Παναγιώτας Κλεάνθους ν. Γιώτας Καραντώνη, Αρ. Αγωγής: 1626/2013, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1626/2013 Μεταξύ: Παναγιώτας Κλεάνθους, από τη Λεμεσό, Ενάγουσας και Γιώτας Καραντώνη, από τη Λεμεσό Εναγόμενης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2013 Ημερομηνία: 28.2.2014 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη-αιτήτρια: κ. Σ. Βασιλείου (για ν' ακούσει απόφαση κα Κούσιουλου) Για ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Νικολαϊδου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Σωτηριάδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγή της πρώτης είναι για: «Α. Αποζημιώσεις άνω των €10.000 για δυσφήμιση και/ή λίβελλο και/ή παραβίαση προσωπικών δεδομένων και/ή ζημιογόνο ψευδολογία εις βάρος της Ενάγουσας που περιέχονται στην επιστολή της Εναγομένης ημερ. 25/02/2013, η οποία στάληκε στον Δήμαρχο, Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και Δημοτικό Γραμματέα του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών, στις Συντεχνίες ΣΗΔΗΚΕΚ-ΠΕΟ, ΕΕΣΤΑ-ΣΕΚ, ΔΕΕΚΟΚΩ-ΔΕΟΚ, στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού καθώς και στην Εταιρεία Χατζηκυριάκος & Υιοί Λτδ και οι οποίες προσβάλλουν το ήθος, το πρόσωπο, το επαγγελματικό κύρος και την ηθική ακεραιότητα της Ενάγουσας. Β. Τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Γ. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. Δ. Νόμιμον τόκον. Ε. Έξοδα Αγωγής, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ». Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 22.4.2013 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 8.5.2013 καταχώρησε εμφάνιση. Η ενάγουσα στις 20.5.2013 καταχώρησε έκθεση απαίτησης και στις 11.7.2013, αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης, λόγω της παράλειψής της να καταχωρήσει υπεράσπιση. Στις 14.10.2013, η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής της Ενάγουσας ως μη αποκαλύπτουσας καλή και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή ως μηδαμινής και/ή ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή καταπιεστικής και/ή αχρείαστης και/ή που τείνει να προκαλέσει στην Εναγόμενη αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα. Β. Διαζευκτικά με την υπό Α θεραπεία Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας ως μη αποκαλύπτουσας καλή και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή ως μηδαμινής και/ή ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή καταχρηστικής και/ή κακόπιστης και/ή καταπιεστικής και/ή αχρείαστης και/ή που τείνει να προκαλέσει στην Εναγόμενη αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα και/ή ως στερούμενης νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος και/ή ως αναντίλεκτα ανυπόστατης. Γ. Διαζευκτικά με την υπό Α και Β θεραπεία Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή όλων των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας που δικογραφήθηκαν για να στοιχειοθετήσουν αξίωση για δυσφήμιση και/ή λίβελλο ως μη αποκαλύπτοντες καλή και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή ως μηδαμινών και/ή ενοχλητικών και/ή επιπόλαιων και/ή καταχρηστικών και/ή κακόπιστων και/ή καταπιεστικών και/ή αχρείαστων και/ή που τείνουν να προκαλέσουν στην Εναγόμενη αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα και/ή ως στερούμενων νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος και/ή ως αναντίλεκτα ανυπόστατων. Δ. Διαζευκτικά με την υπό Α, Β και Γ θεραπεία Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 7 και/ή 8 και/ή 9 και/ή 11 και/ή 12 και/ή 13 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας για το λόγο ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης είναι μηδαμινό και/ή ενοχλητικό και/ή επιπόλαιο και/ή καταχρηστικό και/ή κακόπιστο και/ή καταπιεστικό και/ή αχρείαστο και/ή που τείνει να προκαλέσει στην Εναγόμενη αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή αγωνία και/ή έξοδα. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Στ. Τα έξοδα πλέον ΦΠΑ (αρ. μητρώου ΦΠΑ 102736321)». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ. 1 μέχρι 3 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9 και τέλος, στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ακόλουθη ένσταση της ενάγουσας: «Α. Η αναφερόμενη Αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης και/ή δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Β. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αναφερόμενη Αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή δεν συμμορφώνεται με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Γ. Δεν πληρούνται οι τιθέμενες από το νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δ. Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά λανθασμένο δικονομικό μέτρο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από αυτήν σκοπούς. Ε. Η αναφερόμενη Αίτηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και προκαλεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Στ. Η αναφερόμενη Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης». Η ένσταση, βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.Θ.4, 6 και 26, Δ.27 Θ.1, Δ.39 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 29, στην πρακτική, στη νομολογία και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες καθώς και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Κυριάκου Γεωργίου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι κα ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης θα ήθελα να τοποθετηθώ επί του ισχυρισμού του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης ότι δεν πρέπει να λάβω υπόψη την ένσταση της ενάγουσας, επειδή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου και όχι διαδίκου. Δε θα συμφωνήσω με τον κ. Βασιλείου ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καθιερώσει την αρχή που ο ίδιος υποβάλλει, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές, ότι ο ενόρκως δηλών για την ενάγουσα, δεν είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεσή της, κυρίως όμως, ότι η σχετική ένορκη δήλωση στην οποία αυτός έχει προβεί δεν περιέχει καθόλου γεγονότα που δεν είναι εμφανή από το φάκελο της υπόθεσης, οπότε, τη θεωρώ και αχρείαστη. Σύμφωνα με τη Δ.48.Θ.4, μόνο σε περίπτωση που τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση δεν είναι εμφανή από το φάκελο της υπόθεσης αναγκαιεί η καταχώρηση ένορκης δήλωσης, για σκοπούς αναφοράς σ' αυτά. Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι φανερό, ότι ο ενόρκως δηλών, εν μέρει αναφέρεται σε γεγονότα που απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης και κατά τα λοιπά προβάλλει νομική επιχειρηματολογία. Θα έλεγα ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση, υπέχει θέση διαγράμματος αγόρευσης. Επί της ουσίας τώρα: Η κεντρική θέση της εναγόμενης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της είναι ότι η έκθεση απαίτησης, δεν έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους κανονισμούς, δεν υπάρχουν αρκετά ουσιώδη γεγονότα σ' αυτή και συγκεκριμένα, ο τρόπος αναφοράς στο επίδικο δημοσίευμα δεν είναι ορθός, με αποτέλεσμα να μην αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, στο βαθμό που αυτή αφορά δυσφήμιση ή λίβελλο ή επιζήμια ψευδολογία. Περαιτέρω αποτελεί θέση της εναγόμενης, ότι ο τρόπος που δικογραφούνται τα γεγονότα, της προκαλεί σύγχυση και αμηχανία και δυσκολία να καταχωρήσει υπεράσπιση. Το πρώτο της παράπονο, προστίθεται είναι ότι στην έκθεση απαίτησης, δεν παρατίθεται αυτούσιο το επίδικο δημοσίευμα, αλλά αποσπασματικά και έτσι δεν μπορεί να κριθεί κατά πόσο αυτό είναι δυσφημιστικό. Όπως επεξηγείται απουσιάζει από το δημοσίευμα το σχετικό παράρτημά του στο οποίο γίνεται αναφορά στο όνομα της ενάγουσας. Οι επιμέρους θέσεις της εναγόμενης (που είναι συναφείς με τις προηγούμενες), σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της είναι οι εξής: Το επίδικο δημοσίευμα, δεν αφορά την ενάγουσα, ούτε και αναφέρεται στην ίδια μα ούτε και δικογραφούνται οποιαδήποτε γεγονότα που να τη συνδέουν με αυτό. Σε αγωγές λιβέλλου ή δυσφήμησης θα πρέπει να δικογραφείται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούσαν τον ενάγοντα καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αυτά συνδέονται μαζί του. Στην προκειμένη περίπτωση εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι το δημοσίευμα - επιστολή αφορά το πρόσωπο της ενάγουσας, χωρίς να δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο σύνδεσής της. Τέλος, δε δικογραφούνται οι έννοιες που αποδίδονται στο επίδικο δημοσίευμα με τον ορθό τρόπο. Στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246 επισημαίνονται τα εξής: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ορθά επισημαίνεται ότι η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το Υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Cyper Group Ltd ν. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1852: «Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι ζήτησαν τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης για το λόγο ότι «θεωρείται μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Βασίσθηκαν κυρίως επί της Δ.19 θ.
- Η τελευταία επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ο αντίστοιχος θεσμός των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 θ.
- Επεξηγείται στις σελ. 477-479 του Annual Practice
- Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 θ.26 (Αγγλική Δ.19 θ.27) δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 θ.3 (Αγγλική Δ.25 θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575). Επομένως η αίτηση για διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης έπρεπε να είχε προσεγγισθεί με βάση τις πιο πάνω αρχές. Η εξέταση σε βάθος της υπεράσπισης κρίνεται εσφαλμένη». Παραπέμπω ακόμη στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1316, σύμφωνα με την οποία: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Και λίγο παρακάτω: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας». Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 από την οποία και τα αποσπάσματα που ακολουθούν: «Θα προσθέταμε εδώ πως η διάγνωση πως η έκθεση απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής και η απόφαση για παραμερισμό της δικαιολογείται μόνο σε καθαρές και φανερές περιπτώσεις και εφόσο κρίνεται ότι το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα 35 ανυπόστατο. (Βλ. Kemsley v. Foot and Ors [1951] 2 Κ.Β. 34 - 1952 Appeal Cases 437, Fasili and others v. "Sun Boat"
(1984)1 CLR 679, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246». Και λίγο παρακάτω: «Προκύπτει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξομείωσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη λεπτομερειών με εκείνες από την ανυπαρξία αιτίας αγωγής. Η απόρριψη της αγωγής ήταν συνέπεια της αντίληψης πως η έλλειψη λεπτομερειών ήταν μοιραία για την τύχη της αγωγής παρά το γεγονός ότι, όπως αναφέρθηκε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, εγειρόταν ως επίδικο το θέμα της αμέλειας. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με αυτή την προσέγγιση. Η παροχή λεπτομερειών προϋποθέτει την ύπαρξη αιτίας αγωγής ως το αναγκαίο υπόβαθρο για την στήριξη μιας απαίτησης. (Βλ. Bullen and Leake 12η έκδοση σελ. 112 - 113.) Αντί άλλης ανάλυσης, θα παραπέμψουμε στη χαρακτηριστική περίπτωση της υπόθεσης Fasili and others v. "Sun boat" (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη είχε υποβληθεί αίτηση για απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων, και επειδή δεν περιέχονταν στο δικόγραφο αναγκαίες λεπτομέρειες. Αποφασίστηκε πως εφόσο αποκαλυπτόταν αιτία αγωγής, το ελάττωμα της μή εξειδίκευσης λεπτομερειών δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αίτηση για απόρριψη άλλα με αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης - από τα οποία και θα κριθεί η αίτηση, δεδομένης της φύσης της - παρατηρώ τα εξής: Η ενάγουσα, με τις παραγράφους 1 μέχρι 6 της έκθεσης απαίτησης παραθέτει την εκδοχή της, συναφώς με όσα προηγήθηκαν της σύνταξης και αποστολής από την εναγόμενη, της επιστολής που αποτελεί και το επίδικο δημοσίευμα - αντικείμενο της αγωγής. Με την παράγραφο 7 αναφέρεται στην ενέργεια της εναγόμενης να συντάξει και κυκλοφορήσει την επίδικη επιστολή, στην οποία προσάπτει ότι με αυτήν, ψευδώς, κακόβουλα και κακόπιστα τη δυσφημεί, παραβιάζει τα προσωπικά της δεδομένα και την εξευτελίζει ενώπιον των προϊσταμένων της καθώς και των συναδέλφων της, αλλά και ευρύτερα στην κοινότητα Πολεμιδιών, επί ζημία της. Στην επόμενη παράγραφο αναφέρει πότε και σε ποιους η εναγόμενη απέστειλε την επίδικη επιστολή καθώς και αυτούσιο το θέμα της «Απόφαση Δημ. Συμβουλίου ημερ. 01/11/2012 για απώλεια χρηματικού ποσού από το Δημοτικό Ταμείο». Ακολουθεί κάτω από τον πηχυαίο τίτλο και με έμφαση «ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΗΜΕΡ. 25/02/2013», αυτούσιο της κείμενο της επιστολής. Το παραθέτω: «Σχετικά με την πιο πάνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου θα ήθελα και εγώ με την σειρά μου ως Δημοτικός Ταμίας να εκφράσω την δυσαρέσκειά μου για την πιο πάνω απόφαση. Θεωρώ ότι η απόφαση αυτή είναι άδικη γιατί θα έπρεπε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα κατά καιρούς και αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Παρά το γεγονός ότι εγώ ως αρμόδιος τμηματάρχης δεν ρωτήθηκα για το τι ακριβώς συνέβηκε και εάν το γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, το θέμα τέθηκε απευθείας στο Δημοτικό Συμβούλιο για απόφαση. Το πρόβλημα αυτό έχει παρουσιαστεί και στο παρελθόν. Είχε αναφερθεί και από εμένα προσωπικά καθώς και από τον υπάλληλο ο οποίος και εκτελούσε χρέη εισπράκτορα χωρίς όμως να γίνει οτιδήποτε. Τότε ο Δημοτικός Γραμματέας είχε πει ότι είναι λάθος του εισπράκτορα, να είναι πιο προσεκτικός, να κάνει σωστά την δουλειά του και να καλυφθεί το ποσό από τον ίδιο. Μέχρι πρόσφατα αυτή ήταν η πολιτική η οποία και ακολουθείτο από μέρους μου προς τον υπάλληλο που εκτελούσε χρέη εισπράκτορα. Η πιο πάνω απόφαση η οποία και επισυνάπτεται ως παράρτημα Α, χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεων. Χρέη εισπράκτορα εκτελούν και άλλοι υπάλληλοι, με την πιο πάνω απόφαση καλύπτονται όλοι οι υπάλληλοι. Τώρα όσον αφορά την απόφαση σας για τις δύο υπαλλήλους έχω να αναφέρω τα ακόλουθα: Στις 14 Σεπτεμβρίου 2012 δημιουργήθηκε έλλειμμα το οποίο οφειλόταν σε λάθος είσπραξη. Συγκεκριμένα, ο δημότης ήρθε να πληρώσει την άδεια σκύλου που ήταν €20,50 και η υπάλληλος έκδωσε απόδειξη για εξόφληση της φορολογίας σκυβάλων του συγκεκριμένου δημότη. Με την εξόφληση σκυβάλων εκδόθηκε απόδειξη για €120,00 και ο δημότης πλήρωσε μόνο το ποσό των €20,
- Το λάθος βρέθηκε όταν ο ίδιος δημότης πλήρωσε την φορολογία σκυβάλων του στη τράπεζα και ήρθε το δελτίο του για εξόφληση. Με το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι η απόφαση ήταν βεβιασμένη αφού δεν έγιναν οι απαιτούμενες διαδικασίες και έλεγχος προτού παρθεί η τελική απόφαση. Πιστεύω ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις πρέπει να τηρηθεί η σωστή διαδικασία για να μην παραπληροφορείται το Δ.Σ. και να παίρνει λανθασμένες αποφάσεις.». Η παράγραφος 9, βασικά αποτελεί επανάληψη μέρους όσων ισχυρίζεται η ενάγουσα στην παράγραφο 7 και το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 10, η οποία αποτελεί επανάληψη της παραγράφου 8, με μόνη διαφορά ότι στην πρώτη γίνεται αναφορά και σε όσους διάβασαν, κατά περίπτωση, την επιστολή. Με την παράγραφο 11, η ενάγουσα αναφέρεται σε ποια έκταση ζημιώθηκε ως αποτέλεσμα της επίδικης επιστολής. Το περιεχόμενο των παραγράφων 12, 13 και 14 παρατίθεται αυτούσιο: «
- Η Ενάγουσα θα στηριχθεί στην φυσική αλλά και στην νομική σημασία των λέξεων και φράσεων καθ' ενός δυσφημιστικού ισχυρισμού και όλων μαζί και θα ισχυρισθεί ότι με βάση τη σημασία τους αυτά είναι έντονα δυσφημιστικά και συκοφαντικά γι αυτήν.
- Ειδικότερα, και σε σχέση με την επιστολή ημερ. 25/02/2013, η Εναγόμενη με τους υπό αναφορά ισχυρισμούς της εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε: Α. Με τον ισχυρισμό της ότι, «Θεωρώ ότι η απόφαση αυτή είναι άδικη γιατί θα έπρεπε να καλύπτει όλους τους υπαλλήλους που εκτελούν χρέη εισπράκτορα κατά καιρούς και αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα» εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα έτυχε ειδικής μεταχείρισης από το Διοικητικό Συμβούλιο του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών. Β. Με τον ισχυρισμό της ότι, «δεν ρωτήθηκα για το τι ακριβώς συνέβηκε και εάν το γεγονός ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό» εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, ότι το ίδιο περιστατικό έλαβε χώρα κι άλλες φορές στο παρελθόν και/ή ότι η Ενάγουσα είναι πρόσωπο ανέντιμο και/ή επαγγελματικά ανάξιο και/ή κατακριτέο και/ή απορριπτέο. Γ. Με τον ισχυρισμό της ότι, «η απόφαση ήταν βεβιασμένη αφού δεν έγιναν οι απαιτούμενες διαδικασίες και έλεγχος προτού παρθεί η τελική απόφαση», εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι εννοούσε και/ή μπορούσε εύλογα να ερμηνευθεί, μεταξύ άλλων, ότι: (I) Η Ενάγουσα προέβη σε παράνομες ενέργειες και/ή προσπάθησε να υπεξαιρέσει χρήματα από το ταμείο του Δήμου Αγίου Δομετίου. (II) Η Ενάγουσα προσπάθησε, καταχρώμενη και/ή εκμεταλλευόμενη και/ή χρησιμοποιώντας τις εξουσίες και/ή δυνατότητες που της παρέχει η θέση της στον Δήμο Κάτω Πολεμιδιών να αποκομίσει προσωπικό όφελος και/ή όφελος εις βάρος του Δήμου Κάτω Πολεμιδιών.
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δικαιούται επιπρόσθετα προς τις γενικές αποζημιώσεις και σε τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα νοιώθει ντροπή στη δουλειά της και μειωμένη έναντι των συναδέλφων της. Περαιτέρω, η επιστολή της Εναγομένης ημερ. 25/02/2013 της δημιούργησε εργασιακό άγχος και προσωπική αγωνία». Παρατηρώ τα εξής: Ο ισχυρισμός της εναγόμενης - τον οποίο προβάλλει υπό μορφή παραπόνου - ότι δεν παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής είναι αβάσιμος. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της ίδιας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτησή της και δικογραφείται αυτούσια από την ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης. Το γεγονός ότι δε συμβαίνει το ίδιο και με το περιεχόμενο του παραρτήματος που έχει επισυναφθεί από την εναγόμενη στην επίδικη επιστολή, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποία έννοια ή λογική τη νομιμοποιεί να ισχυρίζεται βάσιμα ότι δε δικογραφείται αυτούσια η επιστολή. Το κείμενο του υπό αναφορά παραρτήματος παρατίθεται αυτούσιο: «ΔΗΜΟΣ Κ. ΠΟΛΕΜΙΔΙΩΝ Απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Ημερομηνίας 01/11/
- Απώλεια χρηματικού ποσού από το Δημοτικό Ταμείο από την Γιαννούλα Παντελή και την Παναγιώτα Κλεάνθους (Αρ. Φακ. 2.0.0). Το Δημοτικό Συμβούλιο αφού ενημερώθηκε ότι κατά τις ημέρες που οι δύο υπάλληλοι αντικαθιστούσαν την ταμία, υπήρξε έλλειμμα στο Ταμείο €100,00 έκαστος, αποφάσισε όπως τους επιστραφεί το ποσό που έχουν ήδη πληρώσει οι ίδιες». Μπορεί να μη δικογραφείται αυτούσιο το παραπάνω κείμενο, αλλά, ούτε και αποσιωπάται από την ενάγουσα, η οποία αναφέρεται σ' αυτό στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας, επίσης παρατίθεται αυτούσιο: «Κατά ή περί την 01/11/2012, το ως άνω αναφερόμενο περιστατικό τέθηκε ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου Κάτω Πολεμιδιών, το οποίο αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο περί καλόπιστου λάθους κατά την εκτέλεση των ταμειακών της καθηκόντων, αποφάσισε όπως επιστραφεί στην Ενάγουσα το ποσό των €100.» Χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω στο βάσιμο ή μη και των άλλων λόγων για τους οποίους η εναγόμενη ζητά να αποδεχτώ την αίτησή της, θεωρώ ότι η αίτηση μπορεί και πρέπει να κριθεί ανάλογα με την απάντηση που θα δοθεί στα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτο, ως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει ή όχι αιτία αγωγής; Δεύτερο, ανεξάρτητα από την απάντηση που θα δοθεί στο πρώτο ερώτημα, η νομική εμβέλεια των λόγων για τους οποίους η εναγόμενη ζητά είτε την απόρριψη της αγωγής είτε τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης, μου παρέχει εξουσία να προβώ είτε στο ένα είτε στο άλλο; Παρατηρώ τα εξής: Θεωρώ υπερβολική έως ακραία τη θέση της εναγόμενης ότι η έκθεση απαίτησης, ως είναι διατυπωμένη, δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, για όλους τους λόγους που αυτή αναφέρει. Έχω τη γνώμη, ότι η εναγόμενη συγχέει δύο πράγματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Το κατά πόσο η έκθεση απαίτησης, ως είναι διατυπωμένη, έστω κι αν δεν έχει συνταχθεί με τον ορθό τρόπο, δηλαδή πάσχει ή είναι ελαττωματική, αποκαλύπτει αιτία αγωγής είναι ένα πράγμα και άλλο, εντελώς διαφορετικό, το κατά πόσο, σε περίπτωση που αποκαλύπτει αιτία αγωγής το δικόγραφο, πλην όμως δεν έχει συνταχθεί με τον ορθό τρόπο, ο διάδικος μπορεί να στηριχθεί σ' αυτό για σκοπούς στοιχειοθέτησης οποιασδήποτε αξίωσής του εναντίον του εναγόμενου. Ό, τι ενδιαφέρει για τις ανάγκες εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης είναι το πρώτο, ενώ το δεύτερο, θα εξεταστεί και κριθεί στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, θεωρώ πως δε δικαιολογεί τη θέση της εναγόμενης ότι το συγκεκριμένο δικόγραφο δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, είτε ακόμη, βάση αγωγής, προσθέτω με τη σειρά μου. Επειδή, το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσω, συνδέεται με το υπό εξέταση, δε θα ήθελα να επεκταθώ και τούτο, για να μη θεωρηθεί ότι καθοδηγώ είτε τη μια πλευρά είτε την άλλη για διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες ενδεχομένως θα πρέπει να προβούν συναφώς με τους λόγους για τους οποίους η εναγόμενη ζητά είτε την απόρριψη της αγωγής είτε τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, για να συμπληρώσω την απάντησή μου στο πρώτο από τα παραπάνω ερωτήματα που έχω θέσει, έχοντας υπόψη τον τρόπο σύνταξης της έκθεσης απαίτησης καθώς και το περιεχόμενό της και καθοδηγούμενος από τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, αυτό που σε καμιά περίπτωση μπορεί βάσιμα να λεχθεί για την έκθεση απαίτησης είναι ότι στερείται αδιαμφισβήτητα νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη, είτε ακόμη ότι συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου· δηλαδή, των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Απ' εκεί και πέρα, χωρίς να υπεισέρχομαι στο βάσιμο ή μη των διαφόρων λόγων για τους οποίους η εναγόμενη, επικαλούμενη παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών και της σχετικής νομολογίας σε σχέση με τον τρόπο που έχει συνταχθεί η έκθεση απαίτησης, ζητά είτε την απόρριψη της αγωγής είτε τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός, ότι και βάσιμοι να είναι οι συγκεκριμένοι λόγοι, δε μου παρέχουν εξουσία να αποδεχτώ είτε το ένα αίτημα είτε το άλλο. Νομικό έρεισμα της παραπάνω διαπίστωσής μου, παρέχουν οι ακόλουθες νομολογιακές αρχές, τις οποίες παραθέτω, βασικά, υπό μορφή επανάληψης: Όπως υποδεικνύεται στη Cyper Group Ltd (ανωτέρω), εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ (ανωτέρω επίσης): «Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής. και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. ». Τέλος, σύμφωνα με την Κουρσουμά (ανωτέρω) επίσης: «Αντί άλλης ανάλυσης, θα παραπέμψουμε στη χαρακτηριστική περίπτωση της υπόθεσης Fasili and others v. "Sun boat" (ανωτέρω). Στην υπόθεση εκείνη είχε υποβληθεί αίτηση για απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων, και επειδή δεν περιέχονταν στο δικόγραφο αναγκαίες λεπτομέρειες. Αποφασίστηκε πως εφόσο αποκαλυπτόταν αιτία αγωγής, το ελάττωμα της μη εξειδίκευσης λεπτομερειών δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αίτηση για απόρριψη άλλα με αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες». Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές είναι φανερό ότι υπάρχει διέξοδος προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζει η έκθεση απαίτησης - σε περίπτωση που ισχύει κάτι τέτοιο - τα οποία συνθέτουν τους λόγους για τους οποίους η εναγόμενη ζητά είτε την απόρριψη της αγωγής είτε τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης. Και η διέξοδος δεν μπορεί να είναι ούτε η απόρριψη της αγωγής μα ούτε και η διαγραφή της έκθεσης απαίτησης. Ασφαλώς, δεν εναπόκειται σε μένα να υποδείξω κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους λόγους για τους οποίους η εναγόμενη ζητά την απόρριψη της αγωγής, είτε τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης είναι βάσιμος. Δεδομένου ότι αυτό δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης, φρονώ ότι - όπως είπα και προηγουμένως - δε θα ήταν ορθό εκ μέρους μου να καθοδηγήσω είτε την μια πλευρά είτε την άλλη, για τυχόν διαδικαστικά διαβήματα στα οποία ενδεχομένως θα πρέπει να προβούν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Διαγραφή αγωγής ή δικογράφου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο