← Κύπρος

ΦΩΤΟΥΛΛΑ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3279/06, 19/2/2014

ΦΩΤΟΥΛΛΑ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3279/06, 19/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3279/06 Μεταξύ: ΦΩΤΟΥΛΛΑ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγουσας - και -

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
  2. Α & Γ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.9.08 ΦΩΤΟΥΛΛΑ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Ενάγουσας - και -
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
  4. Α & Γ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΛΤΔ
  5. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗ
  6. ΑΝΤΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Ν. Καλλής Για τον εναγόμενο 1: κ. Λαμπριανίδης για Γιώργο Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 2: κ. Αντ. Νικολάου Για τον εναγόμενο 3: κ. Μαστορούδης για Ντίνο Μαστορούδη & Σία ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο 4: κ. Μ. Παναγίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 26.7.2006, το οποίο τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.9.
  7. Βάση της αγωγής αποτελεί συμφωνία της ενάγουσας με τον εναγόμενο 1, ως εργολάβου οικοδομών, για ανέγερση οικοδομής, την επίβλεψη της οποίας η ενάγουσα ανέθεσε στον εναγόμενο 3 και εντέλει την ανέλαβε εκ μέρους του ο εναγόμενος
  8. Οι εναγόμενοι 2 ανέλαβαν την περαιτέρω εκτέλεση των εργασιών που προβλέποντο στην προσφορά του εναγόμενου
  9. Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων αποζημιώσεις συνεπεία αμέλειας, παράβασης των νομίμων καθηκόντων, πλημμελούς εκτέλεσης των αναληφθεισών εργασιών και κακοτεχνιών υπό των εναγομένων 1 και 2 και συνεπεία επαγγελματικής αμέλειας και παραλείψεων των εναγομένων 3 και
  10. Στις εκθέσεις υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις της ενάγουσας και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αρ. 206, Φ/Σχ. 58/16.3.4 επί της οδού Α. Τάσου στο Ζακάκι στη Λεμεσό, στο οποίο κατά πάντα ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο ανεγείρετο οικοδομή, τριών επιπέδων και συγκεκριμένα υπογείου που θα αποτελείτο από χώρο στάθμευσης, αποθήκες και αποχωρητήριο, ισογείου που θα αποτελείτο από ινστιτούτο αισθητικής, κομμωτήριο και αποθήκες και ορόφου που θα αποτελείτο από δύο διαμερίσματα. Με σκοπό τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, τη μελέτη και επίβλεψη καθώς και τις ενέργειες για την εξασφάλιση αδειών, η ενάγουσα απετάθη στον εναγόμενο 3, ο οποίος είναι αρχιτέκτων - πολιτικός μηχανικός και ανέλαβε το σχεδιασμό και τη μελέτη της οικοδομής, ορίστηκε δε αρχικά ως επιβλέπων μηχανικός. Μετά την ετοιμασία των σχεδίων και την έκδοση των αναγκαίων αδειών για έναρξη της ανέγερσης της οικοδομής, η ενάγουσα απετάθη στον εναγόμενο 1, που είναι θείος της, με σκοπό να της παραχωρήσει προσφορά για την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής. Ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε στην ενάγουσα ως αδειούχος εργολάβος κατάλληλης τάξης για να αναλάβει εργασίες αναφορικά με την τάξη του έργου στο οποίο ενέπιπτε η οικοδομή και προέβη σε προσφορά ως εργολάβος οικοδομών. Πληροφόρησε, επίσης, την ενάγουσα ότι προτίθετο να συστήσει εταιρεία και εάν η προσφορά γινόταν αποδεκτή, οι εργασίες της προσφοράς θα μεταβιβάζοντο στην υπό σύσταση τότε εταιρεία, γεγονός το οποίο η ενάγουσα απεδέχθη όπως και την προσφορά του εναγόμενου 1, με τον όρο ότι ο ίδιος θα έφερε προσωπική ευθύνη για την πρόοδο και εκτέλεση των εργασιών καθώς και την τήρηση της προσφοράς. Η εναγόμενη 2 εταιρεία συνεστήθη δεόντως στην Κύπρο και ανέλαβε την περαιτέρω εκτέλεση των εργασιών που προβλέποντο στην προσφορά του εναγόμενου
  11. Η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο 3 να του καταβάλει ως αμοιβή για τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τη μελέτη και την επίβλεψη το ποσό των £3.300, δηλαδή €5.638,38 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ο οποίος ωστόσο δήλωσε στο Δήμο Λεμεσού ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του ήταν £1.
  12. Λόγω απόρριψης των αρχιτεκτονικών σχεδίων από τις αρμόδιες αρχές εξ υπαιτιότητας του εναγόμενου 3, η ενάγουσα του ζήτησε να μειωθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή του και ακολούθως ετοιμάστηκαν σχέδια για μικρότερη οικοδομή, ως αυτή περιγράφηκε πιο πάνω. Ο εναγόμενος 3 πληροφόρησε την ενάγουσα ότι έλαβε την πολεοδομική άδεια και απεδέχθη τον εναγόμενο 1 ως εργολάβο αλλά αρνήθηκε ότι η επίβλεψη συμπεριλαμβάνετο στη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ζητώντας από την ενάγουσα να τον εξοφλήσει για να προχωρήσει στην κατάθεση των σχεδίων για την εξασφάλιση άδειας οικοδομής από το Δήμο Λεμεσού. Λόγω της συμπεριφοράς αυτής του εναγόμενου 3, προεκλήθη καθυστέρηση στην εξασφάλιση της άδειας οικοδομής για διάστημα 2-3 μηνών. Στη συνέχεια η ενάγουσα μέσω δικηγόρου κάλεσε τον εναγόμενο 3 να προχωρήσει στην κατάθεση των σχεδίων και λόγω της διαφωνίας μεταξύ τους, ο εναγόμενος 3 της πρότεινε όπως συνεχίσει την επίβλεψη εκ μέρους του ο εναγόμενος 4, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και την πληρωμή του οποίου θα αναλάμβανε ο εναγόμενος
  13. Ο εναγόμενος 4 απεδέχθη να συνεχίσει την επίβλεψη εκ μέρους του εναγόμενου 3, ενόσω τόσο ο εναγόμενος 3 όσο και ο εναγόμενος 4 απεδέχθησαν ότι ο εναγόμενος 1 και η εναγόμενη 2 εταιρεία ήταν αδειούχοι εργολάβοι για να αναλάβουν την ανέγερση της οικοδομής στα πλαίσια της προσφοράς τους. Η επίβλεψη της οικοδομής από τον εναγόμενο 4 άρχισε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου 2004, όταν ήταν ήδη έτοιμο το ενιαίο πέδιλο της οικοδομής για να τοποθετηθεί το μπετόν, η δε οικοδομή θα περατώνετο περί το Μάρτιο του
  14. Για την εκπόνηση νέων σχεδίων, την εξασφάλιση νέων ή τροποποιημένων αδειών και την περάτωση της οικοδομής απαιτείτο πλέον περίοδος περίπου 22 μηνών. Παραθέτοντας λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων και/ή πλημμελούς εκτέλεσης των αναληφθεισών εργασιών και/ή κακοτεχνιών των εναγομένων 1 και 2, λεπτομέρειες συντρέχουσας επαγγελματικής αμέλειας και/ή παραλείψεις των εναγομένων 3 και 4 καθώς και λεπτομέρειες βλαβών και/ή προβλημάτων και/ή διαφοροποιήσεων, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η οικοδομή δεν ανηγέρθη σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τη μελέτη του πολιτικού μηχανικού και τις δοθείσες άδειες και έχει υποστεί βλάβες και/ή προβλήματα και/ή διαφοροποιήσεις, αναμένετο δε, λόγω της συμπεριφοράς των εναγομένων και της αναγκαιότητας εξασφάλισης νέων αδειών, τροποποιητικών σχεδίων και εργασιών, να περατωθεί περί τον Ιανουάριο του
  15. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η ενάγουσα ότι λόγω μη παράδοσης της οικοδομής καταβάλλει ενοίκιο για τη διαμονή της και είχε πρόθεση να ενοικιάσει την ιδιόκτητη οικίας της την οποία χρησιμοποιούσε ως ινστιτούτο αισθητικής, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει ενοίκια, θα ενοικίαζε επίσης το ανώγειο διαμέρισμα της υπό ανέγερση οικοδομής καθώς και μέρος του ισογείου της ως κομμωτήριο, με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει τα ενοίκια λόγω της καθυστέρησης αποπεράτωσης της οικοδομής. Έχει ακόμη καταβάλει στο ΕΤΕΚ το ποσό των €3.929,78, στους εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €1.930,71 για εργασίες που παρέλειψαν να εκτελέσουν καθώς και για την επανεκσκαφή του λάκκου του ανελκυστήρα εξ υπαιτιότητας του λάθους των εναγομένων το ποσό των €512,
  16. Παραθέτοντας στη συνέχεια λεπτομέρειες ειδικών ζημιών και μελλοντικών απωλειών και/ή διαφυγόντων κερδών η ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, επιμέρους ποσά που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €212.792,77, πλέον γενικές αποζημιώσεις για την καθυστέρηση παράδοσης της οικοδομής και την ταλαιπωρία της συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγομένων καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα. Επιπρόσθετα, εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, απαιτεί το ποσό των €1.930,71 βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος 1, αφού παραδέχεται την ανέγερση οικοδομής επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας καθώς και ότι είναι θείος της, αρνείται τις θέσεις και τους λοιπούς ισχυρισμούς της, υποστηρίζοντας ότι περί τον Ιούλιο του 2004 η ενάγουσα απεφάσισε να ανεγείρει την οικοδομή και μαζί με τον πατέρα της ζήτησαν από τον εναγόμενο 1, που ήταν αυτοεργοδοτούμενος υπεργολάβος κατασκευαστής καλουπιών, να μελετήσει κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια που εκπόνησε ο εναγόμενος 3 και να κοστολογήσει τις εργασίες εκτέλεσης καλουπιών. Αφού του υπέδειξε η ενάγουσα κάποιες εργασίες, ο εναγόμενος 1 ετοίμασε μια πρόχειρη προσφορά, την οποία παρέδωσε στην ενάγουσα για να τη μελετήσει. Τον Οκτώβριο του 2004 η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να αρχίσει τις εργασίες της οικοδομής αναφέροντάς του ότι διόρισε ως επιβλέποντα μηχανικό τον εναγόμενο 4, από τον οποίο ο εναγόμενος 1 θα έπαιρνε οδηγίες για την εκτέλεση και επίβλεψη των εργασιών. Ο εναγόμενος 1 ζήτησε από την ενάγουσα να διορίσει εργολάβο του έργου, ο οποίος θα έπρεπε να τοποθετήσει την ταμπέλα του στο χώρο της οικοδομής και η ενάγουσα τον διαβεβαίωσε ότι αυτό θα γινόταν μόλις άρχιζαν οι εργασίες. Ο εναγόμενος 1 προχώρησε στη χάραξη της οικοδομής σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που του έδωσε η ενάγουσα και υπό τις οδηγίες, την επίβλεψη και την έγκριση του εναγόμενου 4 και στη συνέχεια η ενάγουσα με άλλους υπεργολάβους, τεχνίτες, όπως σιδεράδες, ηλεκτρολόγο και υδραυλικό, εργάτες και η ίδια προσωπικά μαζί με τον πατέρα της, εκτελούσαν τις διάφορες ενδιάμεσες εργασίες ώστε να προχωρεί τις εργασίες του ο εναγόμενος
  17. Παρόλο ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2004 τοποθετήθηκε ταμπέλα κάποιου εργολάβου στο χώρο της οικοδομής, ουδέποτε παρουσιάστηκε εργολάβος και οι ρητές οδηγίες της ενάγουσας και του πατέρα της ήταν να συνεργάζεται ο εναγόμενος 1 μόνο με τον εναγόμενο
  18. Κατά την πρόοδο των εργασιών, επειδή η ενάγουσα διαφωνούσε με τους σιδεράδες που κατά καιρούς προσελάμβανε η ίδια, οι εργασίες διακόπτοντο και ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε την ενάγουσα και τον επιβλέποντα - εναγόμενο 4 ότι εγκαταλείπει την εργασία, ζητώντας όπως γίνει καταμέτρηση της εκτελεσθείσας από αυτόν εργασίας μέχρι το Μάιο του 2005 για να πληρωθεί. Μετά την καταμέτρηση των εργασιών που εκτέλεσε ο εναγόμενος 1, οι εργασίες διεκόπησαν και προέκυψε υπόλοιπο πληρωτέο από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο 1 ύψους £2.490, το οποίο λόγω αδυναμίας της ενάγουσας να του το καταβάλει κατά το χρόνο εκείνο, της ανέφερε να το πράξει όποτε μπορεί. Επισημαίνεται ότι το ποσό αυτό, αν και το απαιτούσε ο εναγόμενος 1 ανταπαιτητικά από την ενάγουσα, στις 28.11.2011 κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας απέσυρε ανεπιφύλακτα την ανταπαίτησή του, η οποία και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στην υπεράσπισή της η εναγόμενη 2 εταιρεία, αρνείται τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις της ενάγουσας εναντίον της, αναφέροντας ότι δεν συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή με την ενάγουσα για την εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών έναντι οποιασδήποτε αμοιβής, δεδομένου ότι δεν υφίστατο η εταιρεία κατά τον χρόνο εκείνο, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος 3, αφού παραδέχεται την ανέγερση οικοδομής επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αρνείται τους ισχυρισμούς της, υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα ανέθεσε σ' αυτόν, υπογράφοντας σχετική εξουσιοδότηση στις 4.11.2003, την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για τριώροφη οικοδομή, πολύ μεγαλύτερη από ό,τι έπρεπε και παρά τις έντονες επιφυλάξεις του ο εναγόμενος 3 προέβη στην ετοιμασία των εν λόγω σχεδίων με συμφωνηθέν κόστος το ποσό των £1.500, ανάλογα δε με την εξέλιξη των σχεδίων θα επήρχετο συμφωνία για την υπόλοιπη εργασία. Μετά την απόρριψη των σχεδίων από την αρμόδια αρχή με την επιστολή της ημερομηνίας 24.5.2004, ο εναγόμενος 3 προέβη στις αναγκαίες επ' αυτών διορθώσεις, ως ο ίδιος είχε αρχικά εισηγηθεί, και στις 5.7.2004 εκδόθηκε η σχετική πολεοδομική άδεια. Η αμοιβή του για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων διώροφης οικοδομής αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και όροφο, χωρίς επιβλέψεις ή οτιδήποτε άλλο, ήταν £3.300, δηλαδή €5.638,
  19. Ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 3, αποπεράτωσε όλα τα υπόλοιπα σχέδια που απαιτούντο για την έκδοση άδειας οικοδομής σε χρονικό διάστημα λιγότερο των δύο μηνών από την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, τα οποία παρελήφθησαν στις 31.8.2004 από την ενάγουσα και ουδεμία καθυστέρηση προεκλήθη εξ υπαιτιότητάς του, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η οποία δεν εκπλήρωσε τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Ο εναγόμενος 3 συνέστησε στην ενάγουσα όπως ο εναγόμενος 4 αναλάβει εξ υπαρχής την επίβλεψη και δεν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε συμφώνησε να καταβάλει την αμοιβή του εναγόμενου
  20. Δεν γνώριζε ούτε αποδέχθηκε τους εναγόμενους 1 και 2 για να αναλάβουν την ανέγερση της οικοδομής ούτε γνώριζε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εργολάβου του έργου. Ισχυρίζεται ότι σε μια προσπάθεια είσπραξης της αμοιβής του αποδέχθηκε τη μείωσή της κατά £400, δηλαδή €683,44, ώστε το ποσό αυτό θα το διέθετε η ενάγουσα έναντι της αμοιβής του προσώπου που θα διενεργούσε την επίβλεψη. Υποστηρίζοντας ότι ενήργησε τάχιστα εφόσον κατέθεσε τα αρχικά σχέδια στις 4.11.2003, μετά τις παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής στις 25.5.2004, κατέθεσε στις 3.6.2004 διορθωμένα σχέδια, στις 5.7.2004 εκδόθηκε η πολεοδομική άδεια και στις 21.9.2004 κατετέθησαν ολοκληρωμένα σχέδια για την έκδοση άδειας οικοδομής, ο εναγόμενος 3 αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί επαγγελματικής αμέλειας του ιδίου και/ή οποιεσδήποτε παραλείψεις του, καθώς και όλες τις απαιτήσεις της. Στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος 4, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι ουδέποτε ο ίδιος αποδέχθηκε τους εναγόμενους 1 και 2 ως εργολάβους, τους οποίους είχε διορίσει η ενάγουσα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ενάγουσα επικοινώνησε μαζί του για να του αναθέσει συγκεκριμένες εργασίες και ουδέποτε τον διόρισε ως επιβλέποντα μηχανικό. Συγκεκριμένα, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου 2004, ο εναγόμενος 4 εκλήθη από την ενάγουσα για να ελέγξει το σίδερο της οικοδομής και της υπέδειξε, ως σύμβουλος, κακοτεχνίες και προβλήματα της οικοδομής, τα οποία υπήρχαν προτού ο ίδιος κληθεί για να αναλάβει οποιαδήποτε εργασία. Με τη θέση ότι η ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και/ή αν έχει υποστεί ζημιά φέρει κατά μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια και/ή απαιτεί υπερβολικά και/ή εξογκωμένα και/ή παραπλανητικά ποσά, ο εναγόμενος 4 αρνείται τις οποιεσδήποτε απαιτήσεις της ενάγουσας, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά του να διεκδικήσει την αμοιβή του ως σύμβουλος του έργου και/ή για τις προσφερθείσες προς αυτήν υπηρεσίες. Κατά την μακρά ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα προσέφερε τη μαρτυρία της ίδιας (ΜΕ1), καταθέτοντας τα Τεκμήρια 1-35, καθώς και άλλων 9 μαρτύρων. Όσον αφορά τους εναγόμενους, εκ μέρους του εναγόμενου 1 προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ1) και άλλων 4 μαρτύρων, η εναγόμενη 2 εταιρεία δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία, εκ μέρους του εναγόμενου 3 προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ6) και εκ μέρους του εναγόμενου 4 προσφέρθηκε η μαρτυρία του ίδιου (ΜΥ7). Δεν θεωρώ χρήσιμο ή αναγκαίο να παραθέσω όσα ανέφερε κάθε μάρτυρας προς υποστήριξη της εκδοχής κάθε διαδίκου, εφόσον η μαρτυρία έχει καταγραφεί στα πρακτικά της διαδικασίας. Αρκεί να λεχθεί ότι οι διάδικοι με τη μαρτυρία τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους, που έχουν παρατεθεί πιο πάνω στη σύνοψη των καταχωρηθέντων δικογράφων. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει θα διαφανούν οι προβληθέντες ισχυρισμοί, εκ των οποίων όσοι γίνουν αποδεκτοί θα οδηγήσουν και στα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία, έχοντας την κατά νου στο σύνολο της, επισημαίνεται αρχικά ότι ήταν φανερή η προσπάθεια της ενάγουσας (ΜΕ1) να κατασκευάσει την παρούσα υπόθεση εναντίον των εναγομένων με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος, αν και η εξέλιξη των γεγονότων κατέδειξε ότι τόσο τα λάθη που διαπιστώθηκαν στην επίδικη οικοδομή όσο και η καθυστέρηση στην πορεία των εργασιών ανοικοδόμησης οφείλοντο σε δικές της ενέργειες. Η γενικότερη εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο με τη μαρτυρία της η ενάγουσα επιβεβαιώνεται από επί μέρους ανακολουθίες, αντιφάσεις και υπερβολές στη μαρτυρία της, σε βαθμό που δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Πρόκειται περί ατόμου απαιτητικού και επίμονου και σε όλα τα στάδια εξέλιξης των γεγονότων που ενδιαφέρουν με τη δική της παρέμβαση οδήγησε στην αποχώρηση όσων είχαν αναμιχθεί στις εργασίες ανέγερσης της επίδικης οικοδομής, καταγγέλλοντας τους πλείστους εξ αυτών για δήθεν λάθη και παραλείψεις τους, φέροντας ωστόσο η ίδια την ευθύνη για την προκληθείσα καθυστέρηση και για τις όποιες συνέπειες είχε η καθυστέρηση για τη λήψη μέτρων τόσο για την κατάσταση της οικοδομής όσο και για τις ισχυριζόμενες χρηματικές απώλειες της. Ουσιωδέστερο, βέβαια, όλων θέμα αποτελεί ότι, ως υποστήριξε η ίδια, ο εναγόμενος 1 της παρουσιάστηκε ως αδειούχος εργολάβος οικοδομών, δίδοντάς της προσφορά ως τέτοιος. Βέβαια η μαρτυρία κατέδειξε ότι στην οικοδομή υπήρξε σε κάποιο στάδιο η ταμπέλα κάποιου Βρυώνη, εργολάβου, που φανερώνει ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν καν εργολάβος οικοδομών και μάλιστα της κατάλληλης τάξης για να αναλάβει την ανέγερση της συγκεκριμένης οικοδομής, προσλαμβάνοντάς τον ωστόσο με βάση την προσφορά του ως εργολάβο του έργου. Περαιτέρω, ενώ επέρριψε αρχικά την ευθύνη για τα κατασκευαστικά λάθη της οικοδομής που σχετίζονται με την χάραξη της οικοδομής και το ύψος του υπογείου στον εναγόμενο 1, διαφάνηκε από τη μαρτυρία της ότι για την εκσκαφή όπως και για την αγορά των υλικών, δηλαδή σιδήρου και σκυροδέματος, αλλά και κατά την ανάθεση εργασιών σε επιμέρους τεχνίτες, έδιδε η ίδια οδηγίες πληρώνοντας η ίδια για τα επιμέρους υλικά και τις προσφερθείσες εργασίες. Προβάλλει τελείως ανεδαφικό το παράπονό της για τη μορφή των τοίχων και της πλάκας του υπογείου, αποδίδοντας ευθύνη στον εναγόμενο 1 για τα εμφανή προβλήματα σ' αυτούς, ενόσω δέχθηκε ότι οι εργασίες σκυροδέτησης έγιναν από τον πατέρα της και τον αδελφό της, οι οποίοι βοηθούσαν τον θείο της - εναγόμενο 1 κατά το στάδιο εκείνο. Παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι έδωσε χρήματα για την επιδιόρθωση των λαθών που έγιναν στην οικοδομή εξαιτίας των ενεργειών και παραλείψεων των εναγομένων 1, 3 και 4, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής τέτοιων ποσών σε άλλα άτομα, οι δε δικαιολογίες που προέβαλε γι' αυτήν της παράλειψη δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές λόγω της γενικότερης αξιολόγησης της ως μάρτυρα, όντας πρόδηλο ότι προσπάθησε να συμπληρώσει οποιαδήποτε κενά με σκέψεις εκ των υστέρων. Φανερά κατασκευασμένη κρίνεται και η μαρτυρία της που αφορά την δήθεν ενοικίαση τόσο του παλιού ινστιτούτου αισθητικής που χρησιμοποιούσε όσο και μέρους της ανεγειρόμενης οικοδομής ως κομμωτηρίου αφενός και ως διαμερίσματος αφετέρου, με έναρξη της ενοικίασης τον Μάιο του 2005, χρόνο κατά τον οποίο ως υποστήριξε η ενάγουσα, της είχε λεχθεί από τον εναγόμενο 3 ότι θα ολοκληρώνετο η επίδικη οικοδομή. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Φάνου Λοϊζίδη (ΜΕ6), αρχιτέκτονα, που διορίστηκε από την ενάγουσα μέσω του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) τον Ιούνιο του 2007 ως πραγματογνώμων για την επίδικη οικοδομή, έχοντας ετοιμάσει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (Τεκμήριο 17), θεωρώ ότι ο ΜΕ6 ενήργησε μεν μέσα στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης του για τεχνικά θέματα, χωρίς ωστόσο από τη μαρτυρία του, ως άλλωστε ήταν και οι όροι εντολής του (βλ. Τεκμήριο 45), να μπορούν να αποδοθούν ευθύνες στους εναγόμενους, ως είναι η θέση της ενάγουσας. Παρά το ότι στην έκθεσή του καταγράφονται οι θέσεις των εμπλεκομένων μερών, το μέρος αυτό της έκθεσής του δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσει σε ευρήματα το Δικαστήριο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ενόψει της προσφερθείσας επί των γεγονότων μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και του νομικού πλαισίου της υπόθεσης. Όσον αφορά την καταγραφή κακοτεχνιών, κατά την αντίληψή μου, ανταποκρίνονται στην πραγματική εικόνα της οικοδομής, κατά το χρόνο της πραγματογνωμοσύνης του, χωρίς ωστόσο να υποστηρίζεται η θέση της ενάγουσας ότι οι διαπιστωθείσες κακοτεχνίες, ζημιές και άλλα προβλήματα προήλθαν από πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας της υπόθεσης. Παρόμοια κρίνεται και η μαρτυρία του Σωτήρη Νικολάου (ΜΕ7), επιμετρητή ποσοτήτων, του οποίου η εκτίμηση της αξίας των επιδιορθώσεων αποτελεί θεωρητικά αντικειμενική εργασία, χωρίς και πάλι να έχει καθοριστική σημασία, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, για όποια ποσά αποκατάστασης των ζημιών διεκδικεί η ενάγουσα εναντίον των εναγομένων. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Julia Paczkowska (ΜΕ2) και της Μαρίας Ανδρέου (ΜΕ8) που σχετίζοντο με την ενοικίαση, από την πρώτη του ινστιτούτου αισθητικής που χρησιμοποιούσε η ενάγουσα και από τη δεύτερη ενός διαμερίσματος τριών υπνοδωματίων στη νέα οικοδομή (βλ. Τεκμήρια 36 και 46 αντίστοιχα), με έναρξη κάθε ενοικίασης τον Μάιο του 2005, δεν έχω αμφιβολία ότι ήταν κατασκευασμένη μαρτυρία που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα και δόθηκε με αποκλειστικό σκοπό την απόδειξη δήθεν ζημιάς που υπέστη η ενάγουσα λόγω της μη ενοικίασης. Πέραν της πτωχής εντύπωσης που δημιούργησαν στο Δικαστήριο οι δύο αυτές μάρτυρες, κρίνεται εκτός πραγματικότητας να έχουν καταρτιστεί κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε η ενάγουσα καθώς και οι ΜΕ2 και ΜΕ8 τέτοια ενοικιαστήρια έγγραφα για μια οικοδομή που μόλις είχε αρχίσει να ανεγείρεται, ενοικιαστήρια τα οποία σημειωτέον ότι η ενάγουσα δεν είχε καν στην κατοχή της με την ανυπόστατη δικαιολογία ότι πιθανώς να τα είχε πάρει μαζί του ο πατέρας της (ΜΥ2) όταν εγκατέλειψε την πατρική οικία. Παρόμοια είναι η εντύπωση που δημιουργήθηκε και από τη μαρτυρία της αδελφής της ενάγουσας, Μαρίας Χαραλάμπους (ΜΕ10), η οποία με αποκλειστικό σκοπό να βοηθήσει την ενάγουσα κατέθεσε αναληθώς στο Δικαστήριο ότι η ενάγουσα της κατέβαλε ενοίκιο για οικία που ανήκε στην ΜΕ10 (βλ. σχετικά τα Τεκμήρια 24, 25, 25 Α και 50, 51 Α, 51 Β) καθώς και ότι επρόκειτο να ενοικιάσει μέρος της ανεγειρόμενης οικοδομής ως κομμωτήριο. Είναι άξιο λόγου να παρατηρηθεί ότι η αδελφή της ενάγουσας διαμένει στην Πάφο και εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα μουσικών οργάνων και σύμφωνα με τη μαρτυρία της θα ενοικίαζε το κομμωτήριο της ενάγουσας από τον Μάιο του 2005 όπου θα εργαζόταν ως κομμώτρια, ερχόμενη καθημερινά από την Πάφο για το σκοπό αυτό, υποστηρίζοντας ότι το κομμωτήριο προοριζόταν για την ίδια. Όπως άλλωστε ορθά υπέδειξαν οι συνήγοροι των εναγομένων ούτε η ΜΕ2 αλλά ούτε και η ΜΕ10 διαφάνηκε να είναι επαγγελματίες ώστε να μπορούν να εργάζονται ως αισθητικός η πρώτη και ως κομμώτρια η δεύτερη, σύμφωνα με τις νομοθεσίες που διέπουν τα επαγγέλματα αυτά, για να ενοικιάσουν τα προαναφερθέντα ακίνητα. Όσον αφορά δε την ενοικίαση κομμωτηρίου στην επίδικη ανεγειρόμενη οικοδομή δεν διαφεύγει της προσοχής ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 και την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ3, μόνο η ενάγουσα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την εν λόγω οικοδομή ως επαγγελματική στέγη, σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 42 η άδεια οικοδομής περιλαμβάνει μια αυτοτελή χρήση και συγκεκριμένα «χρήση ενιαίου κομμωτηρίου και ινστιτούτου αισθητικής». Η μαρτυρία της Δήμητρας Ζαχαρίου (ΜΕ3), υπαλλήλου του Τμήματος Δημοτικού Μηχανικού του Δήμου Λεμεσού, είναι αποδεκτή, όσον αφορά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας της επίδικης οικοδομής και τα Τεκμήρια 40-43, που κατέθεσε. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Οριάνας Γρηγορίου (ΜΕ4), Γ/Αστ. 4748, δεν προσφέρει οτιδήποτε στην υπόθεση, ενόσω από τη μαρτυρία του Κώστα Αντωνίου (ΜΕ5), Αστ. 3610, προκύπτει ότι η ενάγουσα προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία στις 24.1.2012 εναντίον αρχιτεκτονικού γραφείου που ανέλαβε μετά την επίδικη χρονική περίοδο την επίβλεψη της ανεγειρόμενης οικοδομής (βλ. Τεκμήριο 44), μαρτυρία που δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης (βλ. και τα Τεκμήρια 33(α)-(β) και 35) αλλά και δεν γίνεται αποδεκτή ως βοηθητική των ισχυρισμών της ενάγουσας, ως προσπάθησε να υποστηρίξει ο συνήγορος της. Η μαρτυρία της Νίκης Σολωμού (ΜΕ9), υπαλλήλου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, που αφορά τη δημιουργία και ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης 2 εταιρείας (βλ. Τεκμήρια 47-48) καθώς και την πληρωμή λογαριασμών της ΑΗΚ εκ μέρους της ενάγουσας (Τεκμήρια 49 Α και 49 Β), παρόλο ότι δεν αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί βοηθητική των θέσεων της ενάγουσας, υπό το φως της λοιπής μαρτυρίας. Περαιτέρω, αξιολογώντας τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 (ΜΥ1), θεωρώ ότι όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματική διάσταση των γεγονότων και παρά το ότι στο Τεκμήριο 4, που σημειωτέον ότι δεν φέρει ημερομηνία ούτε υπογραφή, παρουσιάζεται ως εργολάβος οικοδομών, η όλη ανάμειξή του και συνεργασία του με την ενάγουσα αφορούσε την κατασκευή καλουπιών μέρους της ανεγειρόμενης οικοδομής. Αποδέχομαι ότι, ως ο εναγόμενος 1 κατέθεσε, η ενάγουσα είχε καθοριστικό ρόλο τόσο στην αρχική σήμανση της οικοδομής όσο και στη διενεργηθείσα εκσκαφή του οικοπέδου και με τις οδηγίες της τροποποιήθηκαν κατά την ανέγερση της οικοδομής τα εγκριθέντα από την αρμόδια αρχή σχέδια, προκαλώντας και τις μεταγενέστερες σχετικές επιπτώσεις. Αναμφίβολα, η πρόσληψη των σιδεράδων, ηλεκτρολόγου και υδραυλικού έγινε από την ενάγουσα, η δε σκυροδέτηση έγινε από τον πατέρα της ενάγουσας (ΜΥ2) και τον αδελφό της, ενόσω η αγορά των αναγκαίων υλικών, όπως του σιδήρου και του σκυροδέματος, έγινε από την ίδια την ενάγουσα. Δεδομένου ότι η μόνη εργασία, την οποία ουσιαστικά είχε αναλάβει ο εναγόμενος 1, αφορούσε την κατασκευή των ξυλοτύπων μέρους της οικοδομής, τα πλείστα όσων αποδίδονται εκ μέρους της ενάγουσας στον εναγόμενο 1 δεν ευσταθούν, εφόσον ο ρόλος της ίδιας αναφορικά με την πορεία των εργασιών στην οικοδομή ήταν καθοριστικός και οδήγησε στα προβλήματα για τα οποία η ίδια παραπονείται. Αναμφίβολα, επίσης, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην εναγόμενη 2 εταιρεία, η οποία σύμφωνα με τον εναγόμενο 1, που είναι διευθυντής της, συνεστήθη τον Δεκέμβριο του 2004 (βλ. Τεκμήρια 52-54), αρχίζοντας να εκτελεί οικοδομικές εργασίες περί τον Μάρτιο του 2006, ενόσω οι επίδικες εργασίες στην ανεγειρόμενη οικοδομή της ενάγουσας αφορούν τη χρονική περίοδο Οκτωβρίου 2004 - Μαΐου 2005 και η συμφωνία γι' αυτές μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 έγινε προγενέστερα. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1 επιβεβαιώνεται και από τον Μάριο Πολυδώρου (ΜΥ2), πατέρα της ενάγουσας και αδελφό του εναγόμενου 1. Η εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο ο ΜΥ2 είναι καλή και παρά τα όποια προβλήματα στις σχέσεις του με την ενάγουσα, κρίνεται ότι όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από τη μαρτυρία του συνάγεται η γνώση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολάβος οικοδομών καθώς και ότι η ευθύνη για την πορεία των οικοδομικών εργασιών βαραίνει την ενάγουσα, τα δε προβλήματα που διαπιστώθηκαν μεταγενέστερα στην επίδικη οικοδομή προήλθαν από τις συνεχείς επεμβάσεις της ενάγουσας στις εργασίες της οικοδομής και τις ενέργειες της ίδιας. Οι μάρτυρες Ηλίας Πολυδώρου (ΜΥ3), Λεωνίδας Λεωνίδα (ΜΥ4) και Μάριος Χριστοδούλου (ΜΥ5) δημιούργησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Με σαφήνεια, απλότητα και σταθερότητα παρέθεσαν όσα διαδραματίστηκαν κατά τη συνεργασία τους με την ενάγουσα. Ειδικότερα, και παρά κάποιες επουσιώδεις μικροδιαφορές, η μαρτυρία των ΜΥ3 και ΜΥ4 επιβεβαιώνει τις θέσεις του εναγόμενου 1 ως προς το ότι ο ίδιος δεν είχε λόγο στην επιλογή τους για να προσφέρουν τις εργασίες τους κατά την ανέγερση της οικοδομής στον επίδικο χρόνο και οδηγίες προς αυτούς δίδοντο, όπως και οι πληρωμές προς αυτούς εγίνοντο, από την ενάγουσα. Δεν θα μπορούσαν συνεπώς οι ΜΥ3 και ΜΥ4 να θεωρηθούν υπεργολάβοι του εναγόμενου 1, ο οποίος ουδέποτε τους παρουσιάστηκε ως ο εργολάβος του έργου. Όσον αφορά τον ΜΥ5, από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι προέβη στις επιδιορθώσεις κάποιων κακοτεχνιών που του υπέδειξε η ενάγουσα (όχι βάσει της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης-Τεκμήριο 17) και σχετίζονται με τις εργασίες του εναγόμενου 1 στην οικοδομή, με ποσό που κυμαίνεται μεταξύ των €300 - €500, έχοντας αναλάβει τη συνέχιση των εργασιών κατά το 2008, όπως τα σοβατίσματα, τοποθέτηση κεραμικών, περίφραξη και αποχετευτικό (βλ. Τεκμήριο 32). Δεν ολοκλήρωσε ούτε αυτός τις εργασίες που είχε αναλάβει στην οικοδομή και βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με την ενάγουσα. Με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 3 (ΜΥ6) δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν θετικός και σταθερός σε όλα τα στάδια της μαρτυρίας του, η οποία συνάδει με τα κατατεθέντα εκ μέρους της ενάγουσας έγγραφα. Οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 9, σε συνάρτηση με την πιεστική και εκβιαστική συμπεριφορά της ενάγουσας προς αυτόν (βλ. Τεκμήρια 7 και 8), γίνονται αποδεκτές και θεωρώ ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 δεν ανταποκρίνεται στο σύνολο του στην πραγματική εικόνα των διαδραματισθέντων. Παρόμοια είναι η εντύπωση που δημιούργησε και ο εναγόμενος 4 (ΜΥ7), ο οποίος, στην προσπάθεια του να βοηθήσει αφιλοκερδώς στην επίλυση των προβλημάτων στην ανεγειρόμενη οικοδομή της ενάγουσας, ενεπλάκη στην όλη υπόθεση, χωρίς να έχει ευθύνη για όσα του καταλογίζονται από την ενάγουσα. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 11-14, που όλα έγιναν από τον ίδιο τον Φεβρουάριο του 2006, όπως εξήγησε του ζητήθηκαν από την ενάγουσα και είχαν σκοπό να την βοηθήσουν για τον εντοπισμό και την καταγραφή των κακοτεχνιών. Παρά δε το ότι στο Τεκμήριο 11 αναφέρεται ότι ήταν επιβλέπων μηχανικός, ουδέποτε διορίσθηκε από την ενάγουσα σε οποιοδήποτε στάδιο νομότυπα ως επιβλέπων μηχανικός ούτε και πληρώθηκε για τις συμβουλευτικές του υπηρεσίες. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση πρωταρχικό εύρημα του Δικαστηρίου που σχετίζεται με τις απαιτήσεις της ενάγουσας έναντι του εναγόμενου 1 αποτελεί ότι μετά την ετοιμασία των σχεδίων και την έκδοση της πολεοδομικής άδειας (βλ. Τεκμήρια 1, 3, 5) με σκοπό την έναρξη της ανέγερσης της επίδικης οικοδομής, η ενάγουσα απετάθη στον εναγόμενο 1, που είναι θείος της, με σκοπό να της παραχωρήσει προσφορά για την κατασκευή της οικοδομής. Ο εναγόμενος 1 προέβη σε προσφορά για την ανέγερση της οικοδομής ως εργολάβος οικοδομών (βλ. Τεκμήριο 4) για το ποσό των £15.870. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, ο τελευταίος άρχισε να εκτελεί τις συμφωνηθείσες εργασίες μετά τον Σεπτέμβριο του 2004, ενόσω η άδεια οικοδομής εξασφαλίστηκε στις 30.12.2004 (βλ. Τεκμήριο 31), αποχωρώντας από το έργο ουσιαστικά περί τον Μάιο του 2005 λόγω διαφωνιών με την ενάγουσα και λαμβάνοντας μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής του (βλ. Τεκμήριο 10). Ανεξάρτητα από το κατά πόσον κατά τον επίδικο χρόνο τοποθετήθηκε στην οικοδομή η ταμπέλα άλλου προσώπου ως εργολάβου, διαφορετικού από τον εναγόμενο 1, η ανέγερση της οικοδομής ανετέθη από την ενάγουσα στον εναγόμενο 1, ο οποίος ως είναι αναμφισβήτητο κατά τον χρόνο της ανάθεσης του έργου αλλά και της εκτέλεσης των εργασιών δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης οικοδομικών έργων κατέχων ισχύουσα άδεια οποιασδήποτε τάξης για εκτέλεση τέτοιων έργων . Στο άρθρο 30 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, προνοείται ότι «κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ισχύουσας ετήσιας άδειας ή εγγεγραμμένο αλλά μη κάτοχο ετήσιας άδειας αντίστοιχης της τάξης του τεχνικού ή οικοδομικού, ανάλογα με την περίπτωση, έργου είναι άκυρη». Σύμφωνα με το άρθρο 25 του ίδιου Νόμου, απαγορεύεται η ανάθεση της εκτέλεσης οποιουδήποτε οικοδομικού ή τεχνικού έργου σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης ή και δεν κατέχει κατά τον ουσιώδη χρόνο ετήσια άδεια της τάξης και κατηγορίας στην οποία ανήκει το έργο. Όπως δε προνοείται στο άρθρο 24 του Νόμου, απαγορεύεται σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης τόσο να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε όνομα ή τίτλο που μπορεί να ερμηνευθεί ότι είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης όσο και να δίνει τέτοια εντύπωση με οποιοδήποτε τρόπο καθώς και να υποβάλει προφορική ή γραπτή προσφορά για ανάληψη ή εκτέλεση οικοδομικού ή τεχνικού έργου, να αναλαμβάνει ή να εκτελεί τέτοιο έργο και να συνάπτει προφορική ή γραπτή συμφωνία για εκτέλεσή του. Η παράβαση ή παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε απαγόρευση, καθήκον ή υποχρέωση που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω Νόμου, αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 44 του Νόμου ποινικό αδίκημα. Ως συνάγεται από τις πιο πάνω πρόνοιες, ο Νόμος ρητά απαγορεύει την ανάληψη εκτέλεσης οικοδομικού ή τεχνικού έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη, με εμφανή σκοπό του νομοθέτη την εξασφάλιση και κατοχύρωση του επαγγέλματος του εργολήπτη, εφόσον αν ένας μη εγγεγραμμένος εργολήπτης παράνομα συμβάλλεται για εργοληπτική εργασία, την οποία δεν είχε δικαίωμα να αναλάβει, αποστερεί την εργασία αυτή από άλλο νόμιμο εργολήπτη (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1932). Παράλληλα επιβάλλεται καθήκον και υποχρέωση στον εργοδότη να λάβει όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει την ανάθεση της εκτέλεσης του έργου σε εγγεγραμμένο και αδειούχο εργολήπτη, επιλέγοντας ανάλογα προσοντούχο πρόσωπο για το συγκεκριμένο έργο. Αποτελεί κοινή εισήγηση των συνηγόρων των εναγομένων, με αναφορά και σε νομολογία που παρατίθεται στη συνέχεια, ότι η ρητή απαγόρευση της συμφωνίας στις πιο πάνω περιπτώσεις υποδηλώνει την παρανομία της σύναψής της με αποτέλεσμα τέτοια συμφωνία να είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στην υπόθεση Chr. Mavrikios Constr. Ltd ν. Χατζηκωνσταντά
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1093, η οποία αφορούσε εμπλοκή των διαδίκων σε παράνομη σύμβαση ανέγερσης κατοικίας κατά παράβαση του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου, στη σελ. 1096 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ορθώς κατά την άποψή μας ο πρωτόδικος δικαστής αντίκρυσε το θέμα της παρανομίας. Η εκτέλεση έργου από εργολήπτη χωρίς άδεια δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει αγώγιμο δικαίωμα είσπραξης της αμοιβής του. (βλ. Tsouloftas Constructions Ltd κ.ά. ν. Mylonas κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1514 και Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338. ........... «Είναι δοσμένη αρχή ότι χρήματα που καταβλήθηκαν βάσει μιας παράνομης σύμβασης δεν μπορούν ν' ανακτηθούν (βλ. Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 968. Θεωρούμε ως λογική επέκταση της πιο πάνω αρχής, ότι δεν νοείται ο προσπορισμός οφέλους από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων σε μια παράνομη συναλλαγή, όπως αναλύθηκε στην υπόθεση A.C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartm. Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1321. Περαιτέρω σε περίπτωση μιας παράνομης συμφωνίας τα μέρη δεν νομιμοποιούνται στη διεκδίκηση εκατέρωθεν απαιτήσεων βασιζομένων στη συμφωνία αυτή (βλ. Flecha Contracting Ltd v. M.C. Michael Dev. Ltd
(2003)1(A) Α.Α.Δ. 263. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές επανερχόμαστε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, ημερομηνίας 02/03/2001, κηρύχθηκε εξ υπαρχής άκυρη. Συνεπώς όλες οι εκατέρωθεν διεκδικήσεις θα πρέπει να εξεταστούν κάτω από αυτό το πρίσμα». Σύμφωνα με τη νομολογία, η παρανομία σύμβασης πρέπει να εγείρεται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετείται με αναφορά στα γεγονότα που καθιστούν τη σύμβαση παράνομη. Έκδηλη παρανομία ωστόσο εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη δικογραφία (βλ. Δημητρίου ν. Συμεωνίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1018), ενόσω είναι δυνατή η έγερση του θέματος της παρανομίας στην έφεση εφόσον τα σχετιζόμενα με την παρανομία γεγονότα ήταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Ent. Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 300). Στην υπόθεση Αθηνοδώρου κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 615 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Αναμφισβήτητο είναι ότι ισχυρισμοί για το παράνομο συμφωνίας πρέπει να εγείρονται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετούνται με αναφορά στα γεγονότα τα οποία την καθιστούν παράνομη είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την εκτέλεσή της. (Βλ. Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria [1901] A.C. 196.) Παρανομία κατά τη σύναψη ή την εκτέλεση συμφωνίας μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη δικογραφία, εφόσον προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η απαίτηση στοιχειοθετείται με αναφορά σ' αυτή. Με άλλα λόγια όταν η παρανομία αποτελεί αναπόσπαστο στήριγμα των διεκδικήσεων του ενάγοντα. (Βλ. Scott v. Brown [1892] 2 Q.B. 724. Bigos v. Bousted [1951] 1 All E.R. 92. North Western Salt Company Limited v. Electrolytic Alkali Company Limited [1914] A.C. 461· σχετικά με το παράνομο των συμβάσεων γενικά και πότε στοιχειοθετείται παρανομία, παραπομπή μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Platritis & Co. v. Computer Patent
(1988)1 C.L.R. 135. Χαραλάμπους ν. Daccache
(1989)1 A.A.Δ.(Ε) 269.)» Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω μακροσκελές απόσπασμα από την υπόθεση Ιωάννου κ.α. ν. Μουσκαλλή κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1595, όπου τονίστηκε το καθήκον του Δικαστηρίου, όταν διαπιστώνει παρανομία, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία και λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά, στις σελίδες 1599-1602: «Το θέμα της παρανομίας της συμφωνίας δεν ηγέρθη στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο των λόγων στην ειδοποίηση έφεσης. Το προτείναμε προς συζήτηση εμείς στην αρχή της ακρόασης της έφεσης. Η δικηγόρος των εφεσειόντων μας πληροφόρησε, μόλις έγινε νύξη του θέματος, πως είχε πρόθεση να το εγείρει η ίδια και πως ήταν έτοιμη να το αναπτύξει με αναφορά στη νομολογία, κάτι που όντως έκαμε στην προφορική της αγόρευση. Είναι η γνώμη μας πως το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καθήκον, αφού διαπίστωσε το γεγονός της παρανομίας, αυτεπάγγελτα να αρνηθεί να δώσει θεραπεία σ' αυτόν που τη ζητούσε, εφόσον ήταν μέτοχος στην παράνομη συναλλαγή. Και οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ήσαν συμμέτοχοι σ' αυτή την παρανομία, στην οποία ουσιαστικά και μόνο στηριζόταν η αξίωσή τους. Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας της εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας. Με την πιο πάνω αρχή, που συνοπτικά έχουμε παραθέσει, καταπιάνεται αναλυτικά το Αγγλικό Εφετείο (Willmer, Danckwerts and Diplock, L.JJ.) στην πασίγνωστη υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd [1963] 3 All E.R. p.50. Στην υπόθεση αυτή γίνεται ευρύτατη αναφορά στη νομολογία και υιοθετείται ο γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο όταν, και σε οποιοδήποτε στάδιο, διαπιστώσει παράνομη σύμβαση αρνείται θεραπεία. Ολόκληρη η υπόθεση είναι άκρως ενδιαφέρουσα, ας αρκεστούμε όμως στις πιο κάτω περικοπές. Στη σελ.57 από την απόφαση του Willmer L.J. διαβάζουμε: "In the light of those authorities it seems to me that I was justified in introducing this topic as one of no little difficulty. I see much force in the contention put forward by counsel for the defendants that in a case where the illegality emerges from the evidence (as it does here), and where the court can be plainly satisfied that there has been such an illegality, it should be treated in the same way as want of jurisdiction (as, for instance, under the Rent Acts) was treated in the statement to which I have just referred by the Master of the Rolls. In my judgment counsel for the defendants was right when he submitted in the course of his reply that what we have to do in the present case is to resolve a conflict between two well - established and basic principles. The first principle on which he relies is the principle that the court will not lend its assistance for the purpose of enforcing an illegal contract, once the illegality has come to light and the court is satisfied of the illegality. The principle invoked on the other side is that with which I have been concerned in the last few moments, viz., that appeals from county courts are limited by the rule laid down by the House of Lords in Smith v. Baker & Sons
(30), and limited in such a way as would, it is said, preclude the present appeal. This is not the first time that the court has been asked to resolve a conflict between two well - established principles. Faced with that conflict, I have no doubt as to which is the principle that must prevail. I am satisfied that the principle to which we must give effect is the principle that the court will not lend any assistance to enforce an illegal contract where that illegality has plainly appeard in the evidence. It seems to me that this is just such an exceptional case as was referred to by LORD MOULTON in North - Western Salt Co. Ltd v. Electrolytic Alkali Co. Ltd.
(31)in the passage to which I have already referred, in relation to which he said: «In such a case the court would act upon it», i.e., the illegality to which he had referred." Και στην πρώτη από τις δυο παραγράφους της απόφασης του δικαστή Dankwerts L.J.: "I agree. I need not go through the cases which have been so thoroughly discussed by Willmer, L.J. It seems to me that the rule or practice of the Court of Appeal in not allowing points to be taken which have not been put forward before the county court judge must give way in a case like the present. The plaintiff's evidence clearly proved that a fraudulent device, which was a breach of the Hire - Purchase and Credit Sale Agreements (Control) Order, 1960, was carried out in this case at the instigation of Jackson. That was clearly proved. The requirements of the Order are of statutory effect, just as if they were included in an Act of Parliament." Πρέπει να επισημάνουμε πως αυτή είναι η γενική αρχή που υιοθετείται και εφαρμόζεται και στη δική μας νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Glamour Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444. Ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων εισηγήθηκε πως, έστω και αν γίνει αποδεκτό πως η σύμβαση των εφεσειόντων και εφεσιβλήτων με τον Καλλή ήταν παράνομη, τούτο δεν έχει καμιά σχέση με την προφορική συμφωνία που έγινε στο Δικαστήριο, πάνω στην οποία και βασίστηκε η αγωγή. Με δυο λόγια ισχυρίζεται πως διαχωρίζεται η παράνομη συμφωνία απ' αυτή στην οποία στηρίζεται η αγωγή. Η αρχή του διαχωρισμού μιας παράνομης συμφωνίας απ' αυτήν που προβάλλει ο διάδικος και επιδιώκει να εφαρμόσει, δεν λειτουργεί όταν ο προτεινόμενος διαχωρισμός είναι πλασματικός. Ισχύει μόνον όταν είναι πραγματικός. (Για τη γενική αρχή του διαχωρισμού παρανομίας από την υπόλοιπη συναλλαγή, δες: Geismar v. Sun Alliance and London Insurance Ltd and Another [1977] 3 All E.R. 570, και Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Yiannakis Neokli Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10). Στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής στηρίζεται στην παράνομη συναλλαγή, την ισχυριζόμενη δηλαδή συμφωνία επιστροφής του ποσού των £10,000 που είχε πληρωθεί στον Καλλή για την αγορά του κτήματος του, χωρίς τούτο να περιληφθεί στη συμφωνία αγοράς, προδήλως με σκοπό να δολιευθεί το δημόσιο ταμείο. Αν η συμφωνία αυτή ήταν νόμιμη και άμεμπτη δεν θα βλέπαμε λόγο να μην περιληφθεί στη διευθέτηση που έγινε και καταγράφηκε στο πρακτικό ως Κανόνας Δικαστηρίου, στην αίτηση 6/83. Σημειώνουμε πως η αξίωση ήταν για £9,000 γιατί στο ποσό των £10,000 προστέθηκαν και άλλα κονδύλια, όπως αρχιτεκτονικά σχέδια κ.λπ., έτσι που το συνολικό ποσό ανήλθε σε £18,000, από το οποίο οι εφεσίβλητοι διεκδικούν το μισό. Ενόψει των ανωτέρω κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, εφόσον διαπίστωσε την παρανομία, στη βάση μάλιστα της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι, να αρνηθεί θεραπεία και να απορρίψει την αγωγή τους. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Snell v. Unity Finance Ltd, (ανωτέρω) όταν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο παράνομη συναλλαγή, το Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να επιληφθεί του θέματος με τον ίδιο τρόπο που αυτεπάγγελτα επιλαμβάνεται έλλειψη δικαιοδοσίας: βλ. την απόφαση του Δικαστή Diplock στη σελ.60(D), όπου είπε τα εξής: "It is clear rule of public policy that such points should be taken by the court irrespective of the wishes of the parties and, if not taken by the judge at trial, should be taken of its own initiative by an appellate court."». Στην παρούσα υπόθεση και παρά το ότι δεν δικογραφείται το παράνομο της επίδικης συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, η μαρτυρία κατέδειξε ότι η συμφωνία αυτή ήταν πρόδηλα παράνομη. Η ενάγουσα προέβη στην ανάθεση της ανεγειρόμενης οικοδομής στον εναγόμενο 1 παραβαίνοντας το νομικό της καθήκον και την υποχρέωση της να επιλέξει προσοντούχο εγγεγραμμένο εργολήπτη και παραλείποντας να ζητήσει από αυτόν κατά τον χρόνο ανάθεσης των εργασιών να της παρουσιάσει άδεια εγγεγραμμένου εργολήπτη κατάλληλης για το έργο τάξης. Δεδομένου ότι η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη εξ υπαρχής με την ευθύνη να βαρύνει και τους δυο συμβαλλόμενους, δεν είναι δυνατό να ανακτηθεί εκ μέρους της ενάγουσας οποιοδήποτε ποσό δυνάμει αυτής από οποιονδήποτε των εναγομένων, είτε για πλημμελή εκτέλεση των αναληφθεισών εργασιών ή για κακοτεχνίες στην ανεγειρόμενη οικοδομή. Ούτε κατ' επέκταση μπορεί να στοιχειοθετηθεί απαίτηση της ενάγουσας για αμέλεια ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου 1, αλλά και της εναγομένης 2 εταιρείας ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι αυτή διεδέχθη τον εναγόμενο 1 στην επίδικη συμφωνία, που ως θα αναλυθεί πιο κάτω δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 51(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αμέλεια αποτελεί η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις και η πρόκληση ζημιάς εξαιτίας της παράλειψης αυτής (βλ. Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, Beaumont κ.α. ν. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 525). Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος 1, ο οποίος, παρά τη ρητή απαγόρευση του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου, επιλέγηκε από την ενάγουσα ως ασκών το επάγγελμα του αδειούχου προσοντούχου εργολήπτη οικοδομικών έργων, να θεωρηθεί ότι υπείχε υποχρέωση να μην επιδείξει αμέλεια έναντι της ενάγουσας δυνάμει του άρθρου 51
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ώστε να δύναται η τελευταία να τύχει αποζημίωσης για την επ' αμοιβή από αυτόν εκτέλεση των επίδικων εργασιών. Δεν παραγνωρίζεται άλλωστε και ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, δεν απεδείχθη ότι οι όποιες κακοτεχνίες ή ζημιές τις οποίες επικαλείται η ενάγουσα οφείλοντο σε παραλείψεις του εναγόμενου 1, ώστε να υπάρχει η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης αμέλειας του εναγόμενου 1 και των ζημιών της ενάγουσας, το ύψος των οποίων επίσης δεν απεδείχθη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Ευχρίσω Εργολ. Εταιρεία Λτδ ν. Θεμιστοκλέους
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 456, η παρανομία της συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 στερεί την ενάγουσα και της δυνατότητας να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον ελλείπει η αναγκαία προϋπόθεση της νομιμότητας της πράξης, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας που διέπουν το θέμα (Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077). Συνεπώς, δεν μπορεί να επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας οποιοδήποτε ποσό ως γενικές ή ειδικές αποζημιώσεις ή άλλως πως, ως αυτή αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων συνεπεία κακοτεχνιών στην οικοδομή ή αμέλειας ή παραλείψεων των εναγομένων. Ούτε και η αξίωση τιμωρητικών αποζημιώσεων εναντίον των εναγομένων μπορεί να επιτύχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, με βάση τη νομολογία που διέπει το θέμα και ειδικότερα την αρχή σύμφωνα με την οποία: «η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από το πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. (βλ. Είκοσι κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 467)». Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει τέτοιες αποζημιώσεις στις περιπτώσεις αστικών αδικημάτων που διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα (βλ. επίσης Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136 και Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1339). Υπό το φως των ευρημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν απεδείχθη η διάπραξη αστικού αδικήματος υπό οποιεσδήποτε τέτοιες συνθήκες, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων προς όφελος της ενάγουσας. Είναι η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις οποιεσδήποτε απαιτήσεις της εναντίον των εναγομένων σε οποιαδήποτε από τις βάσεις της παρούσας αγωγής ως αναλύθηκε πιο πάνω και για τα διαφοροποιημένα ποσά σύμφωνα με τη μαρτυρία της σε σχέση με την έκθεση απαίτησης της. Ανεξάρτητα και πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας, η αποδεκτή μαρτυρία κατέδειξε ότι δεν συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία είτε προφορική είτε γραπτή μεταξύ της εναγομένης 2 εταιρείας και της ενάγουσας για την εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών στην επίδικη οικοδομή, έναντι οποιασδήποτε αμοιβής, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η εν λόγω εταιρεία συνεστήθη την 1.12.2004 και δεν υφίστατο ούτε εκτελούσε εργασίες κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας για την ανέγερση της οικοδομής μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμήρια 52-54 και 47-48). Ούτε και απεδείχθη η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία ανέλαβε την περαιτέρω εκτέλεση των εργασιών που προβλέποντο στην προσφορά του εναγόμενου 1. Συνεπώς η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας δεν μπορεί να επιτύχει. Επιπρόσθετα, πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, όσον αφορά τις απαιτήσεις της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 3, η αποδεκτή μαρτυρία κατέδειξε ότι η εκπόνηση των αρχικών σχεδίων της οικοδομής εκ μέρους του εναγόμενου 3 για λήψη πολεοδομικής άδειας έγινε κατόπιν της επίμονης απαίτησης της ενάγουσας για ανέγερση οικοδομής μεγαλύτερης της επιτρεπόμενης βάσει του συντελεστή δόμησης και τα σχέδια υπεβλήθησαν στο Δήμο Λεμεσού στις 4.11.2003, δηλώθηκε δε ως συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσό των £1.500 (βλ. Τεκμήριο 2). Μετά τις παρατηρήσεις της αρμόδιας αρχής ημερομηνίας 24.5.2004 (βλ. Τεκμήριο 26), ο εναγόμενος 3 προέβη στην τροποποίηση και εκ νέου υποβολή των σχεδίων, οπότε εξεδόθη η πολεοδομική άδεια στις 5.7.2004 (βλ. Τεκμήριο 5). Ακολούθησε η επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 9.9.2004 (βλ. Τεκμήριο 8) προς τον εναγόμενο 3 ενώ υπήρξε και καταγγελία της ενάγουσας στο ΕΤΕΚ εναντίον του (βλ. Τεκμήριο 7), η οποία σύμφωνα με την ενάγουσα απεσύρθη, και από την οποία προβάλλει ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε τον εναγόμενο 3 για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2003 και όχι τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, ως αναληθώς αυτή επέμενε καταλογίζοντας του αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ετοιμασία των σχεδίων. Σε συνάντηση μεταξύ του εναγόμενου 3 και της ενάγουσας στο γραφείο του δικηγόρου της τελευταίας, προς διευθέτηση της διαφοράς των μερών, ο εναγόμενος 3 έλαβε το ποσό των £425, και υπεγράφη το Τεκμήριο 9, που δεν φέρει ημερομηνία, βάσει του οποίου την επίβλεψη του έργου θα διενεργούσε ο εναγόμενος 4, ο οποίος όμως δεν ήταν μέρος της συμφωνίας αυτής. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 27, ημερομηνίας 31.8.2004 που κατετέθη στο Δήμο Λεμεσού στις 21.9.2004, με την κατάθεση των σχεδίων για την έκδοση της άδειας οικοδομής, η αμοιβή του εναγόμενου 3 συμφωνήθηκε στο ποσό των £3.300 για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στο ποσό αυτό η επίβλεψη της οικοδομής, ενόσω του είχε καταβληθεί εκ μέρους της ενάγουσας το ποσό των £2.000 (βλ. απόδειξη ημερομηνίας 2.11.2003 - Τεκμήριο 6). Παρά το ότι βάσει του Τεκμηρίου 41, ο εναγόμενος 3 φέρεται ως ο επιβλέπων μηχανικός κατά τον επίδικο χρόνο, μετά την κατάθεση των σχεδίων για την έκδοση της άδειας οικοδομής και μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου 2008 (βλ. Τεκμήριο 18), που τερματίστηκε γραπτώς η συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 3, δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ουδόλως απεδείχθη ότι ο εναγόμενος 3 καθυστέρησε στην υποβολή των σχεδίων στις αρμόδιες αρχές ή ότι προέβη σε ψευδείς δηλώσεις ως προς την αμοιβή του, ως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα. Έχοντας άλλωστε ουσιαστικά διακόψει την επικοινωνία του με την ενάγουσα, κατόπιν των ενεργειών της ίδιας, πριν την έναρξη των εργασιών από τον εναγόμενο 1 στην οικοδομή, δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος 3 είτε απεδέχθη τον εναγόμενο 1 ως προσοντούχο εργολάβο είτε ότι παρέλειψε να προβεί στη δέουσα επίβλεψη του έργου, ως επίσης ισχυρίσθηκε η ενάγουσα. Πολύ δε περισσότερο δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος 3 ανέφερε στην ενάγουσα ότι η οικοδομή θα αποπερατώνετο περί τον Μάιο του 2005, δεδομένου μάλιστα ότι ο εναγόμενος 3 δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη στην πορεία των εργασιών στην οικοδομή, κατόπιν επιλογής της ενάγουσας, η οποία δεν τον ενημέρωσε, μετά τον Σεπτέμβριο του 2004, για την πορεία του έργου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί επαγγελματικής αμέλειας ή παραλείψεων του εναγόμενου 3 δεν ευσταθούν ως και οι απαιτήσεις της για αποζημιώσεις εναντίον του. Επίσης, πέραν των πιο πάνω διαπιστωθέντων, αναφορικά με τις απαιτήσεις της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 4, η αποδεκτή μαρτυρία κατέδειξε ότι ο εναγόμενος 4 ουδέποτε διορίστηκε νομότυπα από την ενάγουσα ως επιβλέπων μηχανικός της επίδικης οικοδομής, ούτε και απεδείχθη ότι εκπροσωπούσε τον εναγόμενο 3 για την επίβλεψη της. Ό,τι περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 9, που αφορά τον εναγόμενο 4, έγινε στην απουσία του και όσες συμβουλές έδωσε ο εναγόμενος 4 στην ενάγουσα έγιναν σε φιλική βάση, χωρίς αμοιβή και χωρίς να τίθεται θέμα ευθύνης του ως επιβλέποντος μηχανικού. Είναι μέσα σ' αυτά τα πλαίσια που δόθηκαν εκ μέρους του εναγόμενου 4 οι επιστολές- Τεκμήρια 11-14 και οι όποιες αναφορές του, ειδικότερα στο Τεκμήριο 11, περί των ευθυνών του ως επιβλέποντος μηχανικού δεν μεταβάλλουν τον ρόλο του σε όλα τα στάδια της εμπλοκής του κατά την ανέγερση της οικοδομής. Συνεπώς, δεν απεδείχθη ότι ο εναγόμενος 4 είτε απεδέχθη τον εναγόμενο 1 ως προσοντούχο εργολάβο είτε ότι παρέλειψε να προβεί στη δέουσα επίβλεψη του έργου, ως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα και οι ισχυρισμοί της περί επαγγελματικής αμέλειας ή παραλείψεων του εναγόμενου 4 δεν ευσταθούν ως και οι απαιτήσεις της για αποζημιώσεις εναντίον του. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας και υπέρ όλων των εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.