← Κύπρος

YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA ν. BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH, Aίτηση αρ. 5/2013, 31/1/2014

YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA ν. BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH, Aίτηση αρ. 5/2013, 31/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aίτηση αρ. 5/2013 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΥΠΕΓΡΑΦΗ ΜΕΤΑΞΥ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ ΗΜΕΠ. 14ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1986 ΓΙΑ ΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΣΕ ΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΥΡΩΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 172/1986 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ GAGARINSKY ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ (GAGARINSKY COURT OF MOSCOW) ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΗΜΕΡ. 11/6/2010 ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ (CIVIL CASE) ΑΡ. 2-110/2010 ΜΕΤΑΞΥ ΑNDREI FRIDRIHOVICH BORODIN EK ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΚΑΙ REPINA TATIANA NIKOLAEVNA EK ΛΕΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΞΥ: YUSHCHENKO TATIANA NIKOLAEVNA Αιτήτριας ΚΑΙ BORODIN ANDREY FRIDRIHOVICH Καθ' ου η αίτηση --------------------------- Αίτηση ημερ. 31.10.2013 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 31.1.2014 Για την αιτήτρια: κ. Αλ. Τσιρίδης Για την καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Ν. Αβρααμίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την εναρκτήρια αίτηση, η αιτήτρια επιδιώκει την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης Ρωσικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.2010, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας διατροφής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Ο καθ' ου καταχώρισε γραπτή ένσταση, αμφισβητώντας, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι εγκαταστάθηκε στην Κύπρο και διαμένει στη Λεμεσό, όπως προβάλλεται με την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση. Πέραν τούτου, καταχώρισε αίτηση (ημερ. 4.9.2013) με την οποία ζητά διάταγμα που να διατάσσει την αιτήτρια να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση της αίτησης, προκειμένου να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της παραγράφου 11 της ένορκης της δήλωσης. Με την εξεταζόμενη αίτηση η αιτήτρια ζητά άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να της επιτρέπεται η απάντηση στους ισχυρισμούς του καθ' ου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Χρ. Θεοδώρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ' ου. Το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμήριο 1. Με αυτήν, επιδιώκει να αντικρούσει τον ισχυρισμό που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Χρ. Θεοδώρου πως, σε συνεννόηση με το δικηγόρο της, σύνταξαν εικονικό συμβόλαιο ενοικίασης και ότι στην πραγματικότητα στο διαμέρισμα που ισχυρίζεται ότι ενοικιάζει, διαμένει ο δικηγόρος της, ενώ η ίδια δεν διαμένει στην Κύπρο. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού, επισυνάπτει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου καθώς και αντίγραφο τραπεζιτικής κατάστασης του λογαριασμού της, στην οποία παρουσιάζονται πληρωμές του ενοικίου με πάγια εντολή (standing order). Επιδιώκει, περαιτέρω, να αντικρούσει τη θέση του καθ' ου ως προς τη νομική υποχρέωση γνωστοποίησης αλλαγής του τόπου διαμονής ενός ρώσου υπηκόου και της διαδικασίας που ακολουθείται με βάση τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στη Ρωσία. Επισυνάπτει προς τούτο τις σχετικές νομικές διατάξεις, αντίγραφα δικαστικών εγγράφων από δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν στη Ρωσία καθώς και γνωμάτευση ρώσου δικηγόρου, επί του ζητήματος. Ο καθ' ου καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: Ι. Δεν προσδιορίζεται στην αίτηση η συγκεκριμένη δικονομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. ΙΙ. Δεν παρέχεται δικονομική δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια πρωτογενούς αίτησης, όπως είναι η παρούσα διαδικασία. ΙΙΙ. Δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να δικαιολογείται το αίτημα. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπές σε νομολογία. Ο συνήγορος της αιτήτριας υπόδειξε πως ο Νόμος 121

(1)/2000 (Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000) ρυθμίζει τη διαδικασία και τον τύπο της αίτησης, προβλέποντας πως η διαδικασία αρχίζει με αίτηση δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές (άρθρο 5(α) του Νόμου). Είναι φανερό, κατά το συνήγορο, ότι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 και κατά συνέπεια η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.48 θ. 4 και Δ.48 θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνεχίζοντας ο συνήγορος εξήγησε την ανάγκη που προέκυψε για την καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να δοθούν απαντήσεις στους ισχυρισμούς του Χρ. Θεοδώρου, ως προς τη θέση της αιτήτριας ότι είναι κάτοικος Κύπρου και εξασφάλισε άδεια παραμονής. Δεν ήταν προβλεπτό για την αιτήτρια, υπόδειξε ο συνήγορος, ότι ο καθ' ου θα αμφισβητούσε τη θέση της. Δίνονται, περαιτέρω, απαντήσεις σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τις υποχρεώσεις ρώσων υπηκόων να ενημερώνουν το Δικαστήριο και άλλες επίσημες αρχές στη περίπτωση αλλαγής της διαμονής τους σε μέρος εκτός της Ρωσικής Επικράτειας. Καταλήγοντας ο συνήγορος υποστήριξε πως έχει καταδειχθεί καλός λόγος και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση της αιτήτριας. Οι συνήγοροι του καθ' ου υποστήριξαν με τη σειρά τους πως όλοι οι λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι και δεν δικαιολογείται το αίτημα. Αρχίζοντας από τη δικονομική πτυχή, υπόδειξαν πως ελλείπει από τη νομική βάση της αίτησης η Δ.48 θ.4
(2)γεγονός που καθιστά ανύπαρκτη τη νομική της βάση και κατά συνέπεια, καθιστά την αίτηση νομικά αστήρικτη και έκθετη σε απόρριψη. Ανεξάρτητα με τα ανωτέρω, συνέχισαν οι συνήγοροι, η αίτηση για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης με βάση το Ν. 121
(1)/2000, συνιστά πρωτογενή αίτηση και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)που εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσης αιτήσεις. Παραπέμποντας σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και σε πρωτόδικες επί του εγειρόμενου ζητήματος, υποστήριξαν πως τα αμφισβητούμενα γεγονότα, στα πλαίσια πρωτογενών αιτήσεων, επιλύονται με προφορική μαρτυρία. Όσον αφορά την ουσιαστική πτυχή της αίτησης, υποστήριξαν πως η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλό λόγο. Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, η αιτήτρια επιχειρεί να μεταβάλει τις αρχικές της θέσεις που ήταν ότι μετακόμισε στην Κύπρο, όπου διέμενε, μετά από την έκδοση της απόφασης την οποία επιδιώκει να εγγράψει με την αίτηση της. Τα γεγονότα που επιδιώκει να παρουσιάσει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήταν γνωστά στην αιτήτρια και τα απέκρυψε, προβάλλοντας τον ψευδή, όπως ανάφεραν, ισχυρισμό ότι «μετακόμισε και ζει μόνιμα στην Κύπρο». Η αιτήτρια, κατέληξαν, είχε υποχρέωση να θέσει εξ' αρχής τα ορθά γεγονότα και η προσπάθεια της να μεταβάλει τις θέσεις της διαπνέεται από κακοπιστία. Όσον αφορά, τέλος, τους ισχυρισμούς για τις πρόνοιες του ρωσικού δικαίου, δεν έχουν πλέον σημασία εφόσον η αιτήτρια παραδέχεται ότι δεν διαμένει στην Κύπρο, αλλά την επισκέφθηκε μερικές φορές με σκοπό να αποκτήσει προσωρινή άδεια παραμονής. Επομένως, κατέληξαν οι συνήγοροι, ως προς αυτή την πτυχή, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι αχρείαστα και δεν έχουν σημασία για την υπόθεση. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, στο Νόμο 121
(1)/2000, προβλέπεται ο μηχανισμός για την υποβολή της αίτησης για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης, εν προκειμένω, του Δικαστηρίου Gagorinsky της Μόσχας, ημερομηνίας 11.6.2010, στην αστική υπόθεση Αρ. 2-110/2010. Το άρθρο 5
(1)(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: (α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης διά κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ' ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου: Νοείται ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί για υποκατάστατη επίδοση ισχύουν: Νοείται περαιτέρω ότι σε περιπτώσεις όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, η διαδικασία αρχίζει με μονομερή αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.» Η αναφορά στην πιο πάνω πρόνοια ότι τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας, δεν συνεπάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.48 θ.4
(2), όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας. Για τον απλούστατο λόγο, ότι η Δ.48 ρυθμίζει την εκδίκαση ενδιάμεσων και όχι πρωτογενών αιτήσεων, όπως είναι η παρούσα αίτηση (βλ. Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc
(1999)1 A.A.Δ. 124). Η δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 στην εναρκτήρια αίτηση, όπως αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978, δεν την εξομοιώνει με ενδιάμεση αίτηση (βλ. επίσης Hjihambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 A.A.Δ. 386). Απόλυτα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα είναι όσα λέχθηκαν από τον Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση του ημερ. 12.4.2011, στην αγωγή 1340/09 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ Oao Baltiyskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenko, που αφορούσε παρόμοιο αίτημα. Στο σχετικό με το θέμα μας απόσπασμα, επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι η αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης - που είναι εναρκτήρια αίτηση (βλ. και Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc
(1999)1 Α.Α.Δ. 124) - βασίζεται και στη Δ.48 δεν δίδει κατά την άποψη μου και δυνατότητα χρήσης των δικονομικών διατάξεων που αφορούν αποκλειστικά ενδιάμεσες αιτήσεις. Κι αυτό, γιατί ναι μεν αναγνωρίσθηκε νομολογιακά (βλ. Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω) ότι παρέχεται δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 και σε εναρκτήριες αιτήσεις, αλλά η αναγνώριση αυτή έγινε για σκοπούς υποβολής της (εναρκτήριας) αίτησης και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι ο θ.4
(2), που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Άλλο προσαρμογή για σκοπούς υποβολής της αίτησης και άλλο εφαρμογή σε τέτοιου είδους αιτήσεις και δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Υπενθυμίζεται σχετικά, ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θ.4
(2)- τέλος του 1999 - ήταν η εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην παρούσα όμως περίπτωση ζητείται ενεργοποίηση του θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση. Τέτοια δυνατότητα κατά την άποψή μου δεν υπάρχει και αν η αιτήτρια επιθυμεί να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της (εναρκτήριας) αίτησης της, μπορεί να το πράξει γιατί όπως είναι γνωστό η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις όχι μόνο είναι επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη.» Καταλήγω, συνεπώς, πως η κυρίως αίτηση, είναι πρωτογενής και εκδικάζεται ως εναρκτήρια κλήση και όχι με βάση τα περιορισμένα πλαίσια της Δ.48 θ.4
(2)που ρυθμίζει τη διαδικασία εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Η απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων μπορεί να γίνει με προφορική μαρτυρία. Αυτή η δυνατότητα προβλέπεται εξάλλου και στην παράγραφο 5
(1)(ζ) του αναφερθέντος Νόμου 121
(1)/2000, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η απόδειξη των γεγονότων δύναται να γίνει είτε με ένορκη δήλωση είτε με προφορική μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Η διαζευκτική δυνατότητα απόδειξης των γεγονότων με ένορκη δήλωση ή με προφορική μαρτυρία, δεν παρέχει στο δικαστήριο τη δικονομική δυνατότητα να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της αιτήτριας. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ' ης, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.