← Κύπρος

Giedrius Gaizauskas ν. Λόρδος & Φλωρεντιάδης Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1727/13, 21/1/2014

Giedrius Gaizauskas ν. Λόρδος & Φλωρεντιάδης Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1727/13, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1727/13 Μεταξύ: Giedrius Gaizauskas, από τη Λιθουανία και σήμερα στο Βέλγιο και 1. Λόρδος & Φλωρεντιάδης Λτδ κ.α. Ημερομηνία: 21.1.14 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1-5 / Αιτητές: κα Άνθια Ιωάννου για κ. Μ. Ιωάννου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Αλέξη για κκ Χ. Κυριακίδη ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση o κ. Αντ. Χριστοφή -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους των Εναγόμενων 1-5 / Αιτητών στις 17.10.13 με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου: «διατάττον τον Ενάγοντα όπως δώσει εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του τοιούτου διατάγματος ασφάλειαν για τα έξοδα στο ποσόν των € 10.000 και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια και σε περίπτωση που δεν δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο η αγωγή να απορριφθεί με έξοδα». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.60, θθ 1, 5 και Δ.48, θ.9(
  2. t)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την «πρακτική και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου». Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Δημήτρη Λόρδου, διευθυντή της Εναγόμενης 4 εταιρείας και εξουσιοδοτημένου υπό της τελευταίας αλλά και των Εναγόμενων 1-3 και 5 όπως προβεί εκ μέρους και για λογαριασμό τους στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων οι Αιτητές στηρίζουν την υπό κρίση αίτηση προκύτπουν από τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει και τα οποία σημειώνονται ως Τεκμήρια Β - Ε: δήλωση (DECLARATION) ημερομηνίας 27.10.00 φερόμενη ως υπογραφείσα από τον Καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία - Τεκμήριο Β. Με αυτήν δηλώνεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσσία (of Russia) και είναι κάτοχος του Ρώσικου διαβατηρίου 21 No 1349748 επιστολή ημερομηνίας 17.10.00 απευθυνόμενη προς τους Εναγόμενους 1-4 και φερόμενη ως υπογραφείσα από τον Καθ' ου η αίτηση - Τεκμήριο Γ. Κάτω από την υπογραφή, την φερόμενη ως υπογραφή του Καθ' ου η αίτηση, αναφέρεται ο αριθμός διαβατηρίου, 21 No 1349748, και κάποια διεύθυνση. Σε σχέση με το τελευταίο δηλώνεται η χώρα της Λιθουανίας, η πόλη Slavliai και κάποια διεύθυνση (Vilniaus str. Ph. No. 22290) ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο (special power of attorney) ημερομηνίας 19.9.00 φερόμενo ως υπογραφέν από τον Καθ' ου η αίτηση στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Μόσχα - Τεκμήριο Δ. Με το έγγραφο αυτό δηλώνεται, μεταξύ άλλων, και πάλι ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσσία και είναι κάτοχος του διαβατηρίου 21 No 1349748 «Έγγραφον Ακυρώσεως και Απαλλαγής» ημερομηνίας 22.6.95 - Τεκμήριο Ε. Σύμφωνα με τους Αιτητές το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόμενων 1-4 και του Καθ' ου η αίτηση. Και ότι στην πρώτη σελίδα αυτού αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσσία και είναι κάτοχος του διαβατηρίου με αριθμό LB610555. Υπό το φως των πιο πάνω και δη του ότι σε κάποια από τα πιο πιο πάνω έγγραφα - τεκμήρια αναφέρεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσία και σε κάποια άλλα ότι είναι από την Λιθουανία είναι η θέση των Αιτητών ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι Ευρωπαίος πολίτης. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του από τον δικηγόρο του προβάλλονται 11 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μύριας Λοϊζου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένης από τον τελευταίο όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Κάποιοι από τους λόγους ένστασης είναι επάλληλοι και με αυτούς προβάλλεται η θέση ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα καθότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος Βελγίου και, επομένως, χώρας κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (λόγοι ένστασης 1-4). Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης για τον πιο πάνω λόγο δεν παρέχεται στο Δικαστήριο περιθώριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Και κατά συνέπεια, να προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών παραγόντων οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του αυτής (τέταρτος λόγος ένστασης). Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και/ή καταπιεστικά και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη της Συνθήκης αναφορά στην οποία γίνεται στο δέκατο λόγο ένστασης. Στοχεύει δε στην παρεμπόδιση της απαίτησης του Καθ' ου η αίτηση και/ή στην δημιουργία πίεσης στον Καθ' ου η αίτηση ώστε να μην προωθήσει την διαδικασία. Ταυτόχρονα με αυτή επιδιώκεται η παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον έκτο και έβδομο λόγο ένστασης η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι αόριστη και/ή ατεκμηρίωτη. Είναι ελλιπής και δεν αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία δύνανται να ενεργοποιήσουν την διαδικασία παροχής ασφάλειας εξόδων και περιέχει ψευδείς και/ή αβάσιμους και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς. Σύμφωνα με τον όγδοο λόγο ένστασης άνευ βλάβης των όσων πιο πάνω αναφέρονται και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα η υπό κρίση δεν μπορεί να πετύχει καθότι: οι Αιτητές είναι πλήρως εξασφαλισμένοι για την ικανοποίηση εξόδων που ήθελε εκδοθούν υπέρ τους δεδομένης της φερεγγυότητας του Καθ' ου η αίτηση η οποία και δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές τυχόν απόφαση υπέρ των Αιτητών δύναται να ικανοποιηθεί και με βάση τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας περί εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων η υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση είναι ισχυρή, κάτι το οποίο δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές. Σύμφωνα με τον ένατο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης. Σύμφωνα με τον δέκατο λόγο ένστασης και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι Ρώσος, κάτι το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται, συντρέχει επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης για την Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 172/86, δεν επιτρέπει και/ή ρητά απαγορεύει την παροχή εγγυήσεων για δικαστικά έξοδα από πολίτες των συμβαλλομένων μερών. Τέλος, και σύμφωνα με τον εντέκατο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με αναιτιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς να δοθεί επαρκής εξήγηση γι' αυτήν. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση απορρίπτονται τα όσα προβάλλονται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Συνοπτικά οι θέσεις που διατυπώνονται σε αυτήν εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση είναι οι ακόλουθες: (Α) Ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Λιθουανία και όχι από την Ρωσία, έχει Λιθουανική υπηκοότητα και σήμερα είναι μόνιμος κάτοικος Βελγίου. Προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών η Μύρια Λοίζου επισύναψε στην ένορκό της δήλωση τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της: (α) πιστοποιητικό υπηκοότητας του Καθ' ου η αίτηση ((certificate of citizenship) εκδοθέν από την Πρεσβεία της Λιθουανίας στο Βέλγιο ημερομηνίας 28.10.13 - Τεκμήριο 1 - και (β) δεύτερο πιστοποιητικό εκδοθέν από την Πρεσβεία της Λιθουανίας στο Βέλγιο ημερομηνίας 28.10.13 - Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 ο Καθ' ου η αίτηση έχει Λιθουανική υπηκοότητα και είναι κάτοχος Λιθουανικού διαβατηρίου με αριθμό 22866742 το οποίο εκδόθηκε στις 30.6.11 με ισχύ μέχρι 30.6.21. Η διεύθυνσή του είναι 8/3 Haarstraat, 2000 στην πόλη Αμβέρσα (Antwerpen) του Βελγίου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 ο Καθ' ου η αίτηση γεννήθηκε στο Siauliai της Λιθουανίας στις 24.1.67 και είναι κάτοχος Λιθουανικού διαβατηρίου με αριθμό 22866742. Στις 22.6.11 δήλωσε ως κατοικία του το Βέλγιο. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να τύχει της έγκρισης του Δικαστηρίου. Σημειώνονται, επίσης, τα ακόλουθα. Στο Τεκμήριο Ε ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος και, κατά συνέπεια, η αναφορά σε καταγωγή και αριθμό διαβατηρίου δεν είναι αναφορά δική του ή που έγινε από τον ίδιο προσωπικά ή εκ μέρους του. Κακόπιστα, λοιπόν, ο Δημήτρης Λόρδος στην ένορκό του δήλωση παρουσιάζει το εν λόγω έγγραφο ως υπογραφέν υπό του Καθ' ου η αίτηση. Δεύτερο, ο αριθμός διαβατηρίου LB 610555, που αναφέρεται στο Τεκμήριο Ε, είναι ο αριθμός του παλιού διαβατηρίου του Καθ' ου η αίτηση, το οποίο είναι, επίσης, Λιθουανικό διαβατήριο. Αυτό είχε εκδοθεί το έτος 1993 και χρησιμοποιήθηκε από τον τελευταίο στην σύμβαση πώλησης του επίδικου στην αγωγή διαμερίσματος το έτος 1995 ως ρητά σε αυτήν αναφέρεται και η οποία βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. (Β) Τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι προϊόν απάτης και συνομωσίας των Εναγόμενων. Πρόκειται περί εγγράφων τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε είχε στην κατοχή του ή είδε ή υπέγραψε. Συγκεκριμένα ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε Drodz Vladimir ή άλλο πρόσωπο να υπογράψει εκ μέρους του οποιαδήποτε συμφωνία ακύρωσης ή άλλη συμφωνία αναφορικά με το επίδικο στην αγωγή διαμέρισμα ως στο Τεκμήριο Δ αναφέρεται, ούτε και γνώριζε οποιοδήποτε πρόσωπο με το πιο πάνω όνομα. Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε επισκέφθηκε την Ρωσία και, κατ' επέκταση, ουδέποτε υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στην Ρωσία. Επίσης, ουδέποτε προέβη στην δήλωση του Τεκμηρίου Β και ουδέποτε απέστειλε στους Εναγόμενους την επιστολή - Τεκμήριο Γ. Όπως αναφέρεται και στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 15.5.13 ο Καθ' ου η αίτηση είναι θύμα απάτης, δόλου, αμέλειας και παράβασης θέσμιων καθηκόντων των Εναγόμενων. Κατά τον Νοέμβριο του 2011 ο Καθ' ου η αίτηση επισκέφθηκε την Κύπρο και σε συνεννόηση με τους δικηγόρους του προέβη σε γραπτή καταγγελία στο ΤΑΕ Λεμεσού. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 φωτοαντίγραφο της επιστολής-απάντησης του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού προς τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι Ρωσικές Αρχές στις οποίες αποτάθηκε η Κυπριακή Αστυνομία βεβαίωσαν ότι Drozd Vladimir από την Ρωσία, κάτοχος διαβατηρίου Ρωσίας με αριθμό 43 Νο 9326555 και Giedrius Gaizauskas, κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου με αριθμό 21 Νο 1349748 δεν είναι υπαρκτά πρόσωπα. (Γ) Ανεξαρτήτως των ανωτέρω τυχόν απόφαση υπέρ των Αιτητών μπορεί να ικανοποιηθεί και με βάση τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας περί εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. (Δ) Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση - 4 ½ μήνες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης - και χωρίς να δοθεί επαρκής εξήγηση γι' αυτό. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της υπό κρίση αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με το γεγονός ότι η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου, θέμα με το οποίο καταπιάνεται και η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών. Επί του του πιο πάνω θέματος υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεπίμπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης - αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Χ"Λοϊζου. Ο κ. Χ"Λοϊζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ΄ όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προσφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση αφού η κυρία Μύρια Λοίζου που την ορκίσθηκε είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Σύμφωνα με την κυρία Λοίζου ο Καθ' ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Βελγίου, κάτι το οποίο αναφέρεται και στον τίτλο της αγωγής. Το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν θα απαιτούσε, κατά την άποψή μου, την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου και όχι μέσω του ίδιου του Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω τίποτα το επιλήψιμο δεν διαβλέπω σε σχέση με την κανονικότητα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση σε αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών με την αγόρευσή του. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει εγγυοδοσία σε σχέση με τα έξοδα της δίκης ρυθμίζεται από την Δ.60, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου βασίζεται και η υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί ως ακολούθως: «Ο Ενάγων (και σε σχέση με ανταπαίτηση, η οποία δεν έχει απλώς την φύση συμψηφισμού, ο Εναγόμενος) ο οποίος διαμένει συνήθως εκτός Κύπρου ή Κράτους - Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα παρόλο που μπορεί να διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ... ». Ο θεσμός 1 της Διάταξης 60 είναι ταυτόσημος, με εξαίρεση, βεβαίως, της πρόνοιας για σύνηθη διαμονή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον Αγγλικό θεσμό 6Α της Δ.65 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών και προσομοιάζει με τον Κανονισμό 185 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου). Έτσι, τόσο οι Αγγλικές αποφάσεις επί του θέματος όσο και οι αποφάσεις του δικού μας Ναυτοδικείου είναι βοηθητικές στην ανάλυση των σχετικών αρχών. Το γεγονός και μόνο ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στον θεσμό 1 της Διάταξης 60, η οποία ασκείται δικαστικά (Βλ. Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 Union De Cooperatives Agricoles de Cereales de Semences v. Apak Agro Industries Ltd και άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1170 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σελίδες 384-385). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων είναι ευρύτατη, γιατί οι θεσμοί δεν καθορίζουν τα κριτήρια για την άσκησή της. Αξιοσημείωτη επί του προκειμένου είναι η ανάπτυξη του θέματος από τον Λόρδο Wright στην Evans v. Bartlam
(1934)2 All E R 646, 655: «I see no reason to interfere with the judge´s order. The respondent´s counsel in my judgment has entirely failed to satisfy the onus of showing that the judge was wrong. Order 27, r.15, gives a discretion untramelled in terms: it does not even require an affidavit as a condition and the discretion may be exercised on any proper material, though in practice an affidavit is generally required. To quote again from Bowen L.J. in Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "When a tribunal is invested by Act of Parliament or by rules with a discretion, without any indication in the Act or rules of the grounds upon which the discretion is to be exercised, it is a mistake to lay down any rules with a view of indicating the particular grooves in which the discretion should run, for if the Act or the rules did not fetter the discretion of the judge why should the court do so?". Similarly it has been held by the Court of Appeal in Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, that the discretion to grant or refuse a jury in King´s Bench cases is in truth, as it is in terms, unfettered. It is, however, often convenient in practice to lay down, not rules of law, but some general indications, to help the court in exercising the discretion, though in matters of discretion no one case can be an authority for another. As Kay, L.J., said in Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495, "the court cannot be bound by a previous decision, to exercise its discretion in a particular way, because that would be in effect putting an end to the discretion". A discretion necessarily involves a latitude of individual choice according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae once the facts are ascertained». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν βλέπω κανένα λόγο να επέμβω στο διάταγμα του Δικαστή. Ο συνήγορος του εφεσίβλητου κατά την κρίση μου έχει εντελώς αποτύχει να αποδείξει, ότι ο Δικαστής έσφαλε. Η Διάταξη 27, θεσμός 15 παρέχει απεριόριστη διακριτική εξουσία. Δεν απαιτείται καν ένορκος δήλωση ως προϋπόθεση και η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) δύναται να ασκηθεί στην βάση οιουδήποτε κατάλληλου υλικού, παρόλο που στην πρακτική απαιτείται, γενικά, ένορκος δήλωση. Παραθέτοντας για άλλη μια φορά τα λόγια του Bowen L.J. στην Gardner v. Jay
(1885)29 Ch. C. 50 at 58: "Όταν παρέχεται σε δικαστήριο διακριτική εξουσία από νόμο της Βουλής ή από κανονισμούς χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη στον νόμο ή τους κανονισμούς των αρχών επί των οποίων η εξουσία (αυτή) ασκείται είναι σφάλμα να δημιουργούνται κανόνες που να υποδεικνύουν συγκεκριμένα στεγανά εντός των οποίων θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια (του Δικαστηρίου) καθότι αν ο νόμος ή οι κανονισμοί δεν περιορίζουν την εξουσία (του Δικαστηρίου) γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το Δικαστήριο;". Ομοίως, έχει αποφασισθεί από το Εφετείο στην Hope v. Great Western Railway Co.
(1937)1 All E.R. 625, ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αρνηθεί ή να διατάξει ασφάλεια σε υποθέσεις του King´s Bench είναι, στ' αλήθεια, απεριόριστη. Είναι, όμως, συχνά βολικό στην πρακτική να παρατίθενται, όχι κανόνες δικαίου, αλλά κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, παρόλο που στις περιπτώσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας (του Δικαστηρίου) καμία υπόθεση δεν μπορεί να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για την άλλη. Όπως είπε ο Kay, L.J. στην Jenkins v. Bushby
(1981)1 Ch. 484 at 495 "το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεσμευτεί από προηγούμενη απόφαση στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διότι κάτι τέτοιο θα έθετε τέρμα στην εξουσία του". Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει απαραίτητα ευρύτητα ατομικής επιλογής στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών και διαφέρει από μια υπόθεση όπου η απόφαση ακολουθεί με την διακρίβωση των γεγονότων ως εκ δικαιώματος». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε ακόμη δύο Αγγλικές αποφάσεις. Στην υπόθεση Kohn v. Rinson & Stafford Ltd
(1947)2 All E R 839 ο Δικαστής Denning με την λιτότητα και πυκνότητα του λόγου που τον χαρακτηρίζει ανέφερε σχετικά: «The law on the matter is plain, that it is in the discretion of the court to order security for costs, but it does so as a matter of course when a plaintiff is out of the jurisdiction and there are no assets of the plaintiff which can be reached within the jurisdiction, the reason being that if a judgment is thereafter obtained by the defendant against the plaintiff for costs such an order cannot be enforced by the direct process of the English court». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το δίκαιο επί του ζητήματος είναι απλό. Επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων, αλλά κατά την σύνηθη πορεία διατάσσεται ασφάλεια όταν ο ενάγων είναι εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας. Ο λόγος είναι γιατί αν αργότερα εξασφαλισθεί από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα απόφαση για έξοδα μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να εκτελεσθεί με την απευθείας διαδικασία του αγγλικού δικαστηρίου». Είναι, επίσης, αξιοπρόσεχτη η αντιμετώπιση στην πολύ μεταγενέστερη υπόθεση Porzelack (KG) v. Porzelack (U.K.) Ltd
(1987)1 All E R 1074 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (στην σελίδα 1077): « . it seems to me that I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μου φαίνεται, ότι έχω εντελώς ευρεία διακριτική εξουσία να αρνηθώ ή να διατάξω ασφάλεια εξόδων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης. Όμως, είναι ξεκάθαρο από την νομολογία, ότι αν οι άλλοι παράγοντες ισοζυγίζονται είναι συνήθως δίκαιο όπως η διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) ασκείται με την έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον ενός ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας. Το ερώτημα είναι ποιο είναι το δίκαιο σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Ο σκοπός της παροχής ασφάλειας εξόδων και η φύση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνοψίσθηκαν ως ακολούθως από τον τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στυλιανίδη στην υπόθεση Standard Fruit Co (Bermuda) Ltd v. Gold Seal Ship Co Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον Κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι στο παρελθόν η συνήθης πρακτική ήταν να εκδίδεται διαταγή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγων ήταν κάτοικος εξωτερικού. Η άκαμπτος αυτή πρακτική, όμως, δεν είναι σύμφωνη ούτε με το γράμμα, ούτε με το πνεύμα του Κανονισμού . Όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το Δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός εάν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα.». Στην υπόθεση Hesham Enterprises v. The Ship «Rami»
(1978)1 CLR 195 ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, κ. Τριανταφυλλίδης, υιοθετώντας την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Aeronave SPA v. Westland Charters Ltd
(1971)3 All E R 531 ανέφερε τα ακόλουθα: «.although it is not an inflexible rule that, but a matter of discretion whether, a foreign plaintiff should be ordered to provide security for costs, it is the usual practice to order so if the justice of the case demands it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «. παρόλο που δεν είναι άκαμπτος ο κανόνας αλλά επαφίεται στην διακριτική εξουσία (του Δικαστηρίου) αν ένας αλλοδαπός ενάγων θα πρέπει να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια εξόδων η σύνηθης πρακτική είναι να διατάσσεται ασφάλεια εξόδων αν το δίκαιο της υπόθεσης το απαιτεί». Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 633 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πογιατζής, αφού ανασκόπησε την Νομολογία συνόψισε όλα τα δεδομένα ως ακολούθως στις σελίδες 637-638: «Από την μελέτη των πιο πάνω αυθεντιών προκύπτει το συμπέρασμα ότι αν και ο άκαμπτος κανόνας όπως διατυπώθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Lopes το 1894 στην υπόθεση Crozat v. Brogden
(1894)2 Q.B. 30, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος δικαιούται σε ασφάλεια των εξόδων του οποτεδήποτε ενάγεται από αλλοδαπό ενάγοντα, έπαυσε να εφαρμόζεται, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου αν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Είναι, εντούτοις, πολύ καθαρό ότι η έκδοση της αιτούμενης διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο». Στην υπόθεση Κυριάκος Κυριάκου ν. Μιχάλη Μιχαήλ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 933 τρεις απόπειρες του ενάγοντα / εφεσίβλητου να εκτελέσει την απόφαση που είχε εκδοθεί υπέρ του εκδίδοντας ειδοποίηση πτώχευσης είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς, γιατί ο εναγόμενος / εφεσείων απουσίαζε στο εξωτερικό. Ο εφεσίβλητος καταχώρησε ενώπιον του Εφετείου αίτηση με την οποία αξίωνε την παροχή ασφάλειας για τα έξοδά του κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Ο εναγόμενος / εφεσείων καταχώρησε ένσταση. Με την ένστασή του υποστήριζε ότι αν και ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου είχε μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να εργασθεί προσωρινά. Ήταν η θέση του ότι η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί γιατί ο εφεσίβλητος απέτυχε να αποδείξει ότι ο εφεσείων διέμενε εκτός συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση αναφερόταν ότι σε επικοινωνία του εφεσείοντα με τους δικηγόρους του, ο τελευταίος ανέφερε ότι βρισκόταν στην Αγγλία με σκοπό να εργαστεί, αλλά χωρίς πρόθεση μόνιμης εκεί παραμονής. Υποστηρίχθηκε ότι επειδή ο εφεσείων ήταν μόνιμος κάτοικος Κύπρου ο εφεσίβλητος εμποδιζόταν να αξιώνει ασφάλεια εξόδων. Αλλά, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εφεσείων είχε μεταβεί στην Αγγλία με πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης, τότε, πάλι, ο εφεσίβλητος εμποδιζόταν να αξιώνει ασφάλεια εξόδων, αφού το Ηνωμένο Βασιλείο είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συνεπώς, ο εφεσείων εξακολουθούσε να διαμένει εντός των συνόρων της Ένωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 935-936 : «Το θέμα της συνήθους διαμονής του εφεσείοντα ήταν και το κύριο θέμα που μας απασχόλησε. Ο εφεσίβλητος δήλωσε ότι ο εφεσείων ζει στο εξωτερικό, ενώ είναι η θέση του εφεσείοντα ότι παρά τη μετάβασή του για εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν έχει πρόθεση να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Η έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται προς την έκτακτη ή προσωρινή. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κόρακα ν. Γεωργίου κ.ά. (Αρ.2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935, σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο αφ΄ εαυτού θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων και εν γένει στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Επιπλέον αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence), στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό με πρόθεση την επάνοδο. Στην παρούσα υπόθεση το μόνο σίγουρο είναι ότι ο εφεσείων δεν βρίσκεται στην Κύπρο. Στην μεν ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα ισχυρίζεται ότι αυτός έχει μεταβεί στην Αγγλία, ενώ, στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε για λογαριασμό του εφεσείοντα αναφέρεται με αόριστο και γενικόλογο τρόπο ότι σε πρόσφατη επικοινωνία του με τους δικηγόρους του, τους πληροφόρησε ότι βρίσκεται στην Αγγλία, χωρίς πρόθεση μόνιμης εγκατάστασής του εκεί. Ο αιτητής σε μια αίτηση όπως η παρούσα, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη του διαμονή στην Κύπρο ή, πλέον, σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε The Annual Practice 1958, σελ. 1885). Εδώ ο εφεσίβλητος έδειξε απλώς ότι ο εφεσείων διαμένει εκτός Κύπρου, υπονοώντας ότι δυνατόν να βρίσκεται, αυτό τον καιρό, στην Αγγλία. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι, εν πάση περιπτώσει, χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεπώς παραμονή του εφεσείοντα εκεί, δεν παρέχει το δικαίωμα στον εφεσίβλητο να αξιώσει ασφάλεια εξόδων. Ο εφεσίβλητος απέτυχε να υπονοήσει καν ότι ο εφεσείων βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, παραλείποντας έτσι να αποσείσει από τους ώμους του το ανάλογο βάρος απόδειξης. Το ενώπιόν μας υλικό δείχνει ότι ο εφεσείων είναι μεν εκτός Κύπρου, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Καμιά αναφορά δεν υπάρχει για διαμονή του σε οποιαδήποτε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν όψει των πιο πάνω, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και διά ταύτα απορρίπτεται, αλλά κάτω από τις περιστάσεις αποφασίσαμε να μην εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα». Στην υπόθεση Tarib Rashid v. Άλκης Παπόρη, Πολιτική Έφεση 198/12, ημερομηνίας 7.12.12 αίτηση για ασφάλεια εξόδων απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο γιατί ο αιτητής όχι μόνο δεν απέδειξε αλλά ούτε καν ισχυρίσθηκε ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε την σύνηθη διαμονή του εκτός Κύπρου ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Αν ο εφεσίβλητος-αιτητής, αμφισβητεί τον τόπο διαμονής του εφεσείοντα, ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του εφεσείοντα, εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης». Στην υπόθεση Abdula Ahmad Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434 λέχθηκε ότι: «Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας με την διαπίστωση ότι ο ενάγων έχει την σύνηθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του . Δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα από την Κύπρο) και η ισχύς της υπόθεσής του». Όπως εξάγεται τόσο από το λεκτικό του θεσμού 1 της Διαταγής 60 όσο και από την Νομολογία, που πιο πάνω παρατέθηκε, η διακρίβωση του θέματος της συνήθους διαμονής του ενάγοντα είναι το θεμέλιο και η βασική προκείμενη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει δικαιοδοσία στην βάση της Διάταξης αυτής. Δεν θεωρώ ότι τα έγγραφα στα οποία στηρίζονται οι Αιτητές μπορούν βάσιμα να αποτελέσουν έρεισμα για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Από το Τεκμήριο Β οι Αιτητές επικαλούνται την δήλωση ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσία και είναι κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου. Και ότι το Τεκμήριο Β υπεγράφη στην Ρωσία. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το Τεκμήριο Δ. Και πάλι οι Αιτητές επικαλούνται την δήλωση που υπάρχει σε αυτό ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσία και είναι κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη στην Ρωσία και συγκεριμένα στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Μόσχα. Τα πιο πάνω στοιχεία, όμως, ακόμα και σωρευτικά ιδωμένα δεν αποτελούν απόδειξη για το ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει την συνήθη διαμονή ή μόνιμη κατοικία του στην Ρωσία, ούτε και αποκλείουν όπως ο τόπος της μόνιμης κατοικίας του Καθ' ου η αίτηση είναι κάπου εκτός Ρωσίας. Επίσης, ακόμα και αν τα πιο πάνω στοιχεία παρέπεμπαν στο συμπέρασμα που υποστηρίζουν οι Αιτητές, ότι, δηλαδή, κατά τον χρόνο σύνταξής τους ο Καθ' ου η αίτηση είχε την μόνιμη του κατοικία στην Ρωσία, με δεδομένο ότι τα εν λόγω τεκμήρια υπεγράφησαν 13 χρόνια πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης το βάσιμο του πιο πάνω συμπεράσματος αναφορικά με το παρόν εξασθενεί δραματικά αφού δεν θα ήταν λογικό να γίνει αποδεκτό με ασφάλεια ότι ο Καθ' ου η αίτηση 13 χρόνια μετά εξακολουθεί να έχει την μόνιμη του κατοικία στην Ρωσία. Ενδεικτικό για το βάσιμο της πιο πάνω κρίσης αποτελεί η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι ενώ ήταν κάτοικος Λιθουανίας από τις 22.6.11 κατοικεί μόνιμα στο Βέλγιο. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι θέσεις των Αιτητών δεν υποστηρίζονται με απτούς ισχυρισμούς. Ό,τι επικαλούνται οι Αιηττές είναι κάποιες δηλώσεις από τα Τεκμήρια Β και Δ οι οποίες παραπέμπουν σε συγκεκριμένο σύμφωνα με αυτούς συμπέρασμα. Σε αντίθεση με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η οποία υποστηρίζει τις θέσεις του Καθ' ου η αίτηση με απτούς αλλά και θετικούς ισχυρισμούς. Όπως το ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Λιθουανία και είναι μόνιμος κάτοικος Βελγίου από τις 22.6.
  1. Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται, επίσης, ότι κατάγεται από την Ρωσία, αρνείται ότι ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου και ότι καθ' οιονδήποτε χρόνο επισκέφθηκε την Ρωσία. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα Τεκμήρια Β και Δ είναι πλαστά και ότι ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε προέβη στις δηλώσεις που σε αυτά αναφέρονται και ότι ουδέποτε έθεσε σε αυτά την υπογραφή του. Τονίζεται ότι το βάρος απόδειξης ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει την μόνιμη κατοικία του στην Ρωσία το έχουν οι Αιτητές. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση παρέμειναν, όμως, αναντίλεκτοι από την πλευρά των Αιτητών, αφού ούτε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ζητήθηκε από την πλευρά τους με σκοπό να προσκομίσουν μαρτυρία που να αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση, ούτε άδεια για αντεξέταση της Μύριας Λοίζου με σκοπό να κλονισθεί η αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρος ή να αναδειχθούν γεγονότα που να αναιρούν τους ισχυρισμούς της και να υποστηρίζουν την θέση των Αιτητών. Χώρια που ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται την γνησιότητα των πιο πάνω εγγράφων και ισχυρίζεται ότι αυτά δεν είναι δικά του έγγραφα. Προς επίρρωση της θέσης τους ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος Ρωσίας οι Αιτητές επικαλούνται και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Ε. Μόνο που το εν λόγω έγγραφο δεν υπεγράφη από τον Καθ' ου η αίτηση οπότε και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Δημήτρη Λόρδου μόνο ως ανακριβής θα μπορούσε να θεωρηθεί. Πρόκειται περί συμφωνίας η οποία, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, προσυπογράφηκε από τους Εναγόμενους 1-4, από την μια, και κάποιο Χριστάκη Αθανασίου Ηλία, από την άλλη. Οπότε και η δήλωση ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατάγεται από την Ρωσία και είναι κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου, όπως από την προηγούμενη δήλωση συνάγεται, δεν αποτελεί δήλωση του Καθ' ου η αίτηση ή που έγινε εκ μέρους του, αλλά δήλωση των πιο πάνω συμβαλλομένων. Τέλος, προς επίρρωση της θέσης τους ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος Ρωσίας οι Αιτητές επικαλούνται και το Τεκμήριο Γ. Είναι ισχυρισμός του Δημήτρη Λόρδου ο οποίος προβάλλεται με την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε από την Ρωσία. Πέραν από την γενικόλογη αυτή αναφορά καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την πλευρά των Αιτητών που να τεκμηριώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Συν τοις άλλοις, το βάσιμο του πιο πάνω ισχυρισμού κλονίζεται από ό,τι αναφέρεται κάτω από την υπογραφή, την φερόμενη ως υπογραφή του Καθ' ου η αίτηση, και που αποτελεί ένδειξη για την διαμονή του Καθ' ου η αίτηση κατά τον χρόνο της σύνταξής του. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε εκεί δηλώνεται η χώρα της Λιθουανίας, η πόλη Slavliai και κάποια διεύθυνση (Vilniaus str. Ph. No. 22290). Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται ότι κατάγεται από την Λιθουανία. Τουναντίον, δέχεται ότι είναι υπήκοος Λιθουανίας. Ισχυρίζεται, όμως, ότι σήμερα δεν κατοικεί στην Λιθουανία, αλλά έχει την συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο. Σημειώνεται, επίσης, ότι όπως και σε σχέση με τα Τεκμήρια Β και Δ αναφέρθηκε το Τεκμήριο Γ είναι κι' αυτό έγγραφο που συντάχθηκε εδώ και 13 χρόνια οπότε και δεν θα ήταν λογικό να γίνει αποδεκτό με ασφάλεια ότι ο Καθ' ου η αίτηση 13 χρόνια μετά εξακολουθεί να έχει την μόνιμη του κατοικία στην Λιθουανία. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2, τα οποία εκδόθηκαν από την Πρεσβεία της Λιθουανίας στο Βέλγιο και επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση της Μύριας Λοϊζου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, το οποίο τιτλοφορείται «CERTIFICATE OF CITIZENSHIP», ο Καθ' ου η αίτηση γεννήθηκε στις 24.1.67 στην Siauliai της Λιθουανίας, είναι Λιθουανός υπήκοος και είναι κάτοχος Λιθουανικού διαβατηρίου με αριθμό 22866742 το οποίο εκδόθηκε στις 30.6.11 και έχει ισχύ μέχρι 30.6.
  2. Τα πιο πάνω στοιχεία λήφθηκαν από το Αρχείο Πληθυσμού της Δημοκρατίας της Λιθουανίας. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 2 ο Καθ' ου η αίτηση δήλωσε ότι από τις 22.6.11 η μόνιμη του κατοικία είναι το Βέλγιο. Κατοικεί στην πόλη της Αμβέρσας και η διεύθυνσή του είναι 8/3 Haarstraat,
  3. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε οι πιο πάνω ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται με θετικότητα δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Αιτητών. Είτε με καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με αντεξέταση της Μύριας Λοίζου. Υπό το φως των πιο πάνω οι Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει την συνήθη διαμονή του εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η θέση τους ότι είναι κάτοικος Ρωσίας στηρίζεται σε δηλώσεις, όπως είδαμε, από τις οποίες δεν μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα προς την πιο πάνω κατεύθυνση και συν τοις άλλοις η γνησιότητα τους αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Το πλέον δε παράδοξο είναι ότι σύμφωνα με τους Αιτητές μπορεί να είναι και κάτοικος Λιθουανίας. Αυτό είναι ό,τι ευκρινώς προκύπτει από την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση όπου και υποστηρίζεται ότι σε κάποια από τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται οι Αιτητές ο ίδιος δήλωσε ότι είναι από την πιο πάνω χώρα. Προδήλως, ο Δημήτρης Λόρδος αναφέρεται στο Τεκμήριο Γ όπου και αναφέρεται κάτω από την υπογραφή την φερόμενη ως υπογραφή του Καθ' ου η αίτηση ως χώρα διαμονής του Καθ' ου η αίτηση η Λιθουανία. Η στάση αυτή των Αιτητών είναι ιδιαίτερα επιλήψιμη. Σύμφωνα με το Αγγλικό Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 1885 δεν αρκεί ο εναγόμενος να καταδείξει ότι ο ενάγων είναι πρόσωπο που δεν διαμένει συνήθως στην χώρα όπου κινήθηκε η αγωγή ή, κατ' επέκταση, σε χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλει να καταδείξει ότι ο ενάγων έχει την συνήθη διαμονή του σε χώρα εκτός δικαιοδοσίας, ήτοι σε συγκεκριμένη χώρα εκτός δικαιοδοσίας ή, κατ' επέκταση, σε συγκεκριμένη χώρα που δεν είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τις πιο πάνω θέσεις τους οι Αιτητές δεν κατάφεραν συν τοις άλλοις και να αποδείξουν ως όφειλαν σε ποια συγκεκριμένη χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο Καθ' ου η αίτηση έχει την συνήθη διαμονή του. Οι θέσεις τους επί του προκειμένου είναι διφορούμενες. Σύμφωνα με αυτούς ο Καθ' ου η αίτηση διαμένει είτε στην Λιθουανία, είτε στην Ρωσία. Υπό το φως των πιο πάνω φρονώ πως ακόμα και αν ο Καθ' ου η αίτηση δεν ενίστατο στην υπό κρίση αίτηση για τον πάνω λόγο η αίτηση δεν θα μπορούσε να εγκριθεί. Από την άλλη, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση τείνουν να καταδείξουν ότι ο Καθ' ου η αίτηση σήμερα έχει την συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο, το οποίο είναι χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολουθεί ότι δεν έχει τεθεί το θεμέλιο για την διερεύνηση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Χωρίς να συντρέχει η πιο πάνω προϋπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για ασφάλεια εξόδων (Βλ. Elena Charalambous-Stejaru v. Αρέστη Χαραλάμπους Ιωάννου
(2002)1 ΑΑΔ 906). Επομένως, δεν θα υπεισέλθω στην εξέταση των δύο παραγόντων οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και που πιο πάνω υποδείχθηκαν, όπως η κατοχή εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα από την Κύπρο ή από χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και η ισχύς της υπόθεσής του. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1-5 / Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ασφάλεια εξόδων Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.