει της έφεσης ούτε η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση αλλά ούτε και η ανταπαίτησή του κρίθηκαν τελεσίδικα. Εν' όψει δε του ότι η απόφαση δεν συνιστά τελεσίδικη κρίση και, επομένως, όλα τα πιο πάνω θα αποφασισθούν τελεσίδικα μόνο από το Εφετείο η καταχώρηση της Ειδοποίησης είναι καταχρηστική και καταπιεστική. Αυτή δε προωθείται ως μέτρο εκτέλεσης και για να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η καταχώρηση έφεσης δεν καθιστά την απόφαση μη τελεσίδικη. Αναφορικά με το τι σημαίνει τελεσίδικη απόφαση (final judgment) καθοδηγητική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση (σελίδες 1261-1262): «Ο όρος "τελεσίδικη απόφαση" ("final judgment") εμφανίζεται και στο άρθρο 4
(1)(g) της Αγγλικής Bankruptcy Act, 1883 (βλ. τώρα Bankruptcy Act, 1914, άρθρο 1
(1)(g)). Έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Re Chinery, Ex p. Chinery [1884] 12 Q.B.D. 342, 345: "I think we ought to give to the words 'final judgment' in this subsection their strict and proper meaning, i.e. a judgment obtained in an action by which a previously existing liability of the defendant to the plaintiff is ascertained or established." Σε ελληνική μετάφραση: "Νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε στις λέξεις 'τελεσίδικη απόφαση' σ' αυτό το εδάφιο την αυστηρή και σωστή έννοια τους. Είναι απόφαση που λαμβάνεται σε μια αγωγή με την οποία μια προϋπάρχουσα υποχρέωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα εξακριβώνεται ή αποδεικνύεται." Στην Huntly (Marchioness) ν. Gaskell [1905] 2 Ch. (CA) 656, 667 ο όρος έχει ερμηνευθεί ως εξής: "When the word 'final' is used, as I think it is in some authorities with reference to judgments, that does not mean, I apprehend, a judgment which is not open to appeal, but merely 'final' as opposed to 'interlocutory'. A judgment is, in my opinion, not the less an estoppel between the parties to the action because it may be reversed on appeal to the House of Lords." Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου η λέξη 'τελεσίδικη' χρησιμοποιείται, καθώς νομίζω, σε μερικές αυθεντίες σε σχέση με αποφάσεις, αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν σημαίνει απόφαση η οποία δεν υπόκειται σε έφεση, αλλά απλώς 'τελεσίδικη' σε αντίθεση με την 'ενδιάμεση'. Κατά την γνώμη μου μια απόφαση δεν αποτελεί μικρότερο κώλυμα μεταξύ των μερών επειδή δυνατόν να ανατραπεί κατ' έφεση από την Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων." Συμφωνούμε με την πιο πάνω ερμηνεία. Η καταχώριση έφεσης δεν έχει καταστήσει μη τελεσίδικη την απόφαση στην πιο πάνω αγωγή. Όπως και το ίδιο το άρθρο 3
(1)(ζ) προβλέπει μόνο με την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ο χρεώστης δεν διαπράττει πράξη πτωχεύσεως ...». Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η απόφαση στην βάση της οποίας εκδόθηκε η Ειδοποίηση ήταν τελεσίδικη. Επρόκειτο περί μιας απόφασης με την οποία εξακριβώθηκε προϋπάρχουσα υποχρέωση του Αιτητή προς τους Καθ' ων η αίτηση και, επομένως, όχι ενδιάμεσης. Η καταχώρηση δε της έφεσης δεν καθιστά την απόφαση μη τελεσίδικη. Κατ' επέκταση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση δεν έχει με την απόφαση αποφασισθεί τελεσίδικα. Για τον ίδιο λόγο τελεσίδικη είναι και η απορριπτική απόφαση επί της ανταπαίτησης. Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης είναι όπως ο πιστωτής έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη απόφαση εναντίον του οφειλέτη, η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλη (Βλ., επίσης, Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255). Στην υπόθεση Νίκανδρος Νικολαϊδης και Άλλος ν. Ανδρέα Φεττά και Άλλου διασαφηνίζεται, ότι μια απόφαση είναι τελεσίδικη έστω και αν τελεί υπό αναστολή. Σύμφωνα, επίσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε, πρόσωπο που καθ' οιονδήποτε χρόνο δικαιούται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή διάταγμα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε μια τέτοια απόφαση ή ένα τέτοιο διάταγμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση και αφ' ης στιγμής (α) κατά τον χρόνο έκδοσης της Ειδοποίησης η εκτέλεση της απόφασης δεν τελούσε υπό αναστολή - κατ' ακρίβεια, ουδέποτε τελούσε υπό αναστολή - και (β) οι Καθ' ων η αίτηση δικαιούνταν να προβούν σε μέτρα εκτέλεσής της οι τελευταίοι θεωρούνται πρόσωπα που εξασφάλισαν τελεσίδικη απόφαση. Το γεγονός αυτό τους παρείχε το δικαίωμα να προχωρήσουν με πτωχευτική διαδικασία και να προβούν σε έκδοση της Ειδοποίησης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω η Ειδοποίηση δεν μπορεί να θεωρείται καταχρηστική γιατί εναντίον της απόφασης καταχωρήθηκε έφεση η οποία εκκρεμούσε κατά τον χρόνο έκδοσης της Ειδοποίησης. Το σκεπτικό δε που προωθείται μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή είναι παράδοξο. Σύμφωνα με αυτό η Ειδοποίηση θα πρέπει να περισταλεί ως καταχρηστική καθότι εν' όψει της έφεσης υπάρχει η δυνατότητα αναστολής μελλοντικής διαδικασίας για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του Αιτητή. Και ότι μελλοντική αίτηση πτώχευσης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση θα ανασταλεί εν' όψει του ότι η έφεση του Αιτητή είναι καλόπιστη (bona fide). Οπότε και η Ειδοποίηση δεν έχει οποιοδήποτε ωφέλιμο σκοπό να εξυπηρετήσει. Το αν θα ανασταλεί η διαδικασία της αίτησης πτώχευσης που οι Καθ' ων η αίτηση προτίθενται να προωθήσουν σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να αποτύχει, αφού αυτό, άλλωστε, είναι που συνάγεται από το περιεχόμενο της Ειδοποίησης - η διαδικασία για έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν προωθήθηκε μετά την πρώτη ειδοποίηση πτώχευσης που οι Καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν εναντίον του Αιτητή λόγω παραδρομής και αβλεψίας - δεν είναι κάτι που μπορεί να αποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας και, επομένως, δεν θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Και βεβαίως δεν αποτελεί κριτήριο για το αν η Ειδοποίηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω θέση εισηγείται, επίσης, την αποδοχή και, μάλιστα, από αυτό το στάδιο των προϋποθέσεων εκείνων που θα πρέπει να πληρωθούν για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια να αναστείλει αίτηση πτώχευσης εκκρεμούσης έφεσης, όπως ουσιαστική/σοβαρή (substantial/serious) ή καλόπιστη (bona fide) έφεση, πράγμα απαράδεκτο. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να αποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας αφού ό,τι ενώπιόν μου εκδικάζεται είναι η υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης και όχι αναστολή αίτησης πτώχευσης εκκρεμούσης έφεσης. Στην υπόθεση Πέτρος Μ. Πετράκης ν. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1Β ΑΑΔ 1311 λέχθηκαν από το Εφετείο στην σελίδα 1317 τα ακόλουθα: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Από την υπό του Αιτητή προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει, για να χρησιμοποιήσω και τα λόγια του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κύριου Μ. Νικολάτου, στο απόσπασμα που πιο πάνω παρατέθηκε, το παραμικρό στοιχείο δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και εις βάρος του Αιτητή ή των άλλων πιστωτών του από την έκδοση της Ειδοποίησης. Με την εξασφάλιση της απόφασης η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλη και η οποία είναι τελεσίδικη οι Καθ' ων η αίτηση νομιμοποιούνται να εκδώσουν την Ειδοποίηση. Όπως πολύ ορθά επισημαίνει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στην ικανή και εμπεριστατωμένη αγόρευσή της, η επιλογή των Καθ' ων η αίτηση να επιδιώξουν στον συγκεκριμένο χρόνο την πτωχευτική διαδικασία δεν συνιστά αφ' εαυτής μεμπτή συμπεριφορά. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι ελεύθεροι να κινήσουν εναντίον οποιουδήποτε οφειλέτη οποιαδήποτε νόμιμη διαδικασία. Στην υπόθεση Ζήνων Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1B ΑΑΔ 788 λέχθηκε ότι δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια, αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών που κρίνεται αν μια διαδικασία είναι καταχρηστική. Είναι, επίσης, η θέση του Αιτητή ότι ούτε η ανταπαίτηση του έχει αποφασισθεί τελεσίδικα αφού με την έφεση προσβάλλεται και το μέρος εκείνο της απόφασης με το οποίο απερρίφθη η ανταπαίτηση. Το ζήτημα τούτο καλύπτεται από τα όσα ενωτέρω αναφέρθηκαν αναφορικά με το τελεσίδικο της απόφασης που αφορά στην απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση. Επικαλείται δε την ανταπαίτησή του ως λόγο ακύρωσης της Ειδοποίησης. Εν πρώτοις, επίκληση ανταπαίτησης ως λόγο ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης δύναται να γίνει μόνο με ένορκο δήλωση και όχι με αίτηση. Δεύτερο, δεν πρόκειται για ανταπαίτηση η οποία δεν προβλήθηκε στα πλαίσια της αγωγής καθότι δεν θα μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η απόφαση επί της οποίας εδράζεται η Ειδοποίηση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ανταπαίτηση όχι μόνο μπορούσε να προβληθεί, αλλά προβλήθηκε στα πλαίσια της αγωγής και κρίθηκε και αποφασίσθηκε από το Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι η Ειδοποίηση δεν είναι η πρώτη που καταχωρείται εναντίον του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση. Γι' αυτό γίνεται λόγος στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η πιο πάνω παράγραφος περιορίζεται, όμως, σε μια λιτή και λακωνική αναφορά σε «διαδικασίες πτώχευσης» και με αυτή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα από τα οποία να μπορούν να αναδειχθούν αλλότρια κίνητρα και σκοποί από μέρους των Καθ' ων η αίτηση ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς. Τίθενται τα εξής ερωτήματα τα οποία παραμένουν αναπάντητα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ποια ήταν η πρώτη διαδικασία πτώχευσης και μέχρι πού προχώρησε; Ποιος ο λόγος που δεν είχε αποτέλεσμα και οι Καθ' ων η αίτηση άρχισαν νέα διαδικασία; Το βάρος απόδειξης για το ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση είναι στους ώμους του Αιτητή. Ο γενικόλογος, όμως, και αόριστος ισχυρισμός του Αιτητή περί διαδικασιών πτώχευσης είναι ανεπαρκής για να αποσείσει το βάρος αυτό. Σαφώς και δεν εντάσσει την παρούσα περίπτωση στην περίπτωση που πραγματεύθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699 που πιο πάνω μνημονεύεται. Δεν μου διαφεύγει, ότι στα πιο πάνω δίνεται η απάντηση μέσω της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την εν λόγω αγόρευση η Ειδοποίηση δεν είναι η πρώτη που καταχωρείται εναντίον του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση. Προηγήθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 538/12 η οποία δεν προωθήθηκε καθότι λόγω παραδρομής αφέθηκε να παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση αίτησης πτώχευσης μετά την απόρριψη στις 7.11.12 από το Δικαστήριο αίτησης ημερομηνίας 9.7.12 για παραμερισμό της πιο πάνω Ειδοποίησης Πτώχευσης που υπεβλήθη εκ μέρους του Αιτητή. Τα πιο πάνω εκτίθενται, επίσης, και στο σώμα της Ειδοποίησης. Το σφάλμα ή η αβλεψία των Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν αίτηση πτώχευσης στην βάση της πιο πάνω Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν καθιστά την παρούσα διαδικασία καταχρηστική. Δεν αναδεικνύει - τουλάχιστον από μόνο του - αλλότριους σκοπούς ή κίνητρα εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, όπως δόλο ή αθέμιτη εξασφάλιση πλεονεκτημάτων προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και εις βάρος του Αιτητή ή των άλλων πιστωτών του, δηλαδή, σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους η πτωχευτική διαδικασία είναι ταγμένη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι και οι λόγοι με αριθμούς 3-5 επί των οποίων βασίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν ευσταθούν. Συνοψίζοντας οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1-3 κρίνονται εδαφικοί και βάσιμοι. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Η εξέταση δε οποιουδήποτε άλλου ζητήματος παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Εν' όψει του αποτελέσματος τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εξ' αποφάσεως πιστωτών / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εξ' αποφάσεως χρεώστη / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο χρόνος εντός του οποίου ο Αιτητής δύναται να συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση αρχίζει από σήμερα. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευης Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.