← Κύπρος

EVELTHON DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. PLYLINE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 608/08, 10/2/2014

EVELTHON DEVELOPMENTS LTD κ.α. ν. PLYLINE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 608/08, 10/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 608/08 Μεταξύ:

  1. EVELTHON DEVELOPMENTS LTD
  2. FIREPRO CYPRUS Ενάγοντες Και PLYLINE LIMITED Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου ημερ.17.10.08
  3. EVELTHON DEVELOPMENTS LTD
  4. FIREPRO CYPRUS LTD Ενάγοντες Και PLYLINE LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 10.2.14 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες : κ. Α. Γιωρκάτζης Για Εναγόμενους : κ. Α. Θεοφίλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με αίτηση τους ημερ. 15.12.13 επιζητούν διάταγμα τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως. Προτού γίνει αναφορά στην αιτούμενη τροποποίηση, κρίνεται σκόπιμο να περιγραφεί η βάση της εκθέσεως απαιτήσεως αλλά και της υπερασπίσεως, ώστε να υπάρχει ολική εικόνα επί του επιζητουμένου. Με την έκθεση απαιτήσεως οι ενάγοντες επιδιώκουν εναντίον των εναγομένων την ειδική εκτέλεση συμφωνίας δυνάμει της οποίας οι διάδικοι συμφώνησαν να αγοράσουν και αξιοποιήσουν ένα οικόπεδο στη Λεμεσό. Επιζητούνται επίσης νόμιμες αποζημιώσεις για την υπαίτια εκ μέρους των εναγομένων παράβασης των όρων της συμφωνίας. Η αγορά θα χρηματοδοτείτο με την ενυπόθηκη ασφάλεια του οικοπέδου και τα μέρη περαιτέρω συμφώνησαν, δυνάμει γραπτής μεταξύ τους συμφωνίας, την διανομή του συγκροτήματος που θα ανεγειρόταν. Για ότι αφορά εδώ, στην παράγραφο 4(γ) της εκθέσεως απαιτήσεως αναφέρεται ότι οι ενάγοντες 2 θα ελάμβαναν στο υπόγειο του κτιρίου τα 2/7 των χώρων στάθμευσης. Στην παράγραφο 13 αναφέρεται ότι στις 29.7.05 αποτάθηκαν στην πολεοδομική αρχή για χορήγηση πολεοδομικής άδειας και την 11.12.07 αυτή εξεδόθη. Τέλος στην παράγραφο 15 αναφέρουν ότι επιμένουν στην πιστή τήρηση όλων των όρων της συμφωνίας χωρίς παρέκκλιση και αξιώνουν την ειδική εκτέλεση της. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους δέχονται την ύπαρξη της μεταξύ τους συμφωνίας, προβάλλουν όμως διάφορες θέσεις εν σχέση με τους όρους της, που δεν είναι βεβαίως του παρόντος να αναφερθούν εν εκτάσει, προβάλλοντας την θέση ότι η συμφωνία δεν είναι εφαρμόσιμη. Επί της πιο πάνω παραγράφου 4(γ) είναι η θέση τους ότι η συμφωνία τους επί των χώρων στάθμευσης είναι λανθασμένη. Επί δε της αιτήσεως προς έκδοση πολεοδομικής αδείας δέχονται μεν ότι αυτή υπεβλήθη εν γνώσει τους, όμως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων αφορούσε και τρίτο όροφο και η πολεοδομική αρχή δεν ενέκρινε τα σχέδια και δεν έκδωσε την πολεοδομική άδεια. Οι ενάγοντες καταχώρισαν απάντηση στην υπεράσπιση με γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγομένων. Στην παράγραφο 4(β) αναφέρουν ότι η επίδικη συμφωνία είναι νομικά έγκυρη και/ή εφαρμόσιμη και/ή εκτελεστέα και συνάδει πλήρως με την κειμένη νομοθεσία. Εν σχέση με τους χώρους στάθμευσης (4(γ)), αναφέρουν ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Και τέλος στην παράγραφο 4(ζ),(η),(θ) αναφέρουν ότι δεν είναι νομικώς και συμβατικώς εφικτό η αίτηση να συνταχθεί και να κατατεθεί χωρίς την συγκατάθεση των εναγομένων και ότι η Πολεοδομική Αρχή εξέδωσε την άδεια. Εκ του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 3.3.08 και η έκθεση απαιτήσεως την 10.4.
  5. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση την 10.11.08 και την 19.6.09 οι ενάγοντες καταχώρισαν την απάντηση στην υπεράσπιση. Στις 8.10.08 υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους των εναγόντων για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, και αφού εγκρίθηκε έγιναν οι ανάλογες τροποποιήσεις των δικογράφων. Η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στην 26.9.
  6. Στις 28.5.13 οι ενάγοντες διόρισαν άλλο δικηγόρο να ενεργεί και μέρους τους. Επί του πιο πάνω δικογραφικού υποβάθρου άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης στις 20.9.
  7. Την ημέρα εκείνη κατατέθηκαν εκ συμφώνου 12 τεκμήρια και στην συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 24.10.
  8. Κλήθηκε ο πρώτος μάρτυρας για τους ενάγοντες και έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής των εναγόντων (Μ.Ε.1). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κλήθηκε ως επόμενος μάρτυρας, την 18.11.13, 0 Μ.Ε.2 εκτιμητής ακινήτων. Κατέθεσε εκτίμηση η οποία επικεντρωνόταν σε ζητήματα αποζημιώσεων, με την έννοια των εξειδικευμένων ζημιών των εναγόντων. Τι ακριβώς έγινε την ημέρα εκείνη κρίνεται σημαντικό για την πάρα πέρα πορεία της υπόθεσης, αφού έδωσε έναυσμα για την υποβολή της κρινόμενης αίτησης για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Τα πρακτικό του δικαστηρίου αποτελεί οδηγό ως προς τα διαδραματισθέντα. Στις 18.11.13 κατετέθη η γραπτή εκτίμηση του Μ.Ε.2 χωρίς ένσταση (τεκμ.18). Στη συνέχεια ο κ. Θεοφίλου ζήτησε άλλη ημερομηνία για να την μελετήσει, λόγω του όγκου της, ώστε να είναι έτοιμος να αντεξετάσει τον μάρτυρα. Ανεβλήθη για τις 25.11.13 και την ημέρα εκείνη ο κ. Θεοφίλου ήγειρε θέμα διαγραφής του τεκμηρίου 18 ως εκτός δικογράφων, λόγω μη δικογραφημένων ειδικών αποζημιώσεων στην έκθεση απαιτήσεως. Η ένσταση δεν έγινε δεκτή γιατί η εκτίμηση είχε ήδη κατατεθεί ως τεκμήριο, και ο μάρτυρας συνέχισε την μαρτυρία του με την συμπλήρωση της κυρίως εξέτασης και μέρος της αντεξέτασης του. Στο μεσολαβήσαν διάστημα μέχρι και την νέα δικάσιμο καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του Μ.Ε.1, διευθυντή των εναγόντων. Η αντεξέταση του μάρτυρα (Μ.Ε.2) ολοκληρώθηκε, η δε αίτηση για τροποποίηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Οι δικηγόροι των δυο πλευρών παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Κρίνεται κατάλληλο το σημείο αυτό να παρατεθούν τα αιτούμενα δια της τροποποιήσεως. Α. Της αντικατάστασης του αριθμού/αναλογίας «4/7» υπογείων χώρων στάθμευσης που αναφέρονται στην προτελευταία γραμμή της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης με τον αριθμό/αναλογία «2/7». Β. Της προσθήκης στην αρχή της παραγράφου 13 της Έκθεσης Απαίτησης «Στην βάση αρχιτεκτονικών σχεδίων που υπογράφηκαν από εκπροσώπους των διαδίκων, τα οποία σχέδια προέβλεπαν την κατασκευή καταστημάτων εκτάσεως 182 τ.μ. στο ισόγειο με μεσοπάτωμα 91 τ.μ. και γραφείων σε ένα έκαστο των τριών ορόφων εκτάσεως 172.50 τ.μ., οι διάδικοι.» Γ. Την διαγραφή του περιεχομένου της παραγράφου 15 της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάσταση του ως ακολούθως: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ενόψει όλων των περιστάσεων της υπόθεσης δικαιολογείται η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας 15/12/2004 ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με την υπογραφή από τους διαδίκους των αρχιτεκτονικών σχεδίων για έκδοση πολεοδομικής άδειας, ή εναλλακτικά η καταβολή αποζημιώσεων στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους. Λεπτομέρειες ζημιών των Εναγόντων
  9. €435.746,86 που αποτελεί τα 4/7 που αναλογούν στους Ενάγοντες της καθαρής αξίας της ανάπτυξης που θα πραγματοποιείτο επί του αγορασθέντος οικοπέδου κατά την αναμενόμενη συμπλήρωση της κατά ή περί τον Απρίλιο του
  10. Δ. Της προσθήκης ως παραγράφου 15Α ως ακολούθως «Οι Ενάγοντες λόγω της παράβασης των Εναγομένων έχουν απολέσει €271.428,57 που αποτελεί την αξία των 4/7 που αναλογούν στους Ενάγοντες από την μείωση της αγοραίας αξίας του οικοπέδου από τον Φεβρουάριο του 2008 μέχρι τον Νοέμβριο του
  11. Ο κ. Θεοφίλου προβάλλει στο σώμα της ένστασης 10 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που αναλύονται διεξοδικώς οι λόγοι ένστασης. Να προστεθεί ότι κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών, καθώς και όσα κυρίως υποστηρίζονται αντιστοίχως από τους ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Ο κ. Γιωρκάτζης επί της νομικής πτυχής ουσιαστικά παραπέμπει σε σειρά αποφάσεων που υποστηρίζουν την θέση του ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι επιτρεπτή, γιατί το κυρίαρχο σε τέτοιες αιτήσεις είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές, και ακριβώς σε αυτό αντανακλάται και η φιλελεύθερη σύγχρονη τάση ότι τέτοιες αιτήσεις αντιμετωπίζονται θετικά, έστω και αν υπάρχει αμέλεια ή ακόμα και καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Στην αντίπερα όχθη ο κ. Θεοφίλου χωρίς να αμφισβητεί τα νομολογιακώς καθιερωμένα, υποστηρίζει πως στην βάση των γεγονότων που επιζητείται η τροποποίηση και όσων διαδραματίστηκαν, το αίτημα είναι καταχρηστικό και αναιτιολόγητο. Κυρίως προβάλλεται η θέση ότι η πλευρά των εναγομένων θα βρεθεί σε δυσμενή θέση γιατί οι ενάγοντες ουσιαστικά επιδιώκουν επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με ζημιογόνες συνέπειες σε βάρος των εναγομένων. Σημειώνεται ότι στις αγορεύσεις γίνεται διεξοδική αναφορά και λεπτομερής καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων, στις οποίες θα γίνει εκεί όπου χρειάζεται ειδική αναφορά. Επί τροποποιήσεως δικογράφων οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης από τη νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 204/09 ημερ.25.4.12, ανάγλυφα προσδιορίζει τις παραμέτρους της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.

(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» ......................... Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707)«. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδη & Συνέταιροι Πολ. Έφεση 79/09 ημερ.4.5.12 υπεδείχθησαν τα εξής: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." » Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 AAΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.α. ν. Rutman (Αρ. 1)
(1998)1 ΑΑΔ 92). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και ΄Αλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 ειπώθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου. «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Συνάγεται ακόμα πως το χρονικό στάδιο που υποβάλλεται το αίτημα ενέχει ιδιαίτερη σημασία κατά την δικαστική κρίση. Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R 24 υπεδείχθη το εξής: «. it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, στην Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 εξηγήθηκε η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, η οποία ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή. Συνάγεται πως κοινή συνισταμένη επί τροποποιήσεως δικογράφων, και παρά την φιλελεύθερη τάση που η νομολογία αντιμετωπίζει τέτοια αιτήματα, υπάρχει διαφορά στην προσέγγιση ανάλογα με το πότε υποβάλλεται το αίτημα, και αν άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Ταυτόχρονα είναι σαφές εκ της νομολογίας πως τέτοιο δικονομικό διάβημα δεν θα πρέπει να είναι κακόπιστο, και θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς τον παράγοντα του χρόνου. Τέλος ως κυρίαρχο και καθοριστικό στοιχείο θα πρέπει η ζημιά που θα υποστεί ο αντίδικος να αποζημιώνεται με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Θα εξεταστούν οι πιο πάνω παράγοντες τόσοι από μόνοι τους όσο και σε συνάρτηση και αλληλοεπίδραση μεταξύ τους, στην βάση των γεγονότων που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και όσων αναγκαίων προκύπτουν εκ της πορείας και των περιστατικών της υπόθεσης μέχρι την υποβολή του αιτήματος. Ο διευθυντής των εναγόντων που ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρει ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, και δεδομένου ότι δόθηκε χωρίς ένσταση δικαιολογεί την τροποποίηση έτσι ώστε να συνάδει με την δοθείσα μαρτυρία. Κατά την ετοιμασία της τροποποίησης διαπιστώθηκε η ύπαρξη του λάθους στην παράγραφο 4(β) επί των αριθμού των χώρων στάθμευσης και επιζητείται η διόρθωση. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η αίτηση υπεβλήθη άμεσα μετά την μαρτυρία του Μ.Ε.2 και μόλις διαπιστώθηκε η διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας και των δικογράφων και ως εκ τούτου είναι καλόπιστο το αίτημα. Ανάλογη είναι και η θέση που προβάλλει ο κ. Γιωρκάτζης στην αγόρευση του, και ότι η αίτηση υπεβλήθη αμέσως μετά την διαπίστωση της ανάγκης, αλλά και για λόγους δικαιοσύνης για την αντίδικη πλευρά. Αντιτάσσει επ' αυτού ο κ. Θεοφίλου ότι το αίτημα είναι καταχρηστικό γιατί η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ανεξάρτητα αν δόθηκε με ή χωρίς ένσταση, οφείλεται σε λάθος των εναγόντων και όχι για να συνάδει η μαρτυρία με τα δικόγραφα. Και περαιτέρω δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του. Κρίνεται, για τους λόγους που θα εξηγηθούν και αναλυθούν στην συνέχεια, ότι οι θέσεις του κ. Θεοφίλου είναι ορθές. Το όλο εγχείρημα αποτελεί μια έμμεση προσπάθεια συγκάλυψης των πραγματικών λόγων που ώθησε την πλευρά των εναγόντων να προχωρήσουν στο δικονομικό διάβημα για να τροποποιήσουν την έκθεση απαιτήσεως, αλλά και εντέχνως να παρακάμψουν τον παράγοντα του χρόνου και της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Θα γίνει διεξοδική ανάλυση και αναφορά σε όλα τα επιμέρους θέματα που αναφύονται, έχοντας πλήρως υπόψη όσα διεξοδικά αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι στις αγορεύσεις τους, χωρίς κατ' ανάγκη να γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, ώστε να διαφανεί ακριβώς η αληθής εικόνα των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν το αίτημα. Η απάντηση στο πρώτο υπό στοιχείο Α του αιτήματος δεν ενέχει κάποιο βαθμό δυσκολίας, αφού ως ορθώς αναφέρει και ο κ. Θεοφίλου, δεν πρόκειται περί δικογραφικού ή τυπογραφικού λάθους αλλά περί της συμφωνίας των μερών, όπως αυτή καταγράφεται στο τεκμήριο 5 παράγραφος 4.1 (ΙΙ). Αν η θέση των εναγόντων είναι πως πρόκειται σε λάθος που εντοπίζεται στα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, τότε θα έπρεπε να υπάρχει είτε τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός, που δεν υπάρχει, είτε να επιζητείτο αν μη τι άλλο και η προσθήκη τέτοιου ισχυρισμού ώστε να υπάρχει συνάφεια και συνέχεια ως προς το επιζητούμενο, αφού άλλως πρόκειται περί αντιφατικού ισχυρισμού συγκρουόμενου με την συμφωνία των μερών. Από την άλλη αν θεωρηθεί ότι η απάντηση στην υπεράσπιση συνιστά την δικογραφημένη θέση των εναγόντων, ότι δηλαδή πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους, τότε το αίτημα επί του συγκεκριμένου είναι αχρείαστο. Κι εν πάση περιπτώσει αντιφατικό ως προς το τυπογραφικό λάθος. Να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 8.11.08 και όποια και αν ήταν η θέση των εναγόντων, το αίτημα για τροποποίηση θα έπρεπε να υποβληθεί τότε, όταν ηγέρθη για πρώτη φορά με την υπεράσπιση και πριν την καταχώριση της απάντησης και στο όχι στάδιο αυτό, μετά από 5 χρόνια. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ήταν εντελώς άσχετη με το επιζητούμενο και προφανώς δεν ανέκυψε το θέμα ως εκ της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, ούτε και βεβαίως προέκυψε κατά την ετοιμασία της αίτησης ως αναφέρει ο ομνύον. Ελλείπει συνεπώς κάθε υπόβαθρο που να δικαιολογεί και να θεμελιώνει το αίτημα, αλλά και κάθε εξήγηση που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Το αίτημα συνεπώς αυτοτελώς εξεταζόμενο δεν μπορεί να τύχει της έγκρισης του δικαστηρίου. Τα υπό στοιχείο Β και Γ της αιτούμενης τροποποίησης εισάγουν δυο νέους ισχυρισμούς και επαναπροσδιορίζουν την απαίτηση των εναγόντων επί μιας νέας βάσεως. Πρώτο, παρακάμπτουν τον βασικό τους ισχυρισμό που εστιάζεται σε γραπτή συμφωνία, που είναι το τεκμήριο 5, την ειδική εκτέλεση της οποίας επιζητούν ως την κύρια και ουσιαστικά μοναδική θεραπεία με την αγωγή, αλλά και με την απάντηση στην υπεράσπιση τους, και ουσιαστικά την επαναπροσδιορίζουν εισάγοντας νέο ισχυρισμό περί τροποποιήσεως της με την υπογραφή των αρχιτεκτονικών σχεδίων, χωρίς όμως να υπάρχει προς τούτο τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός. Αλλά και σε αντίφαση με όσα καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως για την συμφωνία των μερών. Με άλλα λόγια πουθενά δεν αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως ότι η συμφωνία (τεκμ.5), τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την υπογραφή των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ούτε και ποίοι όροι τροποποιήθηκαν. Σχετική είναι και η παράγραφος 4(ζ) της απάντησης που προβάλλει και ως αντιφατική με την αιτούμενη τροποποίηση. Είναι επίσης ορθή και η θέση του κ. Θεοφίλου ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι και σε αντίφαση με την δοθείσα μαρτυρία του Μ.Ε.1, ή σε κάθε περίπτωση δεν υποστηρίζεται από αυτή, τουλάχιστον με την έννοια που επιδιώκεται η τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Σχετική για παράδειγμα είναι η παράγραφος 31 της γραπτής δηλώσεως του Μ.Ε.
  1. Περαιτέρω αναφορά στην μαρτυρία στο παρόν τουλάχιστον στάδιο κρίνεται ότι δεν είναι αναγκαία ούτε και σκόπιμη. Έτσι, και με την έμμεση παράκαμψη της βάσης της αγωγής, εκ δευτέρου επιχειρείται η εισαγωγή λεπτομερειών ζημιών των εναγόντων ώστε να ολοκληρωθεί ο επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Στην ουσία εγκαταλείπεται η κύρια θεραπεία της ειδικής εκτελέσεως της συμφωνίας και επιδιώκεται νέα, διαφορετική θεραπεία για αποζημιώσεις στην βάση μεν της συμφωνίας, αλλά ως έχει αυτή πλέον τροποποιηθεί. Και αν η ανάγκη έστω για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως προέκυψε λόγω της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 ώστε αυτή να συνάδει με τα δικόγραφα, ο ισχυρισμός περί τροποποίησης της συμφωνίας, ως ορθά αναφέρει ο κ. Θεοφίλου, δεν προέκυψε από την μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Συναφές προς τούτο και στον βαθμό που θα μπορούσε να προέκυπτε τέτοια μαρτυρία, μόνο από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 θα προερχόταν και όχι από τον Μ.Ε.
  3. Ο Μ.Ε.2 είναι εκτιμητής ακινήτων και όχι αντισυμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία. Κατά συνέπεια το ερώτημα που εγείρεται είναι γιατί δεν υπεβλήθη το αίτημα πριν την έναρξη της κυρίως εξέτασης, ή ακόμα της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, ή ως έσχατο έστω σημείο πριν την έναρξη της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  4. Και επί αυτού του ερωτήματος ο ομνύον για τους ενάγοντες δεν δίνει απολύτως καμιά εξήγηση. Ούτε καν ως ανάγκη, λόγω της δικής του μαρτυρίας δεν επικαλείται για να δικαιολογήσει την τροποποίηση. Κάτι που θα δημιουργούσε και πάλι δυσκολίες εν όψει κυρίως της παραγράφου 31 της γραπτής του δηλώσεως. Κατά συνέπεια και επί του προκειμένου είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει κάποια διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 και των δικογράφων, ως ισχυρίζεται ο ομνύον, αλλά για εκ των υστέρων σκέψεις και για μια ανεξήγητη διαφοροποίηση στην σιδηροτροχιά της δικογραφημένης απαίτησης των εναγόντων, και ενώ η ακρόαση της υπόθεσης ευρίσκεται σε εξέλιξη, χωρίς να δίνεται η παραμικρή αιτία και διασάφηση του λόγου, αλλά και της παράλειψης για την έγκαιρη υποβολή του αιτήματος που να δικαιολογεί την πάροδο τόσου χρόνου για να υποβληθεί το αίτημα. Τα ίδια κατ' αναλογία ισχύουν και εφαρμόζονται, χάριν αποφυγής επαναλήψεων, και για το υπό στοιχείο Δ της αιτούμενης τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως. Υπάρχει όμως ακόμα μια πτυχή η οποία κρίνεται και ως καταλυτική. Δεν αφορά μόνο το εντελώς αναιτιολόγητο του αιτήματος, αλλά σχετίζεται με τα δικαιώματα των εναγομένων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του κ. Θεοφίλου ότι οι εναγόμενοι θα βρεθούν σε δυσμενή θέση αν εγκριθεί το αίτημα και για τους λόγους που θα εξηγηθούν και αναλυθούν εκτενώς στη συνέχεια, κρίνεται ότι είναι ορθή. Ο εκτιμητής άρχισε να δίνει μαρτυρία στο δικαστήριο την 18.11.13, ενώ ο Μ.Ε.1 έδωσε μαρτυρία την 24.10.13 δια της καταθέσεως γραπτής δηλώσεως εκ μέρους του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Στην τελευταία παράγραφο της γραπτής δηλώσεώς του, με αριθμό 33, αναφέρει επί λέξει « οι ζημιές των εναγόντων έχουν υπολογιστεί από ειδικούς εμπειρογνώμονες και ξεπερνούν το ποσό των €475.00 το οποίο οι ενάγοντες αξιώνουν». Η μαρτυρία αυτή προφανώς ήταν εκτός δικογράφων. Πουθενά στην έκθεση απαιτήσεως δεν εγείρετο τέτοιο θέμα, ούτε και υπήρχε τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός. Παρόλο που δεν ηγέρθη ζήτημα από τον κ. Θεοφίλου, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του ισχυρισμού αυτού, ως ήταν βεβαίως δικαίωμα της πλευράς των εναγομένων. Εξ αυτού όμως εξάγονται αβίαστα δυο συμπεράσματα. Πρώτο, ότι οι ενάγοντες γνώριζαν πριν καν δώσει μαρτυρία ο Μ.Ε.1 ότι θα επιδίωκαν και θα αξίωναν ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν δικογραφημένες. Και δεύτερο και παρά ταύτα, προχώρησαν στην έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης με την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και έθεσαν ισχυρισμούς εκτός δικογράφων, επί των οποίων ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Στην συνέχεια αφού προσκόμισαν τον Μ.Ε.2 έκριναν ότι η έκθεση απαιτήσεως έχρηζε τροποποίησης ώστε να συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Ε.
  5. Βεβαίως είναι προφανές ότι η τροποποίηση επιδιώκει εμμέσως πλην σαφώς να καλύψει πλέον και αυτό το μέρος της μαρτυρίας, δηλαδή της πιο πάνω παραγράφου 33 του Μ.Ε.
  6. Εκ των ήδη αναλυθέντων πασιφανώς εξάγεται ότι οι ενάγοντες γνώριζαν εξ αρχής την ανάγκη για την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως και δεν έπραξαν απολύτως τίποτε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 είχαν ήδη και υπολογισμό των ζημιών από εμπειρογνώμονα. Η αίτηση δεν υπεβλήθη σε έγκαιρο στάδιο, ούτε καν πριν αρχίσει την μαρτυρία του ο Μ.Ε.1, αλλά ούτε και μόλις αυτή τελείωσε. Επί των θεμάτων αυτών έχει ήδη γίνει ειδική αναφορά. Ακόμα και το γεγονός ότι η έκθεση του εκτιμητή έγινε τεκμήριο χωρίς ένσταση, αυτό από μόνο του, και το δικαστήριο συμφωνεί με την θέση του κ. Θεοφίλου, είναι στο τέλος της ημέρας άνευ σημασίας και με κανένα τρόπο δεν αιτιολογεί την αδράνεια των 6 και πλέον ετών των εναγόντων για να αποταθούν στο δικαστήριο. Γιατί περί αυτού πρόκειται τελικά. Από την αγόρευση του κ. Γιωρκάτζη συνάγεται ότι επενδύεται αρκετό μέρος στο γεγονός ότι η έκθεση του Μ.Ε.2 κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρημ) Λτδ ν. E.T. Autospares Enter. Ltd κ.ά
(1998)1 Α.Α.Δ. 843 υπεδείχθη ότι: « Η ένσταση ή μη ένσταση στην προσαγωγή του (εγγράφου) συναρτάται προς τους κανόνες που διέπουν την απόδειξη. Δεν προσφέρεται η ένσταση στην προσαγωγή μαρτυρίας ως μέσο για την επίλυση της ουσίας της διαφοράς και η μη υποβολή τέτοιας δεν έχει από μόνη της επίπτωση που υπερβαίνει τον προορισμό της. ... Αποτέλεσμα της προσαγωγής εγγράφου, με ή χωρίς ένσταση, είναι η ένταξή του στο αποδεικτικό υλικό που θα συνεκτιμηθεί» Στην υπόθεση Δαμιανού ν. WHITE KNIGHT HOLDINGS LIMITED κ.ά Πολ. Έφεση 238/08, ημερομ. 11.4.12 υπεδείχθη ότι : » Τα τεκμήρια 1, 2 και 3 κατατέθηκαν από την εφεσείουσα χωρίς ένσταση από τους εναγομένους. ΄Οχι με τη συναίνεσή τους. Η έλλειψη ένστασης από εναγόμενο στην κατάθεση κάποιων τεκμηρίων δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος υιοθετεί τα συγκεκριμένα έγγραφα ή ότι δεσμεύεται από το περιεχόμενό τους. Απλώς δεν έχει ένσταση στην κατάθεσή τους«. Και ως υπεδείχθη στην Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512, μόνο παραδεκτή μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αντεξέτασης προς τον σκοπό διαπίστωσης της βαρύτητας που ενέχει αλλά και σχολιασμού στις τελικές αγορεύσεις. Στην δε υπόθεση Πούρικκος ν. Σάββα & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 507, αναφέρθηκε ότι:- «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιόν του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δέστε επί του προκειμένου Όμηρος Κούρτης & άλλοι ν. Πάνου Ιασωνίδη
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης & άλλοι ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη & άλλου (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Χριστάκης Λουκαΐδης ν. C.D. Hay & Sons
(1971)1 A.A.Δ. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή & άλλων
(1958)23 Α.Α.Δ. 22, και A.D. Hotel & Catering Ltd v. Τάκη Πηλαβά
(1982)1 Α.Α.Δ. 81.». Και η παράγραφος 33 της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 ήταν ούτως ή άλλως εκτός δικογράφων, και επί της οποίας ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Κατά συνέπεια δεν είναι μόνο η έκθεση του εκτιμητή αυτή καθαυτή που επιδιώκεται να καλυφθεί δικογραφικά, ανεξάρτητα αν δεν υπήρξε ένσταση στην κατάθεση της, αλλά και εκ των υστέρων η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί του συγκεκριμένου. Στην ουσία οι ενάγοντες, χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο την μαρτυρία του Μ.Ε.2 που προφανώς είναι άσχετη με το επιζητούμενο, γιατί μόνο αν επιδιώκονταν εξ αρχής αποζημιώσεις στην βάση γραπτής συμφωνίας ως έχει τροποποιηθεί, θα είχε νόημα ο ισχυρισμός του ομνύοντος πως η επιδιωκόμενη τροποποίηση συνάδει με την μαρτυρία του Μ.Ε.2. ώστε να προστεθούν λεπτομέρειες των ζημιών. Χωρίς να προϋπήρχε το αναγκαίο δικογραφημένο υπόβαθρο, η μαρτυρία του Μ.Ε.2 με κανένα τρόπο δεν περισώζει τα πράγματα. Και τούτο με την έννοια ότι δεν προέκυψε αυτή η μαρτυρία αίφνης κατά την ακροαματική διαδικασία ώστε να επιβάλλετο ως ανάγκη η τροποποίηση, αλλά ήταν στοχευμένη και υστερογενής. Ήδη οι ενάγοντες δια του Μ.Ε.1 είχαν λάβει εμπειρογνωμοσύνη και γνώριζαν πριν την έναρξη της ακρόασης ότι θα επιζητούσαν διαφορετικές θεραπείες από το δικόγραφο τους. Σχετική είναι η παράγραφος 33 της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 στην οποία έχει γίνει αναφορά. Μόνο τότε θα μπορούσαν οι ενάγοντες να διεκδικήσουν ειδικές και συγκεκριμένες αποζημιώσεις, αν εγκατέλειπαν την απαίτηση για την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Θα μπορούσε ενδεχομένως να αντιτάξει η πλευρά των εναγόντων ότι οι ειδικές αποζημιώσεις που επιζητούνται στο υπό στοιχείο Γ της αιτούμενης τροποποίησης αποτελούν εναλλακτική θεραπεία της ειδικής εκτελέσεως της συμφωνίας, η οποία όμως, ως επιζητείται με την αίτηση τροποποιήσεως έχει και αυτή τροποποιηθεί, και ότι η θεραπεία αυτή δεν έχει εγκαταλειφθεί. Η επιζητούμενη όμως τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως στην ουσία εκεί οδηγεί τα πράγματα, και με αυτό τον τρόπο, ως λέχθηκε, επαναπροσδιορίζεται πλέον η βάση της αγωγής με άλλες, νέες απαιτήσεις και θεραπείες. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του κ .Γιωρκάτζη ότι στην παράγραφο 15 της εκθέσεως απαιτήσεως υπάρχει αναφορά για αποζημιώσεις και πρόκειται για κακή δικογράφηση που αγγίζει τα όρια της αμέλειας, γιατί στο υπό στοιχείο 15 (Γ) της εκθέσεως απαιτήσεως εκείνο που απαιτείται είναι νόμιμες αποζημιώσεις, για υπαίτια όμως παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Με διαμορφωμένο το τοπίο, έγκριση του αιτήματος αναπόφευκτα και εκ των πραγμάτων θα έθετε την πλευρά των εναγομένων σε δυσμενή θέση. Όχι μόνο γιατί ο Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί του ισχυρισμού των ειδικών αποζημιώσεων, αλλά ούτε και για την κατ' ισχυρισμό, επιδιωκόμενη δια της τροποποιήσεως, τροποποιημένη συμφωνία. Στην ουσία η έγκριση του αιτήματος θα εγκλώβιζε την πλευρά των εναγομένων στο νέο δικόγραφο των εναγόντων και θα έδινε ουσιαστικό δικονομικό και αποδεικτικό πλεονέκτημα υπέρ των εναγόντων. Θα ανέτρεπε το ισοζύγιο μεταξύ των διαδίκων και της ισότητας των όπλων και θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη αδικία σε βάρος τους. Που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, πόσω μάλλον με διαταγή για τα έξοδα. Άλλωστε θα πρέπει να υποδειχθεί ότι δικογραφικά κατά την έναρξη της ακρόασης δεν ήταν επίδικο θέμα, ούτε οι ζημιές των εναγόντων, ούτε η τροποποίηση της συμφωνίας. Η θέση του κ. Γιωρκάτζη ότι παρέχεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να προσκομίσουν αντικρουστική μαρτυρία αναφορικά με τις ζημιές των εναγόντων, παραγνωρίζει την σημαντική παράμετρο, ότι ήδη ο διευθυντής των εναγόντων (Μ.Ε.1) περάτωσε την μαρτυρία του χωρίς να αντεξεταστεί επί του προκειμένου, καθώς και την πάγια αρχή πως μαρτυρία εκτός δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη. Κρίνεται στην βάση των όσων έχουν αναλυθεί και εξηγηθεί πως δεν πρόκειται για ένα γνήσιο και καλόπιστο αίτημα που επιδιώκει να θεραπεύσει κάποια δικογραφική ανάγκη που προέκυψε ξαφνικά, αλλά για μια εντελώς αναιτιολόγητη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της εκθέσεως απαιτήσεως, 6 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και μετά που ακούστηκαν δυο μάρτυρες, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αποκτήσουν σημαντικό, αν όχι και καίριο πλεονέκτημα και προβάδισμα σε βάρος των εναγομένων. Κρίνεται περαιτέρω πως το αίτημα δεν μπορεί να καταχθεί στα ευρύτερα πλαίσια μιας αβλεψίας, ή ακόμα και αμέλειας των δικηγόρων, ή ότι προέκυψε στο στάδιο της μαρτυρίας του μάρτυρα (Μ.Ε.2), αλλά στην ουσία συνιστά στρατηγικό επανασχεδιασμό της υπόθεσης των εναγόντων και επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, που ως συνάγεται είχε προαποφασιστεί πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και υλοποιήθηκε μετά που ακούστηκαν δυο μάρτυρες. Ο χρόνος υποβολής του αιτήματος ως ένας εκ των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο, συναρτάται άμεσα με την συνταγματική επιταγή για αποπεράτωση της δίκης σε εύλογο χρονικό διάστημα. Συνάγεται λοιπόν, εκ της όλης πορείας της υπόθεσης και των ιδιαίτερων περιστάσεων που την περιβάλλουν καθώς και της τροπής που επήρε, ως έχει αναλυθεί και εξηγηθεί, ότι οι εξηγήσεις που δίνονται από τους αιτητές όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητικές, αλλά αντίθετα στην ουσία συνιστούν αποφυγή εξήγησης των πραγματικών λόγων για τους οποίους επιδίωξαν την αιτούμενη τροποποίηση. Στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, υπεδείχθη ότι η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Και στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως όχι μόνο δεν υπήρξε έγκαιρη ενέργεια, αλλά ούτε καν και εξήγηση γι' αυτή. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που η γνησιότητα του αιτήματος τίθεται εν αμφιβόλω, η όλη δε πορεία να συνιστά εκτροπή σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που πλήττει ανεπανόρθωτα την τύχη της αίτησης. Η παρούσα υπόθεση, κατ' αναλογία, παρουσιάζει αρκετά κοινά στοιχεία με την υπόθεση Khan κ.ά v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέως υπό την ιδιότητα του ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Sagheer Khan, Πολ. Έφεση αρ.295/10 ημερ.11.7.11, στην οποία αίτημα για τροποποίηση απερρίφθη γιατί :
(1)Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.
(2)Η αίτηση υποβάλλεται πολύ καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας
(3)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος
(4)Οι ενάγοντες έχουν κλείσει την υπόθεση τους χωρίς να τεθούν τα θέματα που εγείρονται με τις τροποποιήσεις στους μάρτυρες τους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα τους να επηρεάζονται με τρόπο που δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα
(5)Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή ακόμα και να αντιμάχεται μαρτυρίας που θα πρέπει να δοθεί στα πλαίσια του τροποποιημένου δικογράφου
(6)Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και της ανάλογης πρόνοιες της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.» Το αίτημα δεν μπορεί, για τους πιο πάνω λόγους, να τύχει της έγκρισης του δικαστηρίου και απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Interim Αναφορά: Τροποποίηση έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.