← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ G.I. DAKOTA INVESTMENTS LIMITED, Αίτηση Αρ.: 64/14, 28/2/2014

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ G.I. DAKOTA INVESTMENTS LIMITED, Αίτηση Αρ.: 64/14, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 64/14 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 Και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ G.I. DAKOTA INVESTMENTS LIMITED Αίτηση από την Εταιρεία G.I. DAKOTA INVESTMENTS LIMITED Ημερομηνία: 28.2.2014 Για την Αιτήτρια: κα Α. Κωνσταντίνου για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κυρίως αίτηση στην παρούσα (στο εξής η αίτηση) ζητούνται διατάγματα επικύρωσης τόσο της προτεινόμενης µείωσης του ονομαστικού και εκδοθέντος κεφαλαίου της Αιτήτριας Εταιρείας όσο και του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών αυτής. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 64, 65, 66 και 67 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 καθώς και στους Κ.5(α) και 8 των περί Εταιρειών Κανονισμών. Καταχωρήθηκε δε στις 5.2.

  1. Στις 14.2.14 που η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ζητήθηκε ουσιαστικά όπως η Αιτήτρια τοποθετηθεί αναφορικά με το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο, ως απαρτιζόμενο από Επαρχιακό Δικαστή, έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει αυτήν. Αυτό με δεδομένο ότι με την αίτηση ζητείται η επικύρωση της μείωσης και του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών της ύψους €29,598,519.96 και λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των προνοιών των άρθρων 55, 64, 65, 66, 2 και 209 του Κεφ.
  2. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε στις 21.2.14 για σχετικές αγορεύσεις και προς τούτο η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας προσκόμισε την ημέρα εκείνη γραπτή αγόρευση. Τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω αγόρευση έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα. Αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι είναι η τελική θέση της Αιτήτριας ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, που, με βάση την ίδια πάντα θέση, είναι αυτό που απαρτίζεται από Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον άρθρο 2 του Κεφ. 113 «το Δικαστήριο χρησιμοποιούμενο σε σχέση με εταιρεία σημαίνει το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για τη διάλυση της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 209». Το άρθρο 209, όσον αφορά την κατά τόπο δικαιοδοσία, στην παράγραφο 1 προνοεί ότι, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τέτοια έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Αναφορικά δε με την καθ' ύλην δικαιοδοσία, που αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα, στην επιφύλαξη της ίδιας παραγράφου του εν λόγω άρθρου προβλέπεται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο δικαιοδοσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε (paid up or credited as paid up). Εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 22

(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, του οποίου οι διατάξεις θα πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή του άρθρου 209
(1)του Κεφ. 113, ως αυτό ρητά προβλέπει, κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε αγωγή στην οποία το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000,00) ενώ κάθε Επαρχιακός Δικαστής έχει τέτοια δικαιοδοσία όταν το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00). Σύμφωνα με το άρθρο 55
(1)του Κεφ. 113, το οποίο έχει παράτιτλο «Διάθεση ποσών υπέρ το άρτιο που εισπράττονται κατά την έκδοση μετοχών», όταν εταιρεία εκδίδει μετοχές υπέρ το άρτιο (shares at a premium) είτε σε μετρητά είτε διαφορετικά, ποσό ίσο με το σύνολο ή την αξία των ποσών υπέρ το άρτιο πάνω σε αυτές τις μετοχές μεταφέρεται στο λογαριασμό που ονομάζεται "λογαριασμός από υπεραξία μετοχών" (the share premium account), και οι διατάξεις του Νόμου αυτού που αφορούν τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας, εφαρμόζονται εκτός όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό, ωσάν ο λογαριασμός από υπεραξία μετοχών ήταν πληρωμένο (paid up) μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Εφαρμόζονται δηλ. οι διατάξεις των άρθρων 64-66 του Κεφ. 113. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του όλου θέματος κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει μια συνοπτική αναφορά στην έννοια και τη σημασία του όρου «κεφάλαιο» στoν περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 καθώς και στην φιλοσοφία του άρθρου 55 αυτού. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law (Volume Ι) (23rd edition) (η αναφορά στη συνέχεια σε παράγραφο και σελίδα θα είναι από το πιο πάνω σύγγραμμα) η λέξη «κεφάλαιο» (capital) χρησιμοποιείται στον περί Εταιρειών Νόμο με διάφορες σημασίες. Στη συνήθη έννοια της χρησιμοποιείται για να καθορίσει το μετοχικό κεφάλαιο μιας εταιρείας και στα πλαίσια αυτά μπορεί να διακριθεί, ανάμεσα σε άλλα, σε: (α) ονομαστικό κεφάλαιο (nominal capital), (β) εκδοθέν κεφάλαιο (issued capital) και (γ) καταβληθέν ή πληρωθέν κεφάλαιο (paid up capital) (παρ. 29-01 σελ.349) Κάθε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές είναι απαραίτητο όπως έχει ονομαστικό κεφάλαιο με το οποίο εγγράφεται. Αυτό ισούται με την ονομαστική αξία των μετοχών, τις οποίες οι διευθυντές έχουν εξουσιοδοτηθεί να εκδίδουν. Το ονομαστικό κεφάλαιο μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί (παρ. 29-02 σελ.349). Το ονομαστικό κεφάλαιο θέτει το όριο του κεφαλαίου το οποίο μπορεί να εκδοθεί και έτσι το εκδοθέν κεφάλαιο μιας εταιρείας δεν μπορεί να υπερβαίνει ποτέ το ονομαστικό της κεφάλαιο. Αυστηρά ομιλούντες το ονομαστικό κεφάλαιο δεν είναι κεφάλαιο αλλά είναι μόνο μια εξουσιοδότηση από τους μετόχους στους διευθυντές να δημιουργήσουν νέο κεφάλαιο με την έκδοση μετοχών. Από την άλλη το εκδοθέν κεφάλαιο αντιπροσωπεύει τις μετοχές, οι οποίες έχουν στην πραγματικότητα ληφθεί από τους μετόχους, οι οποίοι συμφώνησαν να δώσουν αντάλλαγμα σε μετρητά ή σε είδος για αυτές. Η διαφορά μεταξύ ονομαστικού και εκδοθέντος κεφαλαίου είναι γνωστή ως μη εκδοθέν κεφάλαιο (unissued capital) (παρ. 29-03 σελ.350). Όταν το ονομαστικό κεφάλαιο εκδοθεί εν όλω ή εν μέρει κάθε ένα από τα πρόσωπα στα οποία εκδίδεται καθίσταται υπεύθυνος να πληρώσει στην εταιρεία την ονομαστική αξία των μετοχών που έχει λάβει. Τα χρήματα τα οποία λαμβάνονται για κάθε μετοχή ως αποτέλεσμα αυτού θεωρούνται ως πληρωθέντα και το συνολικό ποσό το οποίο έχει πληρωθεί για τις μετοχές της εταιρείας αποτελεί το πληρωθέν κεφάλαιο, το οποίο δεν μπορεί ποτέ να υπερβεί το εκδοθέν κεφάλαιο (παρ. 29-06 σελ.351). Το εκδοθέν δε κεφάλαιο που δεν έχει πληρωθεί ονομάζεται μην κληθέν. Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο (είτε πληρωθέν είτε μη κληθέν) θεωρείται από τα Δικαστήρια ότι συνιστά ένα μόνιμο κεφάλαιο-απόθεμα το οποίο είναι διαθέσιμο στους πιστωτές της εταιρείας εάν χρειαστεί εφόσον αυτό αποτελεί την τελευταία διαθέσιμη λύση για αυτούς. Με άλλα λόγια αυτό απαιτείται για την προστασία των πιστωτών μιας και η ευθύνη των μετόχων είναι γενικά περιορισμένη στο ονομαστικό ποσό των μετοχών που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς και έτσι κάθε πιστωτής της εταιρείας δικαιούται να προσβλέπει σε αυτό σαν ασφάλεια του (παρ. 30-01 σελ. 356). Το αντάλλαγμα το οποίο ένας μέτοχος πρέπει να δώσει σε μετρητά ή είδος για να εκδοθούν σε αυτόν οι μετοχές από την εταιρεία μπορεί να μην είναι ίσο με την ονομαστική αξία των μετοχών. Όταν το αντάλλαγμα υπερβαίνει την ονομαστική αξία η έκδοση γίνεται υπέρ το άρτιο (at a premium) δηλ. οι εν λόγω μετοχές αποτελούν μετοχές υπέρ το άρτιο και τότε γίνεται λόγος για υπεραξία μετοχών (share premium) (παρ. 24-08 σελ. 287, 29-03 σελ.350 και 29-10 σελ. 353). Η υπεραξία αυτή δεν θεωρείται κέρδος (παρ. 29-10 σελ. 353) και για αυτό δεν είναι εμπορικά ορθό να επιτραπεί η διανομή της σαν μέρισμα στους μετόχους αλλά απαιτείται να τεθεί σαν απόθεμα. Εδώ να σημειωθεί ότι, ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, πριν την θέσπιση του Αγγλικού περί Εταιρειών Νόμου του 1948 και του άρθρου 56 που είναι το αντίστοιχο με το δικό μας άρθρο 55 του Κεφ. 113, η υπεραξία αυτή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κέρδος και έτσι να διανεμηθεί ως μέρισμα στους μετόχους ακόμη και όταν η εταιρεία παρουσίαζε ζημιές. Γι' αυτό το σκοπό το άρθρο 56 του Αγγλικού Νόμου αποτρέπει ως αρχή κάτι τέτοιο και προβλέπει, όπως ακριβώς και το δικό μας άρθρο 55, ότι ποσό ίσο με το σύνολο ή την αξία των ποσών υπέρ το άρτιο πάνω σε αυτές τις μετοχές μεταφέρεται στο λογαριασμό που ονομάζεται "λογαριασμός από υπεραξία μετοχών" (the share premium account). Αυτός δε ο λογαριασμός θεωρείται ως οιονεί μετοχικό κεφάλαιο (quasi capital fund) και είναι στενά συναφές-συγγενικό με το πληρωθέν κεφάλαιο της εταιρείας. Η ίδια πρόνοια του άρθρου 55 του Κεφ. 113 επιτρέπει δε στην εταιρεία να χρησιμοποιήσει αυτό τον λογαριασμό μόνο για συγκεκριμένους και ρητά καθορισμένους σκοπούς. Εάν η εταιρεία επιθυμεί να τον χρησιμοποιήσει για οποιοδήποτε άλλο σκοπό θα πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία μείωσης κεφαλαίου δηλαδή να προηγείται ειδικό ψήφισμα και να ακολουθεί αίτηση και η διαδικασία για επικύρωση από το Δικαστήριο (παρ. 29-10 σελ. 353, 24-08 σελ. 287 και 32-17 σελ. 381). Με άλλα λόγια η προαναφερόμενη πρόνοια επιτρέπει μεν την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο αλλά επιβάλλει περιορισμούς στην διάθεση του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών που δημιουργείται συνεπεία αυτού. Ως δε αναφέρεται χαρακτηριστικά στην παρ. 29-09 σελ. 353 του προαναφερόμενου συγγράμματος αυτός ο λογαριασμός μπορεί να διανεμηθεί με τον ίδιο περιορισμένο τρόπο και με την ίδια άδεια του Δικαστηρίου, ως αν το πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο επιστρέφετο στους μετόχους, εκτός αν φυσικά χρησιμοποιηθεί για τους συγκεκριμένους περιορισμένους σκοπούς που καθορίζει ο Νόμος. Στην παρ. 150 δε του συγγράμματος Halsbury's Laws Of England (4th edition) (Volume 7) σελ. 90 αναφέρεται επίσης για το ίδιο θέμα ότι εάν τα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω λογαριασμού θα διανεμηθούν στους μετόχους, η συναλλαγή αυτή θεωρείται ωσάν η εταιρεία να μείωνε το πληρωθέν μετοχικό της κεφάλαιο και τα λεφτά που θα διανεμηθούν είναι κεφάλαιο και όχι εισόδημα στα χέρια αυτού που θα τα λάβει (γίνεται δε παραπομπή στην Re Duff's Settlement, National Provincial Bank Ltd v. Gregson [1951] 2 All E.R. 534). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο νομοθέτης με τις πρόνοιες του άρθρου 55 του Κεφ. 113, εξομοιώνει ουσιαστικά τον λογαριασμό υπεραξίας μετοχών με πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο, ώστε για την μείωση του εν λόγω λογαριασμού σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, να ισχύουν οι διατάξεις για την μείωση κεφαλαίου. Να λεχθεί δε στο σημείο αυτό ότι με βάση τις εν λόγω διατάξεις το όλο θέμα δεν αφήνεται στην ίδια την εταιρεία αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία και τίθεται σε συγκεκριμένο έλεγχο και τελική κρίση από το Δικαστήριο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πρόνοια της επιφύλαξης του άρθρου 209
(1)του Κεφ. 113 σε συνδυασμό με την πιο πάνω αναφερόμενη εξομοίωση του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών με πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο, κρίνω ότι για σκοπούς αιτήσεων όπως η παρούσα, το αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καθορίζεται με βάση το συνολικό ποσό που βρίσκεται σε αυτόν τον λογαριασμό. Ερχόμενος τώρα στην παρούσα από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει φαίνονται τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Λεμεσό. Το ονοµαστικό και εκδοθέν µετοχικό κεφάλαιο της είναι σήµερα €31.334,04 και είναι διαιρεµένο σε 18.324 συνήθεις µετοχές ονοµαστικής αξίας €1.71 η κάθε µία. Από αυτές οι 14.924 είναι υπεραξίας €1.708,29 η κάθε µία και οι υπόλοιπες 2.400 υπεραξίας €1.710 η κάθε µία. Ζητείται δε να επικυρωθεί η μείωση του ονοµαστικού και εκδοθέντος κεφαλαίου της εταιρείας από €31.334,04 της πιο πάνω αξίας σε €30.333,69 διαιρεµένο σε 17.739 συνήθεις µετοχές ονοµαστικής αξίας €1,71 η κάθε µια (από τις οποίες οι 14.924 είναι υπεραξίας €1.708,29 η κάθε µια και 1.815 είναι υπεραξίας €1.710 η κάθε µια) µε την ακύρωση των 585 συνήθων µετοχών ονοµαστικής αξίας €1,71 και υπεραξίας €1.710 η κάθε µια και την επιστροφή στον κάτοχο τους ποσού €1.000,
  1. Συναφώς ζητείται και η έγκριση της μείωσης του λογαριασμού υπεραξίας μετοχών από €29.598.519,96 σε €28.598.169,
  2. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω και με δεδομένο ότι το ύψος του λογαριασμού υπεραξίας της Αιτήτριας είναι €29.598.519,96 κρίνεται ότι η εκδίκαση της παρούσας αίτησης εκφεύγει της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ως απαρτιζόμενο από Επαρχιακό Δικαστή και συναφώς το παρόν Δικαστήριο δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία. Ως εκ των άνω ο φάκελος της υπόθεσης να τεθεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου για τεθεί ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου Δικαστηρίου. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General Applications/Interim (Αναφορά: Καθ' ύλην δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή σε αίτηση για επικύρωση της μείωσης κεφαλαίου και λογαριασμού υπεραξίας μετοχών εταιρείας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.