Δέσποινας Χρ. Βασιλείου κ.α. ν. Αγάπιου Αχιλλέως, Αριθμός Αγωγής: 3834/2009, 9/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3834/2009 Μεταξύ: Δέσποινας Χρ. Βασιλείου, από τον Άγιο Μάμα, Λεμεσός Λεωνίδα Βασιλείου, από τον Άγιο Μάμα, Λεμεσός Εναγόντων και Αγάπιου Αχιλλέως, από τον Άγιο Μάμα, Λεμεσός Εναγόμενου ---------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 3.7.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.1.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα. Ν. Παπακωνσταντίνου Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κ. Γ. Παπαντωνίου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Ρ. Τσαγγάρης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Συνοπτικά, τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου, σύμφωνα με τη έκθεση απαίτησης των πρώτων είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου, τεμάχιο 161 που βρίσκεται στον Άγιο Μάμα της επαρχίας Λεμεσού. Ο ενάγοντας είναι σύζυγός της και διαχειριστής του εν λόγω ακινήτου, εντός του οποίου βρισκόταν και/ή βρίσκεται μια μικρή πηγή. Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου, τεμάχιο 148 που γειτνιάζει με το ακίνητο της ενάγουσας. Κατά ή περί το 1997, ο τότε ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148 και αδελφός του εναγόμενου ζήτησε τη συγκατάθεση των εναγόντων καθώς και του εναγόμενου, ο οποίος κατείχε τότε κάποιο άλλο - διπλανό τεμάχιο, για σκοπούς εξασφάλισης άδειας ανόρυξης γεώτρησης στο τεμάχιο
- Ως αντάλλαγμα συμφώνησε να τους παράσχει το δικαίωμα να χρησιμοποιούν και αυτοί τη γεώτρηση για κάλυψη των αναγκών των ακινήτων τους, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όπου η πηγή των εναγόντων εντός του δικού τους τεμαχίου θα στέρευε λόγω της λειτουργίας της επίδικη γεώτρησης. Η σχετική συμφωνία έγινε στις 7.10.
- Κατά ή περί το 1999 ο εναγόμενος κατέστη ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148 και δυνάμει της παραπάνω συμφωνίας και μακράς πρακτικής, συνήθειας και/ή υποχρέωσης ήταν υποχρεωμένος να επιτρέπει στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν την εν λόγω γεώτρηση για το πότισμα των δέντρων που βρίσκονται στο δικό τους ακίνητο. Αυτό γινόταν αδιάκοπα μέχρι και τα μέσα Αυγούστου 2009 που ο εναγόμενος, κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας και/ή πρακτικής, ξαφνικά, παράνομα, αδικαιολόγητα και/ή καταχρηστικά απαγόρευσε στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν τη γεώτρηση. Συνεπεία της παραπάνω ενέργειας του εναγόμενου, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές. Συγκεκριμένα, τα δέντρα που διατηρούσαν στο ακίνητό τους και εκμεταλλεύονταν, ζώντας από τα εισοδήματα που επέφερε η πώληση των καρπών τους, λόγω της στέρησης νερού ξηραθήκαν. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος που να τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την επίδικη γεώτρηση για σκοπούς άρδευσης του ακινήτου τους καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο, στους αντιπροσώπους και/ή κληρονόμους τους να παρεμποδίζουν τους ενάγοντες και/ή αντιπροσώπους και/ή κληρονόμους τους να χρησιμοποιούν την επίδικη γεώτρηση. Περαιτέρω αξιώνουν αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν τα δέντρα και οι καρποί τους, εκτιμητικά έξοδα και τέλος, τα έξοδα της αγωγής. Οι εναγόμενος, με την υπεράσπισή του παραδέχεται μέρος των ισχυρισμών των εναγόντων που συνθέτουν την εναντίον του απαίτησή τους και αρνείται τους υπόλοιπους. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Αρνείται ότι είναι ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148, ωστόσο παραδέχεται ότι σ' αυτό βρίσκεται η επίδικη γεώτρηση. Ισχυρίζεται ότι αγόρασε το συγκεκριμένο τεμάχιο από τον αδελφό του Ανδρέα και μετά ο ίδιος προέβηκε στην ανόρυξη της επίδικης γεώτρησης. Ακολούθως μεταβίβασε το εν λόγω τεμάχιο στο γιο του. Καταληκτικά ζητά την απόρριψη της αγωγής και όλων των αξιώσεων των εναγόντων, με έξοδα σε βάρος τους. Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν τ' ακόλουθα: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για την συνένωση ως εναγόμενου 2 του Αχιλλέα Αγάπιου Αχιλλέως. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και/ή προσθήκης σ' αυτόν από: ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Κλίμακα: €2.000-€10.000 Αρ. Αγωγής 3834/2009 Μεταξύ:
- ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΡ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός
- ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός Ενάγοντες Και ΑΓΑΠΙΟΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός Εναγόμενος σε: ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Κλίμακα: €2.000-€10.000 Αρ. Αγωγής 3834/2009 Μεταξύ:
- ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΧΡ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός
- ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός Ενάγοντες Και
- ΑΓΑΠΙΟΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός
- ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΑΓΑΠΙΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ από τον Αγ. Μάμα, Λεμεσός Εναγόμενων Γ. Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου για την τροποποίηση και/ή αντικατάσταση και/ή προσθήκη στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: α. Την προσθήκη του αριθμού «1» μετά τις λέξεις «Ο εναγόμενος» σε όλες στις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. β. Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 2 με την ακόλουθη παράγραφο, ως παραγράφου («2»): «Ο Εναγόμενος 1 είναι διαχειριστής του γειτνιάζοντος ακινήτου με αρ. Τεμαχίου 148, Φ/Σχ 47/22 εντός του οποίου βρίσκεται μια γεώτρηση, στο εξής η γεώτρηση. Ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι ο Εναγόμενος 2». γ. Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 5 με την ακόλουθη παράγραφο, ως παραγράφου («5»): «Ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είναι αδερφός του Κωνσταντίνου Ανδρέα κατά ή περί το 1999 κατέστη ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148 και δυνάμει της ως άνω γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή μακράς πρακτικής και συνήθειας και/ή υποχρέωσης, ήταν και/ή είναι υποχρεωμένος να επιτρέπει και/ή επέτρεπε στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν την γεώτρηση που βρίσκεται εντός του τεμ. 148 για το πότισμα των δέντρων που βρίσκονται στο ακίνητο τους. Περί το 2004 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε το τεμάχιο 148 στον υιό του τον Εναγόμενο 2 όμως εξακολούθησε να διαχειρίζεται και/ή κατέχει το τεμάχιο. Από την σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας, οι Ενάγοντες χρησιμοποιούσαν την γεώτρηση που βρίσκεται στο τεμάχιο 148 για το πότισμα των δένδρων εντός του ακίνητου τους, αδιάκοπα για περίοδο πέρα των 12 ετών χωρίς κανένα εμπόδιο και/ή με την σύμφωνη γνώμη και συγκατάθεση των Εναγομένων 1 και 2 και/ή σύμφωνα με την συμφωνία ημερομηνίας 7/10/1997 και/ή την κοινή αντίληψη των διαδίκων, μέχρι τα μέσα Αυγούστου 2009 όπου ο Εναγόμενος 1 ξαφνικά τους απαγόρευσε αδικαιολόγητα και/ή καταχρηστικά να την χρησιμοποιούν. Περισσότερες λεπτομέρειες επιφυλάσσονται να δοθούν κατά τη δικάσιμο». δ) Με την αντικατάσταση στο αιτητικό μέρος του τίτλου Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΕΙΝΑΙ με τα ακόλουθα «Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ ΕΙΝΑΙ» ε) Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου Α του Αιτητικού μέρους της Έκθεσης Απαίτησης κάτω από τον τίτλο Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΕΙΝΑΙ με την ακόλουθη παράγραφο, ως παραγράφου («Α»): «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το δικαίωμα των Εναγόντων να χρησιμοποιούν την γεώτρηση που βρίσκεται στο τεμάχιο 148 Φ/Σχ 47/22 ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2 για το πότισμα των δέντρων εντός του ακίνητου τους τεμ
- στ) Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου Β του Αιτητικού μέρους της Έκθεσης Απαίτησης κάτω από τον τίτλο Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΕΙΝΑΙ με την ακόλουθη παράγραφο, ως παραγράφου («Β»). Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2, στους αντιπροσώπους και/ή κληρονόμους τους να παρεμποδίζουν τους Ενάγοντες και/ή αντιπροσώπους και/ή κληρονόμους τους να χρησιμοποιούν την γεώτρηση που βρίσκεται εντός του ακινήτου αρ. τεμ. 148, Φ/Σχ 47/22 για το πότισμα των δέντρων εντός του ακινήτου των Εναγόντων». ζ) Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου Γ του Αιτητικού μέρους της Έκθεσης Απαίτησης κάτω από τον τίτλο Η ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΕΙΝΑΙ με την ακόλουθη παράγραφο, ως παραγράφου («Γ»). Απόφαση και/ή διάταγμα του δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €3.985,00 πλέον νόμιμο τόκο ως αποζημίωση. η) Με την προσθήκη νέας παραγράφου ως παράγραφος 9 τα ακόλουθα «Ο Εναγόμενος 2 με την συμπεριφορά του και/ή σιωπηρά επέτρεψε στον Εναγόμενο 1 να απαγορεύσει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν την γεώτρηση του τεμαχίου του 148 για το πότισμα των δέντρων του ακίνητου των Εναγόντων με αποτέλεσμα λόγω της στέρησης νερού και/ή ένεκα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2 αυτά να ξεραθούν και να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά». ι) Με την αρίθμηση της υφιστάμενης παραγράφου 9 ως παράγραφος
- Δ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει και δίκαιο να διατάξει υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Ε. Τα έξοδα, έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.1 μέχρι 13, Δ.10 Θ.Θ.7, 8 και 12, Δ.11, Δ.12, Δ.25 Δ.48 Θ.Θ.2
(1)
(3)1 μέχρι 9, Δ.63 και Δ.64, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης καθώς και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
- Η αίτηση στερείται νομικής και πραγματικής βάσης.
- Με την αίτηση προβάλλονται νέοι λόγοι που επηρεάζουν την βάση της αγωγής και/ή τροποποιείται και προστίθεται νέα βάση αγωγής.
- Η προτιθέμενη τροποποίηση καταχρηστικά εισαγάγει νέα στοιχεία, τα οποία ουδέποτε αναφέρθηκαν προηγουμένως ή στην Έκθεση Απαίτησης ως έχει.
- Η αίτηση προκαλεί αδικία στον Καθ' ου η αίτηση 1 στην υπεράσπιση του γιατί η τροποποίηση που επιδιώκεται είναι ουσιαστική και αν επιτραπεί θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
- Η αίτηση γίνεται μετά από μεγάλη καθυστέρηση και κανένας σοβαρός λόγος δεν δίδεται για αυτή την καθυστέρηση.
- Η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.
- Οι Αιτητές είχαν πολλές ευκαιρίες να προβούν σε τροποποίηση τις οποίες άφησαν ανεκμετάλλευτες ενώ πρόκειται για στοιχεία τα οποία κατείχε και στα οποία έγινε αναφορά εξ' αρχής στην Υπεράσπιση και ήταν γνωστά στους Αιτητές εξ' αρχής.
- Η αίτηση αφορά γεγονότα και/ή νομικά σημεία που ήταν εξ' αρχής γνωστά στους Ενάγοντες και της δίδουν αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα.
- Τα γεγονότα που προσπαθούν να εισαγάγουν στην παρούσα διαδικασία οι Ενάγοντες έπρεπε να προβληθούν αυτοτελώς τον κατάλληλο χρόνο ως οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας ορίζουν.
- Η αίτηση στερεί τους Καθ' ων η Αίτηση από το δικαίωμα του να εκδικαστεί η υπόθεση σε εύλογο χρόνο με καθαρή βάση αγωγής και απαίτησης και τους παρασέρνει σε περαιτέρω χρονοβόρες διαδικασίες και ειδικά για τον εναγόμενο.
- Η αίτηση προκαλεί περαιτέρω ζημιά και βλάβη στον Καθ' ου η αίτηση που ήδη προκάλεσε η παρούσα αγωγή.
- Η αγωγή στο στάδιο που υποβάλλεται, εκτροχιάζει την δίκη από την προσδιορισθείσα της πορεία.
- Οι Αιτητές καταχρώνται των διαδικασιών του Δικαστηρίου και/ή η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική.
- Οι τροποποιήσεις που ζητούνται να γίνουν είναι ουσιαστικές και πολλές σε αριθμό χωρίς να δικαιολογούνται και αφορούν σημεία τα οποία διαφαίνονται στην Υπεράσπιση και θα έπρεπε να γίνουν αντιληπτά είτε κατά την ετοιμασία των δικογράφων είτε κατά την προσαγωγή της κυρίως τους μαρτυρίας». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.1 μέχρι 11, Δ.12, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 5, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και 7 μέχρι 9 και Δ.64 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου καθώς και του προτεινόμενου για προσθήκη ως εναγόμενου 2, υιού του πρώτου, Αχιλλέα Αγαπίου Αχιλλέως. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. και Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση τίθεται και θέμα προσθήκης διαδίκου προστίθενται και τα εξής: Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.772: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society
(1890)44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co
(1895)2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co
(1896)2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards
(1927)1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres
(1893)1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel
(1894)2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, 332)». Βλέπε και την Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1818, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England
(1950)2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117. Στην Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.»» Περαιτέρω, σύμφωνα με την Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ. ά. (Αρ.1)
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Βλέπε και τη Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 378/2008, ημερομηνίας 23.9.
- Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των λόγων ένστασης σ' αυτή. Ειδικότερα: Η αίτηση αποτελείται από δύο σκέλη που είναι απόλυτα συνυφασμένα και αλληλένδετα μεταξύ τους, υπό την εξής έννοια: για να έχει νόημα το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης αποτελεί προαπαιτούμενο η αποδοχή του αιτήματος για προσθήκη του υιού του εναγόμενου, ως εναγόμενου
- Διαφορετικά, το αίτημα τροποποίησης θα είναι άνευ αντικειμένου. Με αυτό ως δεδομένο, θα εξετάσω καταρχήν το αίτημα για προσθήκη διαδίκου. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι ο προτεινόμενος - νέος διάδικος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι ακόμη ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148, εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη γεώτρηση, σε συνδυασμό και με τις αιτούμενες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου, σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων, όχι μόνο αναγκαίο διάδικο θεωρώ τον υιό του εναγόμενου, αλλά, ομολογώ μου προκαλεί κατάπληξη το γεγονός που τόσο αυτός όσο και ο εναγόμενος πατέρας του ενίστανται στο αίτημα για προσθήκη του πρώτου ως συνεναγόμενου του δεύτερου στην αγωγή. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, ως έχει μέχρι στιγμής, μεταξύ άλλων ζητούν και την έκδοση διατάγματος που να τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την επίδικη γεώτρηση, η οποία βρίσκεται μέσα στο ακίνητο του προτεινόμενου - νέου διαδίκου καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο και/ή στους κληρονόμους του - δηλαδή και στον προτεινόμενο - νέο διάδικο - από το να τους παρεμποδίζουν να χρησιμοποιούν την εν λόγω γεώτρηση είναι φανερό ότι σε περίπτωση απόρριψης της υπό κρίση αίτησης και αργότερα επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων θα επηρεαστούν τα νομικά δικαιώματα και συμφέροντα του προτεινόμενου - νέου διαδίκου επί της περιουσίας του, χωρίς προηγουμένως να του δοθεί το δικαίωμα και η ευκαιρία να ακουστεί στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας που θα οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα. Για να γίνει απόλυτα κατανοητό τι θέλω να πω, διερωτώμαι πώς θα ένιωθε ο προτεινόμενος - νέος διάδικος, σε περίπτωση που κάποια στιγμή, βρισκόταν αντιμέτωπος με ένα διάταγμα, δυνάμει του οποίου θα αναγνωριζόταν στους ενάγοντες το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την επίδικη γεώτρηση, η οποία βρίσκεται μέσα στην περιουσία του, είτε ακόμη που θα του απαγόρευε να τους παρεμποδίζει τους να χρησιμοποιούν την εν λόγω γεώτρηση, χωρίς να έχει ακουστεί κι αυτός από το Δικαστήριο και προβάλει τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς έναντι των αντίστοιχων θέσεων και ισχυρισμών των εναγόντων που θα οδηγήσουν στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Επομένως, ανάμενα ότι τόσο ο εναγόμενος πατέρας του όσο και, κυρίως αυτός, όχι απλώς ένσταση δε θα είχαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αλλά, αντίθετα, ενδεχομένως θα έπρεπε οι ίδιοι να επιδιώξουν ό, τι επιδιώκουν οι ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση. Ακόμη ένα στοιχείο που αποκαλύπτει ότι ο προτεινόμενος για προσθήκη ως εναγόμενος 2 στην αγωγή αποτελεί αναγκαίο διάδικο αποτελεί το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του ίδιου, με την οποία, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι με την υπό κρίση αίτηση επηρεάζεται η γραμμή υπεράσπισής του, την οποία, όπως αναφέρει, δεν μπορεί να προβάλει επειδή κατέστη ιδιοκτήτης του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη γεώτρηση, χωρίς κανένα εμπράγματο βάρος κ.ο.κ. Η ουσία των παραπάνω ισχυρισμών του προτεινόμενου ως εναγόμενου 2, για ό, τι μας ενδιαφέρει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας εδράζεται στον ισχυρισμό του ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή την οποία και αποκαλύπτει. Επομένως και καθ' ομολογία του αποτελεί αναγκαίο διάδικο, γεγονός το οποίο με απλά λόγια σημαίνει ότι ικανοποιείται το αναγκαίο κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να αποδεχτώ την αίτηση και να διατάξω την προσθήκη του ως επιπλέον εναγόμενου. Προστίθενται και τα εξής: Δεδομένης της φύσης της αγωγής των εναγόντων και των αιτούμενων με αυτή αξιώσεών τους εναντίον του εναγόμενου, όπως θα διαφανεί αμέσως, ακόμη και να μην υπήρχε η υπό κρίση αίτηση και κατά την ακρόαση της αγωγής προέκυπτε ότι για σκοπούς ευόδωσής της θα αποτελούσε αναγκαίο όρο να είχε προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος και ο προτεινόμενος ως τέτοιος με τη υπό κρίση, όχι μόνο δε θα είχα δικαίωμα να απορρίψω την αγωγή, αλλά, αντίθετα, θα είχα υποχρέωση να ασκήσω αυτεπάγγελτα τη διακριτική μου εξουσία δυνάμει της Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να διατάξω την προσθήκη του ως συνεναγόμενου στην αγωγή. Στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Alexander Keith Edward, Πολιτική Έφεση Αρ.240/2008, ημερομηνίας 22.11.2013, σε αγωγή για χρησικτησία μέρους κτήματος, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της εφεσείουσας, επειδή σύμφωνα με τη μαρτυρία το κτήμα θα μπορούσε να διεκδικηθεί και από κάποια ονόματι Σάββα, η οποία όμως δεν είχε προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος - εναγόμενη στην αγωγή. Κρίθηκε από το εφετείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα έπρεπε να είχε ασκήσει από μόνο του τη διακριτική του εξουσία που του παρέχει η Δ.9 Θ.10 και να διατάξει την προσθήκη της υπό αναφορά, ως συνεναγόμενης στη διαδικασία της αγωγής. Η παράλειψή του να το κάνει κρίθηκε εσφαλμένη, με αποτέλεσμα τον παραμερισμό της εκκαλούμενης απόφασης και τη διαταγή για προσθήκη της Σάββα ως συνεναγόμενης στην αγωγή, της οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση. Όλα αυτά, επειδή η τελευταία θεωρήθηκε αδιαμφισβήτητα ως αναγκαίος διάδικος και ότι η προσθήκη της ήταν απαραίτητη, δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων της. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Απ' εκεί και πέρα σε ό, τι αφορά το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης παρατηρώ τα εξής: Ο πρώτος λόγος ένστασης εξ αντικειμένου είναι αβάσιμος. Και ο δεύτερος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος, μολονότι και βάσιμος να ήταν, το πραγματικό του δεν αποτελεί άνευ άλλου παραδεκτό λόγο απόρριψης αίτησης τροποποίησης δικογράφων. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ορθό ότι με την υπό κρίση αίτηση προστίθεται νέα βάση αγωγής. Αυτό που συμβαίνει είναι το εξής: με την αίτησή τους οι ενάγοντες επιδιώκουν απλώς διεύρυνση της υφιστάμενης βάσης αγωγής, για σκοπούς θεμελίωσης των υφιστάμενων αξιώσεών τους και εναντίον του υιού του εναγόμενου, ο οποίος, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί κρίθηκε ως αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Και ο τρίτος λόγος ένστασης εξ αντικειμένου είναι αβάσιμος οπότε και απορρίπτεται. Τα όποια νέα στοιχεία εισάγονται με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιδιότητα του υιού του εναγόμενου, ως ιδιοκτήτη του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη γεώτρηση, που για να επαναλάβω κρίθηκε αναγκαίος διάδικος. Με αυτό ως δεδομένο, οι ενάγοντες, δικαιολογημένα θα έπρεπε να συμπεριλάβουν στην έκθεση απαίτησης της αγωγής τους και όλα εκείνα τα γεγονότα που κατά την άποψή τους θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον και του τελευταίου. Συμφωνώ ότι τα υπό αναφορά στοιχεία - ορθότερα, επιπλέον ισχυρισμοί - δεν αναφέρονται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης. Εξάλλου, αυτός είναι και ο λόγος που οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία περιορίζονται σε αίτημα για προσθήκη του υιού του εναγόμενου ως συνεναγόμενού του στην αγωγή και σε αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, βασικά, για σκοπούς συμπερίληψης των αναγκαίων εκείνων ισχυρισμών γεγονότων, τα οποία - για να επαναλάβω - θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους και εναντίον του νέου διαδίκου, χωρίς να αναιρούν επί της ουσίας οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι συνθέτουν την υφιστάμενη μέχρι στιγμής έκθεση απαίτησής τους. Επομένως, καθόλου θέμα κατάχρησης - ή καταπίεσης, όπως αναφέρεται σε άλλο λόγο ένστασης - εκ μέρους των εναγόντων υφίσταται μέσω τω επιδιωκόμενων τροποποιήσεων. Και ο τέταρτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Καταρχήν, για ό, τι αφορά τον εναγόμενο, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια είναι ουσιαστικές οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, ως επίσης και γιατί εάν αυτές επιτραπούν, θα έχουν ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ακολούθως και γιατί ακόμη και να ισχύει το τελευταίο - που δεν ισχύει - θα προκληθεί αδικία στον ίδιο και την υπεράσπισή του. Καταρχήν, σε περίπτωση αποδοχής των αιτούμενων τροποποιήσεων, οι μόνες αλλαγές που θα σημειωθούν είναι οι εξής: οι ενάγοντες εξακολουθούν να καταλογίζουν στον εναγόμενο όσα του καταλογίζουν με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησής τους, με μόνη διαφορά ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, του καταλογίζουν ότι τους απαγόρευσε να χρησιμοποιούν την επίδικη γεώτρηση, υπό τη ιδιότητά του ως διαχειριστή του τεμαχίου 148, εντός του οποίου βρίσκεται η γεώτρηση. Κατά τα λοιπά καταλογίζουν στο συνεναγόμενο υιό του - και νέο διάδικο στην αγωγή - που είναι και ιδιοκτήτης του παραπάνω τεμαχίου ότι με τη συμπεριφορά του και/ή σιωπηρά επέτρεψε στον εναγόμενο πατέρα του να προβεί στη σχετική απαγόρευση. Τέλος, το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης διατυπώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε οι αιτούμενες θεραπείες να στρέφονται εναντίον και των δύο εναγόμενων. Εν πάση περιπτώσει, για να καταλήξω με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, επειδή ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η αίτηση προκαλεί αδικία στον ίδιο στην υπεράσπισή του, θεωρώ σκόπιμο να του υπενθυμίσω την πάγια και βασική νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία: «Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.» Βλέπε την Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω). Δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόντων, απότοκο του γεγονότος ότι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, ενώ ο εναγόμενος απότυχε να με πείσει ότι σε περίπτωση έγκρισής της, θα προκληθεί στον ίδιο βλάβη ή αδικία που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Επομένως, μέχρι στιγμής, όλα συνηγορούν στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Είναι γεγονός, ότι, όπως αναφέρεται στον πέμπτο λόγο ένστασης, η αίτηση γίνεται μετά από μεγάλη καθυστέρηση και οι ενάγοντες απότυχαν να δικαιολογήσουν με απόλυτα πειστικό τρόπο τη σημειωθείσα καθυστέρηση. Η προσπάθειά τους να με πείσουν πως δεν υπήρξε αδράνεια ή ολιγωρία εκ μέρους τους, σε σχέση με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση υπήρξε ανεπιτυχής. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.6.2011 αποκάλυψε ότι δεν είναι ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 148 το οποίο μεταβίβασε στον υιό του, οι ενάγοντες θα μπορούσαν με μια απλή έρευνα στο κτηματολόγιο να ελέγξουν κατά πόσο ευσταθούσε ο ισχυρισμός αυτός, οπότε και δε θα άφηναν να περάσουν δύο και πλέον χρόνια μέχρι και τις 3.7.2013 που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Ωστόσο, δεδομένου ότι, συν τοις άλλοις, η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει, έχω τη γνώμη, ότι, επί του προκειμένου αμέλειά τους δεν αποτελεί επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης. Για να επαναλάβω, σύμφωνα με τη Χριστοδούλου (ανωτέρω): «η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.», ενώ όπως υποδεικνύεται στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων (ανωτέρω επίσης): «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.». Παραπέμπω ακόμη και στην Παπαχρυσοστόμου και πάλιν, σύμφωνα με την οποία: «.ο λόγος της καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη για τροποποίηση.» Τέλος, στην υπόθεση Clive Preece, (ανωτέρω) παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης, με μόνο λόγο ότι δεν επιτράπηκε αίτηση τροποποίησης των εφεσειόντων. Το εφετείο παρατήρησε και τα εξής, μεταξύ άλλων: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Πολλώ μάλλον, που στην παρούσα υπόθεση, η ακρόαση δεν έχει ακόμη αρχίσει. Για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί θεωρώ ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες όχι μόνο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων, αλλά, δεδομένης της φύσης τους καθώς και της αγωγής και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Επομένως, το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης και ιδιαίτερα για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της, οι αιτούμενες τροποποιήσεις καθίστανται αναγκαίες από κάθε άποψη. Ακολουθεί ότι και ο έκτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Οι έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι ένστασης είναι συναφείς μεταξύ τους και έχουν απαντηθεί κατά την εξέταση προηγούμενων λόγων ένστασης, οι οποίο έχουν απορριφθεί. Κατά συνέπεια και αυτοί απορρίπτονται. Και ο δέκατος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Καταρχήν, αν ληφθεί υπόψη ότι στις 24.1.20013 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, μετά από κοινό αίτημα των διαδίκων αναβλήθηκε και ορίστηκε για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού στις 13.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία, μετά από αίτημα των εναγόντων όπως οριστεί εκ νέου για οδηγίες επειδή θα καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου συναίνεσε στο σχετικό αίτημα, ο τελευταίος δε νομιμοποιείται να εγείρει έστω έμμεσα θέμα παραβίασης του συνταγματικού του δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Εν πάση περιπτώσει, κατά πόσο υπάρχει τέτοια παραβίαση καθώς έχει νομολογηθεί είναι κάτι που θα διαγνωσθεί μέσα από τη διεξαγωγή της δίκης στο τέλος της διαδικασίας, με την έκδοση της τελικής απόφασής μου επί της αγωγής. Οι τέσσερις τελευταίοι λόγοι ένστασης, με κάπως διαφορετική διατύπωση, βασικά αποτελούν επανάληψη προηγούμενων λόγων ένστασης, οι οποίοι έχουν απορριφθεί. Επομένως και αυτοί απορρίπτονται. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης, χωρίς την επιβολή οποιωνδήποτε όρων. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και να επιδοθεί στον εναγόμενο 2 εντός περεταίρω 15 ημερών, ο οποίος θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει εμφάνιση εντός περαιτέρω 10 ημερών. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την ημέρα καταχώρησης εμφάνισης ή αναλόγως, από την πάροδο της προθεσμίας καταχώρησης εμφάνισης. Η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, να καταχωρηθεί εντός περεταίρω 10 ημερών και τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση, εντός περαιτέρω 5 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται ως ακολούθως: της αίτησης, υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου
- Όσα θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης, υπέρ του εναγόμενου 1 και σε βάρος των εναγόντων (βλ. τη Σοφιανού, ανωτέρω). Στο σύνολό τους τα έξοδα, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο