Χρύση Σάββα ν. Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, Αριθμός αγωγής: 6059/2005, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 6059/2005 Μεταξύ: Χρύση Σάββα, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 1.11.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.1.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα - αιτητή: κα Θεοδοσίου Για εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κ. Νεοκλέους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των £21.300,00, το οποίο, σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης αντιπροσωπεύει τη συμφωνημένη και/ή εύλογη και/ή συνήθη αμοιβή του με βάση το σχετικό νόμο και τους κανονισμούς, για την εργασία και τις υπηρεσίες που πρόσφερε ως αρχιτέκτονας προς την εναγόμενη, βάσει συμφωνίας και/ή εντολής και/ή οδηγιών και/ή βάσει του νόμου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2005 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 19.12.2005 καταχώρησε εμφάνιση και στις 30.12.2005 αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία αποδέχθηκε την αίτηση και στις 28.3.2006 εξέδωσε διάταγμα « ..αναστολής κάθε διαδικασίας (stay of proceedings) στην παρούσα αγωγή, δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4». H υπόθεση οδηγήθηκε σε διαιτησία και στις 5.12.2007 εκδόθηκε σχετική απόφαση, η οποία, ωστόσο, στις 13.10.2008, εξ συμφώνου παραμερίστηκε και/ή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Μετά από νέα αίτηση της εναγόμενης, ημερομηνίας 11.3.2009, συναινούντος και του ενάγοντα, το Δικαστήριο, στις 5.5.2009 εξέδωσε νέο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής και παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ενώπιον επιτροπής (μονομελούς ή τριμελούς) που θα οριζόταν από τη διοικούσα επιτροπή του ΕΤΕΚ. Η νέα διαιτητική απόφαση (στο εξής «επίδικη απόφαση») εκδόθηκε στις 13.10.2011 και το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους των διαδίκων γι' αυτή, στις 23.11.
- Στις 9.12.2011, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι την αναθεώρηση της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της εν λόγω απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται στην απόφασή του. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, στις 13.3.2012 εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία του ενάγοντα. Ο τελευταίος αντέδρασε και στις 28.3.2012 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης, ημερομηνίας 13.3.
- Υπήρξε ένσταση στην αίτηση από την εναγόμενη, ωστόσο, το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, με την αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 19.6.2012 παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 13.3.2012 και έδωσε στον ενάγοντα χρόνο να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, ημερομηνίας 9.12.
- Η σχετική ένσταση καταχωρήθηκε, ακολούθησε ακρόαση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.8.
- Η εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, την οποία απέσυρε στις 26.11.
- Επισημαίνεται ότι στις 17.9.2012, η υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά. Δύο μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 19.9.2012, η εναγόμενη καταχώρησε νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι και την εκδίκαση της παραπάνω έφεσης, την οποία, καθώς ήδη έχει αναφερθεί απέσυρε στις 26.11.
- Υπήρξε ένσταση στην αίτηση, η οποία, μετά από ακροαματική διαδικασία, επίσης απορρίφθηκε με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου, ημερομηνίας 3.4.
- Η εναγόμενη, στις 26.6.2013 καταχώρησε νέα αίτηση - την τρίτη κατά σειρά μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης - με την οποία ζητούσε: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 13/10/2011 υπό του Διαιτητού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του διαιτητή κυρίου Άντη Σφήκα ημερομηνίας 13/10/2011.» Υπήρξε και πάλιν ένσταση στην αίτηση εκ μέρους του ενάγοντα. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, ωστόσο, η τύχη και αυτής της αίτησης έμελλε να είναι ίδια με την τύχη των δύο προηγούμενων. Με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου ημερομηνίας 14.11.2013, η αίτηση απορρίφθηκε. Στις 26.11.2013 καθώς ήδη έχει αναφερθεί η εναγόμενη απόσυρε την έφεσή της κατά της απόφασης ημερομηνίας 27.8.2012, ενώ, την επομένη, 27.11.2013 καταχώρησε έφεση κατά της τελευταίας απόφασης, ημερομηνίας 14.11.2013, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της ημερομηνίας 26.6.
- Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από το φάκελο της αγωγής Την 1η 11.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «
- Απόφαση ή/και Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε από τον κο Άντη Σφήκα, ημερομηνίας 13/10/2011, εναντίον της Εναγομένης Καθ' ης η Αίτηση, κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις.
- Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις.
- Έξοδα της αίτησης, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον ΦΠΑ 18% (10235043 Η), πλέον έξοδα επίδοσης». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1, 2, 3, 21, 22 και 23 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 8 και 9, Δ.49, Δ.57 και Δ.64, στην επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τέλος, στις γενικές και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η υπερβολική καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την παρούσα αίτηση παραβιάζουν το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση - Εναγομένης όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ώστε η διαδικασία από την αρχή να καθίσταται άκυρη στην ολότητα της.
- Η έκδοση του διατάγματος παραπομπής σε διαιτησία ημερομηνίας 5/5/2009 δεν πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζει η Δ.49 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών και ως εκ τούτου ολόκληρη η διαδικασία συμπεριλαμβανομένου του διατάγματος είναι παράτυπη και άκυρη.
- Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και στερείται καλής πίστης.
- Δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
- Η αίτηση στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου.
- Η Διαδικασία που ακολουθήθηκε από την έκδοση του διατάγματος παραπομπής σε διαιτητή μέχρι και την παράδοση της απόφασης του διαιτητού είναι παράτυπη, και έξω από τα θεσμικά πλαίσια.
- Η απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 13/10/2011 συμπεριέλαβε εξέταση θεμάτων και θεραπειών που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα ούτε στα επίδικα θέματα ως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις.
- Ο διαιτητής επεδίκασε τόκο 6.50% ετησίως επί των αποφασισθέντων ποσών, εντελώς παράνομα.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 2 και πλέον έτη μετά την απόφαση του διαιτητή». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, Δ.49 Θ.Θ. 1, 2, 3, 5, 6
(1),
(5)και
(6), 7, 8, 13 και 16 και Δ.64 Θ.1
(2), στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τέλος, στη διακριτική εξουσία και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του συζύγου της εναγόμενης, Σόλωνα Βοσκού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που για λόγους που θα διαφανούν αργότερα προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εγγραφή της επίδικης απόφασης προνοεί ότι: «Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Σύμφωνα με την Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1895: «Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο µε εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύµφωνα µε τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόµος 2, παραγ. 713 «το ∆ικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αµφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που µπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση». Αίτημα των εφεσιβλήτων στην παρούσα υπόθεση ήταν η παροχή άδειας για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Το Πρωτόδικο ∆ικαστήριο, αφού εξέτασε προσεκτικά και σε βάθος όλα τα επίδικα θέματα της αίτησης, διαπίστωσε ότι υπήρχε τελική και δεσμευτική διαιτητική απόφαση. Ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολο της αποκαλύπτει πως το Πρωτόδικο ∆ικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Νόµο για τη χορήγηση άδειας για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Τούτου δοθέντος δεν υπήρχε περιθώριο για άσκηση διακριτικής εξουσίας κατά της έγκρισης της αίτησης». Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.716 επισημαίνονται τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Καθόλα σχετικά με τα προηγούμενα είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου. Πρόκειται για τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν.2/77)οι επιπτώσεις του οποίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με πιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο». Στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Σ.Π.Ε. Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση Αρ.357/2008, απόφαση ημερομηνίας 11.4.2012 επαναβεβαιώνονται όλες οι παραπάνω αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης και στους λόγους ένστασης που προβάλλει εναντίον αυτής η εναγόμενη. Ειδικότερα: Με τον πρώτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι λόγω της υπερβολικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης που υπήρξε από την καταχώρηση της αγωγής στις 17.11.2005 μέχρι σήμερα παραβιάζεται κατάφωρα το δικαίωμά της για διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της εντός ευλόγου χρόνου το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ώστε η διαδικασία να καθίσταται στην ολότητά της εξ υπαρχής άκυρη. Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ανάμεσά τους και η απόφαση στην υπόθεση Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Αρχές που διέπουν το θέμα του εύλογου χρόνου. Το δικαίωμα του δικάζεσθαι εντός ευλόγου χρόνου διασφαλίζεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος και το αρ. 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση). Η σχετική διασφάλιση σκοπό έχει να υπογραμμίσει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες δυνατόν να θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France
(1990)12 E.H.R.R. 74). Στις ποινικές υποθέσεις εξυπηρετεί ακόμη ένα σκοπό. Προστατεύει τα άτομα από μια μακρά κατάσταση αβεβαιότητας για την τύχη τους (Stogmuller v. Austria (1979-80) 1 E.H.R.R. 155). Κατά την εξέταση του τί αποτελεί «εύλογο χρόνο» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένων ειδικώς της πολυπλοκότητας των πραγματικών ή νομικών ζητημάτων που εγείρονται, της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών (Zimmermann and Steiner v. Switzerland
(1984)6 E.H.R.R 17). Οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχουν υιοθετηθεί από τη δική μας Νομολογία. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου, Ποινική Έφεση 7549/ 14.4.2004 λέχθηκαν τα εξής: «Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και ΄Εφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: 'Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.'». Με υπαγωγή των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι η εναγόμενη και τις δύο φορές που καταχώρησε αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και την παραπομπή της σε διαιτησία, στη συνοδευτική ένορκη δήλωσή της στην οποία προέβη προς υποστήριξη του αιτήματός της, μεταξύ άλλων διατυπώνει και την πίστη της ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή προς το σκοπό εξετάσεως των μεταξύ τους διαφορών από πρόσωπο ή πρόσωπα με ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις, συνιστά έμμεση παραδοχή εκ μέρους της, ότι η παρούσα υπόθεση είναι όχι απλώς πολύπλοκη, αλλά, τόσο πολύπλοκη, σε βαθμό που η επίλυση των επίδικων θεμάτων θα έπρεπε να ανατεθεί - όπως και έγινε - σε πρόσωπο ή πρόσωπα με ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις και τούτο, προφανώς - για να προεκτείνω τη σκέψη της - επειδή το Δικαστήριο δε διαθέτει τέτοιες γνώσεις. Αυτά, χωρίς να σημαίνει πως δεν μπορούν να λεχθούν περισσότερα, σε σχέση μη την πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τη διαπίστωσή μου ότι η παρούσα υπόθεση είναι πολύπλοκη αποτελεί το γεγονός ότι αυτή χρειάστηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία δύο φορές - μάλιστα, τη δεύτερη φορά, εκ συμφώνου μεταξύ των διαδίκων -. Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει ή όχι παραβίαση του δικαιώματος για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, καταρχήν, θα πρέπει να επαναλάβω τη σχετική νομολογιακή αρχή (βλ. τη Μενελάου (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία, αναφορικά με τη σημασία που το ζήτημα έχει για τον αιτούντα εφαρμόζεται γενικά πιο αυστηρό κριτήριο στις ποινικές υποθέσεις και ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αφορά σε πολιτική διαδικασία, η εναγόμενη που εγείρει θέμα παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματός της για διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της εντός ευλόγου χρόνο, σε βαθμό που η διαδικασία, όπως είναι η θέση της καθίσταται στην ολότητά της άκυρη εξ υπαρχής, θα έλεγα ότι το μόνο που αναφέρει το οποίο ενδεχομένως μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σε συνάφεια με το σχετικό κριτήριο είναι ότι η ταλαιπωρία της και τα έξοδα που επωμίσθηκε μέχρι σήμερα είναι δεκαπλάσια της απαίτησης του ενάγοντα, ο οποίος φέρει μεγάλο μέρος ευθύνης για την καθυστέρηση που η ίδια επικαλείται. Παρατηρώ τα εξής: Το κατά πόσο ο ενάγοντας φέρει ευθύνη για την όποια καθυστέρηση σημειώθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης και αν ναι, σε ποιο βαθμό, καταρχήν προϋποθέτει αποδοχή της θέσης της εναγόμενης ότι υπήρξε η ισχυριζόμενη από την ίδια καθυστέρηση. Απ' εκεί και πέρα, σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός ευθύνης του ενάγοντα για την καθυστέρηση, αποτελεί συνάρτηση της εν γένει συμπεριφορά που επέδειξε ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα, προς την αντίστοιχη συμπεριφορά της εναγόμενης, που αποτελεί και αυτοτελές κριτήριο/παράγοντα προκειμένου να εκτιμηθεί το εύλογο ή μη του χρόνου που διέρρευσε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και τη διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της και τούτο, έχοντας υπόψη, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αυτή εγείρει θέμα καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης και παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματός της για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Όταν αργότερα θα υπεισέλθω στο κριτήριο «η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα» θα διατυπώσω και τη θέση μου επί του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι ο ενάγοντας φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης για την κατ' ισχυρισμό της σημειωθείσα καθυστέρηση. Ωστόσο, η θέση μου επί του ισχυρισμού της ότι η ταλαιπωρία και τα έξοδα που επωμίσθηκε μέχρι σήμερα είναι δεκαπλάσια της απαίτησης του ενάγοντα είναι η εξής: πρόκειται για γενικό, αόριστο και τόσο εξωπραγματικό ισχυρισμό αυτός, που ειλικρινά δυσκολεύομαι να τον πιστέψω. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό που στην πραγματικότητα ισχυρίζεται η εναγόμενη και θέλει να γίνει πιστευτή, το οποίο ακούγεται άκρως παράλογο για να μην πω και εξωφρενικό είναι ότι τα έξοδα που έχει επωμισθεί μέχρι σήμερα για την υπόθεση ανέρχονται στο ποσό των €363,932,
- Σ' αυτό το ποσό καταλήγει κανείς, πολλαπλασιάζοντας το ποσό της απαίτησης του ενάγοντα σύμφωνα με την αγωγή του, που είναι €36.393,21 (£21.300,00) επί δέκα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αναφορικά με το τρίτο καθώς και το τέταρτο κριτήριο που διέπουν το υπό εξέταση θέμα, τα οποία, λόγω της συνάφειάς τους θα συνεξεταστούν, η εναγόμενη - σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του συζύγου της που υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση - ισχυρίζεται τα εξής: Η ευθύνη για την καθυστέρηση δεν ανήκει στην ίδια η οποία έλαβε τα δικονομικά μέτρα που θεωρούσε ορθά. Η ευθύνη ανήκει στον ενάγοντα, αλλά κυρίως στο ότι ο έλεγχος της δικαστικής διαδικασίας ξέφυγε και επετράπη μία κανονική διαδικασία αγωγής να παρατραβήξει σε τέτοιο μάκρος που ουσιαστικά να παραβιαστεί η αρχή της εκδικάσεως εντός ευλόγου χρόνου (παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης). Η συμπεριφορά της δε συνέβαλε στη μακρόχρονη διαδικασία, που εν πάση περιπτώσει αφέθηκε, όχι εξ υπαιτιότητάς της να εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε η διαδικασία της διάγνωσης των αστικών υποχρεώσεών της να εξελιχθεί σε εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια που καθιστά τη διαδικασία άκυρη (παράγραφος 10 (β) της ένορκης δήλωσης). Ο χειρισμός της όλης διαδικασίας που γινόταν από το Δικαστήριο την οδήγησε να ξεφύγει από τον έλεγχό του και να ξεπερασθεί κάθε όριο του ευλόγου χρόνου εκδίκασης (παράγραφος 10 (γ) της ένορκης δήλωσης). Ομολογώ πως, τόσο πολύ εκπλήσσομαι από το σύνολο των παραπάνω ισχυρισμών της εναγόμενης, σε σημείο που διερωτώμαι κατά πόσο αυτοί αναφέρονται στην παρούσα υπόθεση ή σε κάποια άλλη. Την προσπάθεια της εναγόμενης να αποστεί του μεριδίου ευθύνης που της αναλογεί για το γεγονός ότι η ενάγοντας, ενώ καταχώρησε την αγωγή του εναντίον της το 2005 και εξασφάλισε απόφαση το 2011, δηλαδή 6 χρόνια αργότερα, έκτοτε αναμένει άλλα 2 και πλέον χρόνια προκειμένου να του καταβληθεί από αυτή το προϊόν της υπέρ του και σε βάρος της επίδικης απόφασης το κατανοώ. Ότι όμως θα έφθανε στο σημείο να διαστρέφει τα γεγονότα και τη λογική ακολουθία τους, εγκαλώντας το Δικαστήριο για όσα βαραίνουν την ίδια, παριστάνοντας μάλιστα και το θύμα της υπόθεσης, δεν το περίμενα ποτέ. Για να γίνει κατανοητό τι θέλω να πω μοιραία θα πρέπει να ανατρέξω στο ιστορικό της υπόθεσης και να παραθέσω τους κύριους σταθμούς που συνθέτουν την μακρόχρονη όντως διαδρομή της. Για να επαναλάβω: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2005 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 19.12.2005 καταχώρησε εμφάνιση και στις 30.12.2005 αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία αποδέχθηκε την αίτηση και στις 28.3.2006 εξέδωσε διάταγμα « ..αναστολής κάθε διαδικασίας (stay of proceedings) στην παρούσα αγωγή, δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4». H υπόθεση οδηγήθηκε σε διαιτησία και στις 5.12.2007 εκδόθηκε σχετική απόφαση, η οποία, ωστόσο, στις 13.10.2008, εξ συμφώνου παραμερίστηκε και/ή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Μετά από νέα αίτηση της εναγόμενης, ημερομηνίας 11.3.2009, συναινούντος και του ενάγοντα, το Δικαστήριο, στις 5.5.2009 εξέδωσε νέο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας και παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011 και το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους των διαδίκων γι' αυτή, στις 23.11.
- Στις 9.12.2011, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι την αναθεώρηση της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της εν λόγω απόφασης, για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται σ' αυτή. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, στις 13.3.2012 εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα, στην απουσία του ενάγοντα. Ο τελευταίος αντέδρασε και στις 28.3.2012 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης, ημερομηνίας 13.3.
- Υπήρξε ένσταση στην αίτηση από την εναγόμενη, ωστόσο, το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, με την αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 19.6.2012 παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 13.3.2012 και έδωσε χρόνο στον ενάγοντα να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, ημερομηνίας 9.12.
- Η σχετική ένσταση καταχωρήθηκε, ακολούθησε ακρόαση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.8.
- Η εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και στις 19.9.2012 νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της παραπάνω έφεσής της. Υπήρξε ένσταση στην αίτηση, η οποία, μετά από ακροαματική διαδικασία, επίσης απορρίφθηκε, με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου, ημερομηνίας 3.4.
- Η εναγόμενη, στις 26.6.2013 καταχώρησε νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Υπήρξε και πάλιν ένσταση στην αίτηση εκ μέρους του ενάγοντα. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, ωστόσο, η τύχη και αυτής της αίτησης έμελλε να είναι ίδια με την τύχη των δύο προηγούμενων. Με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου ημερομηνίας 14.11.2013, η αίτηση απορρίφθηκε. Στις 26.11.2013, η εναγόμενη απόσυρε την έφεσή της κατά της απόφασης ημερομηνίας 27.8.2012 και την επομένη, 27.11.2013 καταχώρησε έφεση κατά της τελευταίας απόφασης, ημερομηνίας 14.11.2013, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της ημερομηνίας 26.6.
- Από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης (ανωτέρω) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας, για σκοπούς έννομης προστασίας των δικαιωμάτων του και ικανοποίησης των αξιώσεών του εναντίον της εναγόμενης καταχώρησε την παρούσα αγωγή το
- Η τελευταία αντέδρασε στην αγωγή καταχωρώντας τον ίδιο χρόνο αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε την αναστολή κάθε διαδικασίας στην αγωγή και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία, επικαλούμενη τόσο νομικούς λόγους - ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στη γραπτή συμφωνία της με τον ενάγοντα - όσο και λόγους που άπτονται της ουσίας των επίδικων διαφορών της με αυτόν. Βασικά προέβαλε τη θέση ότι οι επίδικες διαφορές της με τον ενάγοντα δε θα έπρεπε να εξεταστούν και κατ' επέκταση επιλυθούν από το Δικαστήριο, αλλά από πρόσωπο ή πρόσωπα με ειδικές και/ή τεχνικές γνώσεις. Το Δικαστήριο - υπό διαφορετική σύνθεση απ' ό, τι το παρών - προφανώς, σε συμφωνία μαζί της, παρά την περί αντιθέτου θέση του ενάγοντα, ο οποίος έφερε ένσταση στο αίτημα, το έγκρινε. Στις 28.3.2006 εξέδωσε σχετικό διάταγμα αναστολής κάθε διαδικασίας στην αγωγή δυνάμει του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου. Ο χειρισμός της όλης διαδικασίας που ακολούθησε έκτοτε μέχρι και τις 5.12.2007 που εκδόθηκε η πρώτη διαιτητική απόφαση, δεν ανήκε στο Δικαστήριο, αλλά στους διαδίκους και το Διαιτητή. Ούτε και προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι στο διάστημα μεταξύ των παραπάνω ημερομηνιών απευθύνθηκε οποιοσδήποτε διάδικος είτε ακόμη ο διαιτητής για οποιοδήποτε λόγο στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση, για λόγο ή λόγους που δεν αφορούν το Δικαστήριο, αλλά τους διαδίκους και πάλιν, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 13.10.
- Παρόλα αυτά, η εναγόμενη, προφανώς για τους ίδιους λόγους που καταχώρησε την πρώτη αίτηση, οι οποίοι αφορούν και την ακαταλληλότητα του Δικαστηρίου να επιλύσει τις επίδικες διαφορές της με τον ενάγοντα, λόγω έλλειψης ειδικών και τεχνικών γνώσεων, όπως ήταν και πάλιν η θέση της, στις 11.3.2009 καταχώρησε νέα αίτηση με το ίδιο ακριβώς αίτημα, όπως και με την πρώτη. Δύο περίπου μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 5.5.2009, το Δικαστήριο, συναινούντος και του ενάγοντα αυτή τη φορά εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Έκτοτε, μέχρι και τις 13.10.2011 που εκδόθηκε η νέα - επίδικη - διαιτητική απόφαση, το ιστορικό της υπόθεσης στο Δικαστήριο σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου της εξελίχθηκε ως ακολούθως: Παρά την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής και παραπομπής της σε διαιτησία, το Δικαστήριο, την ίδια μέρα (5.5.2009) όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 12.6.2009, ακολούθως για παρακολούθηση της διαδικασίας στις 8.7.2009 και μετά ξανά για οδηγίες στις 7.10.
- Την ημέρα αυτή, η δικηγόρος που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την εναγόμενη ανάφερε τα εξής: «Έχουμε ζητήσει από το ΕΤΕΚ το διορισμό διαιτητή για επίλυση της διαφοράς, έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο, γι αυτό παρακαλούμε όπως δοθεί μια μακρινή ημερομηνία για παρακολούθηση ή ακόμη η υπόθεση να τεθεί εκτός πινακίου.» Το Δικαστήριο, στο οποίο η εναγόμενη καταλογίζει ότι έχασε τον έλεγχο της διαδικασίας, δεν ικανοποίησε κανένα από τα παραπάνω αιτήματά της, κάτι που αντανακλάται από το γεγονός ότι περιορίστηκε να ορίσει την αγωγή για οδηγίες στις 10.12.
- Την ημέρα αυτή, η δικηγόρος της εναγόμενης, αφού πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η διαιτησία ορίστηκε στις 14.12.2009 και ανάφερε το όνομα του διαιτητή ζήτησε και πάλιν από το Δικαστήριο να τεθεί εκτός πινακίου η υπόθεση μέχρι να ολοκληρωθεί η διαιτησία. Η θέση του δικηγόρου που εμφανίστηκε για τον ενάγοντα - που κατά την εναγόμενη, κι αυτός ευθύνεται για το γεγονός ότι ο έλεγχος της διαδικασίας ξέφυγε από το Δικαστήριο, ώστε η διαδικασία διάγνωσης των αστικών υποχρεώσεών της να εξελιχθεί σε εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια - ήταν ότι ο ενάγοντας θεωρεί ορθό να παρακολουθείται από το Δικαστήριο η υπόθεση. Το Δικαστήριο ούτε και αυτή τη φορά έκανε δεκτό το αίτημα της εναγόμενης, αφού, αντί να θέσει εκτός πινακίου την υπόθεση, την όρισε για οδηγίες στις 27.1.2010, ημερομηνία κατά την οποία, μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων, όπως η υπόθεση οριστεί για παρακολούθηση το Μάρτη, με το αιτιολογικό ότι ορίστηκε συνάντηση με το διαιτητή την 1η 2.2010, η υπόθεση επαναορίστηκε για οδηγίες στις 26.2.
- Την ημέρα αυτή, οι δικηγόροι των διαδίκων ανάφεραν στο Δικαστήριο τα εξής: «Έχει ξεκινήσει η διαιτησία η οποία είναι ξανά ορισμένη στις 13.5.2010 και παρακαλούμε να ορισθεί μετά την ημερομηνία αυτή.» Στην ερώτηση του Δικαστηρίου - που κατά την εναγόμενη πάντοτε έχασε τον έλεγχο της διαδικασίας και ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, αφού η εν λόγω ευθύνη δεν ανήκει στην ίδια - «Γιατί σε τόσο μακρινή ημερομηνία;» και οι δύο δικηγόροι απάντησαν πως δε γνωρίζουν. Το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 17.5.2010, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από τους δικηγόρους των διαδίκων να οριστεί «..μετά τις διακοπές του καλοκαιριού καθότι η διαιτησία συνεχίζεται και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του καλοκαιριού, οπότε και θα υπάρξει και αποτέλεσμα.» Η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 13.9.2010 και ακολούθως, διαδοχικά το ίδιο, στις 29.11.2010, 17.1.2011, 21.3.2011 και 24.5.
- Πάντοτε, μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων και με το αιτιολογικό ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαιτησία. Στις 24.5.2011 δηλώθηκε από το δικηγόρο της εναγόμενης ότι η ολοκληρώθηκε η διαιτησία πριν από 15 μέρες και ότι αναμένεται η απόφαση. Συνεπεία αυτού, το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες ξανά, στις 28.6.2011 και ακολούθως, διαδοχικά το ίδιο, στις 29.9.2011 και 13.10.
- Και στις δύο περιπτώσεις, κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων των διαδίκων, για σκοπούς έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, όπως ανάφεραν στο Δικαστήριο την πρώτη φορά και ολοκλήρωσής της, όπως ανάφεραν τη δεύτερη. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011 και από το περιεχόμενό της είναι σαφές ότι είναι υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης. Και ενώ με την έκδοσή της, σχεδόν έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής του ενάγοντα, οι αστικές υποχρεώσεις της εναγόμενης - αλλά και τα δικαιώματα του ενάγοντα, για τα οποία φαίνεται να αδιαφορεί πλήρως η εναγόμενη - διαγνώστηκαν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, αυτή, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της απόφασης, αλλά ισχυρίζεται ότι για το γεγονός ότι η αγωγή, τύποις εξακολουθεί να εκκρεμεί μέχρι σήμερα, ευθύνεται το Δικαστήριο που έχασε το έλεγχο της διαδικασίας και όχι η ίδια, η οποία, απλώς έλαβε τα δικονομικά μέτρα που θεωρούσε ορθά. Περαιτέρω συνυπολογίζει και το χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση της επίδικης απόφασης μέχρι σήμερα προκειμένου να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό της δικαίωμα για διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της εντός ευλόγου χρόνου. Για να δούμε όμως στη βάση ποιων στοιχείων ή δεδομένων «ευθύνεται» το Δικαστήριο, για όσα ακολούθησαν της έκδοσης της επίδικης απόφασης μέχρι σήμερα και που μαζί με όσα προηγήθηκαν «θεμελιώνουν» τον ισχυρισμό της εναγόμενης, ότι, υπαιτιότητι του ενάγοντα και κατά κύριο λόγο του Δικαστηρίου που έχασε τον έλεγχο της διαδικασίας παραβιάστηκε το συνταγματικό δικαίωμά της για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Και για να μην υπάρξει οποιαδήποτε παρανόηση, δηλώνω ευθέως, ότι, γενικά, ως θέμα αρχής δε διαφωνώ με τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι η ίδια έλαβε τα δικονομικά μέτρα που θεωρούσε ορθά. Ασφαλώς και είχε το δικαίωμα να λάβει τα δικονομικά μέτρα που θεωρούσε ορθά. Ωστόσο, εκείνο που κατά τη γνώμη μου δεν είχε δικαίωμα να κάνει και όμως το κάνει είναι να χρεώνει στο Δικαστήριο καθώς και στον ενάγοντα, το γεγονός, ότι, στην προσπάθειά της να εξουδετερώσει το αποτέλεσμα και τις έννομες συνέπειες της σε βάρος της επίδικης απόφασης προέβηκε στις ακόλουθες ενέργειες ή όπως το θέτει η ίδια έλαβε τα ακόλουθα δικονομικά μέτρα: Η επίδικη απόφαση καθώς ήδη έχει αναφερθεί εκδόθηκε στις 13.10.2011 και το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους των διαδίκων γι' αυτή στις 23.11.
- Στις 9.12.2011, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι την αναθεώρηση της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της εν λόγω απόφασης, για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται σ' αυτή. Η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.8.2012, μετά από ακροαματική διαδικασία. Η εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της σχετικής απόφασης και στις 19.9.2012 νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της παραπάνω έφεσής της. Η αίτηση απορρίφθηκε και πάλιν μετά από ακρόαση, με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου, ημερομηνίας 3.4.
- Στις 26.6.2013, η εναγόμενη καταχώρησε νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Η αντίδραση του - κατά την εναγόμενη, συνυπαίτιου του Δικαστηρίου για την καθυστέρηση που υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει στη διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της - ενάγοντα και σ' αυτή την αίτηση, και πάλιν ήταν αρνητική. Καταχώρησε ένσταση, ακολούθησε ακροαματική διαδικασία, ωστόσο, η τύχη και αυτής της αίτησης έμελλε να είναι ίδια με την τύχη των δύο προηγούμενων. Με την αιτιολογημένη απόφασή μου ημερομηνίας 14.11.2013, η αίτηση απορρίφθηκε. Στις 26.11.2013, η εναγόμενη απόσυρε την έφεσή της κατά της απόφασης ημερομηνίας 27.8.2012 και την επομένη, 27.11.2013 καταχώρησε έφεση κατά της τελευταίας απόφασης, ημερομηνίας 14.11.
- Συγκεφαλαιώνοντας τις θέσεις μου για τα υπό εξέταση κριτήρια που διέπουν τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, σε βαθμό που έχει παραβιαστεί το συνταγματικό δικαίωμά της για διάγνωση των αστικών υποχρεώσεών της εντός ευλόγου χρόνου παρατηρώ τα εξής: Ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του το
- Τον ίδιο χρόνο, με πρωτοβουλία της εναγόμενης, η οποία καταχώρησε σχετική αίτηση, η διαδικασία της αγωγής αναστάληκε και διατάχθηκε η παραπομπή της σε διαιτησία για επίλυση όλων των επίδικων διαφορών που συνθέτουν τη βάση της αγωγής. Μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης στις 5.12.2007, αυτή, στις 13.10.2008 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, κατόπιν κοινής επιθυμίας των διαδίκων. Με πρωτοβουλία και πάλιν της εναγόμενης, η οποία καταχώρησε νέα αίτηση, συναινούντος και του ενάγοντα αυτή τη φορά, η διαδικασία της αγωγής, στις 5.5.2009 αναστάληκε και πάλιν με σχετικό δικαστικό διάταγμα αναστολής καθώς και παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία. Και στις δύο περιπτώσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Το Δικαστήριο, στο διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι και την έκδοση της επίδικης απόφασης, για σκοπούς παρακολούθησης της διαδικασίας που θα ακολουθούσε όρισε την αγωγή διαδοχικά σε διάφορες ημερομηνίες για οδηγίες. Μάλιστα, σε δύο περιπτώσεις απέρριψε αίτημα των δικηγόρων της εναγόμενης να θέσει εκτός πινακίου την υπόθεση. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011 και τα δικονομικά διαβήματα στα οποία προέβη έκτοτε η εναγόμενη, προκειμένου να ανατρέψει τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης έχουν ήδη αναφερθεί. Για να μην τα επαναλάβω περιορίζομαι να πω τούτο∙ για το σκοπό αυτό καταχώρησε τρεις αιτήσεις και δύο εφέσεις. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, ουδεμία ευθύνη μπορεί βάσιμα να καταλογιστεί στο Δικαστήριο, για το χρόνο που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής στις 17.11.2005 μέχρι και τις 13.10.2011 που εκδόθηκε η επίδικη απόφαση οπότε και διαγνώστηκαν οι αστικές υποχρεώσεις της εναγόμενης και το ίδιο ισχύει για ό' τι ακολούθησε έκτοτε μέχρι σήμερα. Εξ αντικειμένου, η εναγόμενη φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης για το διάστημα που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την έκδοση της επίδικης απόφασης και ακεραία την ευθύνη για το διάστημα που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι σήμερα. Ο ενάγοντας, εάν ελέγχεται για κάτι - και τούτο με τη λογική της εναγόμενης, μιας και προσωπικά επικροτώ τη στάση που επέδειξε μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης - είναι για το εξής: μολονότι, μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, θα μπορούσε οποτεδήποτε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, διαδικασία που αποτελεί ζήτημα τύπου (βλ. τη Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας, ανωτέρω) και ακολούθως, αν αυτή γινόταν αποδεκτή να λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της εναγόμενης, τόσο πολύ σεβάστηκε το δικαίωμά της να λάβει εκείνα τα δικονομικά μέτρα που θεωρούσε ορθά - για να χρησιμοποιήσω δική της φράση - τα οποία, επί της ουσίας απέβλεπαν στην ανατροπή των εννόμων συνεπειών και αποτελεσμάτων της εν λόγω απόφασης, σε σημείο που ανέμενε την εκδίκαση ακόμη και τελευταίας αίτησης που καταχώρησε η εναγόμενη, ημερομηνίας 26.6.2013, η οποία με την απόφασή μου ημερομηνίας 14.11.2013 απορρίφθηκε ως καταχρηστική και μετά καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Το γεγονός ότι αντιμετώπισε την παραπάνω συμπεριφορά της εναγόμενης ορθολογικά και με σύνεση θεωρώ πως θα ήταν εντελώς άδικο να απολήξει σε βάρος του σήμερα. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω και όσους από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης προώθησε η εναγόμενη, με βάση το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της. Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο (υπό στοιχείο (α) στη γραπτή αγόρευση του κ. Νεοκλέους) το διάταγμα παραπομπής σε διαιτησία δεν πληρεί τις προϋποθέσεις που τίθενται από τους δικονομικούς θεσμούς και τη νομοθεσία. Συγκεκριμένα, δεν ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της Δ.49 Θ.Θ.1, 2, 3, 5, 6
(1)
(5),
(6),
(7),
(8),
(13)και
(16). Περαιτέρω δεν υπάρχει συνυποσχετικό για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία και τέλος, παραβιάσθηκαν οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 με συνέπεια η όλη διαδικασία της διαιτησίας να πάσχει. Όλες οι παραπάνω θέσεις της εναγόμενης απορρίπτονται ως νόμω και ουσία αβάσιμες. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, με μόνο λόγο ότι η ενάγουσα και τις δύο αιτήσεις που καταχώρησε με τις οποίες ζητούσε και πέτυχε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και την παραπομπή της σε διαιτησία για επίλυση των επίδικων διαφορών της με τον ενάγοντα - αντικείμενο της αγωγής - τις βάσισε στις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και συγκεκριμένα στα άρθρα 8, 10 και 26 θεωρώ πως δε νομιμοποιείται να επικαλείται σήμερα, οτιδήποτε από τα παραπάνω, για σκοπούς απόρριψης της αίτησης. Ακολούθως είναι και αντιφατική όταν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει συνυποσχετικό παραπομπής της παρούσας υπόθεσης σε διαιτησία. Διέλαθε φαίνεται της προσοχής της ότι όταν καταχωρούσε την αίτησή της ημερομηνίας 11.3.2009 με την οποία - για να επαναλάβω - ζητούσε και πέτυχε την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας της αγωγής και παραπομπής της σε διαιτησία, στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης στην οποία προέβη προς υποστήριξη της αίτησης ανάφερε τα εξής: «Ειλικρινώς πιστεύω ότι οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση ως προς την αμοιβή του Ενάγοντα μεταξύ των διαδίκων δυνάμει ρητής πρόνοιας του αναφερομένου εγγράφου ημερομηνίας 14.1.2004, φωτοαντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, παραπέμπονται σε διαιτησία κατά την προβλεπομένη στο εν λόγω έγγραφο διαδικασία και η απόφαση του Διαιτητή θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη» Πρόκειται για έγγραφο του ΕΤΕΚ το τεκμήριο Α (ανωτέρω) με τίτλο «ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΕΝΤΟΛΕΑ ΣΕ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και από το περιεχόμενό του προκύπτουν τα ακόλουθα: Καταρχήν, ότι με αυτό η εναγόμενη ανάθεσε στον ενάγοντα να προβεί στις επίδικες εργασίες που αποτελούν και τη βάση της παρούσας αγωγής. Ακολουθεί σύντομη περιγραφή του έργου σε σχέση με το οποίο η εναγόμενη ανάθεσε στον ενάγοντα τις επίδικες εργασίες, με αναφορά στο προϋπολογισμένο κόστος του έργου, ενώ αναφέρεται και το ποσοστό της αμοιβής του ενάγοντα, το οποίο ορίζεται σε 4% επί του τελικού κόστους του έργου. Ακολούθως γίνεται αναφορά στους ειδικούς όρους που διέπουν την συμφωνία της εναγόμενης και του ενάγοντα, με την οποία η πρώτη ανάθεσε στο δεύτερο τις επίδικες εργασίες και για ό' τι μας αφορά παραθέτω αυτούσιο τον όρο υπό (Δ) και με τίτλο «Διαιτησία
(3)»: «Σε περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά ή αμφισβήτηση μεταξύ μου και του Μηχανικού, σε οποιοδήποτε στάδιο, σε σχέση με την αμοιβή του Μηχανικού, συμφωνώ όπως η διαφορά ή αμφισβήτηση παραπέμπεται για επίλυση σε διαδικασία Διαιτησίας ενώπιον Επιτροπής (μονομελούς ή τριμελούς) που θα οριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου. Η διαδικασία της Διαιτησίας θα διεξάγεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και η απόφαση του Διαιτητή ή των Διαιτητών θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη.» Ακολουθούν οι υπογραφές των συμβαλλομένων - διαδίκων (της εναγόμενης στη θέση του εντολέα και του ενάγοντα στη θέση του εντολοδόχου μηχανικού) και τέλος, η ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου. Παρατηρώ τα εξής: «συνυποσχετικό» σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, Κεφ. 4 «σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ' αυτή είτε όχι.» Ότι το περιεχόμενο του παραπάνω όρου αποτελεί συνυποσχετικό τη εννοία του νόμου είναι ολοφάνερο. Εξάλλου (για να επαναλάβω) σ' αυτό τον όρο βασίστηκε η αίτηση της εναγόμενης με την οποία επιδίωξε και πέτυχε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και την παραπομπή της σε διαιτησία για επίλυση των επίδικων διαφορών της με τον ενάγοντα. Ακολούθως, μολονότι δεν αποτελεί προαπαιτούμενο να κατονομάζεται ο διαιτητής στο συνυποσχετικό προκειμένου αυτό να θεωρηθεί κατά νόμο έγκυρο και δεσμευτικό, εντούτοις, οι διάδικοι, με τη συμφωνία τους (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση) που αποτελεί προέκταση της παραπάνω συμφωνίας - συνυποσχετικού - αναφέρουν και το όνομα του διαιτητή, ο οποίος εξέδωσε και την επίδικη απόφαση. Υπάρχει λοιπόν συνυποσχετικό οπότε η περί αντιθέτου θέση της εναγόμενης απορρίπτεται ως αβάσιμη. Απ' εκεί και πέρα, η Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για κανένα από τους λόγους που την επικαλείται η εναγόμενη καθιστά τη διαδικασία της επίδικης διαιτησίας καθώς και το σχετικό διάταγμα παραπομπής είτε παράτυπα είτε άκυρα, όπως είναι η θέση της. Η συγκεκριμένη διαταγή διαλαμβάνει καθετί σχετικό με την ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση παραπομπής αγωγής σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου - που δεν είναι η περίπτωσή μας - και όχι αναστολής της διαδικασίας της αγωγής όταν υπάρχει συνυποσχετικό και παραπομπής της σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 8 του νόμου Κεφ. 4 - που είναι η περίπτωσή μας - οπότε για ό' τι αφορά την ακολουθητέα διαδικασία διεξαγωγής της διαιτησίας ισχύουν και εφαρμόζονται οι πρόνοιες του σχετικού νόμου, Κεφ. 4, κάτι που, στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται ρητά και στο επίδικο συνυποσχετικό (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης που υποστηρίζει την αίτησή της με την οποία επιδίωξε και πέτυχε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής και την παραπομπή της σε διαιτησία για επίλυση των επίδικων διαφορών της με τον ενάγοντα) και επαναλαμβάνεται και στη σχετική συμφωνία που ακολούθησε της αρχικής, η οποία συνιστά το συνυποσχετικό και αποτελεί προέκτασή της (βλ. τον όρο 13 επί του τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση). Τα όσα συνθέτουν τον τρίτο λόγο ένστασης στην αίτηση (υπό (β) στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης) απορρίπτονται ως νόμω αβάσιμα. Και τούτο γιατί (για να επαναλάβω) εδράζονται στη Δ.49, η οποία, για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ως νόμω αβάσιμοι απορρίπτονται και οι δύο τελευταίοι λόγοι ένστασης (υπό (γ) και (δ) στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης). Και οι δύο ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης καθώς και στη διαδικασία της διαιτησίας που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης απόφασης, επομένως, δεν έχουν θέση στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Για να επαναλάβω σύμφωνα με τη Νικολάου (ανωτέρω): «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς.» Και λίγο παρακάτω: «. κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Για να καταλήξω, η ουσία του πράγματος στην παρούσα υπόθεση έγκειται στα εξής: Το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που για λόγους που έχουν αναφερθεί προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εγγραφή της επίδικης διαιτητικής απόφασης προνοεί ότι: «Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Σύμφωνα με την Πιττάκα (ανωτέρω) το Δικαστήριο θα χορηγήσει την άδεια για εκτέλεση διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητάς της ή δεν είναι σε τύπο αυτή που να μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση, ενώ σύμφωνα με τη Νικολάου (ανωτέρω επίσης): «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Τέλος, σύμφωνα µε τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόµος 2, παραγ. 96, σελ. 42 - 43, για να είναι έγκυρη μία διαιτητική απόφαση δεν απαιτείται να έχει συγκεκριμένο λεκτικό αλλά μπορεί να είναι διατυπωμένη σε τέτοια γλώσσα που ο διαιτητής θεωρεί ορθή, νοουμένου ότι το νόημά της είναι σαφές. Διήλθα με προσοχή το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης και θεωρώ ότι αυτή φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Μεταξύ άλλων περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: τα ονόματα και την ιδιότητα των διαδίκων, τη φύση της μεταξύ τους διαφοράς, τα επίδικα θέματα, τα ονόματα των μαρτύρων και αναφορά στη μαρτυρία τους, ευρήματα γεγονότων και τελικά συμπεράσματα - κατάληξη. Σύμφωνα με αυτά επιδικάζεται υπέρ του απαιτητή - ενάγοντα το ποσό των €18.196,61 για την εργασία που εκτέλεσε, πλέον €7.188,67, υπό μορφή αποζημίωσης, με τόκο 6,5% ετησίως και επί των δύο ποσών. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι και οι τρεις αιτήσεις που καταχώρησε η εναγόμενη μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης απορρίφθηκαν, κανένας πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητάς της υφίσταται. Δε μου διαφεύγει ότι η εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της απόφασής μου ημερομηνίας 14.11.2013, με την οποία απέρριψα την αίτησή της ημερομηνίας 26.6.2013, με την οποία ζητούσε την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης καθώς και διάταγμα αναστολής έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Η έφεση κατά της συγκεκριμένης απόφασής μου δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης, η οποία είναι τελική, δεσμευτική για τους διαδίκους και μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Τέλος αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η επίδικη απόφαση γνωστοποιήθηκε στην εναγόμενη εναντίον της οποίας στρέφεται. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα και/ή δίδεται άδεια, ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος της εναγόμενης. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο