← Κύπρος

Τζοάννας Ιωάννου ν. Μάριου Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 3110/12, 20/1/2014

Τζοάννας Ιωάννου ν. Μάριου Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 3110/12, 20/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3110/12 Μεταξύ: Τζοάννας Ιωάννου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Μάριου Χρίστου, από το Φοινί Εναγόμενου ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 7.8.2013 Ημερομηνία: 20.1.2014 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο-αιτητή: κ. Π. Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση κα Αντωνιάδου) Για ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κα Ιωάννου Για δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενη: κα Σαββίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, με την αγωγή της αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλεια που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που έγινε κατά ή περί τις 29.1.2012 στη Λεμεσό, το οποίο αποδίδει στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών υποχρεώσεων του εναγόμενου. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 19.12.2012 και η αγωγή, μετά από αίτηση ορισμού, την οποία καταχώρησε η ενάγουσα ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά, στις 27.2.2013, ημερομηνία κατά την οποία επαναορίστηκε για οδηγίες στις 23.4.2013, με οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκατέρωθεν, μέχρι τότε. Η ενάγουσα καταχώρησε τη σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 15.4.2013 και σ' αυτή επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα που αποκαλύπτει. Ο εναγόμενος, συμμορφούμενος και αυτός με τις παραπάνω οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 26.3.2013 καταχώρησε τη δική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, στην οποία επισυνάπτει και αυτός τα διάφορα έγγραφα που αποκαλύπτει. Στις 23.4.2013, η κα Αντωνιάδου, εκ των δικηγόρων του εναγόμενου ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί εκ νέου για οδηγίες, επειδή, όπως ανάφερε, θα ζητούσαν την εξέταση της ενάγουσας από το γιατρό της ασφαλιστικής εταιρείας. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας - εναγόμενης στην ανταπαίτηση συναίνεσε στο αίτημα, ενώ, η κα Ιωάννου που παρουσιάστηκε εκ μέρους της σε σχέση με την απαίτηση περιορίστηκε να ζητήσει ημερομηνία ακρόασης. Ενέκρινα το αίτημα και όρισα εκ νέου την υπόθεση για οδηγίες στις 25.6.2013. Στις 30.4.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα που να υποχρεώνει την ενάγουσα να του επιτρέψει σε χρόνο που θα ορίσει το Δικαστήριο να επιθεωρήσει και λάβει αντίγραφα των εγγράφων που αποκάλυψε με τη σχετική ένορκη δήλωσή της, ημερομηνίας 15.4.2012. Επιλήφθηκα της αίτησης στις 11.6.2013, η οποία και αποσύρθηκε. Την ίδια μέρα, επαναόρισα την αγωγή για οδηγίες στις 30.9.2013 και ακύρωσα την 25η 6.2013. Στις 7.8.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: «Α) Διαταγή του Δικαστηρίου αναστέλλουσαν την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης μέχρις ότου η Ενάγουσα συγκατατεθεί σε εξέταση από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου υπό του Δρα Αχιλλέα Περδίο εκ Λευκωσίας. Β) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 και 2, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τέλος, στην υπόθεση Δημοσθένους ν. Αντωνίου

(1975)1 Α.Α.Δ. σελ.
  1. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Αδάμου Κόνια από τη Λάρνακα, ο οποίος, στην παράγραφο 1 αυτής αναφέρει τα εξής: «Είμαι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κκ Ανδρέα Π Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ, Δικηγόρους εναγόμενου στην ως άνω αγωγή και είμαι εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.» Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «α. Δεν εξειδικεύεται από τον Αιτητή με ποιο τρόπο και για ποιους λόγους θα στερηθεί του δικαιώματος του να υπερασπίσει τον εαυτό του αν δεν του δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. β. Αν αιτιολογείται γιατί προκειμένου να παρουσιάσει επαρκώς την δική του ιατρική μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαίο να εξετασθεί η Καθ' ης η Αίτηση από γιατρό της επιλογής του Αιτητή. γ. Δεν υπάρχει αναφορά στα τραύματα της Καθ' ης η Αίτηση και δεν υπάρχει λεπτομερή αιτιολογία σε συσχετισμό με αυτά των λόγων αδυναμίας προώθησης της υπεράσπισης αν δεν διαταχθεί η ιατρική εξέταση. δ. Η γενική και απλή αναφορά του Αιτητή στις παραγράφους 4, 8 και 9 ότι είναι αναγκαία η εξέταση για να μπορέσει ο Αιτητής να παρουσιάσει επαρκώς την υπόθεση του δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για έγκριση του αιτήματος. ε. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα σεβασμού στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς και να εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι είναι απόλυτα αναγκαίο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. ζ. Η γενική τοποθέτηση του Αιτητή για καλύτερη παρουσίαση της υπεράσπισης του δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία του αιτήματος. η. Η αναφορά του Αιτητή στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του ότι η εξέταση επιβάλλεται για να διαπιστωθεί η έκταση των τραυμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και αν αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει το αίτημα διότι η ιατρική εξέταση δεν γίνεται προκειμένου να επιβεβαιωθούν ή να αντικρουστούν τα τραύματα της Καθ' ης η Αίτηση. θ. Η ένορκος δήλωση έγινε έγινε από δικηγόρο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας παρά το γεγονός ότι στον τίτλο της ένορκης δήλωσης αναφέρεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και εν πάση περιπτώσει έγινε προγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης που ήτο η 07.08.2013 και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. ι. Η αίτηση βασίζεται και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά παράβαση της Δ.48 Θ.1 όπου αναφέρεται ότι η αίτηση πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο του νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. λ. Το βάρος απόδειξης καλού λόγου γιατί να ζητείται η εξέταση είναι στον Εναγόμενο Αιτητή, πράγμα που απέτυχε να πράξει. μ. Υπάρχει αδικαιολόγητος καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσης αίτησης χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους του Εναγομένου για την εν λόγω καθυστέρηση διότι η Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της μέσω του Δικηγόρου της ημερ. 30.08.2012 απέστειλε όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά της προς την ασφαλιστική εταιρεία του Αιτητή πλην όμως παρέλειψαν να ζητήσουν την ιατρική εξέταση της Καθ' ης η Αίτηση και ένα χρόνο ακριβώς μετά καταχώρησαν την παρούσα αίτηση χωρίς να δίνουν οποιαδήποτε δικαιολογία. ν. Η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος συνιστά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. ξ. Η αίτηση στο στάδιο που έχει καταχωρηθεί αποκλειστικό σκοπό έχει να βλάψει, περιπλέξει και καθυστερήσει την δικαία εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. ο. Αμέσως μετά το δυστύχημα ήτο εμφανή και νωπά τα τραύματα της Ενάγουσας πλην όμως ο Εναγόμενος δεν ζήτησε να εξετασθεί τούτη παρά μετά την πάροδο αρκετού χρόνου προφανώς για να εκλείψουν οι συνέπειες των τραυμάτων της Ενάγουσας. π. Η παρέλευση αρκετού χρόνου από την ημερομηνία του δυστυχήματος είναι λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να επιτραπεί η ιατρική εξέταση διότι δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό. ρ. Ο Ιατρός Αχιλλέας Πέρδιος ως Ιατρός Ασφαλιστικών Εταιρειών δεν είναι αντικειμενικός και η εξέταση του δεν θα βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα αποκλειστικό σκοπό έχει να βλάψει την Ενάγουσα. σ. Δεν δίδεται οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία του αιτήματος και η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν περιέχει τέτοια και τόσα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να καλύπτονται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. τ. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο πράγμα ανεπιθύμητο και ανεπίτρεπτο και χωρίς να δίνεται εξήγηση γιατί ο Αιτητής να μην προβαίνει ο ίδιος σε ένορκο δήλωση. υ. Ο ενόρκως δηλών δικηγόρος Αδάμος Κόνιας δεν ήτο εις θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και ειδικότερα δεν ήτο εις θέση να δώσει μαρτυρία και να ισχυρισθεί ότι θα επηρεασθούν αρνητικά τα δικαιώματα του Εναγομένου. φ. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχθεί ως μαρτυρία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αδάμου Κόνια καθ' ότι το εν λόγω περιεχόμενο είναι αντικανονικό και δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.1 Θ
  2. διότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει με ποιο τρόπο έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ούτε καμία πηγή της πληροφόρησης του αποκαλύπτει και περιορίζεται στην παράγραφο 1 απλά να αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και είναι εξουσιοδοτημένος από τον Εναγόμενο να προβεί στην ένορκο δήλωση χωρίς να αποκαλύπτει την πηγή και την γνώση των πληροφοριών του». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1, 2 και 4 και Δ.39 Θ.2, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και τέλος, στην πρακτική και τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου των είκοσι συνολικά λόγων ένστασης αναδεικνύει ότι αυτοί ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτουν οι όγδοος, ένατος, δέκατος όγδοος, δέκατος ένατος και εικοστός λόγοι ένστασης - υπό (θ), (ι), (τ), (υ) και (φ) στο σώμα της - και στη δεύτερη κατηγορία, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι. Με τους πρώτους, η ενάγουσα εναντιώνεται στην αίτηση, επειδή θεωρεί ότι τόσο αυτή όσο και η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση είναι αντικανονικές και ελαττωματικές. Με τους δεύτερους, για λόγους που άπτονται των ουσιαστικών προϋποθέσεων που διέπουν την αίτηση, δεδομένης της φύσης της, οι οποίες - προϋποθέσεις - , όπως και πάλι είναι η θέση της, δεν πληρούνται. Παρατηρώ τα εξής: Μολονότι αποτελούν γεγονός όσα συνθέτουν τον όγδοο λόγο ένστασης, εντούτοις, αυτά, δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο είτε απόρριψης της αίτησης είτε για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η Δ.39 Θ.7 προνοεί ότι κάθε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει ενώπιον ενός Δικαστή ή Πρωτοκολλητή οιουδήποτε Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση έγινε ενώπιον Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στον τίτλο της, πολύ ορθά αναγράφεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, επειδή σ' αυτό εκκρεμεί η αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Απ' εκεί και πέρα, ούτε και το γεγονός, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης αποτελεί δικαιολογημένο λόγο για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση. Οι δύο αποφάσεις που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας (Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 και Stavros Hotel Aprts Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, δεν υποστηρίζουν τη θέση του ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση δε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, επειδή προηγήθηκε της αίτησης. Ο λόγος των παραπάνω αποφάσεων ήταν διαφορετικός. Η αρχή που καθιερώνεται με αυτές είναι η εξής: μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προηγείται χρονικά της αγωγής, δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για χορήγηση θεραπείας, επειδή το περιεχόμενό της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Παρόλα αυτά έχει κριθεί ότι είναι δυνατή η λήψη τέτοιας μαρτυρίας, εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω λέχθηκαν σε σχέση με ένορκη δήλωση, υποστηρικτική αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, η οποία προηγήθηκε χρονικά της καταχώρησης της αγωγής και όχι της αίτησης για έκδοση του διατάγματος. Ωστόσο, ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση, διευκρινίζεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει το παρεμπίπτον διάταγμα, νοουμένου ότι απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επαναόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Το γεγονός ότι η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της βασίζεται και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι καθόλα επιτρεπτό και αυτό είναι και το μόνο που θα ήθελα να πω συναφώς με το σχετικό - ένατο λόγο ένστασης. Στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Κυριάκου, Αγωγή 1738/92, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 22.9.1993, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, για διαφορετικό λόγο, το Δικαστήριο, σε αντίθεση με ό, τι επικαλείται ο κ. Ιωάννου, ουσιαστικά, ως λόγο απόρριψης της παρούσας αίτησης, υπέδειξε ότι στη νομική βάση της αίτησης, θα μπορούσε να παρατεθεί και η σχετική νομολογία που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αίτησης, όπως η υπό κρίση. Και ο δέκατος όγδοος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος, επειδή, πολύ απλά, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ναι μεν γίνεται από δικηγόρο και μάλιστα στο γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου, ωστόσο, δε προκύπτει απ' οπουδήποτε ότι πρόκειται για το δικηγόρο που χειρίστηκε σ' οποιοδήποτε στάδιο καθοιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του τελευταίου, για να τίθεται θέμα κωλύματός του να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, αντί του εναγόμενου. Αυτή είναι η καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, η οποία απορρέει απ' όλες τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, η οποία μνημονεύεται στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 124/2010, απόφαση ημερομηνίας 14.7.2011, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Οι δύο τελευταίοι λόγοι ένστασης είναι συναφείς μεταξύ τους, οπότε και θα συνεξεταστούν. Η Δ.48 Θ.1, μεταξύ άλλων προνοεί ότι κάθε αίτηση θα πρέπει να είναι γραπτή. Περεταίρω, ότι αν στηρίζεται σε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Η εν λόγω Διαταγή, ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη Δ.39, η οποία διαλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό ένορκης δήλωσης. Για ό, τι μας αφορά παραπέμπω στο Θ.2, ο οποίος, σε ελεύθερη μετάφραση προνοεί ότι: «Οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης, αλλά, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης (εξ όσων κάλλιον πιστεύει και πληροφορείται) με τις πηγές και πού βασίζονται αυτές......» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1453 : «Η µαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται µε ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη ∆.
  1. Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει µε τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη ∆.
  2. Ο οµνύων υπόκειται σε αντεξέταση εφόσο κρίνει τούτο αναγκαίο το ∆ικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως του αντιδίκου (∆. 39 θ. 1). Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον οµνύοντα· σε ενδιάµεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση µπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο µάρτυρας, νοουµένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέµα ρυθµίζεται από τις διατάξεις της ∆. 39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους αγγλικούς Θεσµούς που ίσχυαν µέχρι το
  3. Η Αγγλική νοµολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι, ένορκη δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών, είναι αντικανονική [βλ. In κ J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532]· ενώ ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από το δικηγόρο του διαδίκου, δε συνιστά µαρτυρία [In re Palmes [1901] W. Ν.
  4. Βλ. επίσης The Annual Practice 1960, σσ. 922 µέχρι 923]. Η ∆. 39 θ. 2 αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύµφωνα µε το δίκαιο της απόδειξης, που αποκλείει την εξ ακοής µαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα και η εξαίρεση που προβλέπεται από τη ∆. 39 θ.2 συναρτάται µε την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Στην προκείµενη περίπτωση η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετεί την αίτηση, είναι πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται, όπως η φήµη και η εμπορική εύνοια που απολαμβάνουν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν αποκαλύπτονται. Το κενό δεν πληρώνεται µε την πίστη της ομνύουσας για την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της». Εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ βάσιμους τους υπό εξέταση λόγους ένστασης: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο, που είναι απλώς δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου, στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του - για να επαναλάβω - αναφέρει τα εξής: «Είμαι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κκ Ανδρέα Π Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ, Δικηγόρους εναγόμενου στην ως άνω αγωγή και είμαι εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.» Ακολούθως αναφέρεται στη φύση της αγωγής, σε όσα προηγήθηκαν και οδήγησαν τον εναγόμενο στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης καθώς και στους λόγους για τους οποίους θεωρεί αναγκαία την ιατρική εξέταση της ενάγουσας από το νευροχειρουργό Περδίο, σε σχέση με τα τραύματα που όπως η ίδια ισχυρίζεται υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα, τα οποία εμπίπτουν εντός της ειδικότητας του υπό αναφορά γιατρού. Όσα αναφέρει συναφώς με τα παραπάνω, τα οποία δεν προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.2 και της σχετικής νομολογίας, δεν αποκαλύπτει κατά πόσο εμπίπτουν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης ή εάν τα έχει πληροφορηθεί απ' οπουδήποτε∙ και στη δεύτερη περίπτωση, την πηγή ή πηγές της πληροφόρησής του και που βασίζονται αυτές. Το γεγονός, ότι, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του προβαίνει σ' αυτή κατόπιν εξουσιοδότησης του εναγόμενου, δεν αρκεί για να καταστήσει την ένορκη δήλωσή του από πρόδηλα αντικανονική σε κανονική. Ούτε και μπορεί ασφαλώς να συμπληρωθεί το σχετικό κενό, με όσα ακολουθούν από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα, τα οποία, προφανώς, δεν αποτελούν μαρτυρία, οπότε υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας: «Το ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από Δικηγόρο του Δικηγορικού Γραφείου που χειρίζεται την υπόθεση του εναγόμενου και ο οποίος είναι γνώστης των υποθέσεων του γραφείου καθώς και της παρούσας υπόθεσης δεν απαγορεύεται και ούτε είναι λόγος μη αποδοχής της αίτησης.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Με όλο το σεβασμό, εάν ο ενόρκως δηλών είναι γνώστης της παρούσας υπόθεσης για το λόγο που αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου είναι κάτι που όφειλε να αναφέρει ο ενόρκως δηλών στη δήλωσή του και όχι ο δικηγόρος του εναγόμενου στην αγόρευσή του, το περιεχόμενο της οποίας - για να επαναλάβω - δεν αποτελεί μαρτυρία. Των παραπάνω λεχθέντων διερωτώμαι πώς γνωρίζει ο ενόρκως δηλών και όσα ακολουθούν, μεταξύ άλλων, τα οποία αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του: Για σκοπούς καλύτερης προετοιμασίας της υπεράσπισης του εναγόμενου πιστεύει ότι επιβάλλεται η εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, ανάλογης ειδικότητας των γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων που εξέτασαν την ενάγουσα, σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό της σωματικές βλάβες που υπέστη κατά το επίδικο δυστύχημα. Και τούτο, επειδή η ενάγουσα, προς απόδειξη των ισχυρισμών της είναι αναμενόμενο ότι θα προσκομίσει επιστημονική μαρτυρία των θεραπόντων γιατρών της, η οποία, μόνο με ανάλογη μαρτυρία μπορεί να αντικρουστεί (παράγραφος 3 της ένορκης δήλωσης). Πιστεύει ότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τον εναγόμενο, προκειμένου να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατά τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπισή του και ειδικότερα σε σχέση με τη φύση κα το ύψος των απαιτήσεων της ενάγουσας, να εξεταστεί αυτή από γιατρό της επιλογής του, ώστε να έχει την άποψή του και όπου χρειαστεί τη μαρτυρία ειδικού για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της και τη μαρτυρία ειδικών που πολύ πιθανόν αυτή θα προσκομίσει (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης). Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει η σκοπούμενη ιατρική εξέταση είναι αναγκαία, καθότι ο εναγόμενος θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του, χωρίς την εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του που να μπορεί και να είναι σε θέση να παρίσταται και καταθέσει στο Δικαστήριο, ώστε να το βοηθήσει να καταλήξει σε ορθά και δίκαια συμπεράσματα. Το θέμα εμπίπτει στο πεδίο γνώσης του εμπειρογνώμονα γιατρού, τη μαρτυρία του οποίου είναι ορθό και δίκαιο να εξασφαλίσει ο εναγόμενος (παράγραφοι 9 και 10 της ένορκης δήλωσης). Δεδομένου ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση έχει κριθεί αντικανονική, τίθεται το ερώτημα, καταρχήν, ποια η τύχη της. Έχοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους η ένορκη δήλωση κρίθηκε αντικανονική, φρονώ ότι στο βαθμό και την έκταση που ισχύει κάτι τέτοιο, το περιεχόμενό της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, επειδή αποτελεί απαράδεκτη μαρτυρία. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 είναι επιτακτικής φύσεως, οπότε, η μη συμμόρφωση επηρεάζει το κύρος της ένορκης δήλωσης, σε βαθμό που με κανένα τρόπο αυτή μπορεί να διασωθεί κατ' επίκληση και σε εφαρμογή της Δ.
  5. Κάτι τέτοιο, μόνο σε περίπτωση που το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η ένορκη δήλωση ήταν τυπικού χαρακτήρα, που δεν είναι η περίπτωσή μας, θα μπορούσε να συμβεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1354: «Η ∆. 64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε είδους ελάττωµα, παρανοµία ή αντικανονικότητα. Αυτό είναι και το πνεύµα των αντίστοιχων αγγλικών διατάξεων, όπως συνάγεται από την παρακάτω σύντοµη περικοπή από τη Supreme Court Practice 1988, 1ος τόµος, παράγ. 2/1/1, σελ. 9: "... ... ... ... ... though it may still be that there are other failures to comply with statutory requirements or other improprieties so serious as to render the proceedings in which they occur, and any order made therein, a nullity. "Proceedings" for the purposes of this rule, includes any application to the Court, however informal." Όπως προκύπτει από τη νοµολογία η ∆. 39 θ. 15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol. 3, σελ. 330)». Για να καταλήξω, στο βαθμό και την έκταση που η ένορκη δήλωση πάσχει και είναι αντικανονική, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Και με δεδομένο ότι αφορά στην ουσία της αίτησης αυτό, το οποίο αποβλέπει στην απόδειξη των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται για σκοπούς ικανοποίησης της αιτούμενης θεραπείας, στο επόμενο ερώτημα που τίθεται «ποια η τύχη της αίτησης;», απαντώ ευθέως. Στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας για σκοπούς στοιχειοθέτησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων που τη διέπουν είναι έκθετη σε απόρριψη. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, θα υπεισέλθω και στους λόγους ένστασης που άπτονται των ουσιαστικών προϋποθέσεων που διέπουν την αίτηση. Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει την αναστολή της δίκης, μέχρις ότου ο διάδικος συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου - η οποία ασφαλώς, όπως πάντοτε θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα - και όχι στην ύπαρξη ανεξάρτητου δικαιώματος του εναγόμενου. Καθόλα σχετικά με το θέμα είναι όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ.112: «Η εξέταση δεν επιβάλλεται µε διαταγή του δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου αλλά έµµεσα µε την αναστολή της δίκης µέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Συναρτάται η τύχη της υπόθεσής του µε τη συμφωνία του για ιατρική εξέταση ο,ποτεδήποτε τούτο κρίνεται αναγκαίο για την άρτια απονομή της δικαιοσύνης. Η φύση της δικαιοδοσίας και οι παράγοντες που σταθμίζονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξετάστηκαν και στη µμεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Krakow and Another v. Stygian
(1982)1 C.L.R.
  1. Για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση αντισταθμίζονται δυο εξίσου σημαντικοί παράγοντες: Η ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του αφενός, καθώς και το δικαίωμα του αντιδίκου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασµένο µε την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, αφετέρου. Οι παράγοντες αυτοί αντισταθμίζονται µε γνώμονα το δίκαιο µέσα από τη δικαστική λειτουργία, όπως προκύπτει από τη Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E.R.
  2. Το εύλογο της απαίτηση για ιατρική εξέταση, καθώς και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση του ενάγοντα, πρέπει να τύχουν προσεκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης µεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στο επίκεντρο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου - Megarity v. D.J. Ryan & Sons Ltd. [1980] 2 All E.R.
  3. Η αρχή που αναγνωρίστηκε στην Edmeades και ακολουθήθηκε σε µεταγενέστερες αποφάσεις [βλ. επίσης Prescott v. Bulldog Tools Ltd. [1981] 3 All E.R. 869], αποκαλύπτει µια τάση χαλάρωσης του στοιχείου της αντιπαράθεσης στη διεξαγωγή της δίκης (που αποτελεί βασικό γνώρισµα του αγγλικού συστήµατος απονομής της δικαιοσύνης) και διεύρυνση των δικαστικών µέσων για την ανεύρεση της αλήθειας. Ο προσδιορισμός των συµφερόντων της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι σύνθετο έργο και περιλαμβάνει τη στάθμιση πολλών παραγόντων που άπτονται των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ένας από αυτούς είναι το δικαίωμα του διαδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων µέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το δικαίωμα του διαδίκου να ενημερώνεται έγκαιρα για τη θέση του αντιδίκου του ώστε µε βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά µέσα και τη µαρτυρία που είναι αναγκαία για την απόδειξη της υπόθεσής του. Η ανταλλαγή δικογράφων σ' αυτό αποβλέπει. Είναι για το λόγω αυτό που δικονομικά µμετρά που αποβλέπουν στον καθορισμό των εκατέρωθεν θέσεων πρέπει να λαμβάνονται, κατά κανόνα, πριν την έναρξη της δίκης. Η αίτηση για την ιατρική εξέταση του αντιδίκου πρέπει, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο ∆ικαστήριο, να υποβάλλεται πριν την έναρξη της δίκης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πρέπει να δικαιολογείται. Όσο µμεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν». Ομοίως και τ' ακόλουθα, από τη απόφαση στην υπόθεση Τhanοs Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036: «Το Ανώτατο ∆ικαστήριο στην υπόθεση ∆ηµοσθένους ν. Αντωνίου
(1975)1 Α.Α.∆. 1, αναγνώρισε την εξουσία των 1039 Κυπριακών ∆ικαστηρίων να αναστέλλουν τη διαδικασία σε τέτοια περίπτωση, αν οι συνθήκες το δικαιολογούν και ανέφερε πως η διακριτική ευχέρεια του ∆ικαστηρίου πρέπει να ασκείται µε βάση τις ίδιες περίπου αρχές που αναλύονται στην Αγγλική Νοµολογία. Στην υπόθεση Κυριάκου και Άλλος ν. Στυλιανού
(1982)1 Α.Α.∆. 524 το Ανώτατο ∆ικαστήριο ανάλυσε τις αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέµα. Στην απόφαση αυτή γίνεται και αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 All E.R. 127, όπου αναγνωρίστηκε η εξουσία του ∆ικαστηρίου να διατάζει αναστολή της διαδικασίας αν ο εναγόμενος θα βρισκόταν σε µειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του χωρίς τέτοια εξέταση. Οι αρχές που αναφέρθηκαν στην απόφαση Edmeades (πιο πάνω), εφαρµόστηκαν στην υπόθεση Lane v. Willis [1972] 1 All E.R. 438, όπου αναφέρθηκε το βάρος ικανοποίησης του ∆ικαστηρίου για την αναγκαιότητα µιάς ή περισσοτέρων ιατρικών εξετάσεων φέρει ο διάδικος ο οποίος τη ζητά και ότι οποιοδήποτε διάταγμα για τον σκοπό αυτό αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόµου και θα πρέπει να δίδεται µόνο όταν το ∆ικαστήριο ικανοποιείται ότι τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην απόφαση Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E.R. 243 λέχθηκε ότι το ∆ικαστήριο πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τόσο το εύλογο της βάσης της αίτησης για εξέταση, όσο και το εύλογο της βάσης της άρνησης για εξέταση. Τονίστηκε επίσης ότι ο αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ζητά να εξεταστεί ο ενάγοντας και το ∆ικαστήριο στο τέλος θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόµου µε το συµφέρον της δικαιοσύνης. Πάντοτε η προσπάθεια του ∆ικαστηρίου θα πρέπει ν' αποσκοπεί στη εξασφάλιση δικαιοσύνης και για τις δύο πλευρές». Βλέπε και την απόφαση στην υπόθεση Χ'' Σάββα ν. Διονυσίου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, στην οποία επαναλαμβάνονται περίπου τα ίδια. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι σε όσους από τους λόγους ένστασης άπτονται της ουσίας της αίτησης και έχουν προωθηθεί από την ενάγουσα, μέσω του περιεχομένου της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της. Ειδικότερα: Δε συμφωνώ ότι από το περιεχόμενο της υποστηρικτικής του υπό κρίση αιτήματος, ένορκης δήλωσης, δεν αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος ζητά την ιατρική εξέταση της ενάγουσας, ως επίσης και γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και για το ένα και για το άλλο παραπέμπω - βασικά, υπό μορφή επανάληψης - στους ακολούθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τον εναγόμενο: Η εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου επιβάλλεται για να διαπιστωθεί σε ποια έκταση οι κατ' ισχυρισμό της σωματικές βλάβες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δικαιολογούν τις απαιτήσεις που εγείρει με την αγωγή (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης). Η σκοπούμενη εξέταση είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τον εναγόμενο. Προκειμένου να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατά τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπισή του σε σχέση με τη φύση και το ύψος των απαιτήσεων της ενάγουσας, αυτή θα πρέπει να εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του ώστε να έχει την άποψή του και όπου χρειαστεί τη μαρτυρία ειδικού για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της και τη μαρτυρία ειδικών που πολύ πιθανόν να παρουσιάσει η ίδια (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης). Χωρίς την ιατρική εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, που να μπορεί και να είναι σε θέση να παρίσταται και καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τελευταίος θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του. Το θέμα εμπίπτει στο πεδίο γνώσης εμπειρογνώμονα γιατρού και ο εναγόμενος είναι ορθό και δίκαιο να εξασφαλίσει τη μαρτυρία του. Πρόκειται για τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, ο γιατρός που θα εξετάσει την ενάγουσα αναφορικά με τα τραύματα που αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη τα οποία εμπίπτουν στην ειδικότητα του υπό αναφορά γιατρού (παράγραφοι 9, 10 και 12 της ένορκης δήλωσης). Δεδομένης της φύσης της αγωγής της ενάγουσας και των αιτούμενων με αυτή αξιώσεών της εναντίον του εναγόμενου, από τα παραπάνω αποκαλύπτονται με απόλυτη σαφήνεια, αλλά και επάρκεια, τόσο οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος ζητά την ιατρική εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του, τον οποίο μάλιστα κατονομάζει όσο και γιατί θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αντίθεη περίπτωση. Περιορίζομαι να πω τούτο∙ είναι καλά γνωστό ότι σε υποθέσεις σωματικών βλαβών, η ιατρική μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαία, τόσο για σκοπούς απόδειξης των σωματικών βλαβών καθώς και των συνακόλουθων επιπτώσεων συνεπεία αυτών - άμεσων και μελλοντικών - επί της υγείας εκείνου που υφίσταται τις σωματικές βλάβες όσο και για σκοπούς υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων. Με αυτά ως δεδομένα καταρρίπτεται η θέση της ενάγουσας, ότι από το περιεχόμενο των παραπάνω ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα για τον εναγόμενο, δεν αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο τελευταίος ζητά την ιατρική εξέτασή της από γιατρό της επιλογής του, ως επίσης και γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο ισχυρισμός του κ. Ιωάννου ότι ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.20 παραλείπει να επισυνάψει τα ιατρικά πιστοποιητικά της ενάγουσας για τα οποία κάνει αναφορά στη παράγραφο 3 της δήλωσής του δε μπορεί να ληφθεί υπόψη, με μόνο λόγο ότι δεν καλύπτεται από κάποιο λόγο ένστασης στην αίτηση. Δε συμφωνώ ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, για να τίθεται θέμα παροχής εξηγήσεων από τον εναγόμενο. Απεναντίας αποτελεί θέση μου ότι ουδεμία καθυστέρηση υπάρχει. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τη σχετική επί του θέματος νομολογία περιορίζομαι να πω τούτο∙ η αίτηση καταχωρήθηκε στο στάδιο των οδηγιών και συγκεκριμένα, σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία που η ενάγουσα προέβη σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Απ' εκεί κα πέρα, η ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, στην οποία ο δικηγόρος της ενάγουσας, στις 30.8.2012 απέστειλε με επιστολή όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά της τελευταίας, δεν αποτελεί διάδικο και συγκεκριμένα τον εναγόμενο, για να προσμετρά σε βάρος του για οποιοδήποτε λόγο, ο χρόνος που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησε την αίτησή του. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, δεδομένου ότι τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν μόλις στις 19.12.2012, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως δι ανταπαιτήσεως εναγόμενης καταχώρησε υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της, δεν μπορεί να επικαλείται την 30η 8.2012 που απέστειλε με την επιστολή του τα ιατρικά πιστοποιητικά στην ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, ως αφετηριακή βάση, για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, προκειμένου να διαγνωστεί κατά πόσο υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Συνάγεται από την Αριστοδήμου (ανωτέρω) ότι η ανταλλαγή δικογράφων, κατά κάποιο τρόπο, εξ αντικειμένου αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς καταχώρησης αίτησης, όπως η παρούσα, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της δίκης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Στην Αριστοδήμου και πάλιν δίδεται απάντηση και στο γενικό και αόριστο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνιστά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της, ο οποίος επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Οι λόγοι για τους οποίος έχει καταχωρηθεί η αίτηση έχουν ήδη αναφερθεί και κρίθηκαν δικαιολογημένοι. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι στο στάδιο που έχει καταχωρηθεί η αίτηση έχει αποκλειστικό σκοπό να βλάψει, περιπλέξει και καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσής της, εκτός από ατεκμηρίωτος είναι και εντελώς αβάσιμος. Τέλος, εκτός από ατεκμηρίωτο και αβάσιμο θεωρώ και τουλάχιστον ατυχή, αλλά και προσβλητικό για το Δικαστήριο τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ότι ο γιατρός Περδίος δε θα βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αλλά, αντίθετα, έχει αποκλειστικό σκοπό να βλάψει την ίδια, επειδή ως γιατρός ασφαλιστικών εταιρειών, δεν είναι αντικειμενικός. Το κατά πόσο οποιοσδήποτε μάρτυρας είναι ή όχι αντικειμενικός δεν μπορεί να κριθεί με αφορισμούς εκ των προτέρων, αλλά, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, η οποία γίνεται βάσει καθιερωμένων κανόνων στο πλαίσιο και αποκλειστικά για τις ανάγκες της υπόθεσης στην οποία καλείται να καταθέσει ο μάρτυρας, με πλήρη σεβασμό της εν γένει προσωπικότητάς του. Κατά τα λοιπά, όλοι οι άλλοι λόγοι για τους οποίους ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας εισηγείται την απόρριψη της αίτησης έχουν ήδη απαντηθεί Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου ότι ο εναγόμενος - υποθετικά - απέδειξε το εύλογο της απαίτησής του για ιατρική εξέταση της ενάγουσας, σε αντίθεση με την τελευταία, η οποία δεν προέβαλε παραδεκτούς λόγους που να στηρίζουν την άρνησή της στην αιτούμενη εξέτασή της είναι σαφές, ότι, εάν δε συνέτρεχαν οι λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα απορριφθεί θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα και θα διέτασσα την αναστολή της διαδικασίας, έως ότου η ενάγουσα συγκατατεθεί να εξεταστεί από τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, σε σχέση, μόνο, με τους ισχυριζόμενους εκ μέρους της τραυματισμούς και/ή σωματικές βλάβες που υπέστη, που εμπίπτουν στην ειδικότητα του συγκεκριμένου γιατρού. Δηλαδή, νευρολογικής φύσεως. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση αναστολής της διαδικασίας, έως ότι η ενάγουσα συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.