← Κύπρος

Prosceno, Αρ. Γενικής Αίτησης: 1019/13, 10/1/2014

Prosceno, Αρ. Γενικής Αίτησης: 1019/13, 10/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 1019/13 Αναφορικά με τη Διάταξη 63, Κανονισμό 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών - και - Αναφορικά με την Πρωτογενή αίτηση 978/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού - - - - - - - - - - - - - - - 10.1.2014 Για την Αιτήτρια: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ με κ. Τ. Παντελή για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ, κ. Τ. Παντελή για ν΄ ακούσει απόφαση Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος Great Station Properties S.A. και Inter Growth Investments Limited - Αιτητές στην Αίτηση 978/13: κα Κ. Κακουλλή για Chrysses Demetriades & Co LLC, κ. Α. Λαός για ν΄ ακούσει απόφαση Για το Ενδιαφερόμενο Μέρος UMS Holding Limited, Energy Standard Industries Limited και Energy Standard Fund Limited - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 - 3 στην Αίτηση 978/13: κα Ε. Κονναρή για Ανδρέας Κονναρής ΔΕΠΕ και για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια, «Prosceno», εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να δίδει άδεια στους δικηγόρους της να επιθεωρήσουν το φάκελο της Γενικής Αίτησης 978/13 Ε.Δ. Λεμεσού και να λάβουν επίσημα αντίγραφα πρακτικών, εγγράφων και τεκμηρίων του εν λόγω φακέλου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15.10.2013 της Μαριέλλας Δαμιανού, υπαλλήλου στο δεύτερο από τα δικηγορικά γραφεία που την εκπροσωπούν. Η Αίτηση είναι μονομερής, ωστόσο διατάχθηκε όπως επιδοθεί στους δικηγόρους των Πρώτων Ενδιαφερομένων Μερών, αιτητών στη Γενική Αίτηση 978/13. Στη διαδικασία εμφανίστηκαν και οι δικηγόροι των Δεύτερων Ενδιαφερομένων Μερών, καθ' ων η αίτηση 1 - 3 στη Γενική Αίτηση 978/13. Όλα τα Ενδιαφερόμενα Μέρη έφεραν ένσταση στην Αίτηση και καταχώρισαν Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης. Αυτή των Πρώτων, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.10.2013 του Θωμά Χριστοδούλου, συνέταιρου δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που τους εκπροσωπεί. Αυτή των Δεύτερων, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.11.2013 της Χρυστάλλας Τζιούρρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του πρώτου από τα δύο γραφεία που τους εκπροσωπούν. Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.63, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοεί πως: «

(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι διάδικος σε θέμα ή ζήτημα, μπορεί να υποβάλει αίτηση για γενική έρευνα ή επιθεώρηση των βιβλίων καταχωρίσεων ή του φακέλου της υπόθεσης ή για τη χορήγηση επίσημου αντιγράφου, πρακτικού, εγγράφου ή τεκμηρίου που βρίσκεται στο φάκελο. Στην αίτηση παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους αυτή υποβάλλεται.
(2)Η αίτηση εξετάζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου στο οποίο φυλάσσονται τα βιβλία ή ο φάκελος της υπόθεσης ή το Δικαστήριο ή το Δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, ανάλογα με την περίπτωση και άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους που θα θεωρηθούν κατάλληλοι .» Κατά το χρόνο καταχώρισης της Αίτησης την 15.10.2013 και όταν ορίστηκε προς εκδίκαση από 16.10.2013 η Γενική Αίτηση 978/13 εκκρεμούσε ενώπιον μου. Απόφαση στην εκεί δευτερογενή αίτηση ημερομηνίας 3.10.2013 εκδόθηκε την 15.11.2013, ενώ η εναρκτήρια αίτηση, παρά την ιδιαιτερότητα της υπόστασης της, θεωρείται ότι ακόμα εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Η προϋπόθεση να παρατίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους υποβάλλεται η αίτηση και ότι άδεια μπορεί να δοθεί υπό όρους που θα θεωρηθούν κατάλληλοι, εξυπακούει ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική ευχέρεια και η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Στην Αγγλία το ζήτημα διέπεται από τον Κανονισμό 5.4.C των Civil Procedure Rules και ρυθμίζεται σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια παρά στην Κύπρο. Μπορεί ωστόσο, με επιφύλαξη όσον αφορά ζητήματα που ρητά καθορίζονται από τον Κανονισμό, να αντληθεί καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία. Ο γενικός κανόνας είναι πως μη διάδικος μπορεί να λάβει αντίγραφα της Έκθεσης Απαίτησης και αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν. Οποιαδήποτε άλλα έγγραφα που καταχωρίστηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων εγγράφων που καταχωρίστηκαν μαζί ή επισυνάπτονταν στην Έκθεση Απαίτησης μπορούν να ληφθούν από μη διάδικο μόνο με την άδεια του Δικαστηρίου κατόπιν προς τούτο αιτήσεως. Ο Κανονισμός 5.4.C αντικατέστησε την παλαιότερη Δ.63, θ.4 σύμφωνα με την οποία πρόσωπα που δεν ήταν διάδικοι μπορούσαν να λάβουν αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης εναρκτήριας διαδικασίας και οποιασδήποτε απόφασης ή διαταγής είχε δοθεί στα πλαίσια της υπόθεσης αλλά δεν μπορούσαν να λάβουν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα παρά μόνο με την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Στην Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1993 αναφέρεται (σελ. 1154) πως η αρχή πάνω στην οποία αυτά τα έγγραφα εξαιρούνται του δημοσίου δικαιώματος για επιθεώρηση είναι γιατί έχουν χαρακτήρα ενδιάμεσο και μπορεί αλλά και όχι να χρησιμοποιηθούν ή να επηρεάσουν την έκβαση της υπόθεσης όταν το επίδικο θέμα θα ακουστεί από το Δικαστήριο. Ακόμα όμως και για τέτοια έγγραφα η άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να παραχωρηθεί για έρευνα και επιθεώρηση από μη διάδικο, ωστόσο πολύ ισχυροί λόγοι απαιτούνται ώστε να παραχωρηθεί τέτοια άδεια. Στην Dian AO v. Davis Frankel & Mead (A Firm) and Another (OOO Alfa-Eco and Another intervening)
(2005)1 W.L.R.2951 και στην Pfizer Health AB v. Schwarz Pharma Ltd (Strickland (Legal) LLP intervening)
(2011)F.S.R.14, καθορίστηκαν οι αρχές βάσει των οποίων έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, μπορούσαν να επιθεωρηθούν από μη διάδικο και να του επιτραπεί να λάβει αντίγραφα: Η αρχή της φανερής απονομής της δικαιοσύνης (principle of open Justice), είναι ένας δυνατός λόγος για να επιτραπεί πρόσβαση σε έγγραφα όπου ο σκοπός είναι η επίβλεψη του κατά πόσο απονεμήθηκε δικαιοσύνη. Όταν ο σκοπός δεν είναι η εξέταση του κατά πόσο απονεμήθηκε δικαιοσύνη, αλλά τα έγγραφα έχουν εντούτοις διαβαστεί από το Δικαστήριο ως μέρος της διαδικασίας έκδοσης απόφασης, τότε το Δικαστήριο πρέπει να κλείνει υπέρ της αποκάλυψης εάν κάποιο νόμιμο ενδιαφέρον στη λήψη των εγγράφων, μπορεί να φανεί. Όταν η αρχή της φανερής απονομής της δικαιοσύνης δεν εμπλέκεται καθόλου, όπως στην περίπτωση που έγγραφα έχουν καταχωριστεί αλλά δεν διαβάστηκαν, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει πρόσβαση σε αυτά μόνο όπου υπάρχουν δυνατοί λόγοι για να κριθεί ότι αυτό είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η παράμετρος κατά πόσο στην Γενική Αίτηση 978/13 απονεμήθηκε δικαιοσύνη, δεν εγείρεται ρητά με την Αίτηση. Η κατεύθυνση της είναι διαφορετική. Όπως αναφέρεται στις παραγράφους 14 και 15 της Ένορκης Δήλωσης Δαμιανού, η επιθεώρηση του φακέλου και η λήψη αντιγράφων σκοπούν αποκλειστικά στην προώθηση, εάν χρειάζεται, διαβημάτων για διαφύλαξη των συμφερόντων της «Prosceno» περιλαμβανομένης της υποστήριξης της υπόθεσής της στην αγωγή 6273/10 Ε.Δ. Λεμεσού. Ό,τι έχει καταχωριστεί στη Γενική Αίτηση 978/13 από τις αιτήτριες με την εναρκτήρια αίτηση, καταχωρίστηκε ξανά στη δευτερογενή αίτηση που εκδικάστηκε. Στη δευτερογενή αίτηση καταχωρίστηκαν ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασης που υποστηρίζονταν, όπως και η αίτηση, από ένορκες δηλώσεις με σωρεία επισυναπτομένων. Όλα τα στοιχεία που καταχωρίστηκαν, συνιστούν το υλικό το οποίο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο ώστε να εκδώσει απόφαση. Δεν υπάρχει κάποιο έγγραφο το οποίο να μην συνιστά μέρος του αποδεικτικού υλικού που τα μέρη στη διαδικασία παρουσίασαν. Είναι η θέση των Ενδιαφερομένων Μερών πως η Γενική Αίτηση 978/13 δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως μια οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία αλλά ως διαδικασία άμεσα σχετική και παράλληλη με τη διεθνή διαιτησία προς υποβοήθηση της οποίας καταχωρίστηκε, όπως πιο κάτω εξηγείται. Οι μετοχές της Ουκρανικής εταιρείας PJSC «Sumy Frunze Machine-Building Science and Production Association» «Frunze» κατέχονται κατά 83,736% από την Κυπριακή εταιρεία «Stremvol Holdings Ltd». Τα Πρώτα Ενδιαφερόμενα Μέρη κατέχουν μαζί 2879 μετοχές στην «Stremvol». Αυτά έχουν ως δικαιούχο των μετοχών τους τον Vladimir Vladimivorich Lukyanenko και στη Γενική Αίτηση αναφέρονταν από κοινού ως τα μέρη «Lukyanenko». Η εκεί καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία κατέχει 2997 μετοχές στην «Stremvol» και, μέσω των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 εταιρειών, έχει ως δικαιούχο τον Konstanin I. Grigorishin. Αυτές, δηλαδή τα Δεύτερα Ενδιαφερόμενα Μέρη, αναφέρονταν στη Γενική Αίτηση από κοινού ως τα μέρη «Grigorishin». Ο τρίτος ουσιαστικός δικαιούχος στην «Frunze» είναι η «Prosceno» με ποσοστό 13,5124%. Η «Prosceno» ελέγχεται από τον Igor ή Grigoriy Surkis. Τα μέρη «Lukyanenko», τα μέρη «Grigorishin» και η «Stremvol» συνήψαν την 15.10.2010 Συμφωνία Κοινοπραξίας, αναφορικά με τη διοίκηση της «Stremvol» και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένης της «Frunze». Η Συμφωνία Κοινοπραξίας περιείχε ρήτρα διαιτησίας για παραπομπή και οριστική επίλυση οιασδήποτε διαφοράς που απόρρεε ή σχετιζόταν με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου, LCIA. Τα μέρη «Lukyanenko» καταχώρησαν παράκληση για διαιτησία ενώπιον του LCIA. Η 978/13 καταχωρίστηκε σε χρόνο που επίκειτο η καταχώρηση της διαιτητικής διαδικασίας και προς υποβοήθησή της, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του
  1. Στην Ali Shipping Corporation v. Shipyard Trogir [1991] 1 W.L.R. 314 αναφέρθηκε πως σε όλες τις συμφωνίες για διαιτησία υπάρχει εξυπακουόμενος όρος που επιβάλλει υποχρέωση εμπιστευτικότητας που προκύπτει ως ζήτημα δικαίου αφού συνιστά απαραίτητο στοιχείο του μη δημόσιου χαρακτήρα των διαιτητικών διαδικασιών και επομένως όρος τον οποίο η φύση της συμφωνίας εξυπακουόμενα απαιτεί. Ο Κανονισμός 30 των Κανονισμών του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου όπου τα ενδιαφερόμενα μέρη και η «Stremvol» συμφώνησαν πως θα παρέπεμπαν τις διαφορές τους επιβάλλει, εκτός και αν τα μέρη έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, υποχρέωση να διατηρήσουν εμπιστευτικές όλες τις διαιτητικές αποφάσεις και όλο το υλικό που δημιουργήθηκε στη διαιτητική διαδικασία και όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από άλλα μέρη στη διαδικασία. Η Συμφωνία Κοινοπραξίας περιέχει, στην προκειμένη περίπτωση, αυστηρούς όρους εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τους οποίους τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να αποκαλύψουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετίζεται με αυτή αλλά ούτε και να αποκαλύψουν οποιαδήποτε έγγραφα σχετίζονται με αυτή. Στο σύγγραμμα A Guide to the LCIA Arbitration Rules, των Peter Turner και Reza Mohtashami, Oxford University Press 2009, σελ. 220, παρα. 9.06 εξηγείται πως ο μη δημόσιος χαρακτήρας των ακροάσεων αφορά στη διαδικασία στο χώρο εκδίκασης της διαιτησίας. Εξασφαλίζει πως μόνο τα μέρη, οι αντιπρόσωποι τους και οι μάρτυρες επιτρέπεται να παραστούν. Η έννοια της εμπιστευτικότητας είναι πολύ πιο πλατιά και επεκτείνεται σε έγγραφα που δημιουργούνται ή υποβάλλονται στη διαιτητική διαδικασία και ακόμη στο ίδιο το γεγονός της διαιτησίας. H Glidepath BV & Ors v. Thompson & Ors [2005] EWHC 818 (Comm). αφορούσε αίτηση που έγινε από μη διάδικο για να λάβει έγγραφα από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η δικαστική διαδικασία αφορούσε αγωγή που οι ενάγοντες καταχώρισαν ισχυριζόμενοι πως οι εναγόμενοι απεκόμισαν κρυφά κέρδη προς καταδολίευσή τους από την κοινή τους επιχείρηση. Πέραν από την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες καταχώρισαν αιτήσεις για παγοποίηση κεφαλαίων και διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που εκδικάστηκαν κεκλεισμένων των θυρών. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας ώστε τα επίδικα ζητήματα να παραπεμφθούν σε διαιτησία και τούτο αφού η συμφωνία κοινοπραξίας των εναγόντων με τους εναγόμενους εμπεριείχε ρήτρα διαιτησίας. Τελικά εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής της δικαστικής διαδικασίας. Η ουσία της αντιδικίας αφορούσε στη μεταφορά κάποιων εργασιών από μια εταιρεία σε άλλη. Ο μη διάδικος, που επιθυμούσε να λάβει αντίγραφα, ήταν εργοδοτούμενος στην εταιρεία απ΄ όπου μεταφέρθηκαν οι εργασίες και είχε παραιτηθεί μετά την μεταφορά. Αποφασίστηκε ότι: «
  2. Arbitration proceedings and materials produced in the course of them were treated as confidential to the parties and the arbitrator subject to certain exceptions, which included disclosure by leave or order of the court which might be given when and to the extent that it was reasonably necessary to protect or establish the legal rights of a party to the arbitration by a third party or otherwise in the interests of justice. A stranger to the arbitration proceedings should not in general be given access to claim forms unless he could bring himself within an exception to the protection of confidentiality. (Ali Shipping Corp v. Shipyard Trogir [1998) CLC 566 applied.)
  3. The permission of the court to a stranger to an arbitration and to proceedings in which a s. 9 stay had been applied for to inspect either an application notice under s. 9 and any evidence on the court file or arbitration claim forms for ancillary relief under s. 44 and evidence appended on the court file should not be granted unless all the parties to the arbitration consented or there was an overriding "interest of justice" as envisaged in Ali Shipping Corp. v. Shipyard Trogir. Further, in a case where, as in the present case, the application under s. 9 was preceded by an application for a freezing injunction or for a Norwich Pharmacal disclosure order in the face of a binding arbitration agreement, the exercise of the court΄s discretion upon an application by a stranger to the arbitration agreement or the proceedings to inspect those applications or the evidence supporting them on the court file should similarly be exercised by reference to the principles of confidentiality attaching to arbitral proceedings. [Δική μου έμφαση].
  4. Accordingly, in the present case the applicant, not being a party to the agreement to arbitrate, had to establish that access to the documents in question, namely the application notice under s. 9 and the applications for a freezing injunction and a Norwich Pharmacal disclosure order and evidence incorporated in them, was reasonably necessary to protect or establish the legal rights which he sought to enforce in the proceedings before the Employment Tribunals or otherwise in the interests of justice.» [Δική μου έμφαση]. Στην σελίδα 1097 αναφέρθηκε πως: «.even at the stage before the court was ordered a stay, the private and confidential character or proceedings ancillary to the arbitral process ought to be protected. Further applications for a stay are made to enforce agreements to arbitrate. Such agreements imposed by implication a duty of confidentiality. To conclude that the confidentiality of documentation directed to enforce such an agreement was less appropriately protected than documentation engendered in the course of the arbitration would be somewhat illogical and therefore hard to sustain except to the extent necessary to give notice to other parties to the court proceedings or for some special public interest consideration.» Είναι η εν κατακλείδι θέση των ενισταμένων πως το Δικαστήριο θα πρέπει να παράσχει σε διαδικασίες προς υποβοήθηση αλλοδαπής διαιτητικής διαδικασίας την ίδια προστασία που παρέχεται στην ίδια τη διαιτητική διαδικασία. Η διαιτησία είναι μια αναγνωρισμένη θεμιτή οδός επίλυσης διαφορών. Η διευκόλυνση της διαιτησίας ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά και να εξυπηρετεί τους σκοπούς των μερών που την επέλεξαν για την επίλυση των διαφορών τους είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Εάν δεν υφίστανται άλλοι λόγοι που θετικά να επιτάσσουν όπως γίνει αποκάλυψη αυτή και οι συναφείς δικαστικές διαδικασίες μπορούν να παραμένουν εμπιστευτικές. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1(A) A.A.Δ. 585, 590 αναφέρεται ότι ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987: «. αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαιτησία ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός διαιτησίας επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα, τα οποία μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Η όλη δομή του Νόμου και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του. Εύκολα εντοπίζεται ότι διαφυλάσσεται ο θεσμός της διαιτησίας ως εναλλακτικής διαδικασίας επίλυσης διαφορών. Η χρήση ένδικων μέτρων επιτρέπεται περιοριστικά και μόνο στις καθορισμένες περιπτώσεις που προβλέπονται.» Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως από τη στιγμή που ο διάδικος επέλεξε να στραφεί προς τα Δικαστήρια προς εξασφάλιση κάποιας θεραπείας έχει εγκαταλείψει την εμπιστευτικότητα που του εξασφάλιζε η διαιτησία. Τούτο δεν είναι ορθό. Κατά πρώτο λόγο τέτοιος συνειρμός θα αντιστρατευόταν τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 και θα δημιουργούσε προσκόμματα, αποθαρρύνοντας τη δυνατότητα του διαδίκου να επιζητήσει τη βοήθεια του Δικαστηρίου καθιστώντας σε πολλές περιπτώσεις ανενεργείς τις πρόνοιες του άρθρου 9. Κατά δεύτερο λόγο η καταφυγή στο Δικαστήριο θα μπορούσε να γίνεται αναίτια και καταχρηστικά από ένα μέρος προς «απεγκλωβισμό» του από την υποχρέωση εμπιστευτικότητας που συμφώνησε. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, τα Δεύτερα Ενδιαφερόμενα Μέρη δεν αναζήτησαν τη δικαστική διαδικασία αλλά αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν την αίτηση που καταχωρίστηκε εναντίον τους. Στην Department of Economic Policy and Development of the City of Moscow and another v. Bankers Trust Co and another [2004] 4 All E.R. 746 αναφέρεται πως: «The rule changes in 1997 and 2002 rest clearly on the philosophy of party autonomy in modern arbitration law, combined with the assumption that parties value English arbitration for its privacy and confidentiality. Party autonomy requires the court so far as possible to respect the parties' choice or arbitration. Their choice of private arbitration constitutes an election for an alternative system of dispute resolution to that provided by the public courts. The same philosophy limits court intervention to the minimum necessary in the public interest. . An alternative and overlapping consideration is that parties may be deterred from arbitrating or at any rate from invoking the court's supervisory role in relation to arbitration if their understanding regarding arbitral confidentiality and privacy is ignored.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.63 θ.10 είναι ευρεία. Η αναφορά στην παράγραφο
(2)ότι η αίτηση εξετάζεται «ανάλογα με την περίπτωση» εξυπακούει πως οιοδήποτε στοιχείο, ιδιαιτερότητα ή νομιμοποιημένη επιδίωξη μπορεί να ληφθεί υπόψη και να εξυπηρετηθεί. Ότι η δικαστική διαδικασία εκπηγάζει και είναι συναφής και υποβοηθητική προς διαιτητική διαδικασία που υφίσταται ή θα καταχωριστεί είναι στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη και να έχει ουσιαστικό μέχρι και καταλυτικό αντίκτυπο στην κρίση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις όπως η παρούσα. Η «Prosceno» καταχώρισε την αγωγή 6273/10 εναντίον 35 εναγομένων. Η Inter Growth, η UMS Holding, η Energy Standard Industries και η Energy Standard Fund ήταν ανάμεσα στους εκεί εναγόμενους (εναγόμενοι 3, 14, 13 και 11 αντίστοιχα). Ενάγονταν επίσης και κάποιοι άλλοι από τους λοιπούς καθ΄ ων η αίτηση στη Γενική Αίτηση 978/
  1. Επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση Δαμιανού αντίγραφα δικογράφων, αιτήσεων, ενόρκων δηλώσεων, διαταγμάτων και άλλων εγγράφων από το φάκελο της αγωγής 6273/10 με σκοπό να καταδειχθεί στο Δικαστήριο η φύση και ουσία της εκεί υπόθεσης της «Prosceno». Είναι η υπόθεση της «Prosceno» στην αγωγή 6273/10 ότι τα μέρη «Grigorishin» συνεπικουρούμενα από τα μέρη «Lukyanenko» κατέστρωσαν και σχεδίασαν την υλοποίηση και εκτέλεση διαφόρων πλαστών και απατηλών συμφωνιών και συναλλαγών για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της «Frunze» σε νομικά πρόσωπα που συστάθηκαν για το σκοπό αυτό στην Κύπρο προκειμένου να βλάψουν τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της «Prosceno». Περαιτέρω πως η «Prosceno» υπέστηκε ζημιές και απώλειες ύψους 35 εκατ. δολ. Αμερ. στη μορφή απώλειας μερισμάτων για τα έτη 2006-2009 και ζημιά που προκλήθηκε από απατηλό δάνειο που χορηγήθηκε από την «Frunze» σε κάποια άλλη εταιρεία. Την 11.10.2013 η «Prosceno» πληροφορήθηκε από το διαδίκτυο για την ύπαρξη της Γενικής Αίτησης 978/13 και πως σε αυτήν είχαν εξασφαλιστεί διατάγματα από τα Πρώτα Ενδιαφερόμενα Μέρη εναντίον των Δευτέρων Ενδιαφερομένων Μερών που αφορούσαν τα περιουσιακά στοιχεία και τη διαχείριση της «Frunze». Είναι η εν κατακλείδι θέση της «Prosceno» πως δικαιούται να πληροφορηθεί για τους ισχυρισμούς που τα μέρη προέβαλαν στη διαδικασία της Γενικής Αίτησης 978/13 για να αποφασίσει κατά πόσο χρειάζεται να λάβει οιαδήποτε διαβήματα για την προάσπιση των συμφερόντων της αλλά και για να υποστηρίξει την υπόθεση της στην αγωγή 6273/
  2. Είναι η κοινή θέση όλων των πλευρών πως είναι ορθό και επιβεβλημένο για το Δικαστήριο να ανατρέξει στο φάκελο της Γενικής Αίτησης 978/13 για να αντλήσει πληροφόρηση για την εκεί διαδικασία, διαφορετικά δεν θα είναι σε θέση να κρίνει τη συνάφεια των εκεί εγειρόμενων ζητημάτων με τα συμφέρονται που επικαλείται η «Prosceno». Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό ώστε να περιορίσει, όσο το δυνατό, τις αναφορές του στους ισχυρισμούς και πολύ περισσότερο στα έγγραφα που εκτέθηκαν και παρουσιάσθηκαν στη Γενική Αίτηση 978/13, έτσι που το κείμενο της παρούσας να μην είναι, πέραν του απόλυτα αναγκαίου, αποκαλυπτικό των εκεί προβληθέντων. Και τούτο ανεξαρτήτως της κατάληξης, αφού κι' αν επιτραπεί η Αίτηση, η απόφαση μπορεί να ανατραπεί κατ΄ έφεση. Είναι αχρείαστο να γίνει αναφορά στο τι η «Prosceno» εικάζει ότι η αίτηση αφορούσε ή τι τα μέρη «Grigorishin» διατείνονται σχετικά στην αγόρευση των δικηγόρων τους. Και τούτο αφού ο φάκελος της Γενικής Αίτησης 978/13 είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποκαλύπτεται ποια ήταν στην ουσία η διαφορά μεταξύ των μερών «Lukyanenko» και των μερών «Grigorishin». Αυτή έχει σημασία και όχι τόσο η φύση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο. Η παράβαση της Συμφωνίας Κοινοπραξίας από τα μέρη «Grigorishin» ήταν το υπόβαθρο για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η ουσιαστική αντιδικία συνίστατο στον τρόπο διαχείρισης της «Frunze». Καταλογιζόταν από τα μέρη «Lukyanenko» στα μέρη «Grigorishin» πως στα πλαίσια παράνομου σχεδίου τους και κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας Κοινοπραξίας, διοχέτευαν, μέσω εταιρειών που συνδέονταν με αυτές ή μεσάζοντες που τελούσαν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχό τους, συγκαλυμμένα κέρδη και ευκαιρίες μακριά από την Κοινοπραξία προς ζημιά της «Frunze» και των μερών «Lukyanenko». Συγκεκριμένα πως, αντί η «Frunze» να πωλεί τα προϊόντα της στους τελικούς χρήστες με κέρδος περίπου 50%, να πωλεί στις συνδεδεμένες εταιρείες ή στους μεσάζοντες με κέρδος περίπου 30%, έτσι που αυτοί στη συνέχεια να μεταπωλούν στους τελικούς χρήστες αποκομίζοντας κέρδη. Ήταν η θέση των μερών «Lukyanenko» πως από το παράνομο σχέδιο η «Frunze» είχε απωλέσει για το 2011 περίπου 73 εκατ. δολ. Αμερ., ενώ η απώλεια της για το 2012 αναμενόταν ότι θα ήταν 68 εκατ. δολ. Αμερ. Περαιτέρω, η «Frunze» είχε αποτύχει να εισπράξει από τους μεταπωλητές οφειλές προς αυτήν ύψους 120 εκατ. δολ. Αμερ. Τα μέρη «Lukyanenko» παρέθεσαν στοιχεία για να πείσουν ότι οι μεταπωλητές συνιστούν οχήματα για τη διοχέτευση των κερδών από την «Frunze» στα μέρη «Grigorishin». Από την άλλη, τα μέρη «Grigorishin» καταλόγιζαν στον Lukyanenko ότι, μέσω συγκεκριμένου ομίλου εταιρειών που ελέγχει, ανταγωνίζεται την «Frunze» και της προκαλεί ζημιές. Ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 978/13 πως η ουσία της αντιδικίας αφορούσε σε δικαιώματα και περιουσία της «Frunze», με αντανακλώμενες ζημιές στα μέρη «Lukyanenko», αλλά και την «Prosceno», στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση (σελ.26, τελευταία γραμμή). Ο τρόπος διοίκησης της «Frunze» και της διοχέτευσης αλλού δικαιωμάτων και περιουσίας της είναι η ουσία του ζητήματος που μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί και χωρίς παραβίαση της συμφωνίας Κοινοπραξίας, ή σε άλλη περίπτωση μπορούσε να μην υφίσταται γραπτή συμφωνία κοινοπραξίας με ρήτρα διαιτησίας. Οι διοικούντες την «Frunze» είχαν σε κάθε περίπτωση καθήκον καλής διαχείρισης προς την ίδια την εταιρεία, παράβαση του οποίου προκαλούσε συνεπακόλουθη δυσμένεια στην «Prosceno» όπως και στα μέρη «Lukyanenko». Προκύπτει πως η ουσία του ζητήματος στη διαιτητική διαδικασία και κατ' επέκταση στη Γενική Αίτηση 978/13, ενδιαφέρει και αφορά την «Prosceno». Μπορεί η «Prosceno» να είναι ξένη προς τη Συμφωνία Κοινοπραξίας, πέραν όμως αυτής της επί μέρους πτυχής, έχει συμφέρον στην καλή διαχείριση της «Frunze». Δεν θα ήταν ανάγκη τα ζητήματα να συνδέονται άμεσα ή καθόλου με το αντικείμενο της αγωγής 6273/
  3. Ούτε ήταν επιβεβλημένο να υφίσταται συναφής εκκρεμοδικία στην οποία η «Prosceno» να εμπλέκεται. Η «Prosceno» δεν γνωρίζει τι επακριβώς αφορούσε η Γενική Αίτηση 978/13 και προβαίνει σε κάποιες υποθέσεις που, στην έκταση που αποδεικνύονται λανθασμένες, ουδόλως επηρεάζουν δυσμενώς το αίτημά της. Τα ζητήματα στη Γενική Αίτηση 978/13 συνδέονται με τα ευρύτερα συμφέροντα της «Prosceno» που δεν εξαντλούνται στα επίδικα θέματα στην αγωγή 6273/
  4. Η προϋπόθεση της παραγράφου
(1)της Δ.63 θ.10 για λεπτομερή παράθεση των λόγων για τους οποίους υποβάλλεται η αίτηση πρέπει να αντιμετωπίζεται υπό το φως του ότι παρέχεται δυνατότητα για γενική έρευνα ή επιθεώρηση του φακέλου της υπόθεσης και ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Εφόσον η πληροφόρηση της «Prosceno» για τη Γενική Αίτηση 978/13 ήταν περιορισμένη δεν θα ήταν δυνατό να εκθέσει συγκεκριμένα έγγραφα που κατατέθηκαν και τα οποία επιθυμεί να επιθεωρήσει. Αρκεί για σκοπούς της παρούσας ότι εκτέθηκε με λεπτομέρεια το συμφέρον της στην «Frunze», το πώς η «Frunze» ελεγχόταν και διοικείτο και πώς η Γενική Αίτηση 978/13 αφορούσε σε διαμάχη των δυο άλλων κύριων μετόχων της «Frunze». Μπορεί να ειπωθεί πως έχουμε μια επιχείρηση, την «Frunze», με τρεις βασικούς άξονες συμφερόντων. Ο πρώτος διατείνεται ότι ο δεύτερος ιδιοποιείται περιουσία της επιχείρησης. Συμπεριφορά που βλάπτει τα συμφέροντα της επιχείρησης, καταλογίζει και ο δεύτερος στον πρώτο. Κάτω από τέτοιες περιστάσεις είναι ότι πιο δίκαιο να διατεθούν όλα τα στοιχεία και στον τρίτο, ώστε να δυνηθεί να λάβει μέτρα για να προστατεύσει την ίδια την επιχείρηση και κατ' επέκταση τα δικά του συμφέροντα. Ένας από τους πιο συνηθισμένους λόγους γιατί τα μέρη μπορεί να επιλέξουν την διαιτησία για την επίλυση συγκεκριμένων διαφορών τους είναι η εμπιστευτικότητα που η διαδικασία εξασφαλίζει. Η εμπιστευτικότητα είναι νομιμοποιημένη επιδίωξη. Ενδέχεται προς επίλυση διαφοράς εμπορικά μυστικά όπως κατάλογοι πελατών, μυστικές φόρμουλες ή εξειδικευμένες μέθοδοι να πρέπει να αποκαλυφθούν στον κριτή της υπόθεσης, που όμως θα ήταν εμπορικά καταστροφικό να μαθευτούν σε ανταγωνιστές ή στο ευρύ κοινό. Κλασσικότερη ίσως είναι η περίπτωση διένεξης μεταξύ μερών, συνεταίρων ή που αναλαμβάνουν από κοινού μια επιχειρηματική δραστηριότητα, όπου για να καταδειχθεί η επιλήψιμη συμπεριφορά του ενός, αναφορά στα πιο πάνω ζητήματα είναι αναγκαία. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να παρέχεται η μέγιστη προστασία προς διαφύλαξη των εμπορικών συμφερόντων της επιχείρησης. Δεν είναι όμως τέτοια η παρούσα περίπτωση. Και το γεγονός ότι το ζήτημα διασυνδέεται με την παράβαση της Συμφωνίας Κοινοπραξίας που περιέχει τη ρήτρα διαιτησίας δεν πρέπει να επιτραπεί να εξασθενήσει την ουσία του ζητήματος ή να αποπροσανατολίσει. Όταν τίθενται ζητήματα απάτης και καταδολίευσης είναι ασυμβίβαστο με το ρόλο του Δικαστηρίου να διατηρεί το πέπλο της εμπιστευτικότητας γύρω από τη διαδικασία αποστερώντας πρόσβαση σε αυτόν που ενδέχεται να βλάπτεται. Αντίθετα το Δικαστήριο ως λειτουργός της δικαιοσύνης οφείλει να του διαθέσει όλα τα στοιχεία ώστε αυτός να δυνηθεί να προασπίσει τα συμφέροντα του. Θα ήταν ξεκάθαρα ενάντια στο δημόσιο συμφέρον να επιτρέπεται αξιόμεμπτες συμπεριφορές να παραμένουν καλυμμένες κάτω από το πέπλο της εμπιστευτικότητας είτε γιατί τα μέρη προέβλεψαν και κατάρτησαν συναφή συμφωνία που να παραπέμπει τις διαφορές τους σε διαιτησία, είτε γιατί έτσι έτυχε. Δεν υπεισέρχεται ζήτημα του Ουκρανικού εταιρικού δικαίου αναφορικά με το τι μπορεί μια Ουκρανική εταιρεία να διαταχθεί να παράσχει προς τους μετόχους της αφού δεν πρόκειται να διαταχθεί οιοδήποτε των Ενδιαφερομένων Μερών να ενεργήσει. Ούτε η Αίτηση εμπλέκει ζητήματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής ή του απόρρητου της αλληλογραφίας ή του δικαιώματος του να συμβάλλεσθε. Είναι η κατάληξη μου πως η ουσία του ζητήματος αφορά ισχυριζόμενη διοχέτευση δικαιωμάτων και περιουσίας της «Frunze» από τα μέρη «Grigorishin» και ανταγωνισμού και πρόκλησης ζημιών στην «Frunze» από όμιλο εταιρειών που ελέγχει ο Lukyanenko. Η «Prosceno» μέτοχος της «Frunze» με ποσοστό 13,5124% δικαιούται να επιθεωρήσει τον φάκελο της Γενικής Αίτησης 978/13 και να λάβει επίσημα αντίγραφα πρακτικών, εγγράφων και τεκμηρίων για να προασπίσει τα δικά της αυταπόδεικτα συμφέροντα. Η συνάφεια του πρωτεύοντος ζητήματος με το δευτερεύον υπό τας περιστάσεις ζήτημα της παράβασης της Συμφωνίας Κοινοπραξίας που εμπεριέχει τη ρήτρα διαιτησίας με τις παραμέτρους εμπιστευτικότητας που εξηγήθηκαν δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που εξυπηρετούνται με την αποκάλυψη. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται ως οι παράγραφοι 1 και 2 αυτής, υπό τον όρο ότι η πληροφόρηση που η πλευρά της «Prosceno» θα αποκομίσει και τα αντίγραφα που θα ληφθούν, θα χρησιμοποιηθούν μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο για τους σκοπούς προώθησης των συμφερόντων της ιδίας και της «Frunze», όπως πιο πάνω εξηγήθηκε. Τα εκδοθέντα διατάγματα θα ισχύουν μετά πάροδο 14 ημερών από σήμερα ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο μεσοδιάστημα προσβολής της εκδοθείσας απόφασης. Έχοντας υπόψη ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη ουσιαστικά προσκλήθηκαν από το Δικαστήριο στη διαδικασία για να βοηθήσουν μεταξύ άλλων στη διαμόρφωση κρίσης επί πρωτόγνωρου ζητήματος κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Δ.63 θ.10 - Επιθεώρηση φακέλου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.