← Κύπρος

SARATOGA SWIMMING POOLS L.T.D ν. M.K.A. EAST - MED PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4749/2012, 28/2/2014

SARATOGA SWIMMING POOLS L.T.D ν. M.K.A. EAST - MED PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4749/2012, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A92 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4749/2012 ΜΕΤΑΞΥ: SARATOGA SWIMMING POOLS L.T.D, από την Λεμεσό Εναγόντων και M.K.A. EAST - MED PROPERTIES LIMITED, από την Πάφο Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 9/9/2013 των Εναγόντων - Αιτητών για Ενδιάμεσο Διάταγμα. Ημερομηνία: 28/2/2014 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Φιάκα για Μιχαλάκης Κυπριανού και Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Λάμπρου για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της Αίτησης: Με μονομερή αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές (οι «Ενάγοντες») πέτυχαν την έκδοση διατάγματος στις 13/9/2013 εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση (οι «οι Εναγόμενο») το οποίο:

  1. «...εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του και/ή παν πρόσωπο έλκον εξ αυτών δικαίωμα την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταβίβαση ή με καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο την αποξένωση και/ή διάθεση του μεριδίου 5/6 του τεμαχίου υπ' αριθμό 439, αριθμός εγγραφής 0/47065, Φ/Σχ. 44/24, Τμήμα 0, στην τοποθεσία Βικλίν, του Δήμου Πέγειας, της Επαρχίας Πάφου, μέχρι τελικής εκδικάσεως της σχετικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έκδοσης τελεσίδικης αποφάσεως και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.
  2. ...εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του και/ή παν πρόσωπο έλκον εξ αυτών δικαίωμα την πώληση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταβίβαση ή με καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο την αποξένωση και/ή διάθεση του μεριδίου 6017/8303 του τεμαχίου υπ' αριθμό 44, αριθμός εγγραφής 2/44, Φ/Σχ. 45/17W2, Τμήμα 2, στην τοποθεσία Κάμπος της Μάας, του Δήμου Πέγειας, της Επαρχίας Πάφου, μέχρι τελικής εκδικάσεως της σχετικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έκδοσης τελεσίδικης αποφάσεως και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στη Δ. 48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, στη Δ. 58 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 10, 25, 73 και 20 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα ακίνητα σε σχέση με τα οποία εκδόθηκε το διάταγμα δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Η Απαίτηση των Εναγόντων. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 19/10/
  3. Η αξίωση αφορά το ποσό των €61,000 πλέον τόκο προς 8% ως αποζημίωση για παράβαση γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 5/1/2010 που έγιναν στην Πάφο για την κατασκευή κολυμβητικών δεξαμενών σε επαύλεις πελατών των Εναγομένων οι οποίοι είχαν αγοράσει ακίνητα από αυτούς. Οι Εναγόμενοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, είχαν υποκαταστήσει και αναλάβει τις υποχρεώσεις της εταιρείας Βάσος Μηναρή Εργοληπτική Εταιρεία Λίμιτεδ έναντι των Εναγόντων δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 24/6/
  4. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων οι νέες συμφωνίες συνομολογήθηκαν αφού είχε αποπερατωθεί η κατασκευή του 80% των κολυμβητικών δεξαμενών. Οι Εναγόμενοι έπρεπε να καταβάλουν στους Ενάγοντες το ποσό των €61,000 με την κατασκευή του 80% (προφανώς άμεσα). Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν το ποσό που απαιτείται παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων. Σύμφωνα με τις συμφωνίες ημερομηνίας 5/1/2010 αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει οποιαδήποτε διαφορά προκύψει μεταξύ των μερών είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 17/12/2012 και έκθεση υπεράσπισης στις 10/5/
  5. Ουσιαστικά παραδέχονται τις εν λόγω συμφωνίες ισχυρίζονται όμως ότι δεν ολοκληρώθηκε πέραν του 40% των εργασιών κατασκευής. Ουδέποτε συμφώνησαν το ποσό των €61,000 ούτε έμειναν ποτέ ευχαριστημένοι με την ποιότητα κατασκευής. Αντίθετα έχουν υποστεί ζημιά. Δεν αμφισβητούν τη ρήτρα δικαιοδοσίας. Η Μαρτυρία των Εναγόντων Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε 9/9/2013 και το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς 13/9/
  6. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο ομνύων, διευθυντής των Εναγόντων κ. Αρτέμης Ορφανού, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη βάση αγωγής. Φωτοαντίγραφα των συμφωνιών με την Βάσος Μηναρής Εργοληπτική Εταιρεία Λίμιτεδ επισυνάπτονται ως τεκμήρια 1 - 7 και με τους Εναγόμενους ως τεκμήρια 8 -
  7. Οι λόγοι για τους οποίους ζητήθηκε απαγορευτικό διάταγμα σε σχέση με τα 2 ακίνητα αναπτύσσονται στις παραγράφους 16, 17, 18 και 19 της Ένορκης δήλωσης. Διατείνεται ο ομνύων τα ακόλουθα:
  8. Τα δύο ακίνητα είναι τα μόνα εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγομένων. Το πιστοποιητικό έρευνας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  9. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης τους. Επικαλείται τηλεφωνική συνομιλία με τον διευθυντή των Εναγομένων κ. Ανδρέα Τσοκκά, ο οποίος υπό τη μορφή απειλής του ανέφερε ότι προσπαθούν να τα πωλήσουν ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον τους.
  10. Όπως πληροφορήθηκε «από γνωστούς και φίλους που διαμένουν στην μικρή κοινωνία της Πάφου» οι Εναγόμενοι, που ασχολούνται με την αξιοποίηση ακινήτων και/ή την ανέγερση κατοικιών, αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και προσπαθούν να αποξενώσουν ή να πωλήσουν ακίνητη περιουσία τους.
  11. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατέστη επείγουσα γιατί τυχόν αποξένωση θα καταστήσει άνευ αντικειμένου δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ τους. Η Ένσταση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: (α) Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60 δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται. (β) Οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται. (γ) Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και δεν προέβηκαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα γεγονότων και εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή τους και/ή ήταν εν γνώσει τους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση. (δ) Οι ενάγοντες δεν έχουν αιτία αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας εναντίον του εναγόμενου. Περαιτέρω το ποσό το οποίο αξιώνεται με την αγωγή είναι πάρα πολύ μικρό σε σχέση με την περιουσία την οποία οι αιτητές ζητούν διάταγμα μη αποξένωσης. (ε) Η αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσεως και αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί το έτος 2008, 5 χρόνια πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (ζ) Οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει οποιανδήποτε βάση αίτησης και/ή αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα. (η) Δεν έχουν ικανοποιήσει και/ή αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (θ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 21/06/13 στηρίζεται και/ή περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. (ι) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προκαλεί και/ή θα προκαλέσει τεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζημιές στην Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση ασχολείται με την πώληση κτιρίων, οικιών διαμερισμάτων και παντός είδους υποστατικών. Τυχόν έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα καθιστούσε την Καθ' ης η αίτηση ανενεργή και θα της στερούσε το δικαίωμα να παρέχει τις υπηρεσίες της. (κ) Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατον και/ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (κα) Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (κβ) Η Αίτηση είναι αντικανονική και αντιβαίνει τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή την σχετική Νομολογία. (κγ) Ο σκοπός και ο τρόπος με τον οποίο ζητείται η έκδοση του διατάγματος είναι ασυμβίβαστος και/ή αντίθετος με τις πρόνοιες του Περί Αποδείξεως Νόμου. Το αιτούμενο διάταγμα επιζητείται ανορθόδοξα για διευκόλυνση των αιτητών και όχι για διευκόλυνση της δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή για να μπορέσουν οι ενάγοντες να αναζητήσουν στοιχεία για να αποκαλύψουν και να δημιουργήσουν υπόθεση σε καταστρατήγηση του Περί Αποδείξεως Νόμου. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.45, Θ.Θ. 1-9 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στον Περί Αποδείξεως Νόμο, στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου Mareva, στην νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Μαρτυρία των Εναγομένων Η ένσταση των Εναγομένων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Τσοκκά διευθυντή τους. Η μαρτυρία του συνοψίζεται στα ακόλουθα σημεία:
  12. Διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της αίτησης των Εναγόντων και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Οι Ενάγοντες δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα.
  13. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καλή αιτία αγωγής, το αξιούμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο και οι Εναγόμενοι δεν το οφείλουν.
  14. Η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγομένους γιατί αν παραστεί ανάγκη δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάποιο από τα δικαιώματα τους που απορρέουν από την κυριότητα κατοχή και χρήση των εν λόγω ακινήτων. Είναι εταιρεία που ασχολείται με την πώληση ακινήτων. Έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα παραλύσει τις εργασίες της και θα την οδηγήσει στη διάλυση.
  15. Αντίθετα μη έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει βλάβη η ζημιά στους Ενάγοντες που δεν θα αποτιμάται σε χρήμα μετά το πέρας της αγωγής. Η ακρόαση περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και δεν έγινε ούτε ζητήθηκε αντεξέταση των μαρτύρων. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32[1] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others

(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει ποσό είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248) Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 5, Κεφ. 6 Στις περιπτώσεις όπου ζητείται η διάταγμα με βάση το άρθρο 5[2] του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δηλαδή η παρεμπόδιση αποξένωσης ακίνητης ιδιοκτησίας από εναγόμενο (που δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής) το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
  1. Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και
  2. Ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Περαιτέρω:
  3. Δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ' όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
  4. Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. Όπως λέχθηκε στην ΑΒΡ Hold. Ltd ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται τόσο στο άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και τα ειδικότερα κριτήρια ή προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 5 στο βαθμό που διαφοροποιούνται (βλ. Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 CLR 520) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5, δηλ. η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν 14/60. Και στις δυο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Τσιολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 782). Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5, η ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία (Λεωνίκ) Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1Α ΑΑΔ 280). Ο ενάγων δεν έχει την υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd πιο πάνω). Εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη πιο πάνω και Φετοκάκη ν. Χριστοφή
(2006)1 ΑΑΔ 800). Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1759 υποδείχτηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε ότι «πρόκειται . για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Οι Νομικές Αρχές αναφορικά με διατάγματα που εκδίδονται ex-parte Το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας, προβλέπει:- «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 ΑΑΔ 836 και In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(Β) ΑΑΔ 861). Στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, τονίστηκε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2010, 14/7/2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δ. Ναθαναήλ (Απόφαση πλειοψηφίας): «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ''Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Δεν αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 ικανοποιούνται και έπειτα αν συντρέχει το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ' όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Εφέσεις Αρ. 3/2011 και 4/2011, 15 Ιανουαρίου 2013, (ΔΟΔ) με αναφορά στην Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co
(1997)1 ΑΑΔ 1791). O διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. 1 Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Β ΑΑΔ 801). Στην απόφαση αυτή ο Δ. Ηλιάδης υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809): «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. ..Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). » Αξιολόγηση Έχω εξετάσει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει και ικανοποιήσει το Δικαστήριο όσον αφορά το επείγον της έκδοσης του Διατάγματος μονομερώς. Αναφέρομαι ειδικά στην παράγραφο 17 της Ένορκης δήλωσης του διευθυντή των Εναγόντων ο οποίος αναφέρεται σε απειλή του κ. Ανδρέα Τσοκκά για προσπάθεια αποξένωσης ακινήτων των Εναγομένων. Η σχετική συνομιλία και ισχυρισμός δεν έχει αμφισβητηθεί ειδικά από τους Εναγόμενους. Ο κ. Τσοκκάς απλά αναφέρει αόριστα ότι διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση (παράγραφος 2). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6th ed, στη σελ 641[3] στην ένορκη δήλωση του ο καθ' ου η αίτηση πρέπει να αρνηθεί και να αντικρούσει (traverse) τα σημεία στα οποία στηρίζει την αίτησή του ο αιτητής. Απλή άρνηση είναι ανεπαρκής. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων δεν έχει αμφισβητηθεί επαρκώς. Συνεπώς πληρείτο το προαπαιτούμενο του επείγοντος. Ο λόγος ένστασης (ε) κρίνεται ανεδαφικός. Έχω επίσης εξετάσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων για μη αποκάλυψη των γεγονότων (λόγος ένστασης (γ)). Δεν εξειδικεύεται στην ένορκη δήλωση του κ. Τσοκκά τι ακριβώς δεν έχει αποκαλυφθεί (παράγραφος 4). Ο ισχυρισμός αυτός παραμένει αστήρικτος και ως τέτοιος απορρίπτεται. Όσον αφορά τις προυποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 κρίνω ότι: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει από τα δικόγραφά τους καλή αιτία αγωγής. Διεκδικούν οφειλή δυνάμει γραπτών συμφωνιών. Δεν μου διαφεύγει ότι από τα δικόγραφα προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούν το ποσό που διεκδικείται (δηλ. την έκταση των εργασιών κατασκευής) και την ποιότητα κατασκευής και όχι την ύπαρξη ή δεσμευτικότητα των συμφωνιών. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχουν παραθέσει οι Ενάγοντες ότι έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επισημαίνεται ότι στο παρόν στάδιο οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραθέσουν στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κ. Τσοκκά δεν επεξηγεί στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης τι ακριβώς αμφισβητεί από την αξίωση των Εναγόντων. Ισχυρίζεται μόνο ότι το ποσό που αξιώνουν είναι κατά πολύ μικρότερο (χωρίς να το προσδιορίζει) και ότι σε καμία περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν αυτό το ποσό. (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά. Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με το άρθρο 5 του Κεφ.
  1. Όπως ανέφερα πιο πάνω δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ' όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες δεν έχουν προσδιορίσει την αξία των ακινήτων. Αναφέρουν μόνο ότι είναι η μοναδική περιουσία των Εναγομένων και οι Εναγόμενοι προτίθενται να την αποξενώσουν. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι αν και παραθέτουν ως λόγο ένστασης ότι «.το ποσό το οποίο αξιώνεται με την αγωγή είναι πάρα πολύ μικρό σε σχέση με την περιουσία την οποία οι αιτητές ζητούν διάταγμα μη αποξένωσης» στην ένορκη δήλωση του κ. Τσοκκά δεν προσδιορίζεται ούτε γίνεται αναφορά για την αξία των ακινήτων. Το γεγονός αυτό με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Στην Φετοκάκη (βλ. πιο πάνω) κρίθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία απ' ότι η απαίτηση του ενάγοντα σε βαθμό που θα δικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος οφείλει να δώσει στοιχεία που να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα. Σε εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω και κάποια ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό από τους αιτητές. Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω απόφαση κρίνω ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι η αξία των ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία που ασχολείται με πώληση ακινήτων και ότι η πώληση των συγκεκριμένων ακινήτων δεν αποκλείεται ( βλ. παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Τσοκκά). Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Οι λόγοι ένστασης (α), (β), (δ), (ζ), (η), (θ), (ι), (κβ), και (κγ) κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Περαιτέρω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης (κ) και (κα) κρίνονται επίσης αβάσιμοι και απορρίπτονται. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 13/9/2013 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα [1] 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. [2] 5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό. [3] 'Whether or not the Court will grant an application for an interlocutory injunction depends on the merits as collected from the affidavits. If a sufficient prima facie case is made out, the Court will consider the case sufficiently proved unless the defendant files an affidavit denying it. The affidavit must traverse all the facts on which the plaintiff's equity depends. A mere denial is not sufficient.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.