← Κύπρος

THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4996/08, 13/1/2014

THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD ν. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4996/08, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4996/08 Μεταξύ: THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD Εναγόντων και

  1. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
  2. ΓΙΓΑΣ ΣΠΟΡΤΣ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 17.12.2013 Ημερομηνία: 13.1.2014 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Λ. Βραχίμης Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Κυπριανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν ουσιαστικά από τους Εναγόμενους, ποσό οφειλόμενο για καθυστερημένα δικαιώματα της άδειας τους για εκτέλεση δημοσίως μουσικών έργων, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 23.9.98, για την περίοδο από 1.10.04 μέχρι 30.9.
  3. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και κατά την αντεξέταση της Λιάνας Μηλέα (πρώτης μάρτυρας για τους Ενάγοντες), ο κ. Βραχίμης ζήτησε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης και στις 17.12.13 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση δια της οποίας εξαιτούνται (στην παράγραφο (Α) την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους ως εξής:

(1)Με την προσθήκη μετά την παράγραφο 6(γ) των πιο κάτω υποπαραγράφων: (δ) Όπως όχι αργότερα από 21 μέρες πριν την έναρξη κάθε έτους συμφωνίας οι εναγόμενοι θα γνωστοποιούν στους ενάγοντες εγγράφως τον καλύτερο δυνατό προϋπολογισμό αναφορικά με το έτος εκείνο για το ολικό ποσό των ραδιοφωνικών προσόδων ώστε να γίνεται η σχετική τιμολόγηση. (ε) Ότι οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα με εύλογη προειδοποίηση να επιθεωρούν τα σχετικά βιβλία ή αρχεία των εναγομένων όπου φαίνονται τα ολικά έσοδα των εναγομένων και σε περίπτωση που τα στοιχεία αυτά διαφέρουν από το προϋπολογισμό των εσόδων για το έτος εκείνο που έγινε από τους εναγόμενους, τότε το ποσό της διαφοράς των καταβλητέων δικαιωμάτων θα είναι πληρωτέο εντός 7 ημερών από την ημερομηνία έγγραφης απαίτησης.
(2)Με την αντικατάσταση της παραγράφου 8 με την πιο κάτω παράγραφο: 8. Κατά ή περί τις 23 Σεπτεμβρίου 1998 οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν στους ενάγοντες ότι τα ραδιοφωνικά έσοδα του ειρημμένου ραδιοφωνικού σταθμού ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.£10.000 ετησίως με αποτέλεσμα τα καταβλητέα δικαιώματα να ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.£500 ετησίως πλέον Φ.Π.Α. Κατά ή περί τις 9 Μαρτίου 2001 οι εναγόμενοι αναθεώρησαν το ποσό των ετήσιων ραδιοφωνικών εσόδων του σταθμού στο ποσό των Λ.Κ.£50.000 με αποτέλεσμα το καταβλητέα δικαιώματα να ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.£2.500 ετησίως. Στη συνέχεια όμως ζήτησαν προφορικά από τους ενάγοντες όπως το εισόδημα αυτό για την περίοδο από 1 Οκτωβρίου 2001 έως 30 Σεπτεμβρίου 2002 καθοριστεί στο ποσό των Λ.Κ.£14.000 και για την περίοδο από 1 Οκτωβρίου 2002 έως 30 Σεπτεμβρίου 2003 καθοριστεί σε Λ.Κ.£16.000 πράγμα που έγινε. Ακολούθως στις 10 Οκτωβρίου 2003 οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι τα ραδιοφωνικά έσοδα του σταθμού διαφοροποιήθηκαν στο ποσό των Λ.Κ.£25.000 ετησίως. Στη συνέχεια, με επιστολή τους ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2004 οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι η τιμολόγηση με βάση την επίδικη συμφωνία θα γίνει με βάση τον υπολογισμό ολικών εσόδων Λ.Κ.£50.000, κάλεσαν τους εναγόμενους και όπως τους αποστείλουν του ετήσιο ισολογισμό από τους εγκεκριμμένους λογιστές και τους ενημέρωσαν ότι μέχρι τότε η χρέωση θα είναι έναντι λογαριασμού.Οι εναγόμενοι όμως παρέλειψαν να αποστείλουν στους ενάγοντες τα σχετικά στοιχεία. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι με επιστολές τους ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2005, 29 Δεκεμβρίου 2006, 23 Δεκεμβρίου 2007 και 8 Δεκεμβρίου 2008 ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι αυτοί είχαν παραλείψει να τους γνωστοποιήσουν ως όφειλαν τα ολικά έσοδα του σταθμού και τους κάλεσαν να τους αποστείλουν τους σχετικούς ετήσιους ισολογισμούς των εγκεκριμμένων ελεγκτών για σκοπούς ακριβούς καθορισμού των τελικών οφειλόμενων δικαιωμάτων πλην όμως οι εναγόμενοι και πάλι αρνήθηκαν ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 Κ.1-5, Δ.48 Κ.1-4, 8 και στη Δ.64 Κ.1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Λιάνας Μηλέα, η οποία είναι γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας Ρ. Μ. Σκουφαρίδης & Σία Λτδ, οι οποίοι είναι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των Αιτητών στην Κύπρο και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει δε σε αυτήν τα ακόλουθα: Κατά την αντεξέταση της στην υπόθεση διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της έκθεσης απαιτήσεως δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης για τη σύνταξη της αγωγής χρησιμοποιήθηκε δείγμα άλλης αγωγής και εκ παραδρομής τα στοιχεία που αναφέρονταν στην παράγραφο αυτή δεν διορθώθηκαν ώστε να συνάδουν με τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης. Τόσο η αποκάλυψη εγγράφων που προηγήθηκε της ακρόασης όσο και η μαρτυρία της στην υπόθεση έγινε στη βάση των ορθών στοιχείων τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση. Έτσι δεν είχαν διαπιστώσει το λάθος αυτό προηγουμένως πριν της υποδειχθεί κατά την αντεξέταση της από το δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση. Εν όψει των ανωτέρω είναι απαραίτητο, ορθό και δίκαιο και προς το σκοπό πλήρους απονομής της δικαιοσύνης όπως εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν στην αίτηση, στις 20.12.13, καταχωρώντας ένσταση, η οποία βασίζεται στις Δ.25 και Δ.48 Κ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη σχετική νομολογία και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της έντασης είναι οι ακόλουθοι: Α. Η αίτηση είναι κακόπιστη και στηρίζεται σε ψευδείς και/ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Β. Η αίτηση στηρίζεται σε μαρτυρία αναρμόδιου προσώπου. Γ. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από τεκμηριωμένους λόγους γενικά και/ή όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν στη δικογράφηση των αρχικών ισχυρισμών των οποίων επιδιώκεται η τροποποίηση. Δ. Η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και τα δικαιώματα των Εναγομένων πλήττονται σε βαθμό που τους προκαλείται αδικία που δεν αποκαθίσταται με ενδεχόμενη διαταγή εξόδων υπέρ τους. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι και διευθυντής των Εναγομένων 2 και αναφέρει τα ακόλουθα: Έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση της Λιάνας Μηλέα που υποστηρίζει την αίτηση και θεωρεί ότι αυτή ψεύδεται. Χαρακτηρίζει δε ως γελοία την δικαιολογία που δίδεται ότι το λάθος στην παράγραφο 8 οφείλεται στο ότι χρησιμοποιήθηκε δείγμα άλλης αγωγής. Διερωτάται δε ουσιαστικά ποιά είναι η άλλη αγωγή, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως δείγμα και πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιήθηκε το ποσό (ισχυριζόμενα ετήσια έσοδα εναγόμενης εταιρείας) άλλης αγωγής αλλά αυτά τα ποσά σε συνδυασμό με το 2% (που επίσης τροποποιήθηκε κατά την πρώτη δικάσιμο στις 3.12.13) να καταλήγουν ακριβώς στα διεκδικούμενα ποσά των Λ.Κ.2.500 ως η παράγραφος 9 β, γ και δ της έκθεσης απαίτησης (125.000 Χ 2% = 2.500). Θεωρεί δε ως απίστευτη σύμπτωση που χρήζει εξήγησης το γεγονός ότι τα ποσά μιας εξίσωσης ήταν εντελώς άσχετα, παρμένα από άλλη πηγή, αλλά το αποτέλεσμα της εξίσωσης να μην είναι λανθασμένο αλλά να είναι το ορθό. Όλα αυτά σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 δείχνουν, στην απουσία πειστικών εξηγήσεων, ότι οι Αιτητές προβάλλουν ισχυρισμούς κακόπιστα και ψευδώς και όταν βρεθούν σε αδιέξοδο ζητούν τροποποίηση. Με βάση τα πιο πάνω οι Καθ' ων ουσιαστικά ζητούν απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με αγορεύσεις, όπου οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την προσέγγιση θεμάτων τροποποίησης δικογράφων είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Η τροποποίηση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών της τροποποίησης (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Ως δε λέχθηκε στην Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να διατυπώσει τις θέσεις του και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων (βλ. και Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714). Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ως δε λέχθηκε στην Περικτιόνη v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 «η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής» (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Δεν μπορούν να προδιαγράφουν άκαμπτοι κανόνες γενικής εφαρμογής, σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης όπως πχ. η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης σαν λογική απόρροια των διατάξεων του ΄Αρθρου 30
(2)του Συντάγματος, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. Νικολάου ανωτέρω). Αναφορικά με το στοιχείο της καθυστέρησης στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 αναφέρθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Associated Leisure Ltd and other v. Associated Newspapers Ltd.
(1970)2 All E.R. 754 λέχθηκε ότι η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση, όπως συνάγεται από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσµα αµέλειας ή καθυστέρησης νοουµένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα µπορούσε να αποζηµιωθεί µε χρήµα. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση της πρώτης μάρτυρος των Εναγόντων - Αιτητών, Λιάνας Μηλέα, όταν αυτή ρωτήθηκε εάν επιμένει στον δικογραφημένο, στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι γνωστοποίησαν ότι το ολικό εισόδημα του ραδιοφωνικού σταθμού ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.125,000, απάντησε ουσιαστικά ότι νομίζει ότι υπάρχει κάποιο λάθος στην εν λόγω παράγραφο. Τότε είναι που ο συνήγορος των Αιτητών ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι υπάρχει λάθος στην έκθεση απαίτησης και ζήτησε αναβολή προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης όπως και έπραξε. Ως δε επίσης σαφώς προκύπτει, η μέχρι τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία της Μηλέα (τόσο η προφορική όσο και τα τεκμήρια που κατέθεσε), συνάδει και δόθηκε με βάση τους ισχυρισμούς που επιχειρούνται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η μαρτυρία δε αυτή εισήχθη μάλιστα χωρίς ένσταση από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση. Ως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Περικτιόνη ανωτέρω, δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης ώστε να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο των Αιτητών. Στην εν λόγω υπόθεση μάλιστα η ανάγκη για τροποποίηση ανέκυψε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώ κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας. Το ίδιο συμβαίνει και στην παρούσα όπου το θέμα, ως προαναφέρθηκε, προέκυψε κατά την αντεξέταση της Μηλέα και η αίτηση έγινε αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η διάσταση της μαρτυρίας με το δικόγραφο. Κρίνεται λοιπόν ότι η εισαγωγή των αιτούμενων στην παράγραφο 8 ισχυρισμών είναι αναγκαία για προσδιορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων στην παρούσα αγωγή. Το υπό ποιες περιστάσεις και πότε διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση, ως εκτέθηκαν ανωτέρω, συνιστούν ουσιαστικά και τη δικαιολογία ως προς το γιατί η αίτηση τροποποίησης γίνεται σε αυτό το στάδιο της υπόθεσης και όχι προηγουμένως. Παρέχεται ουσιαστικά δικαιολογία αβλεψίας ή παραδρομής στην ορθή και ολοκληρωμένη δικογράφηση των θέσεων των Αιτητών, η οποία διαπιστώθηκε σε αυτό το στάδιο. Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στοιχειοθετείται λοιπόν η θέση των Αιτητών ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την αντεξέταση της Μηλέα όταν διαπιστώθηκε ότι το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά και ορθά στοιχεία της υπόθεσης και στη μαρτυρία που τέθηκε για το σκοπό αυτό στο Δικαστήριο. Αυτή είναι και η ουσία του πράγματος και όχι το γιατί η παράγραφος 8 είχε διατυπωθεί ως έχει. Εν πάση δε περιπτώσει δίδεται από τους Αιτητές εξήγηση για το λόγο που έγινε η εν λόγω διατύπωση και συγκεκριμένα ότι για τη σύνταξη της αγωγής χρησιμοποιήθηκε δείγμα άλλης αγωγής και εκ παραδρομής δεν έγινε διόρθωση στο σημείο αυτό ώστε να συνάδει με τα πραγματικά επίδικα γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης. Η δικαιολογία αυτή κρίνεται υπό τις περιστάσεις εύλογη και αρκούντως πειστική και θεωρώ ότι για σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν χρειάζεται να διευκρινισθεί ποια είναι η άλλη αγωγή και να προσκομισθεί αντίγραφο της, ως είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση. Όσον αφορά τη θέση των Καθ' ων η αίτηση περί κακοπιστίας πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι είναι γνωστό ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Αναφορικά προς το ειδικό αυτό στοιχείο, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624, παρά το ότι γενικά τροποποιήσεις εγκρίνονται µε σχετική ευκολία, εγείρεται δυσχέρεια εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Στην παρούσα κρίνω, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και έχουν εκτεθεί ανωτέρω, ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία, ως ισχυρίζονται ουσιαστικά οι Καθ' ων η αίτηση. Τέτοια δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι απλά και μόνο η αίτηση γίνεται σε αυτό το στάδιο ήτοι κατά την ακροαματική διαδικασία. Αναφορικά δε με την αιτούμενη τροποποίηση της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι όχι μόνο δεν εγείρεται οποιοσδήποτε λόγος ένστασης αλλά δεν γίνεται καν οποιαδήποτε σχετική αναφορά στις αγορεύσεις των Καθ' ων η αίτηση. Ως δε έχει αναφερθεί στο Annual Practice 1958 στη σελ. 451 σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών της συμφωνίας και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή. Όταν δε πρόκειται για γραπτή συμφωνία θα πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο (βλ. και Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 787). Στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης, ως έχει, αναφέρονται κάποιες πρόνοιες της συμφωνίας, η οποία να σημειωθεί ότι έχει κατατεθεί ήδη ως τεκμήριο στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της Μηλέα. Φαίνεται ότι οι παράγραφοι που ζητείται να προστεθούν με βάση την παρούσα αίτηση είναι άμεσα συνδεδεμένες με το θέμα των ραδιοφωνικών εσόδων των Καθ' ων η αίτηση κατά την επίδικη περίοδο και τον καθορισμό των καταβλητέων δικαιωμάτων τα οποία αξιώνουν με την παρούσα αγωγή οι Αιτητές και συνακόλουθα και με τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 8, ως επιζητείται αυτή να τροποποιηθεί. Κρίνεται λοιπόν ενόψει των ανωτέρω ότι υπάρχει ανάγκη για προσθήκη και αυτών των όρων της συμφωνίας κάτι που άλλωστε αποσαφηνίζει τη σχετική θέση των Αιτητών και θα δώσει την ευχέρεια στους Καθ' ων η αίτηση να διεξάγουν την υπόθεση τους έχοντας υπόψην και αυτούς. Εξετάζοντας δε τον λόγο ένστασης ότι η αίτηση στηρίζεται σε μαρτυρία αναρμόδιου προσώπου θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν γίνεται καμία σχετική αναφορά ενώ στις αγορεύσεις τους οι Καθ' ων η αίτηση απλά αναφέρουν ότι η Μηλέα είναι αναρμόδιο πρόσωπο χωρίς ουσιαστικά να επεξηγούν περαιτέρω. Ως δε αναφέρει στην ένορκη της δήλωση η Μηλέα, είναι γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας, οι οποίοι είναι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι των Αιτητών στην Κύπρο και είναι εξουσιοδοτημένη δεόντως να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έγινε δε ήδη αναφορά ανωτέρω ότι ήταν στα πλαίσια της μαρτυρίας της που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν ευσταθεί ο υπό αναφορά λόγος ένστασης. Όσον δε αφορά τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι από την αιτούμενη τροποποίηση, πλήττονται τα δικαιώματα αυτών και τους προκαλείται αδικία, πρέπει να υπομνησθεί ότι με βάση τη σχετική νομολογία ο όρος «ανεπανόρθωτη ζημιά» χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Στην παρούσα η σχετική μαρτυρία της Μηλέα εισήχθη χωρίς ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση αλλά το πλέον σημαντικό είναι ότι η αίτηση έγινε, ορθώς, πριν την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της πρώτης αυτής μάρτυρος των Αιτητών και συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση θα έχουν την ευχέρεια, σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, όχι μόνο να απαντήσουν στους ισχυρισμούς αλλά και να αντεξετάσουν σχετικά τη μάρτυρα καθώς και να προσκομίσουν και τη δική τους μαρτυρία επί των θεμάτων αυτών. Να σημειωθεί δε εδώ ότι υπήρξαν περιπτώσεις στη νομολογία όπου η τροποποίηση επετράπη σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο της δίκης, μετά που ακούστηκε και μεγάλος αριθμός μαρτύρων (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ανωτέρω). Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν εκ της τροποποίησης ανεπανόρθωτη ζημιά. Τέλος και ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις πέραν της λογικής καθυστέρησης που εκ της νομικής φύσης τους προκαλούν δεν περιπλέκουν την εκδίκαση της αγωγής. Χωρίς λοιπόν να μου διαφεύγει το στάδιο στο οποίο έγινε η αίτηση και λαμβάνοντας υπόψην τις περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψε η ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης, το ότι η αίτηση έγινε αμέσως μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη αυτή, ότι δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας στην αίτηση, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση, εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορούν να αποζημιωθούν, αλλά και το ότι η τροποποίηση ζητείται προς κάλυψη πραγματικής ανάγκης και είναι κατ' επέκταση προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παράγραφοι (A) 1 και 2 της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και αντίγραφο αυτού να παραδοθεί, εντός τριών ημερών από την εν λόγω καταχώρηση, στο δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση. Στη συνέχεια, έκθεση υπεράσπισης στο τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση στο δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί στον δικηγόρο των Αιτητών εντός τριών ημερών από την εν λόγω καταχώρηση. Ενδεχόμενη απάντηση στην υπεράσπιση να ακολουθήσει εντός 3 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και όλα τα έξοδα που θα απολεσθούν συνεπεία της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων - Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση, και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action/Interim Judgment Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.