ΤΑREK TABBARA ν. DAWALIBI GROUP S.A.L. (OFFSHORE) κ.α., Αρ. Αγωγής: 1591/13, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1591/13 Μεταξύ: ΤΑREK TABBARA, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και-
- DAWALIBI GROUP S.A.L. (OFFSHORE), από τη Λεμεσό
- FATHI DAWALIBI, από τη Λεμεσό
- SABRI DAWALIBI, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.07.2013 για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και πληρωμή από μεσεγγυούχο Ημερομηνία: 14.01.2014 Για Αιτητή: κ. Γ. Λουϊζίδης για Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Ι. Μοδίτης κατά την απόφαση) Για μεσεγγυούχους: κα Μ. Τζιουτ για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν αίτησης ημερομηνίας 17.05.2013 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα για ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ήτοι των Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στη βάση απόφασης ημερομηνίας 25.04.2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αγωγή με αριθμό 1591/13 για το ποσό των €480.000,00 πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως από 23.02.2012 και €1.385,00 ως έξοδα αγωγής με τόκο 5,5% ετησίως από 18.04.2013 πλέον €15,00 έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε στις 07.06.2013 για επίδοση στους μεσεγγυούχους. Στις 07.06.2013 παρόλο που το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στους μεσεγγυούχους δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους τους, με αποτέλεσμα να καταστεί απόλυτο, ορίστηκε ωστόσο για επίδοση στους Εναγόμενους στις 14.06.
- Στις 14.06.2013 δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους του Αιτητή. Σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 17.06.2013 η Αίτηση παρέμεινε ενώπιον του Δικαστή που χειριζόταν την υπόθεση μέχρι τις 17.06.2013 χωρίς οποιαδήποτε εμφάνιση. Εξαιτίας της μη εμφάνισης η Αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της, ωστόσο δε γίνεται αναφορά για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Στις 18.07.2013 ο Ενάγοντας-Αιτητής επανήλθε με νέα αίτηση (στο εξής «η επίδικη αίτηση») ζητώντας τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Μεσεγγυούχους, CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, όπως αυτοί πληρώσουν στον Ενάγοντα ποσό €480.000,00 πλέον τόκο προς 5.5% επ' αυτού από 23.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1.385,00 έξοδα αγωγής και αποφάσεως πλέον τόκο προς 5.5% από 18.4.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €15,00 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. δυνάμει απόφασης, ημερομηνίας 25.4.2013, στην πιο πάνω αγωγή. Β. Διάταγμα κατασχέσεως το οποίο να καλεί τους Μεσεγγυούχους να εξετασθούν ως προς το ποσό το οποίο οφείλουν οι Εναγόμενοι και/ή ως προς οποιοδήποτε ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι έχουν να λαμβάνουν και/ή στο οποίο δικαιούνται παρά των ρηθέντων Μεσεγγυούχων. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Μεσεγγυούχους όπως μη αποξενωθούν της κατοχής των χρημάτων στα οποία οι Εναγόμενοι οικονομικώς ενδιαφέρονται και/ή δικαιούνται και/ή όπως μη πληρώσουν στους Εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της παρούσας Αίτησης ή οιασδήποτε διαταγής του Δικαστηρίου. Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ανδρούλας Φικάρδου, υπαλλήλου των δικηγόρων του Ενάγοντα. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη από αυτούς για να προβεί σε ένορκη δήλωση. Περαιτέρω αναφέρεται ότι στις 25.04.2013 εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €480.000,00 πλέον τόκο προς 5.5% επ' αυτού από 23.02.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €1.385,00 έξοδα αγωγής και αποφάσεως πλέον τόκο προς 5.5% από 18.04.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €15,00 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.. Εξ΄όσων γνωρίζει και πληροφορείται οι Εναγόμενοι έχουν να εισπράξουν από τους μεσεγγυούχους ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του προαναφερόμενου το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στους μεσεγγυούχους επ' ονόματι των Εναγομένων. Γίνεται επίσης αναφορά στο ότι το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ημερομηνίας 22.05.2013 κατέστηκε απόλυτο στις 07.06.2013 και επιδόθηκε τόσο στους Εναγόμενους όσο και στους μεσεγγυούχους. Στις 23.09.2013 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο τροποποιήθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.05.2013 κατά τρόπο ώστε η κατάσχεση εις χείρας των μεσεγγυούχων να αφορά μόνο τα ποσά των €480.000,00 πλέον €1.385,00 αποκλειστικά και εν πάση περιπτώσει η δέσμευση να αφορά οποιοδήποτε ποσό υπήρχε εις χείρας των μεσεγγυούχων πριν από τις 22.05.
- Περαιτέρω ότι οποιαδήποτε ποσά εισήλθαν και/ή κατασχέθηκαν στους μεσεγγυούχους μετά τις 22.05.2013 δεν αποτελούν αντικείμενο δέσμευσης ή κατάσχεσης στα πλαίσια του διατάγματος ημερομηνίας 22.05.
- Θα πρέπει να επισημανθεί σε αυτό το στάδιο ότι το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε το τροποποιητικό διάταγμα στις 23.09.2013 στη βάση της συγκατάθεσης και των δυο πλευρών και του ότι είχε απορριφθεί μόνο η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Όντως στο πρακτικό ημερομηνίας 17.06.2013 γίνεται αναφορά για απόρριψη της αίτησης χωρίς να ακυρώνεται το προσωρινό διάταγμα. Προφανώς είναι γι' αυτό το λόγο που οι μεσεγγυούχοι θεώρησαν ότι αυτό παρέμεινε σε ισχύ και ως εκ τούτου αποδέχθηκαν την τροποποίηση του. Άλλωστε, στην Αίτηση ημερομηνίας 23.09.2013 πέραν από τα στοιχεία τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος αναφέρεται πως «κατά τα λοιπά το λεκτικό του διατάγματος ημερομηνίας 22.05.2013 (garnishee order) όπως παραμείνει αυτούσιο». Προκύπτει ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να διασωθεί η ισχύς του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22.05.2013 ενόψει της απόρριψης της Αίτησης στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε, ενόψει όμως της στάσης των μεσεγγυούχων οι οποίοι ουσιαστικά συναίνεσαν στη διατήρηση ή επαναφορά του, το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό βρίσκεται σε ισχύ και δεν θα ήταν ορθό, αυτόβουλα πλέον και σ΄ αυτό το στάδιο, να τοποθετηθεί διαφορετικά. Η επίδικη Αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία. Επιδόθηκε και στους μεσεγγυούχους οι οποίοι καταχώρησαν, στις 18.10.2013, ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι: (α) Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί παράτυπα και/ή αντικανονικά αφού δεν έχει τηρηθεί η δέουσα διαδικασία που περιβάλλει τις αιτήσεις τέτοιας φύσεως. (β) Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή των πλαισίων των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (γ) Δεν είναι δυνατή η διατήρηση σε ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος Διατάγματος ημερομηνίας 21.5.2013 καθότι πριν την επίδοση του εν λόγω Διατάγματος επιβλήθηκε απομείωση στους λογαριασμούς της Εναγομένης Εταιρείας που διατηρούντο στους Μεσεγγυούχους δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), και του Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 25.3.
- Ως αποτέλεσμα κατά ή περί τις 26.3.2013 απομειώθηκαν όλα τα υπόλοιπα που διατηρούνταν στους λογαριασμούς της Εναγομένης εκτός του εξασφαλισμένου ποσού των €100.000,00 το οποίο έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (δ) Οι Μεσεγγυούχοι δεν είναι σε θέση και/ή εμποδίζονται από το να προβούν στην κατάσχεση του αιτούμενου ποσού καθότι δεν υφίσταται πλέον το αντικείμενο της αιτούμενης κατάσχεσης. (ε) Τα αιτούμενα Διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η έκδοση τους. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Βασίλη Κέττη ο οποίος αναφέρει πως, μέχρι τις 29.03.2013 ήταν υπάλληλος των μεσεγγυούχων. Δυνάμει διατάγματος ΚΔΠ104/2013, από τις 29.03.2013 είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από τους μεσεγγυούχους για να προβεί σε ένορκη δήλωση. Αναφορικά με τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 1, κατά ή περί τις 26.03.2013, διατηρούσαν τρεις λογαριασμούς συνολικού ύψους €442.834,78 στην τράπεζα των μεσεγγυούχων. Εξαιτίας του "κουρέματος" που πραγματοποιήθηκε στις 15.03.2013 και κατ΄ επέκταση νομοθετημάτων αλλά και διαταγμάτων που ακολούθησαν, ειδικότερα των ΚΔΠ94/2013 και ΚΔΠ104/2013 μεταβιβάστηκαν περιουσιακά στοιχεία των μεσεγγυούχων στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μεταξύ των στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι και οι υποχρεώσεις των μεσεγγυούχων έναντι των καταθετών τους μέχρι €100.000,00 ανά καταθέτη. Οποιοδήποτε ποσό κατάθεσης πέραν των €100.000,00 παρέμεινε στους μεσεγγυούχους αλλά υπόκειται ολόκληρο σε απομείωση. Συγκεκριμένα και όσον αφορά τους λογαριασμούς των Εναγομένων 1 ποσό €100.000,00 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ενώ το υπόλοιπο ποσό έχει απομειωθεί. Περαιτέρω αναφορικά με το ποσό των €100.000,00 οι Εναγόμενοι 1 πριν την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 22.05.2013 έκαναν ανάληψη ή χρησιμοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος αυτού με αποτέλεσμα στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να έχει μεταφερθεί μόνο το ποσό των €70,73 σεντ. Ως αποτέλεσμα στην ουσία δεν υπάρχει άλλο ποσό πλέον κατατεθειμένο στους μεσεγγυούχους το οποίο μπορεί να δεσμευθεί για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Δεν υπάρχει δηλαδή το αντικείμενο της κατάσχεσης καθότι αφ΄ ενός μεν αυτό χρησιμοποιήθηκε εν μέρει πριν την επίδοση του διατάγματος κατάσχεσης, αφ΄ ετέρου εν μέρει απομειώθηκε. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων, και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Θέση του Αιτητή είναι πως μέσα από την ένσταση δεν αποδείχθηκε, ότι οι μεσεγγυούχοι στερούνται ενεργητικού, δηλαδή χρημάτων. Ούτε επικαλέστηκαν κάτι τέτοιο. Συνεπώς η θέση τους, περί απομείωσης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οφείλουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο διαθέτουν να το κρατήσουν δεσμευμένο προς ικανοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης. Σε κανένα απολύτως διάταγμα αναφέρεται ότι τα ποσά που παρέμειναν στη Λαϊκή Τράπεζα απομειώθηκαν ή θα απομειώνονταν. Το βάρος απόδειξης ότι πλέον οι μεσεγγυούχοι δε διαθέτουν χρηματικά ποσά για ικανοποίηση εκδοθείσας δικαστικής απόφασης βαραίνει τους ίδιους, και δεν το απέσεισαν. Από την άλλη πλευρά, εκ μέρους των μεσεγγυούχων, αναφέρθηκε ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε για κατάσχεση εις χείρας τρίτου έγινε απόλυτο στις 07.06.2013 καθότι οι μεσεγγυούχοι εκ παραδρομής και εκ λάθους δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο. Αυτό δεν εξυπακούει όμως ότι αποδέχθηκαν πως έχουν στη διάθεση τους το χρηματικό ποσό του οποίου ζητείται η πληρωμή. Διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του πρώην υπαλλήλου των μεσεγγυούχων και νυν υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πως εξαιτίας της απομείωσης αλλά και ανάληψης χρημάτων από τους Εναγόμενους 1 δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή προς πληρωμή το ποσό που δεσμεύθηκε με το προσωρινό διάταγμα. Τέθηκε επίσης θέμα πως η επίδικη αίτηση πάσχει ως παράτυπη και/ή αντικανονική για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η δέουσα διαδικασία. Νομική Πτυχή Νομική βάση της Αίτησης είναι τα Άρθρα 73 έως 81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης κρίνεται ορθό να παρατεθούν στη συνέχεια τα Άρθρα 73, 74, 77 και 78 του Κεφ.6: «
- Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.
- Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή.
- Ιδιοκτησία στα χέρια ή υπό τον έλεγχο δημόσιου λειτουργού υπό την επίσημη του ιδιότητα υπόκειται σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου για εκτέλεση δικαστικής απόφασης με τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα· ιδιοκτησία υπό τον έλεγχο οποιουδήποτε Δικαστηρίου υπόκειται σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου με διάταγμα του Δικαστηρίου.
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί· ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο· και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΚΔΟΧΩΝ Όπως έχει προαναφερθεί το διάταγμα κατάσχεσης κατέστηκε απόλυτο και με την τροποποίηση του εκ συμφώνου στις 23.09.2013, το μόνο αίτημα που παραμένει προς απόφανση είναι το αιτητικό Α της επίδικης αίτησης. Τα αιτητικά Β και Γ καλύφθηκαν από το προσωρινό διάταγμα. Λαμβάνοντας υπόψη την προσαχθείσα μαρτυρία διαπιστώνονται τα πιο κάτω: Α. Οι Εναγόμενοι 1 διατηρούσαν κατά ή περί τις 26.03.2013 τρεις λογαριασμούς στην τράπεζά-μεσεγγυούχους, δηλαδή για το ποσό των €672,37, για το ποσό των €295,34 και €441.867,07, συνολικού ποσού €442.834,
- Β. Με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν.17(Ι)/2013η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίστηκε ως η Αρχή Εξυγίανσης μαζί με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων. Με την ΚΔΠ 94/2013 η Αρχή Εξυγίανσης στη βάση του Ν.17(Ι)/2013 εξέδωσε διάταγμα περί της Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Επίσης η Αρχή Εξυγίανσης, στη βάση της ίδιας νομοθεσίας, στις 29.03.2013 εξέδωσε με βάση την ΚΔΠ 104/2013 διάταγμα με το οποίο πωλήθηκαν ορισμένες εργασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)
(2)(β) του εν λόγω διατάγματος, μεταβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων, οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου - καταθέτη για καταθέσεις μέχρι €100.000,
- Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Βασίλη Κέττη οι Εναγόμενοι 1 απέσυραν χρηματικά ποσά από το λογαριασμό τους πριν την επίδοση του προσωρινού διατάγματος (προφανώς έναντι των €100.000,00). Ως εκ τούτου, από το λογαριασμό των Εναγομένων 1 έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μόνο το ποσό των €70,
- Σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΚΔΠ 104/2013 η οποία αφορά στην πώληση εργασιών των Μεσεγγυούχων προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αναφέρονται τα πιο κάτω: Κατά την ημερομηνία μεταβίβασης - (α) το Αποκτών πρόσωπο αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία είναι συναφή προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις (β) το Αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία, η οποία σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Επίσης το άρθρο 14 της ΚΔΠ 104/2013 προβλέπει πως: «Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα ή στο Νόμο, συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο.» Προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω διατάξεων πως για το ποσό των €70,73 που οι μεσεγγυούχοι έχουν μεταβιβάσει στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν μπορούν να διαταχθούν να το καταβάλουν προς τον Αιτητή. Όφειλε αυτός να προωθήσει ανάλογη διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η κατάσταση λογαριασμού, μέρος του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Βασίλη Κέττη αυτό αποδεικνύει και δεν αντικρούστηκε. Κατ΄ επέκταση των πιο πάνω, προκύπτει ως καίριο το ερώτημα εάν δικαιολογείται η πληρωμή από τους μεσεγγυούχους, του εναπομείναντος ποσού των €342.834,78 αφαιρουμένου των €100.000,00 από τις €442.834,78 που είχαν οι Εναγόμενοι 1 σε λογαριασμούς τους (μεγαλύτερο μέρος από τις €100.000,00 αποσύρθηκε πριν την επίδοση του προσωρινού διατάγματος και πριν μεταφερθούν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Οι μεσεγγυούχοι προβάλλουν τη θέση πως πέραν των €100.000,00 όποιο ποσό είχαν οι καταθέτες τους έχει απομειωθεί και δεν μπορούν ως εκ τούτου να το καταβάλουν. Αυτή τη στιγμή λόγω των μέτρων εξυγίανσης, τα οποία λαμβάνονται, δεν μπορεί να καθορισθεί ποιο είναι το ποσό στο οποίο θα έχουν συμφέρον οι Εναγόμενοι
- Ουσιαστικά λένε πως δεν υπάρχουν χρήματα, δεν υπάρχει ρευστότητα πλέον εκ μέρους των μεσεγγυούχων. Κατ΄αρχήν θα πρέπει να επισημανθεί πως το γεγονός ότι το διάταγμα κατάσχεσης έγινε απόλυτο δεν εξυπακούει αυτόματα ότι τα χρήματα που δεσμεύθηκαν βρίσκονται στην κατοχή των μεσεγγυούχων προς διάθεση των εξ αποφάσεως οφειλετών-Εναγομένων
- Αυτό, επειδή το διάταγμα κατέστηκε απόλυτο λόγω απουσίας των μεσεγγυούχων και όχι κατόπιν ακρόασης και διαπίστωσης από το Δικαστήριο, ότι υπήρχαν τα χρήματα - το αντικείμενο της κατάσχεσης. Συνεπώς, το ζήτημα της κατοχής των χρημάτων εκ μέρους των μεσεγγυούχων και διάθεσης τους προς τους Εναγόμενους 1 εξακολουθεί να παραμένει προς αξιολόγηση. Μετά τις 15.03.2013 και τα πασίγνωστα γεγονότα σχετικά με την οικονομική κρίση, προέκυψε ανάγκη για την ψήφιση του Ν.17(i)/
- Προφανώς η ψήφιση του εν λόγω νόμου έγινε προκειμένου να προστατευθούν ποικίλα συμφέροντα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μεταξύ αυτών, ει δυνατόν καταθέτες, μέτοχοι, πιστωτές και τραπεζικά ιδρύματα ή εργαζόμενοι σ΄αυτά αλλά και να μην καταρρεύσει το οικονομικό σύστημα της χώρας. Είναι δε προφανώς γι΄αυτό το λόγο που υιοθετήθηκε η διαδικασία της εξυγίανσης αντί της εκούσιας εκκαθάρισης ή άλλως πως εκκαθάρισης τραπεζικών ιδρυμάτων που αντιμετώπιζαν προβλήματα επιβίωσης. Προς τούτο με το άρθρο 27
(1)του Ν.17(i)/2013 απαγορεύεται η καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης από πρόσωπο άλλο από την Αρχή Εξυγίανσης που είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στη βάση της πιο πάνω νομοθεσίας, η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε σειρά διαταγμάτων αναφορικά με τους μεσεγγυούχους, μεταξύ αυτών και την ΚΔΠ 94/2013 και ΚΔΠ 104/2013. Με τη ΚΔΠ 104/2013 η Αρχή Εξυγίανσης αναφέρει πως προβαίνει στην πώληση ορισμένων εργασιών των μεσεγγυούχων, στη βάση του ότι έχει διαπιστώσει πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 6
(1)του Ν.17(i)/
- Αυτό σημαίνει ότι οι μεσεγγυούχοι, μεταξύ άλλων, ήταν ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους ή να συνεχίσουν να λειτουργούν ως δρώσα οικονομική μονάδα και ότι χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δε θα μπορούσαν να τηρήσουν τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το θέμα της έλλειψης ρευστότητας, λόγω και της πώλησης ορισμένων εργασιών προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, είναι δεδομένο. Οι μεσεγγυούχοι λόγω έλλειψης ρευστότητας και άλλων συναφών οικονομικών προβλημάτων βρίσκονται σε διαδικασία εξυγίανσης. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των καταθετών τους αλλά και άλλων υποχρεώσεων τους. Με τη διαδικασία εξυγίανσης είναι άγνωστο αν τελικά θα κατορθώσουν να έχουν ρευστότητα ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν και να καταβάλουν στους καταθέτες τους όλα τα χρήματα που κατατέθηκαν. Το βέβαιο είναι πως σε αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο καλείται να διατάξει τους μεσεγγυούχους να καταβάλουν ουσιαστικά ποσό €342.834,78 (το ποσό που κατασχέθηκε ήταν €480.000,00 και €1.385,00) ως ποσό στο οποίο έχουν συμφέρον οι Εναγόμενοι 1, το συμφέρον των Εναγόμενων 1 δεν είναι αυτό αλλά βρίσκεται υπό καθεστώς αβέβαιο το οποίο θα ξεκαθαρίσει στο μέλλον. Συνακόλουθα δεν υπάρχει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό διαθέσιμο, εκ μέρους των μεσεγγυούχων, προς τους Εναγόμενους
- Ποιο ποσό θα καταβληθεί τελικά θα είναι αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης ή επιτυχίας των μέτρων εξυγίανσης. Μέσα από την υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) ημερομηνίας 07.06.2013, κατά την ερμηνεία του άρθρου 3
(2)(δ) του Ν.17(i)/2013 υποδείχθηκε η δίοδος προς τους πιστωτές-καταθέτες για να αποταθούν στα Δικαστήρια με πολιτικές αγωγές προκειμένου να διεκδικήσουν οποιαδήποτε ζημιά τους από τη διαδικασία εξυγίανσης. Συνεπώς, αν το Δικαστήριο διέτασσε την πληρωμή όπως την ζητά ο Αιτητής, θα παρέκαμπτε την εν λόγω νομοθεσία και θα προδίκαζε πως οι Εναγόμενοι 1 δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά αφού θα έπαιρναν όλα τα χρήματα τους. Κατ΄επέκταση το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την πληρωμή του αιτούμενου ποσού στον Αιτητή, όταν αυτό το ποσό, σε αυτό το στάδιο, δεν θα μπορούσε να πληρωθεί στους εξ αποφάσεως οφειλέτες-Εναγόμενους
- Τυχόν διαταγή πληρωμής, πέραν του ότι δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορούσαν οι μεσεγγυούχοι να συμμορφωθούν, θα έθετε τους εξ αποφάσεως οφειλέτες-Εναγόμενους 1 σε καλύτερη μοίρα από τους υπόλοιπους καταθέτες των μεσεγγυούχων που έχουν καταθέσει χρήματα πέραν των €100.000,00 αλλά και ταυτόχρονα θα καταστρατηγούνταν ο σκοπός της θέσπισης του Ν.17(i)/2013 αφού θα επιτρεπόταν παράκαμψη του. Η θέση του συνηγόρου του Αιτητή πως το καθεστώς της εξυγίανσης είναι κάτι αβέβαιο και δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς πότε θα ολοκληρωθεί, ενισχύει περισσότερο τη θέση του Δικαστηρίου πως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς το συμφέρον των εξ αποφάσεως Οφειλετών-Εναγομένων
- Ο συνήγορος του Αιτητή, προφανώς αντιλαμβανόμενος την έλλειψη ρευστότητας, εισηγήθηκε πως η περίπτωση του Αιτητή θα πρέπει να ειδωθεί στη βάση της αρχής της χρονικής προτεραιότητας. Συνεπώς, εφόσον αυτός έσπευσε πρώτος θα πρέπει να του καταβληθούν τα χρήματα που οι μεσεγγυούχοι οφείλουν στους Εναγόμενους
- Η θέση δεν γίνεται αποδεκτή καθότι η αρχή της χρονικής προτεραιότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει υπό τις περιστάσεις που έχουν ήδη προαναφερθεί. Δεν την επιτρέπει το πνεύμα του Ν.17(i)/2013 και η διαδικασία εξυγίανσης στην οποία βρίσκονται οι μεσεγγυούχοι. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται πως δεν αποδείχθηκε με την απαραίτητη βεβαιότητα ότι το ποσό που ο Αιτητής ζητά να πληρωθεί από τους μεσεγγυούχους, είναι υπαρκτό και προς διάθεση των εξ αποφάσεως οφειλετών από τους μεσεγγυούχους. Ως εκ τούτου η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνεται ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Η επιλογή αυτή στηρίζεται στο ότι οι μεσεγγυούχοι παρέλειψαν να εμφανισθούν κατά την πρώτη εμφάνιση στην αίτηση για κατάσχεση και το διάταγμα κατέστηκε απόλυτο. Αυτό έδωσε το έναυσμα στον Αιτητή να προχωρήσει στην επίδικη αίτηση για πληρωμή. Αν όμως έθεταν τις θέσεις τους στην αίτηση για κατάσχεση το ζήτημα θα παρέμενε μέχρι εκεί χωρίς να δημιουργηθούν τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία Κατάσχεση εις χείρας τρίτου-Άρνηση πληρωμής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο