← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. EDMUND M. SHIMOON, Αρ. Αγωγής 525/2008, 27/2/2014

ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. EDMUND M. SHIMOON, Αρ. Αγωγής 525/2008, 27/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A86 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγωγής 525/2008 ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, ΠΕΔ. Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ενάγοντα, και EDMUND M. SHIMOON, Εναγόμενου. --------- Ημερομηνία: 27.2.2014 Για τον ενάγοντα: κ. Θ. Χριστοδούλου. Για τον εναγόμενο: κ. Παναγίδης με κα Μ. Γιωρκάτζη. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα, όπως περιορίστηκε, είναι για ποσό Δολλ. Καναδά $375.000 το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία 300.000 μετοχών της Καναδικής εταιρείας Canvalley Petroleum Inc. που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να του μεταβιβάσει, με βάση συμφωνία που υπεγράφη στις 13.5.

  1. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας αλλά ο εναγόμενος, παρά το ότι υποσχέθηκε επανειλημμένα ότι θα προέβαινε σε μεταβίβαση των μετοχών, ουδέποτε το έπραξε. Στις 9.12.2005 εγέρθηκε αγωγή με αρ. 05-CV-3022030PD3 εναντίον του εναγομένου στο Ontario Superior Court of Justice, η διαδικασία της οποίας αναστάληκε μετά από απόφαση του δικαστηρίου ότι δεν είναι το κατάλληλο δικαστήριο για να εκδικάσει την υπόθεση. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του εγείρει προδικαστική ένσταση ότι κατά την πιο πάνω διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του Οντάριο επιδικάστηκαν εναντίον του ενάγοντα έξοδα ύψους 8,000 δολλαρίων Καναδά, ποσό το οποίο ο ενάγοντας ουδέποτε κατέβαλε και αυτό καθιστά την παρούσα αγωγή πρόωρη και/ή απαράδεκτη. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στις 13.5.2000 οι διάδικοι υπέγραψαν δύο συμφωνίες. Η «πρώτη συμφωνία» υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντα εκ μέρους της Deloitte and Touche Cyprus και του εναγομένου εκ μέρους Calvalley Petroleum Inc. με βάση την οποία η Deloitte θα ενεγράφετο για αγορά και θα αγόραζε 6 εκατομμύρια μετοχές της Calvalley έναντι τιμήματος 5 εκατομμυρίων Δολλαρίων Αμερικής ποσό το οποίο η Calvalley θα εισέπραττε μείον 5% προμήθεια που θα κατακρατείτο από την Deloitte. Την ίδια ημερομηνία υπεγράφη η «δεύτερη συμφωνία» βάση της οποίας ο εναγόμενος θα μεταβίβαζε στον ενάγοντα 300.000 μετοχές της Calvalley με αντάλλαγμα ένα Δολλάριο Αμερικής νοουμένου ότι οι προσπάθειες του ενάγοντα θα κατέληγαν σε εκπλήρωση της πρώτης συμφωνίας. Η πρώτη συμφωνία ουδέποτε εκπληρώθηκε και συνεπώς η δεύτερη συμφωνία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και κανένα νόμιμο αποτέλεσμα δεν πηγάζει από αυτήν. Περαιτέρω ο ενάγοντας ουδέποτε κατέβαλε το ποσό του ενός Δολλαρίου Αμερικής στον εναγόμενο και καμία προσπάθεια κατέβαλε προς εκπλήρωση της πρώτης συμφωνίας. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι περί τον Ιανουάριο του 2000 συνομολογήθηκε σύμβαση συνεργασίας (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Calvalley και της Deloitte, σύμφωνα με την οποία η Deloitte θα εύρισκε αριθμό επενδυτών προς όφελος της Calvalley έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος και οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις ή επενδύσεις έγιναν μέσω της Deloitte ήτο συνεπεία αυτής της συμφωνίας που ήταν ανεξάρτητη από τις συμφωνίες που έγιναν στις 13.5.
  2. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι ο ενάγοντας δεν ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Deloitte να υπογράψει την πρώτη συμφωνία εκ μέρους της και ως εκ τούτου η συμφωνία αυτή είναι άκυρη και συμπαρασύρει και τη δεύτερη συμφωνία η οποία είναι παράλληλη και/ή εξηρτημένη και/ή συμπληρωματική της πρώτης συμφωνίας. Στην υπόθεση κατέθεσαν τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος οι οποίοι υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Κατέθεσε επίσης ο Δήμος Δημοσθένους εκ μέρους του ενάγοντα και ο Ανδρέας Καράς εκ μέρους του εναγομένου. Ο Δημήτρης Ιωαννίδης, διευθύνων σύμβουλος και εκτελεστικός πρόεδρος της Deloitte από το 1988 μέχρι και τον Μάϊο του 2005, ανέφερε ότι γνώρισε τον εναγόμενο, εκτελεστικό πρόεδρο και μεγαλομέτοχο της Calvalley το 1999 μέσω του υπεύθυνου του τμήματος Corporate Finance της Deloitte. Η Calvalley είναι δημόσια εταιρεία για ανίχνευση και πώληση πετρελαίων και αερίου και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών του Τορόντο και ο εναγόμενος ζήτησε την βοήθεια του για να έρθει σε επαφή με πιθανούς επενδυτές για την εταιρεία του. Ο ίδιος δέχθηκε να τον βοηθήσει και άρχισε επαφές με πιθανούς επενδυτές από τις αρχές του
  3. Είχαν αρκετές συναντήσεις με τον εναγόμενο και στις 13.5.2000 ο εναγόμενος τον επισκέφθηκε και του πρότεινε την υπογραφή μίας ακόμη γραπτής συμφωνίας μεταξύ της Deloitte και της Calvalley, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο εταιρειών όπως η Deloitte εξεύρει επενδυτές για 6.000.000 μετοχές της Calvalley. Η συμφωνία (Τεκμ. 2) ετοιμάστηκε από τον εναγόμενο και ήταν χειρόγραφη. Επίσης κατόπιν εισήγησης του εναγόμενου είχαν ταυτόχρονα καταλήξει στην υπογραφή ακόμα μίας συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου η οποία επίσης ήταν χειρόγραφη και ετοιμάστηκε από τον εναγόμενο (Τεκμ. 1). Αφού διάβασε την επίδικη συμφωνία έδωσε στον εναγόμενο μία Κυπριακή Λίρα η οποία άξιζε τουλάχιστον διπλάσια από το ένα δολλάριο που προνοούσε η συμφωνία για εξόφληση της αντιπαροχής που προνοείτο σ΄ αυτήν. Ο εναγόμενος χαμογέλασε και την πήρε. Παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του εναγομένου τόσο προφορικά όσο και σε συναντήσεις που είχαν στην Κύπρο και στον Καναδά ότι θα προέβαινε σε μεταβίβαση των 300.000 μετοχών ουδέποτε το έπραξε με αποτέλεσμα στις 9.12.2005 ο ενάγοντας να καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό 05-CV-302030PD3 στον Καναδά στο Ontario Superior Court of Justice. Το δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση του εναγομένου ανέστειλε την διαδικασία κρίνοντας ότι δεν είναι το κατάλληλο δικαστήριο για εκδίκαση της υπόθεσης (Τεκμ. 4 η έκθεση απαίτησης και Τεκμ. 3 η απόφαση του δικαστηρίου). Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως Τεκμ. 5 την επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος του στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά προς τους δικηγόρους του εναγομένου ως προειδοποιητική επιστολή πριν την καταχώρηση της αγωγής. Αποτελεί θέση του μάρτυρα ότι αιτία για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αποτέλεσαν οι προσπάθειές του για τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ Deloitte και Calvalley, χωρίς να αποδέχεται την θέση του εναγομένου ότι αυτή η συμφωνία αποτελούσε προϋπόθεση για την εκπλήρωση της επίδικης συμφωνίας. Τόνισε ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ή υπήρξε ισχυρισμός από τον εναγόμενο ότι η επίδικη συμφωνία θα τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση. Με την υπογραφή της κατέστη δεσμετυτική τόσο για τον ίδιο όσο και για τον εναγόμενο. Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει προβεί σε πάρα πολλές ενέργειες και για την εκπλήρωση της συμφωνίας μεταξύ Deloitte και Calvalley. Έχει φέρει σε επαφή τον εναγόμενο με πολλούς πιθανούς επενδυτές, μεταξύ των οποίων την εταιρεία Glencore, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαιοειδών και αερίου παγκοσμίως, επενδυτικές εταιρείες στην Κύπρο όπως η Sharelink, την εταιρεία Matterhorn Capital Limited, εταιρεία συνδεδεμένη με διεθνείς εταιρείες η οποία αγόρασε τελικά 4.088.000 μετοχές της Calvalley έναντι του ποσού των Δολλ. Η.Π.Α. $3.500.000 με δικαίωμα αγοράς για ακόμα 2.044.000 μετοχές και την εταιρεία Meritservus (Trustees) Limited η οποία αγόρασε 584.000 μετοχές έναντι του ποσού των Δολλ. Καναδά $730.000 με δικαίωμα αγοράς ακόμα 292.000 μετοχών. Κατατέθηκε η συμφωνία με την Matterhorn ως Τεκμ. 6 και αντίγραφο επιστολής της Calvalley με την οποία επιβεβαιώνεται η αγορά από την Meritservus ως Τεκμ.
  4. Η Deloitte πήρε προμήθεια 5% από τις πιο πάνω συναλλαγές. Ο δε εναγόμενος ήταν πλήρως ευχαριστημένος με την εξεύρεση των επενδυτών και το καλοκαίρι του 2000 τον επισκέφθηκε στο σπίτι του μαζί με τη σύζυγο του από τον Καναδά και του έφερε δώρο από τον Καναδά ως ένδειξη εκτίμησης και ευχαρίστησης για τις προσπάθειες του. Αναφορικά με την αξία της κάθε μετοχής ο μάρτυρας ανέφερε ότι τόσο τον Μάιο του 2000 όταν ο εναγόμενος όφειλε να του μεταβιβάσει τις μετοχές όσο και κατά τη δίκη η αξία τους είναι καταγραμμένη σε ηλεκτρονική πλατφόρμα της εταιρείας Bloomberg, η οποία είναι αμερικανική εταιρεία μέσων μαζικής ενημέρωσης και η οποία ειδικεύεται στην παροχή και ανάλυση οικονομικών πληροφοριών. Τα στοιχεία, όπως είπε ο μάρτυρας τα συνέλεξε ο κ. Αλέξανδρος Χρυσοφάκης διευθυντής της εταιρείας MeritKapital, μίας κυπριακής επενδυτικής εταιρείας μέλος της πλατφόρμας της Bloomberg κατόπιν παράκλησης του ιδίου, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμ.
  5. Η αξία της επίδικης μετοχής καθορίζεται σε Δολλ. Καν. $1,25 κατά τον επίδικο χρόνο, η οποία επιβεβαιώνεται και από τη συμφωνία Matterhorn Capital Limited και Calvalley ημερ. 13.7.2000, ενώ η σημερινή της αξία είναι μεγαλύτερη. Η μαρτυρία του Δήμου Δημοσθένους ο οποίος εργάζεται από το 2010 στην εταιρεία DI Ross & Co Ltd συνδεδεμένη εταιρεία της Meritservus Ltd ως διευθυντής (associate director), περιορίστηκε στην κατάθεση αριθμού επιστολών που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο ενάγων του παρέδωσε ένα φάκελο στον οποίο τοποθετούσε αντίγραφα της αλληλογραφίας του και άλλων εγγράφων που αφορούσαν την Calvalley με σκοπό να τα μελετήσει και αν χρειαστεί να τον βοηθήσει σε σχέση με την υπόθεση, κάτι που τελικά δεν χρειάστηκε. Ο φάκελος παρέπεσε και ανευρέθηκε πριν μερικές ημέρες μετά από έρευνα στα αρχεία τους. Οι επιστολές είναι οι ακόλουθες: (α) Επιστολή του κ. Ιωαννίδη προς τον κ. Shimoon ημερ. 16.5.2000 με την οποία ο κ. Ιωαννίδης τον ενημέρωνε ότι ετοίμασε έκθεση για την Calvalley για να σταλεί σε πιθανούς επενδυτές. (β) Επιστολή του κ. Ιωαννίδη σε πιθανό επενδυτή (Wajih Al Kaylani) ημερ. 18.5.2000 μαζί με έκθεση για την Calvalley. (γ) Επιστολή του κ. Ιωαννίδη σε πιθανό επενδυτή (Alan Johnson της Glencore) ημερ. 30.5.2000 μαζί με έκθεση για την Calvalley. (δ) Επιστολή του κ. Ιωαννίδη στον κ. Shimoon ημερ. 9.6.2000 με την οποία τον πληροφορούσε για πιθανόν ενδιαφέρον του Alan Johnson της Glencore για το έργο της Υεμένης. (ε) Επιστολή του κ. Shimoon στον κ. Ιωαννίδη ημερ. 2.5.2001 με την οποία ο Shimoon τον πληροφορούσε για πιθανόν ενδιαφέρον της εταιρείας Sibneft για το έργο της Υεμένης. (στ) Επιστολή του κ. Peter Moullinos, δικηγόρου του κ. Ιωαννίδη στον Καναδά, προς τον κ. Shimoon απαιτώντας άμεση εγγραφή των μετοχών επ΄ ονόματι του κ. Ιωαννίδη. Ο κ. Edmund M. Shimoon, εναγόμενος στην αγωγή, υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Παραθέτω σύνοψη της μαρτυρίας του: Είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Calvalley, μίας Καναδικής εταιρείας εξερεύνησης και ανάπτυξης πετρελαίου και αερίου. Περί τα τέλη του 1999 και κατά το έτος 2000 η εταιρεία αναζητούσε χρηματοδότηση και η νομική τους σύμβουλος στην Κύπρο κα Χαριδήμου του συνέστησε την εταιρεία Deloitte & Touche Ltd ως ανεγνωρισμένη εταιρεία οικονομικών συμβουλών. Συγκεκριμένα γνωρίστηκε με τον κ. Ανδρέα Καραγεωργιάδη ο οποίος του συστήθηκε ως ο διευθυντής του Corporate Finance της Deloitte και αμέσως μετά με τον κ. Ιωαννίδη, διευθύνοντα σύμβουλο της Deloitte. Επρόκειτο να δημιουργηθεί μία νέα εταιρεία στην Κύπρο προκειμένου να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία πετρελαίου και φυσικού αερίου της Calvalley στην Υεμένη. Η Deloitte θα προσπαθούσε να εξεύρει χρηματοδότηση ύψους Δολλ. Η.Π.Α $ 3 εκατομμυρίων με ιδιωτική τοποθέτηση και η Calvalley θα επένδυε Δολλ. Η.Π.Α. $ 7 εκατομμύρια στην Κυπριακή εταιρεία Calvalley προκειμένου να προχωρήσει το έργο στην Υεμένη. Η αρχική ιδιωτική τοποθέτηση αναμένετο να υλοποιηθεί εντός 30 - 45 ημερών. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια οι επιστολές που αντηλλάγησαν με την δικηγόρο κα Χαριδήμου ως προς την χρηματοδότηση του έργου (Τεκμ. 24 - 26). Στις 17.12.1999 του απέστειλε επιστολή ο Καραγεωργιάδης σύμφωνα με την οποία η Deloitte θα μεριμνούσε για την εξεύρεση Δολλ. Η.Π.Α. $ 3 εκ. σε μετοχές για τη νέα εταιρεία και τα κεφάλαια θα χρησιμοποιούντο για την ανάπτυξη του έργου στην Υεμένη (Τεκμ. 27). Ακολούθησε στις 27.12.1999 επιστολή της Χαριδήμου με την οποία τον πληροφορούσε για συνάντηση που είχε με την Deloitte, όπου ανέφερε ότι σε περίπτωση που η τεχνική έκθεση ήταν ορθή η Deloitte δεν θα είχε κανένα πρόβλημα στην εξεύρεση Η.Π.Α. Δολλ. 5 εκ. (Τεκμ. 28). Στις 24.1.2000, η Calvalley και η Deloitte συνήψαν συμφωνία συνεργασίας σύμφωνα με την οποία η Deloitte θα μεριμνούσε για τη χρηματοδότηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 3 - 5 εκατομμυρίων δολλ. Η.Π.Α. για το έργο στην Υεμένη και θα λάμβανε προμήθεια 3.5% επί του ποσού που θα συνέλεγε και Δολλ. Η.Π.Α. $10.000 έξοδα (Τεκμ. 29). Τον Ιανουάριο του 2000, ανέφερε ο μάρτυρας, η Calvalley εξέταζε επίσης τη δυνατότητα να εξαγοράσει την Probe Exploration Inc., μία εταιρεία εξεύρεσης και ανάπτυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου και υπό το φως της πιθανής συγχώνευσης, η εντολή χρηματοδότησης προς την Deloitte τροποποιήθηκε και έτσι η Deloitte ετοίμασε δύο εκθέσεις επενδυτών που έδειχναν πως θα εξεύρισκε πέραν του αρχικού ποσού και επιπρόσθετο ποσό 25 εκατομμυρίων δολλ. Η.Π.Α. κατά τη διάρκεια των επόμενων 60 ημερών (Τεκμ. 30). Με επιστολή του κ. Καραγεωργιάδη ημερ. 27.1.2000 προς την Calvalley, η Deloitte τους ενημέρωνε ότι θα είναι σε θέση να εξεύρει το αναθεωρημένο ποσό των 45 εκατομμυρίων δολλαρίων Καναδά (Τεκμ. 31). Στις 31.1.2000 απέστειλε επιστολή προς την κα Χαριδήμου εκφράζοντας τις ανησυχίες του ότι η Deloitte μπορεί να μην ήταν σε θέση να ανταποκριθεί και να συλλεξει το ποσό που χρειαζόταν για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή με την Probe (Τεκμ. 32). Στις 31.1.2000 η Deloitte ετοίμασε ενημερωτικό δελτίο επενδυτών (investors briefing) (Τεκμ. 33). Στις 8.2.2000 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στον Καραγεωργιάδη με την οποία του απέστελλε το προσχέδιο συμφωνίας το οποίο εξεταζόταν από την Probe σχετικά με τη συγχώνευση και τόνισε ότι παρείχετο χρόνος 14 ημερών για την εξεύρεση των 45 εκ. δολλ. Καναδά (Τεκμ. 34). Στις 16.2.2000 ο Καραγεωργιάδης απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο που περιείχε συμφωνία μεταξύ Calvalley και Calvalley Trust για την αγορά 1.878.261 συνήθων μετοχών τάξεως Α στην Calvalley, η συνολική τιμή των οποίων αναμενόταν να ανέλθει στο ποσό των 4.320.00,30 δολλ. Καναδά (Τεκμ. 35). Στις 20.3.2000 η Deloitte απέστειλε στον εναγόμενο επιστολή ενημερώνοντας τον, μεταξύ άλλων, ότι είχε βρεί κεφάλαια μέσω της Meritservus (Trustees) Ltd, θυγατρικής της Deloitte και ανέμεναν να συλλέξουν το επιπρόσθετο ποσό των 2 - 5 εκ. δολλ. Καναδά εντός των επόμενων 7 - 10 ημερών (Τεκμ. 36). Τον Μάϊο του 2000 ο εναγόμενος είχε σειρά συναντήσεων με τον ενάγοντα όπου του εξέφρασε την ανησυχία του ότι η χρηματοδότηση που είχε υποσχεθεί η Deloitte προχωρούσε με αργούς ρυθμούς. Στις 13.5.2000 ο εναγόμενος είχε συνάντηση με τον κ. Ιωαννίδη στα γραφεία της Deloitte όπου ενημέρωσε τον κ. Ιωαννίδη ότι ο χρόνος ήταν ουσιώδης για τη χρηματοδότηση. Μετά από συζήτηση ο ίδιος ετοίμασε δύο συμφωνίες οι οποίες αποτυπώνουν τα συμφωνηθέντα. Οι συμφωνίες είναι χειρόγραφες, έγιναν από τον ίδιο και υπεγράφησαν στην παρουσία του κ. Καραγεωργιάδη. Πρόκειται για τα Τεκμ. 1 και
  6. Η Deloitte παρέβη τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμφωνία που ο μάρτυρας χαρακτήρισε ως «Bought deal», καθώς απέτυχε να εγγράψει 6 εκατομμύρια μετοχές και απέτυχε να πληρώσει το ποσό των 5 εκ. Δολλ, Η.Π.Α. εντός προθεσμίας ενός μηνός από τις 13.5.2000 και αυτός είναι ο λόγος που δεν μεταβίβασε στον κ. Ιωαννίδη τις 300.000 μετοχές που προνοείται στη συμφωνία Τεκμ.
  7. Επιπλέον, ανέφερε, δεν θα μπορούσε να είχε συμφωνήσει να αποζημιώσει τον κ. Ιωαννίδη για προσπάθειες που είχε κάνει στο παρελθόν αφού η συμφωνία Τεκμ. 2 είχε υπογραφεί λίγα λεπτά προηγουμένως. Ούτε του έδωσε ο κ. Ιωαννίδης μία Κυπριακή Λίρα όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Κατά τη διάρκεια του μήνα που επακολούθησε την 13.5.2000 ο Ιωαννίδης έκανε περιορισμένες προσπάθειες να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με βάση την συμφωνία αγοράς μετοχών, οι οποίες συνίσταντο στα ακόλουθα: Στις 30.5.2000 ο Ιωαννίδης του απέστειλε επιστολή με την οποία ζητούσε απάντηση για ένα τεχνικό θέμα που τέθηκε από πιθανόν επενδυτή (Τεκμ. 10) στην οποία ο ίδιος απάντησε αυθημερόν (Τεκμ. 11). Ακολούθως στις 7.6.2000 ο Ιωαννίδης του απέστειλε τηλεμοιότυπο και του ζητούσε να έρθει σε επαφή με τον Alan Johnson της εταιρείας Glencore Ltd για να απαντήσει σε τεχνικές ερωτήσεις (Τεκμ. 37). Ο ίδιος μίλησε με τον Johnson και από τη συζήτηση ήταν σαφές ότι ο Ιωαννίδης δεν έκανε καμία προσπάθεια σε σχέση με την Glencore. Έλαβε επιστολή από τον Ιωαννίδη στις 9.6.2000 ότι παρέμενε το ενδιαφέρον του Johnson νοουμένου ότι δεν θα είχε κινδύνους η επένδυση στην Υεμένη, πληροφορία που αποδείχθηκε αναληθής. Στις 21.6.2000 έλαβε επιστολή από τον Johnson ότι δεν θα επένδυε στην Calvalley (Τεκμ. 9). Στις 25.5.2000 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στον Ιωαννίδη ζητώντας την εκτέλεση της συμφωνίας Τεκμ. 2 (Τεκμ. 14) στην οποία δεν έλαβε απάντηση. Ακολούθησε επιστολή στις 5.6.2000 (Τεκμ. 15) στην οποία εκφράζετο η ανησυχία του μάρτυρα για το ότι δεν είχε ανταποκριθεί στην προηγούμενη επιστολή. Στις 7.6.2000 απέστειλε άλλη επιστολή με την οποία εξέφραζε και πάλι την ανησυχία του (Τεκμ.12). Οι επιστολές αυτές, ανέφερε, καταδεικνύουν ότι ανά πάσα στιγμή ήταν η πρόθεση του ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η μεταβίβαση των 300.000 μετοχών δεν θα ολοκληρωνόταν εκτός αν η συμφωνία αγοράς μετοχών της Deloitte εκπληρωνόταν εντός της αυστηρής προθεσμίας του ενός μηνός. Στις 6.7.2000 ο Καραγεωργιάδης απέστειλε επιστολή (Tεκμ. 38) σχετικά με την πρώτη ιδιωτική τοποθέτηση και ενημέρωσε ότι παραιτείται της συμφωνίας εγγραφής. Ωστόσο τους ενημέρωνε ότι το ενδιαφέρον των πελατών του παρέμενε με βάση τους νέους όρους και προϋποθέσεις που αναμενόταν να συζητηθούν μεταξύ των πελατών του και της Calvalley. Στις 13.7.2000 η Calvallely συνήψε συμφωνία με την Matterhorn για την εγγραφή 4.088.000 μετοχών και στις 14.7.2000 ο Ιωαννίδης επιβεβαίωσε ότι η Meritservus κρατούσε εμπίστευμα προς όφελεος της Calvalley ύψους 3.5 εκ. δολλ. Η.Π.Α. Οι συναλλαγές αυτές σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν είχαν σχέση με τις συμφωνίες Τεκμ. 1 και 2, δεδομένου ότι είχαν ολοκληρωθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας του ενός μηνός που προνοείται στη συμφωνία, Τεκμ.
  8. Στις 26.7.2000 η Calvalley κατέβαλε στη Deloitte το ποσό των Δολλ. Η.Π.Α. 245.000 ως προμήθεια 7% για το ποσό των Δολλ. Η.Π.Α. 3.5 εκ. το οποίο εξευρέθηκε κάτω από την αρχική ιδιωτική τοποθέτηση. Η πληρωμή, διευκρίνισε, δεν έγινε σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών ημερ. 13.5.
  9. Περαιτέρω, η Cavalley κατέβαλε στην Deloitte το ποσό των Δολλ. Η.Π.Α. 10,000 για έξοδα σύμφωνα με την πρώτη συμφωνία για ιδιωτική τοποθέτηση. Επιπλέον η Calvalley έλαβε Δολλ. Η.Π.Α. 385.000 σύμφωνα με τη δεύτερη ιδιωτική τοποθέτηση και κατέβαλε στη Deloitte το ποσό των Δολλ. Η.Π.Α. 26.950 ως προμήθεια 7%. Αναφορικά με την τιμή της μετοχής της Calvalley, λόγω του ότι οι επίδικες συμφωνίες υπεγράφησαν ημέρα Σάββατο δεν υπήρχει διαπραγμάτευση των μετοχών στο χρηματηστήριο του Καναδά, όμως την προηγούμενη ημέρα η τιμή άνοιξε στο 0.65 σεντ δολλ. Καναδά και είχε την ίδια αξία όλη την ημέρα ενώ στις 15.5.2000, δηλαδή μετά το Σαβατοκυρίακο η τιμή άνοιξε στα 0,60 σέντ και έκλεισε στα 0.74 σέντ. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπέγραψε την συμφωνία (Τεκμ. 1) με τον κ. Ιωαννίδη γιατί χρειαζόταν απεγνωσμένα χρήματα για να σώσει την εταιρεία, η τράπεζα ήταν έτοιμη να διορίσει παραλήπτη, κάτι που τελικά έκαμε και μία από τις εταιρείες τέθηκε υπό χρεωκοπία. Ο κ. Ιωαννίδης του ζήτησε κάτι για τον εαυτό του εκτός της προμήθειας που θα έπαιρνε η Deloitte και τον διαβεβαίωσε ότι είχε την ικανότητα να ολοκληρώσει τη συμφωνία εγγραφής μέσα στο χρονικό διάστημα των 30 ημερών. Ακολούθως, είπε ο μάρτυρας, έθεσε τον κ. Ιωαννίδη ως υποψήφιο στη Συμβούλιο της Calvalley το
  10. Κατά την περίοδο 2000 - 2005 καμία αναφορά δεν έγινε από τον ενάγοντα για το θέμα των μετοχών. Τέθηκε για πρώτη φορά μεταξύ Απριλίου - Μαϊου του 2005 κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχε με τον εναγόμενο στο Μοντρεάλ. Ο Ανδρέας Καράς, γνωστός και ως Ανδρέας Καραγεωργιάδης, μόνιμος κάτοικος στην Ουάσιγκτον των Η.Π.Α., ξεκίνησε από το 1998 την απασχόληση του στη Deloitte, όπου περί τα τέλη του 1999 του δόθηκε ο τίτλος του Διευθυντή υπηρεσιών συμβουλευτικών και εταιρικών χρηματοδοτήσεων. Η αμοιβή του βασιζόταν σε προμήθεια. Συνάντησε για πρώτη φορά τον εναγόμενο περί τα τέλη του 1999 μέσω της δικηγόρου κας Χαριδήμου οπόταν του εξήγησε τις δραστηριότητες της Calvalley και ότι επιθυμούσε να βρεί επενδυτές προκειμένου να χρηματοδοτήσει ανάπτυξη στην Υεμένη. Ο ίδιος άρχισε να ασχολείται με την εν λόγω χρηματοδότηση και στις 24.1.2000 η Calvalley και η Deloitte συνομολόγησαν Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) (Τεκμ. 29). Λίγο μετά και αφού εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από την εταιρεία Probe η Deloitte ετοίμασε μία Ενημέρωση Επενδυτών. Ακολούθως η Deloitte απέστειλε επιστολή προς κάθε ενδιαφερόμενο ότι ήταν σε θέση να εξεύρει επιπλέον χρήματα μέχρι 45 εκ. δολλ. Καναδά (Τεκμ. 31). Περί τον Φεβρουάριο του 2000 υπεγράφη μεταξύ της Calvalley και της Calvalley Trust συμφωνία Τεκμ. 35 και απέστειλε στην Calvalley επιστολή προκειμένου να την ενημερώσει ότι οι όροι της συμφωνίας είχαν αλλάξει (Τεκμ. 36). Κατά την διάρκεια των μηνών Μαρτίου και Απριλίου του 2000 υπήρχαν επικοινωνίες μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου ο οποίος εξέφραζε την ανησυχία του για το ότι η χρηματοδότηση δεν προχωρούσε γρήγορα. Ακολούθησε η συνάντηση στις 13.5.2000 όπου ο εναγόμενος ανέφερε στον κ. Ιωαννίδη ότι η Calvalley είχε ανάγκη από άμεση χρηματοδότηση και ο κ. Ιωαννίδης τον διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν πρόσωπα που μπορούσαν να επενδύσουν άμεσα στην Calvalley. Μετά το πέρας της συνάντησης μετέφερε τον εναγομένο στο ξενοδοχείο του όπου συζήτησαν τη συνάντηση με τον κ. Ιωαννίδη και τη συμφωνία που υπέγραψαν. Ο ίδιος είδε τότε για πρώτη φορά τη συμφωνία Τεκμ. 1 και ανέφερε στον εναγόμενο ότι κατά την γνώμη του ήταν λάθος να δοθεί στον ενάγοντα επιπρόσθετη αμοιβή εάν η Deloitte εύρισκε χρηματοδότηση εντός του επόμενου μήνα. Όπως του ανέφερε ο εναγόμενος, η Calvalley βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση και δεν είχε άλλη επιλογή. Στη συνέχεια ο εναγόμενος τους πίεζε να υλοποιήσουν την συμφωνία Τεκμ. 2, όμως μέχρι τις 13.6.2000, ημερομηνία λήξης της συμφωνίας, η Deloitte δεν ενέγραψε (subscribe) τις 6.000.000 μετοχές σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Όπως διαπιστώνεται από τη προσαχθείσα μαρτυρία δεν υπάρχει ιδιαίτερη διάσταση στη μαρτυρία των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα και πως εξελίχθηκε η συνεργασία των δύο πλευρών. Η διαφορά εντοπίζεται στον τρόπο που η κάθε πλευρά προσέγγισε την επίδικη συμφωνία και στη διαφορετική θεώρηση των όρων αυτής, κάτι που όπως αναλύεται στη συνέχεια, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, οι επιστολές που ανταλλάγηκαν και οι συναντήσεις που έγιναν σε συνάρτηση με την παρούσα υπόθεση μέχρι την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ουσιαστικά δεν διαφέρουν. Αποτελεί κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας των δύο πλευρών ότι η Calvalley αναζητούσε επενδυτές για ένα έργο που θα υλοποιούσε στην Υεμένη και τόσο η Deloitte όσο και ο Ιωαννίδης έκαναν προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Παρά τη διαφορά που υπήρξε στη μαρτυρία του Ιωαννίδη και του Shimoon ως προς τις προσπάθειες που κατέβαλε ο Ιωαννίδης, εντούτοις είναι παραδεκτό ότι έστω και περιορισμένες προσπάθειες είχαν γίνει πριν την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας. Αυτό επίσης που προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του κ. Shimoon όσο και του κ. Καρά, την οποία αποδέχομαι, είναι ότι κατά το χρόνο εκείνο, η Calvalley αντιμετώπιζε οικονομική πίεση για εξεύρεση κεφαλαίων. Προς αυτή τη θέση συνηγορεί και η συνομολόγηση της συμφωνίας Deloitte - Calvalley στην οποία προνοείται χρόνος ενός μηνός για υλοποίηση. Από δε τα Τεκμ. 6 και 7 καθώς και τη μαρτυρία των διαδίκων προκύπτει ότι μετά την υπογραφή των συμφωνιών Τεκμ. 1 και 2 έγινε η εγγραφή 4.088.000 μετοχών έναντι του ποσού των Δολλ. ΗΠΑ $3.500.000 επ΄ονόματι της εταιρείας Matterhorn Capital Ltd και στις 14.7.2000 έγινε η εγγραφή 584.000 μετοχών έναντι του ποσού των Δολλ. ΗΠΑ $ 730.000 επ΄ονόματι της Meritservus (Trustees) Limited, κάτι για το οποίο προβαίνω και σε ανάλογο εύρημα. Η συμφωνία Τεκμ. 2 προνοεί ότι η Deloitte θα προέβαινε σε εγγραφή 6 εκατομμυρίων μετοχών της Calvalley αξίας Δολλ. ΗΠΑ $ 5.000.000 εντός ενός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας. Συνακόλουθα καταλήγω ότι δεν εκπληρώθηκε η εν λόγω συμφωνία. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η συμφωνία και ως προς τον τρόπο που η κάθε πλευρά την προσέγγισε, υπάρχει διαφορά την οποία θα αναλύσω στην συνέχεια. Η μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη περί υποσχέσεων του κ. Shimoon ότι θα προέβαινε σε μεταβίβαση των μετοχών, παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του κ. Δημοσθένους περιορίστηκε στην κατάθεση έξι επιστολών και γίνεται αποδεκτή. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση τα γεγονότα είναι αποδεκτά. Καταχωρήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου του Οντάριο (Τεκμ. 3) από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι επιδικάστηκαν έξοδα ύψους Δολλ. $8,000 εις βάρος του ενάγοντα. Ο ίδιος ο ενάγοντας παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι δεν κατέβαλε το ποσό αυτό. Παρά την ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής του εν λόγω ποσού που επιδικάστηκε, έχοντας υπόψη το λεκτικό της απόφασης Τεκμ. 3 δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής του ποσού πριν την έγερση οποιασδήποτε αγωγής. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει. Αποτελεί αποδεκτό γεγονός ότι τόσο η επίδικη συμφωνία (Τεκμ. 1) όσο και η συμφωνία μεταξύ της Deloitte και Canvalley (Τεκμ. 2) συντάχθηκαν χειρόγραφα από τον εναγόμενο και υπεγράφησαν στις 13.5.2000 στα γραφεία της Deloitte στη Λεμεσό. Πρώτα υπεγράφη η συμφωνία Deloitte - Calvalley και λίγα λεπτά μετά η επίδικη συμφωνία. Κατά την υπογραφή της ο ενάγοντας ήταν διοικητικός σύμβουλος της Deloitte και ο εναγόμενος διοικητικός σύμβουλος της Calvalley. Όπως ορθά διατυπώθηκε από τους συνηγόρους, το κύριο επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι η ερμηνεία της συμφωνίας μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου, έργο που επαφίεται στο Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέλυσαν με επιμέλεια τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Ο κ. Χριστοδούλου εισηγήθηκε ότι η συμφωνηθείσα αντιπαροχή, όπως προκύπτει από τις λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί στην συμφωνία, είναι η καταβολή ενός Δολλαρίου, το οποίο με βάση την μαρτυρία του κ. Ιωαννίδη έχει καταβληθεί. Οι πρώτες 8 γραμμές της συμφωνίας, ανέφερε ο συνήγορος, αποτελούν την εισαγωγή ή προοίμιο της συμφωνίας που ακολουθεί και δεν είναι τίποτε άλλο παρά επεξήγηση του λόγου για τον οποίον τα δύο μέρη αποφάσισαν να συνάψουν την επίδικη συμφωνία, χωρίς να επιβάλλει κάποιαν υποχρέωση στον ενάγοντα. Αναφερόμενος στην αντιπαροχή, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στον κανόνα ότι η αντιπαροχή δεν χρειάζεται να είναι επαρκής, αρκεί να έχει οικονομική αξία. Σε περίπτωση, ανέφερε ο συνήγορος που το Δικαστήριο θεωρεί ασαφές το κείμενο της συμφωνίας, με την εφαρμογή της αρχής «contra preferentum» οδηγούμαστε στο ίδιο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή η αντιπαροχή πρέπει να θεωρηθεί το ένα Δολλάριο, ως είναι η θέση του ενάγοντα και όχι η εκπλήρωση της συμφωνίας Deloitte - Calvalley που εισηγείται ο εναγόμενος. Ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η αντιπαροχή δεν ήταν το ένα Δολλάριο και θεωρήσει ότι η φράση «In recognition of Ioannides effort» επέβαλλε στον ενάγοντα την υποχρέωση να κάνει προσπάθειες για να ολοκληρωθή η συμφωνία Deloitte - Calvalley, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε συμπέρασμα εκπλήρωσης της συμφωνίας, για τους ακόλουθους λόγους: (α) με τη φράση «In recognition» ο εναγόμενος ήδη αναγνώρισε ότι έγιναν προσπάθειες από πλευράς του ενάγοντα για εξεύρεση επενδυτών, (β) ο ενάγοντας έκανε προσπάθειες τόσο πριν όσο και μετά τις 13.5.2000, προσπάθειες που οδήγησαν σε εξεύρεση επενδυτών για US$4.212.000, (γ) ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι ο ενάγοντας έκανε προσπάθειες. Τόνισε ο συνήγορος ότι στο προοίμιο της συμφωνίας γίνεται αναφορά σε προσπάθειες από πλευράς ενάγοντα για την εκπλήρωση της συμφωνίας Deloitte - Calvalley και όχι σε «εκπλήρωση» της εν λόγω συμφωνίας. Αντίθετη υπήρξε η εισήγηση των συνηγόρων του εναγομένου οι οποίοι εισηγήθηκαν ότι η επίδικη συμφωνία τίθεται σε ισχύ εάν και εφόσον εκπληρώνοντο οι όροι της πρώτης συμφωνίας Τεκμ.
  11. Σημειώνεται στην αγόρευση ότι σε περίπτωση που η γραμματική ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας δεν ήθελε θεωρηθεί σαφής η πρόθεση των μερών ήταν όπως συνομολογήσουν την επίδικη συμφωνία ως επί μέρους της πρώτης συμφωνίας (Τεκμ. 2) ούτως ώστε να δοθεί «κίνητρο» στον ενάγοντα να εξεύρει άμεσα επενδυτές για να λάβει επιπρόσθετη αμοιβή, ήτοι 300.000 μετοχές. Περαιτέρω προβάλλεται η εισήγηση ότι η εκπλήρωση των συμφωνηθέντων που διελάμβανε η πρώτη συμφωνία (Τεκμ. 2) ήταν όρος (condition precedent) για την έναρξη ισχύος της επίδικης συμφωνίας. Μετά την παράθεση σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας οι συνήγοροι του εναγομένου αναφέρουν ότι η επίδικη σύμβαση τελούσε υπό την αίρεση της εκπλήρωσης των όρων της πρώτης συμφωνίας (Τεκμ. 2) εντός του χρονικού διαστήματος του ενός μηνός. Στη βάση δε του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι μέχρι τις 13.6.2000 δεν εξευρέθη επενδυτής, καταλήγουν ότι η επίδικη συμφωνία δεν τέθηκε σε ισχύ και συνεπώς δεν προκύπτει οποιαδήποτε υποχρέωση εκ της συμφωνίας. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών αναφέρθηκαν σε νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία εγγράφων την οποία εξέτασα. Στην υπόθεση Πολύφημος Χοτέλς Λτδ ν. Μούτση

(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1809 αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 1814-6: «Η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου αποτελεί νομικό θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια αυτή πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων και η ερμηνεία πρέπει να περιορίζεται μέσα στα πλαίσια των σκέψεων των συμβαλλομένων. Τούτο εξυπακούει ότι όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως κατόπιν επιθυμίας των συμβαλλομένων, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. (Ιδε Jacobs v. Batavia and General Plantations Trust [1924] 1 Ch. 287). Ενας βασικός κανόνας ερμηνείας ενός εγγράφου είναι ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning), όπως είναι γενικά κατανοητές (Robertson v. French [1803] 4 East 130). Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Beard v. Moira Colliery Co. ([1915] 1 Ch. 257), "Στην ερμηνεία ενός εγγράφου πρέπει να αποδίδεται σε συνηθισμένες λέξεις η απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους." Ο Lord Ellenborough C.J. στην υπόθεση Robertson v. French ([1803] 4 East 130, σ. 135 είπε ότι, "It is to be construed according to its sense and meaning as collected in the first place from the terms used in it, which terms are themselves to be understood in their plain, ordinary and popular sense unless they have generally in respect of the subject-matter, as by the known usage of trade or the like, acquired a peculiar sense different from the popular sense of the same words or unless the context evidently pointed out that they must in the particular instance and in order to effectuate the immediate intention of the parties to that contract be understood in some other and peculiar sense." Αναφορικά με το ίδιο θέμα ο Jessel M.R. στην υπόθεση Re Levy, ex p. Walton ([1881] 17 Ch.D. 746 τόνισε ότι, "The grammatical and ordinary sense of the words is to be adhered to, unless that would lead to some absurdity, or some repugnance or inconsistency with the rest of the instrument, in which case the grammatical or ordinary sense of the words may be modified, so as to avoid that absurdity and inconsistency, but no further." Στην Κύπρο η ερμηνεία του όρου ενός εγγράφου εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Θεολόγου και άλλος ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ. (Πολιτική Έφεση 9302 της 24/2/1998) όπου ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δικαστής Πικής τόνισε ότι, "Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos [1982] 1 CLR 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων."» Στην υπόθεση Τρύφωνας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1739 αναφέρθηκαν στη σελ. 1746 τα εξής σχετικά: «Οδηγός για την ερμηνεία των προνοιών ενός εγγράφου είναι η γραμματική έννοια της λέξης ή φράσης που χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο που απαιτείται, κρινόμενη όμως πάντα υπό το πρίσμα των σκοπών της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από τη συμφωνία στο σύνολο της. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση το έγγραφο πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος να δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση των όρων, η οποία δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. S.A.A.B. v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.LR. 499, Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Θεοδούλου ν. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία
(1997)1 Α.Α.δ. 1551, Χρίστος Μ. Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Κ. Κωμοδρόμου
(1997)1 Α.Α.Δ. 576, Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις
(1998)1 Α.Α.Δ. 407 και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 638-672 και τις υποθέσεις που αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις).» Η επίδικη συμφωνία (Τεκμ. 1) προνοεί τα ακόλουθα: «In recognition of Ioannides effort to execute and fullfill the undertaking outlined in an Agreement executed between Deloitte and Touche of Cyprus and Calvalley Petroleum Inc. dated May 13, 2000 that Deloitte and Touche will subscribe for six million shares of Calvalley in accordance to the aforementioned Agreement, Shimoon hereby agrees to the following. a) Shimoon shall assign and cause the transfers of 300,000 (Three hundred thousand) of Calvalley Petroleum Inc. shares from Shimoon Holdings to Ioannides for a total consideration of One U.S. dollar ($1.0 US). b) Shimoon grants the option for a period of Twelve
(12)months to Ioannides to subscribe and pay for an additional 300,000 (Three hundred thousand) shares of Calvalley Petroleum Inc. from Shimoon holdings for a total consideration of Two hundred and fifty thousand U.S. dollars ($250,000 U.S.) The signature below binds the two parties to this Agreement.» Με βάση τις αρχές που παρέθεσα πιο πάνω εξέτασα την επίδικη συμφωνία. Κατ΄ αρχάς θεωρώ ότι η χρήση της λέξης «recognition» στην αρχή της συμφωνίας ήταν ατυχής. Από το σύνολο της συμφωνίας προκύπτει ότι στόχος της ήταν να δοθεί κίνητρο στον ενάγοντα να προσπαθήσει να εξεύρει επενδυτές για την Calvalley και η λέξη «recognition», ουσιαστικά έχει το ίδιο νόημα με τη λέξη «consideration». Στις πρώτες γραμμές της συμφωνίας, υπάρχει σαφής σύνδεση της επίδικης συμφωνίας με το Τεκμ. 2 και όχι με οποιεσδήποτε τυχόν ενέργειες του Ιωαννίδη προηγήθηκαν, για εξεύρεση επενδυτών της Calvalley. Η χρήση των λέξεων «... to execute and fulfill the undertakings outlined in an Agreement executed between Deloitte and Touch of Cyprus and Calvalley Petroleum Inc. dated May 13, 2000 that Deloitte and Touche will subscribe for six million shares of Calvalley in accordance to the aforementioned Agreement." δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική ερμηνεία. Συνεπώς κρίνω ότι η αντιπαροχή για τη μεταβίβαση των 300,000 μετοχών στο όνομα του Ιωαννίδη δεν ήταν το ποσό του ενός Δολλαρίου. Από την άλλη, δεν θεωρώ ότι η συμφωνία τελούσε υπό την αίρεση (condition precedent) της συμπλήρωσης της συμφωνίας Deloitte - Calvalley (Tεκμ. 2). Κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από το λεκτικό της συμφωνίας. Αυτό που συνάγεται τόσο από το λεκτικό της συμφωνίας όσο και από την εξέταση της συνολικά, και περί τούτου προβαίνω σε ανάλογο εύρημα, είναι ότι ο Shimoon, δίδοντας κίνητρο στον Ιωαννίδη να εξεύρει επενδυτές, ανέλαβε να μεταβιβάσει σ΄ αυτόν έναντι ενός Δολλαρίου τις 300,000 μετοχές της Calvalley, ως αντάλλαγμα για τις προσπάθειες του προς εκτέλεση και υλοποίηση της συμφωνίας Deloitte - Calvalley. Από την στιγμή όμως που η συμφωνία αυτή δεν υλοποιήθηκε, εξέλειπε το αντάλλαγμα για την υποχρέωση του Shimoon να μεταβιβάσει τις 300.000 μετοχές έναντι του ενός Δολλαρίου. Εν όψει των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα. Κ. Σταματίου ΠΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.