DINKO DINEV ν. POCHANIS & CHARALAMBOUS ALUMINIUM CO. LTD, Αρ. Αγωγής: 3862/2008, 28/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3862/2008 Μεταξύ: DINKO DINEV, οδός Φιλιππίδου αρ.16Α, Κάτω Πολεμίδια, ΛΕΜΕΣΟΣ Ενάγοντα και POCHANIS & CHARALAMBOUS ALUMINIUM CO. LTD, οδός Μισιαούλη & Καβάζογλου αρ.81, 3016 ΛΕΜΕΣΟΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 28.02.14 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Ε. Αναστασίου (κα Χρ. Καρεκλά για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους: κος Ν. Αβρααμίδης (κα Ε. Ηλία για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, απώλειες και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε και θα συνεχίζει να υφίσταται στο μέλλον αλλά και έξοδα μελλοντικής εγχείρησης καθώς και απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων και απολαύσεων της ζωής συνεπεία εργατικού ατυχήματος που συνέβηκε κατά ή περί τις 20.09.04 στην Ξενοδοχειακή Σχολή στη Λεμεσό στη βάση κατ' ισχυρισμό αμέλειας και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας επίσης διεκδικεί τόκο προς 8% επί των επιδικαζόμενων αποζημιώσεων που τυχόν επιδικαστούν από 20.09.04 μέχρι εξόφλησης καθώς και τα δικηγορικά έξοδα που προέκυψαν από την καταχώρηση και εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν 34 ετών, καθ' όλα υγιής και εργοδοτείτο στην υπηρεσία των Εναγομένων, η οποία ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με μεταλλικές κατασκευές με έδρα τη Λεμεσό, ασκώντας καθήκοντα του εφαρμοστή αλουμινίων και/ή εργάτη με εβδομαδιαίες απολαβές ύψους €170,86 (ισότιμο σε Λ.Κ.£100,00). Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι περί τις 20.09.04, ενώ βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων, οι οποίοι ανέλαβαν την τοποθέτηση παραθύρων αλουμινίου στην ξενοδοχειακή σχολή Λεμεσού στα Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, στην προσπάθεια του να εφαρμόσει παράθυρο και/ή πλαίσιο παραθύρου από αλουμίνιο σε γραφείο και/ή αίθουσα δευτέρου ορόφου της πιο πάνω ξενοδοχειακής σχολής χρησιμοποίησε μετακινούμενη και/ή χειροκίνητη σκάλα και κατά το χρόνο που στεκόταν επί της σκάλας και επιχειρούσε να εφαρμόσει παράθυρο και/ή πλαίσιο αυτού η σκάλα όλως απροόπτως πήρε κλίση και/ή γλίστρησε και/ή μετακινήθηκε από τη θέση της με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος παρασύροντας και/ή εγκλωβίζοντας τον Ενάγοντα. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία της πτώσης του ο ίδιος κτύπησε βίαια επί του εδάφους και υπέστηκε σοβαρές σωματικές βλάβες, ζημιές, απώλειες και έξοδα. Είναι ακόμη η θέση του Ενάγοντα ότι ο τραυματισμός του οφείλεται σε αμέλεια των Εναγομένων καθώς και σε παράβαση από αυτούς των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται υπό τα σημεία (α) μέχρι (τ) της παραγράφου 7 της έκθεσης απαίτησης. Επιπλέον, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο μεταξύ τους σύμβασης εργασίας αφού παρέλειψαν να λάβουν τα όλα δέοντα ασφαλή και προφυλακτικά μέτρα, παρέλειψαν να παρέχουν και να διατηρούν κατά τη διάρκεια της εργασίας ασφαλισμένο μέρος και/ή ασφαλισμένα μέσα εργασίας καθώς και κατάλληλο σύστημα εργασίας, εκθέτοντας έτσι τον Ενάγοντα σε κίνδυνο, τον οποίο γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα από τον τραυματισμό του υπέστηκε σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €5.549,53 (ισότιμο σε Λ.Κ.£3.248,00), πόνο και ταλαιπωρία και ισχυρίζεται ότι έχει παρέλθει σε ψυχολογική κατάρρευση και απόγνωση με αποκορύφωμα να διακοπεί και η έγγαμος σχέση του. Σύμφωνα ακόμη με τον Ενάγοντα, η ικανότητα του για άσκηση της πριν του ατυχήματος εργασίας του μειώθηκε και/ή αποκλείστηκε με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί η εισοδηματική κατάσταση του και να υφίσταται για το υπόλοιπο της ζωής του ζημιές και απώλειες. Ο Ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι για την υπόλοιπη ζωή του δεν θα μπορέσει ποτέ να απολαύσει τα ενδιαφέροντα και δραστηριότητες του (χόμπι) τα οποία του προσέφεραν ηρεμία, απόλαυση και βελτίωναν τόσο την σωματική όσο και την ψυχική υγεία του. Επιπροσθέτως, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνεπεία των τραυμάτων του έχει περιέλθει σε απομόνωση και απραξία και γενικά η καθημερινή ζωή του έχει επηρεαστεί αρνητικά. Λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών, εξόδων και τραυμάτων και απωλειών εκτίθενται υπό τα σημεία (α) μέχρι (φ) καθώς και υπό τα σημεία (Α) μέχρι (Ε) υπό τον υπότιτλο 'Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών' στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι, αφού παραδέχονται το τότε νομικό καθεστώς τους και το ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγοντας εργοδοτείτο στην υπηρεσία των Εναγομένων αλλά και το ότι περί τις 20.09.04 υπέστη τραυματισμό ενώ εργαζόταν για λογαριασμό των Εναγομένων οι στα πλαίσια ανάληψης υποχρέωσης για τοποθέτηση παραθύρων αλουμινίου στην ξενοδοχειακή σχολή Λεμεσού στα Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα και/ή παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από τα σημεία (α) μέχρι (ζ) της παραγράφου 10 της υπεράσπισης. Περαιτέρω ή διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι, αφού απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς που ο Ενάγοντας επικαλείται μέσα από τις λεπτομέρειες αμέλειας και την κατ' ισχυρισμό παράβαση καθηκόντων που απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς αλλά και την θέση του Ενάγοντα ότι υπέστηκε σωματικές βλάβες και ζημιές, αποδίδουν την πρόκληση του ατυχήματος στην απώλεια ισορροπίας και/ή ολίσθημα και/ή πτώση της σκάλας που οφειλόταν σε παράγοντες και λόγους που δεν σχετίζονται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των Εναγομένων. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι οι σωματικές βλάβες η μέρος αυτών που επικαλείται ο Ενάγοντας προϋπήρχαν του επίδικου ατυχήματος. Οι Εναγόμενοι ακόμη αρνούνται ότι ο Ενάγοντας υπέστηκε οποιαδήποτε μόνιμη και/ή μερική ανικανότητα και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας είναι ικανός να εκτελεί την πριν από του ατυχήματος εργασία του και/ή οποιαδήποτε εργασία και/ή οποιεσδήποτε αθλητικές και/ή καθημερινές και/ή άλλες δραστηριότητες. Παραδεκτά Γεγονότα: Με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων, τα πιο κάτω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων στην παρούσα αγωγή: - Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι Εναγόμενοι ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με μεταλλικές κατασκευές και με έδρα την Λεμεσό. - Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο Ενάγοντας εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων και ήταν εργοδοτούμενος τους. - Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι Εναγόμενοι δυνάμει εργολαβίας ή υπεργολαβίας ή άλλως πως ανέλαβαν την προμήθεια, τοποθέτηση και εφαρμογή αλουμινένιων παραθύρων, πλαισίων από αλουμίνιο, αλουμινένιες θύρες και παράθυρα από άλλο υλικό σε κτίριο που βρίσκεται στα Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού και στο οποίο εδρεύσει και ασκεί τους σκοπούς της η Ξενοδοχειακή Σχολή Λεμεσού. - Στις 20.09.04 και ενώ ο Ενάγοντας εργαζόταν προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγομένων σαν υπάλληλος αυτών υπέστηκε τραυματισμό συνεπεία εργατικού ατυχήματος που είχε. Τα πιο πάνω παραδεχτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αυτόματα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του. Επιπλέον, εάν και εφόσον κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο διαπιστώσει περαιτέρω παραδοχές καθώς επίσης μη αμφισβητήσεις επί οποιονδήποτε θέσεων ενός διαδίκου από τον άλλο τότε αυτά θα αποτελούν επίσης μέρος των ευρημάτων του στα πλαίσια έκδοσης της παρούσας απόφασης. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε τρεις μάρτυρες, ήτοι τον εαυτό του (ΜΕ1), τον φυσίατρο-αθλητίατρο Δρ. Νικόλα Χριστοδούλου (ΜΕ2) και τον ορθοπεδικό-χειρούργο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού Δρ. Χριστόφορο Σολομωνίδη (ΜΕ3). Οι δε Εναγόμενοι προς υπεράσπιση τους παρουσίασαν επίσης τρεις μάρτυρες και συγκεκριμένα τον ειδικό ορθοπεδικό χειρούργο και τραυματολόγο Δρ. Ηλία Γεωργίου (ΜΥ1), τον Γιάννο Ιωάννου (ΜΥ2) υπάλληλο των Εναγομένων και τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους (ΜΥ3) διευθυντή των Εναγομένων. Παράλληλα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 8 τεκμήρια. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. ΜΕ1 ήταν ο Ενάγοντας, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 20.09.04 που το ατύχημα συνέβηκε εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων όπου εφάρμοζε αλουμίνια σε θύρες και παράθυρα κτιρίων. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, την ημέρα του ατυχήματος εργαζόταν σε έργο στην ξενοδοχειακή σχολή Λεμεσού όταν σε κάποια στιγμή που τοποθετούσε μία θύρα σε σιδερένιο πλαίσιο έλαβε οδηγίες από τον προϊστάμενο του Πάμπο να μεταβεί μόνος του και να τοποθετήσει σιλικόνη σε παράθυρο στον δεύτερο όροφο του κτιρίου χρησιμοποιώντας σκάλα. Όπως ο Ενάγοντας είπε, οι Εναγόμενοι δεν διέθεταν ανυψωτικό μηχάνημα και ούτε στην περίπτωση αυτή υπήρχε άλλο άτομο να βαστούσε την σκάλα στην οποί αυτός θα ανέβαινε, πράγμα που συνηθιζόταν άλλες φορές. Εδώ από μόνος του στερέωσε την σκάλα στο έδαφος, της οποίας τα άκρα ήταν με πλαστικό και όχι με λάστιχο. Ανέβηκε με αυτή στον δεύτερο όροφο μεταξύ τοίχου και παραθύρου για να τοποθετήσει σιλικόνη. Σε μια στιγμή γλίστρησε και έπεσε στο έδαφος. Το αριστερό πόδι του, ο σπόνδυλος και τα οπίσθια του προσέκρουσαν σ' ένα σκαλοπάτι. Μεταφέρθηκε στις πρώτες βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου νοσηλεύτηκε για 2 ημέρες. Έτυχε ιατρικής εξέτασης από τον εκεί ορθοπεδικό-χειρούργο Δρ. Χριστόφορο Σολομωνίδη, του οποίου το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 20.04.05 κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία σαν Τεκμήριο
- Έτυχε ακόμη ιατρικής εξέτασης από τους ιατρούς Δρ. Χρίστο Αρχοντούς και Δρ. Νικόλα Χριστοδούλου, των οποίων τα ιατρικά πιστοποιητικά ημερομηνίας 10.11.05 και 14.03.06 αντίστοιχα κατατέθηκαν στην παρούσα διαδικασία σαν Τεκμήριο 2 και
- Περαιτέρω, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι συνεπεία του ατυχήματος αισθανόταν πόνους ενώ επηρεάστηκε και η ζωή του. Ειδικότερα είπε δεν είναι σε θέση να βαδίζει φυσιολογικά ενώ για τη διεκπεραίωση βασικών αναγκών και υποχρεώσεων του απαιτείται βοήθεια από άλλο άτομο. Πριν από το ατύχημα ασχολείτο με τα αθλήματα της πάλης και του ποδοσφαίρου 2 φορές την εβδομάδα ενώ τώρα δεν μπορεί να ασκήσει τα εν λόγω ενδιαφέροντα του. Επίσης, κατά τον Ενάγοντα, ένεκα του ατυχήματος επηρεάστηκε η σεξουαλική επίδοση του με αποτέλεσμα να διακοπεί η έγγαμη σχέση του με τη σύζυγο του και να ζει σήμερα μαζί με τον υιό του. Επίσης, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι πριν από το ατύχημα λάμβανε καθαρές εβδομαδιαίες απολαβές €100,00 σαν εργάτης ενώ μετά το ατύχημα εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης (part-time) με μέσο όρο καθαρό μηνιαίο μισθό €350,
- Υπολογίζει ακόμη ότι αν ασκούσε σήμερα το επάγγελμα του εργάτη θα λάμβανε καθαρό μηνιαίο μισθό €1.000,
- Σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα του, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι πλήρωσε το ποσό των €500,00 στον Δρ. Χριστοδούλου και το ποσό των €200,00 στον Δρ. Αρχόντους. Ακόμη ο Ενάγοντας είπε ότι πληρώνει φάρμακα που χρησιμοποιεί ενώ αναμένεται να υποστεί στο μέλλον σε εγχείρηση στο εξωτερικό επειδή αυτή δεν μπορεί να γίνει στο νοσοκομείο, το κόστος της οποίας όμως δεν ήταν σε θέση να υποδείξει. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι χρειάζεται εγχείριση στο πόδι επειδή έχει κομμένο κόκκαλο σε ζώνη με πολλά νεύρα. Στρεφόμενος στο θέμα του σπονδύλου παραδέχτηκε ότι πριν από το ατύχημα και συγκεκριμένα από το 2002 αντιμετώπιζε πρόβλημα χωρίς αυτό να του δημιουργεί εμπόδιο στην εργασία, το οποίο όμως χειροτέρεψε με το ατύχημα. Σε σχέση με το πρόβλημα του σπονδύλου του ο Ενάγοντας ανάφερε ότι επισκέφτηκε 4 φορές τον Δρ. Αρχοντούς πριν από το ατύχημα. Ακολούθως, ο Ενάγοντας δήλωσε ότι μετά το ατύχημα επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων μέχρι που κτύπησε το μάτι του ένα γυαλί και σε συνάρτηση με το ότι δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται λόγω του ποδιού του αφού ο Δρ. Αρχοντούς του είπε να μην πιάνει βάρος, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από εργοδοτούμενος των Εναγομένων. Ωστόσο απέρριψε την θέση των Εναγομένων ότι ο λόγος που έφυγε από την υπηρεσία των Εναγομένων ήταν επειδή δεν του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια για το ατύχημα που είχε με το μάτι του. Ερχόμενος στο θέμα των φαρμάκων, ο Ενάγοντας δήλωσε ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής τους. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι το πόδι του που ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε από το επίδικο ατύχημα υπέστηκε στο παρελθόν κάταγμα στο δεύτερο μετατάρσιο οστό, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τις αναφορές επ' αυτού από τα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Χριστόφορου Σολομωνίδη (Τεκμήριο 1) και του Δρ. Χρίστου Αρχοντούς (Τεκμήριο 2) αλλά και από την ιατρική έκθεση ημερομηνίας 24.10.05 του Δρ. Διαμαντή, την οποία αφού αναγνώρισε κατάθεσε στην διαδικασία αυτή ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο Ενάγοντας σημείωσε πως μετά τη λήξη της περιόδου υπογραφής ως άνεργος αλλά χωρίς να θυμάται πότε ακριβώς εργοδοτήθηκε ως φρουρός ασφάλειας στην εταιρεία Final Line υπό το καθεστώς της μερικής απασχόλησης (part time). Αναφερόμενος στα γεγονότα που κατά τη γνώμη του περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι το εν λόγω ατύχημα συνέβηκε το μεσημέρι και συγκεκριμένα μεταξύ 13:00-15:
- Όπως συνέχισε να περιγράφει, ακριβώς πριν από το ατύχημα στο χώρο εργασίας βρίσκονταν ο ίδιος και ακόμη 2 άτομα οι οποίοι τοποθετούσαν ένα σιδερένιο πλαίσιο σε μία θύρα. Όταν την τοποθέτησαν ο προϊστάμενος της ομάδας του είπε να πάει και να βάλει σιλικόνη από ύψος δευτέρου ορόφου, δηλαδή 5-6 μέτρα και σε απόσταση 15 μέτρων περίπου από εκεί που εργαζόταν, χωρίς να έχει οπτική επαφή οποιουδήποτε συναδέλφου του. Όταν το ατύχημα συνέβηκε δεν υπήρχε άλλο άτομο μαζί του. Όσον αφορά τη σκάλα που χρησιμοποίησε για να εκτελέσει την οδηγία του προϊσταμένου του, ήταν αλουμινίου και όχι πτυσσόμενη ή ανοιγόμενη και με πλαστικά σφραγίσματα στη βάση της, πράγμα που την έκανε να γλιστρά ευκολότερα. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, με το που συνέβηκε το ατύχημα προς το τέλος της ημέρας ανάμενε τους άλλους συναδέλφους του να φορτώσουν το αυτοκίνητο και μετά μετέβηκαν στο εργοστάσιο. Ο δε προϊστάμενος του τότε προθυμοποιήθηκε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο αλλά ο ίδιος ο Ενάγοντας αρνήθηκε λέγοντας του ότι μπορούσε να μεταβεί και μόνος του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 ημερομηνίας 10.11.05, ο Ενάγοντας εξετάστηκε από τον Δρ. Χρίστο Αρχοντούς, ορθοπεδικό χειρούργο, ο οποίος διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας υποφέρει από: (α) Χρόνια μετατραυματική οσφυαλγία-ισχιαλγία αμφοτερόπλευρη και (β) Χρόνια ταρσο-μεταταρσάλγια λόγω κατάγματος της βάσεως δευτέρου μετατάρσου. Όπως ο εν λόγω ιατρός σημειώνει, εξέταση της οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και μαγνητικής τομογραφίας του αριστερού ποδιού κατέδειξαν ότι δισκοπάθεια, κήλη και κάταγμα, συνεπεία των οποίων συστήνει στον Ενάγοντα ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την συγκεκριμένη εργασία του ή να αναλάβει οποιαδήποτε βαριά χειρονακτικής φύσεως εργασία ή εργασία που να απαιτεί μακρά ορθοστασία. Παράλληλα, σύμφωνα με ελεύθερη μετάφραση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4 ημερομηνίας 24.10.05 ο Ενάγοντας εξετάστηκε από τον Δρ. Διαμαντή, ειδικό ραδιολόγο, ο οποίος διέγνωσε ένα μικρό κομμάτι οστού στη βάση του δευτέρου μεταταρσίου οστού ως αποτέλεσμα παλαιής απόσπασης. Ακόμη ο εν λόγω ιατρός εντόπισε μικρή ποσότητα νερού στην περιοχή ενώσεως του γονάτου με τις μετατάρσο-φαλαγγικές αρθρώσεις. Επίσης, ο Δρ. Διαμαντής διέγνωσε ότι οι συνδέσμοι και οι τένοντες παρέμειναν άθικτοι. Τα δε οστά εκπέμπουν κανονικά σημάδια και δεν δείχνουν ανάκαμψη παθολογικών σημείων περιλαμβανομένου ιδιαίτερα της κεφαλής του δεύτερου μεταταρσίου οστού. ΜΕ2 ήταν ο φυσίατρος-αθλητίατρος Δρ. Νικόλας Χριστοδούλου που ασκεί την ιδιότητα του από το 1985 και αντιμετώπισε πάρα πολλές περιπτώσεις όπως αυτή του Ενάγοντα. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που ο ίδιος έκδωσε (Τεκμήριο 3) και αφορούσε τον Ενάγοντα, τον οποίο εξέτασε στις 20.02.06 και έκτοτε τον παρακολουθούσε με τελευταία ημερομηνία εξέτασης την 08.11.
- Καταγράφει δε όλα τα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα κατόπιν κλινικής εξέτασης του Ενάγοντα, ακτινολογικού ελέγχου αριστερού ποδιού και οσφύος, αξονικής τομογραφίας οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης καθώς και μαγνητικής τομογραφίας αριστερού ποδιού στο Τεκμήριο 3, στο οποίο και παραπέμπω. Στη δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο ο εν λόγω ιατρός ανάφερε ότι ο Ενάγοντας προσήλθε στο ιατρείο του χωλαίνοντας και παρουσιάζοντας έντονη αριστερά οσφυαλγία. Επίσης είπε ότι ο Ενάγοντας αισθανόταν έντονο πόνο στην περιοχή του πέλματος του αριστερού ποδός συνοδευόμενο από οίδημα στην περιοχή του αστραγάλου και της βάσης των μεταταρσίων του αριστερού ποδός. Κατόπιν εξεταστικής βάδισης διαπιστώθηκε σοβαρό πρόβλημα στην αλληλουχία των κινήσεων με βραχύχρονη επώδυνη φάση στήριξης επί του αριστερού ποδιού. Ο Ενάγοντας προσκόμισε μαγνητική εξέταση αριστερού ποδιού (MRI) η οποία έδειξε την ύπαρξη ελεύθερου οστικού τεμαχίου στη βάση του πρώτου μεταταρσίου οστού προς τα κάτω που δικαιολογούσε τον πόνο κατά τη στήριξη στο αριστερό πόδι. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, το ελεύθερο οστικό τεμάχιο είναι αποτέλεσμα της κάκωσης που υπέστηκε στην περιοχή και δεν υπήρξε πώρωση του κατάγματος. Είναι ακόμη η ιατρική θέση του ΜΕ2 ότι η φύση του επιδίκου εργατικού ατυχήματος σε συνδυασμό με την μη πώρωση του κατάγματος του μεταταρσίου η οποία αναγκάζει τον Ενάγοντα να βαδίζει χωλαίνοντας αφού πιέζουν κατά τη στήριξη του αριστερού ποδιού το παρακείμενο μετατάρσιο νεύρο προκαλώντας ταυτόχρονα έντονο πόνο, επιδείνωσε το πρόβλημα που αντιμετώπιζε πριν από το ατύχημα στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης (οσφυαλγία). Όπως ο εν λόγω ιατρός εξήγησε, μπορεί να γίνει χειρουργική αφαίρεση του ελεύθερου οστικού τεμαχίου με αρκετούς κινδύνους λόγω της γειτνίασης του με νεύρο, το κόστος της οποίας κατά το έτος 2006 ανερχόταν σε €2.562,90 (ισότιμο σε Λ.Κ.1.500,00). Ακολούθως θα χρειαστεί θεραπεία αποκατάστασης που θα περιλαμβάνει αναρρωτική άδεια, φυσιοθεραπεία και κινησιοθεραπεία, το κόστος των δύο τελευταίων ανέρχεται σε άλλα €2.562,90 (ισότιμο σε Λ.Κ.1.500,00). Περαιτέρω, ο ΜΕ2 είπε ότι ο Ενάγοντας θα μπορεί να εκτελεί διάφορες λειτουργίες ή επαγγέλματα από καθιστική θέση και όχι το επάγγελμα του εργάτη που ασκούσε πριν από το ατύχημα. Όσον αφορά τα έξοδα του σε σχέση με την ιατρική παρακολούθηση και έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού, ο ιατρός αυτός τα καθόρισε σε €512,00 (ισότιμο σε Λ.Κ.300,00) τα οποία δεν έχει πληρωθεί από τον Ενάγοντα. Τα δε έξοδα παρουσίασης του στο Δικαστήριο για κατάθεση μαρτυρίας προσδιόρισε σε €200,
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το Τεκμήριο 3 εκδόθηκε μετά από κλινική εξέταση του Ενάγοντα, μετά από ενδελεχή μελέτη των παρακλινικών εξετάσεων και εκτίμηση της κατάστασης του και επηρεασμός στη ζωή και εργασία του. Είναι η θέση του ΜΕ2 ότι με βάση τον παρακλινικό έλεγχο που είχε στη διάθεση του και τον κλινικό έλεγχο που ο ίδια έκανε στον Ενάγοντα, ο τελευταίος δεν μπορεί μετά τις κακώσεις που υπέστηκε στο ατύχημα να συνεχίσει να ασκεί το επάγγελμα του εργάτη που προϋποθέτει χειρονακτικές εργασίες. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 η φύση του ατυχήματος δικαιολογεί την επιδείνωση αυτών των προβλημάτων και ο παρακλινικός έλεγχος δείχνει ότι με την ύπαρξη κηλών μεταξύ των μεσοσπονδυλίων δίσκων δυνητικά μπορεί να χειροτερέψει την κατάσταση του ασθενή. Όπως ο εν λόγω ιατρός επισήμανε, ένεκα του ατυχήματος δεν αποκλείεται η επιδείνωση των προϋπαρχόντων προβλημάτων, όπως αυτής στον σπόνδυλο. Ο εν λόγω ιατρός όμως παραδέχτηκε ότι παρόλο που ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει προϋπάρχον πρόβλημα δισκοπάθειας, εντούτοις ο ίδιος δεν το ανάφερε στο Τεκμήριο 3 επειδή δεν του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα. Επιπλέον, ο ΜΕ2 δήλωσε πως ο παρακλινικός έλεγχος και η ιατρική εξέταση που έκανε στον Ενάγοντα ήταν αρκετά για την έκδοση του Τεκμηρίου
- Ο δε Ενάγοντας, όπως ο ΜΕ2 είπε, δεν τον επισκέφτηκε για να τον θεραπεύσει αλλά για να λάβει την υπεύθυνη επιστημονική του γνώση. Σε αντίθεση με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων, ο μάρτυρας αυτός δήλωσε ότι ο ακτινολογικός έλεγχος που έγινε στον Ενάγοντα την ημερομηνία του ατυχήματος, ήτοι στις 20.09.04, έδειξε πως υπήρχε πρόσφατο κάταγμα. Ερχόμενος στο κόστος της μελλοντικής εγχείρησης, ο ΜΕ2, αφού απέρριψε τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι τα περί δυσκολίας μιας τέτοιας επέμβασης δεν εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας και της εμπειρογνωμοσύνης του, ανάφερε ότι αποτάθηκε και πληροφορήθηκε το ύψος της από την Πολυκλινική 'Υγεία'. Εξηγώντας το πεδίο δράσης της ειδικότητας του, ο ΜΕ2 εξήγησε ότι αυτή ασχολείται με οποιαδήποτε κάκωση και πάθηση που δημιουργεί προβλήματα στην κίνηση του ανθρωπίνου σώματος καθώς και με προβλήματα αναπηριών. ΜΕ3 ήταν ο ορθοπεδικός-χειρούργος Δρ. Χριστόφορος Σολομωνίδης που μέχρι το 2009 εργαζόταν ως κυβερνητικός ιατρός στα Γενικά Νοσοκομεία Λεμεσού και Πάφου και έκτοτε ιδιωτεύει, ο οποίος υιοθέτησε το ιατρικό πιστοποιητικό που έκδωσε στις 20.04.05 (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του με τη διόρθωση ότι η αναφορά για κάταγμα αφορά το 2ο μετατάρσιο και όχι το 5ο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ο ακτινολογικός έλεγχος που έγινε στον Ενάγοντα έδειξε κάταγμα στη βάση του 2ου μεταταρσίου (ως η σχετική διόρθωση) ενώ η αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ήταν αρνητική για κάταγμα. Ως αποτέλεσμα του τραύματος τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό πόδι και ο Ενάγοντας εισήχθηκε στο ορθοπεδικό τμήμα για παρακολούθηση. Στις 22.09.10 εξήλθε του νοσοκομείου. Η μετατραυματική του πορεία χαρακτηρίστηκε ομαλή. Ο γύψινος νάρθηκας αφαιρέθηκε από το αριστερό πόδι στις 20.10.04 ενώ δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 23.12.
- Η τελευταία εξέταση έγινε στις 18.01.05 όπου δόθηκαν ιατρικές διαβεβαιώσεις στον Ενάγοντα ότι τα αναμενόμενα ενοχλήματα πόνου που αυτός αισθανόταν μετά από ορθοστασία και κόπωση θα υποχωρούσαν με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον στη δια ζώσης μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας μπορεί να περπατά και να κάνει ορθοστατική εργασία αλλά θα αισθάνεται πόνο. Ακόμη κατά την εκτίμηση του εν λόγω ιατρού είναι δύσκολο στην παρούσα κατάσταση ο Ενάγοντας είτε να ασκεί το επάγγελμα του εργάτη είτε να ανεβαίνει σκάλες είτε να παίζει ποδόσφαιρο είτε να τρέχει. Με την κλινική και νευρολογική εξέταση του Ενάγοντα ο ΜΕ3 διαπίστωσε δυσκαμψία στις κινήσεις και στοιχεία που δείχνουν να επηρεάζονται οι νευρικές ρίζες που αναδύονται από την σπονδυλική στήλη και κατευθύνονται προς τα κάτω άκρα και ειδικότερα προς το αριστερό πόδι. Μελετώντας δε τις μαγνητικές τομογραφίες που ο Ενάγοντας έκανε κατά καιρούς, ο Δρ. Σολομωνίδης εντοπίζει στην περιοχή κοίλες μεσοσπονδυλίου δίσκου. Παράλληλα, ο ΜΕ3 συμφώνησε ότι ο ακτινολογικός έλεγχος που έγινε στον Ενάγοντα πριν από το ατύχημα του δείχνει ότι είχε προβλήματα με την οσφυϊκή μοίρα του και συγκεκριμένα χρόνια οσφυαλγία και ισχιαλγία. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό, η πτώση από ύψος προκάλεσε στον Ενάγοντα κάκωση σε όλους τους ιστούς της περιοχής. Όπως επίσης ο ΜΕ3 ανάφερε, ο Ενάγοντας ανέπτυξε μετατραυματική οσφυαλγία και ισχυαλγία στο πόδι. Περαιτέρω, επειδή το κάταγμα στο αριστερό πόδι είναι στην κορυφή της ποδικής καμάρας ο Ενάγοντας αισθάνεται μετατραυματικό πόνο μετά από ορθοστασία. Στρεφόμενος στα σημερινά έξοδα του ανάφερε ότι αυτά ανέρχονται στο ποσό των €200,
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ3 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως το Τεκμήριο 1 καταγράφει την ιατρική εικόνα του Ενάγοντα μέχρι τις 18.01.05 που ήταν η τελευταία φορά που τον εξέτασε. Ο ίδιος δεν θυμάται πόσες ακτινογραφίες έλαβε από τον Ενάγοντα στις 20.09.04 που τον εξέτασε για πρώτη φορά ούτε αν εκείνη την ημέρα τον είχε ρωτήσει αν είχε προηγούμενο ιστορικό τραυματισμών ή καταγμάτων. Επίσης, ο εν λόγω ιατρός συμφώνησε ότι στο Τεκμήριο 1 δεν σημειώνει κατά πόσο στις 20.09.04 έλαβε το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα. Δεν αποκλείει την πιθανότητα ο ΜΕ3 να γνώριζε στις 20.09.04 ότι ο Ενάγοντας είχε πρόβλημα με οσφυαλγία πριν από το επίδικο ατύχημα. Εν πάσει περιπτώσει, όταν ο ίδιος εξέτασε τον Ενάγοντα την 01.03.13 ως ιδιώτης ιατρός είχε την ευκαιρία και είδε την αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης που λήφθηκε πριν από το επίδικο ατύχημα μέσα από την οποία υπήρχε κοίλη μεσοσπονδυλίου δίσκου στην περιοχή. Όμως ο εν λόγω ιατρός δεν θυμάται τι κατέδειξε η αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ημερομηνίας 20.09.04, αλλά γνωρίζει ότι ήταν αρνητική σε κατάγματα. Άφησε ωστόσο ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτά τα προϋπάρχοντα προβλήματα να φαίνονταν στην αξονική τομογραφία που έγινε στις 20.09.
- Ακολούθως, ο ΜΕ3 δήλωσε πως δεν κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί αναρρωτική άδεια μετά τις 23.12.04 ενώ θυμάται ότι ο Ενάγοντας του είχε αναφέρει δούλευε σε αλουμίνια και ότι είχε πέσει από σκάλα. Σύμφωνα με τον ιατρό αυτό ουδέποτε είπε στον Ενάγοντα ότι χρειάζεται εγχείρηση στο πόδι που δεν μπορούσε να γίνει στην Κύπρο. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατάθεσε ως πρώτος μάρτυρας ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου, ειδικός ορθοπεδικός χειρούργος-τραυματιολόγος (ΜΥ1), ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα στις 13.12.05 και στις 20.04.
- Σε σχέση την πρώτη εξέταση ετοίμασε σχετική ιατρική έκθεση ημερομηνίας 23.12.05 την οποία κατάθεσε σαν Τεκμήριο 5, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Όσον αφορά την δεύτερη εξέταση ετοίμασε συμπληρωματική ιατρική έκθεση ημερομηνίας 13.05.10 την οποία κατάθεσε σαν Τεκμήριο 6, το περιεχόμενο της οποίας επίσης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Μέσα από το Τεκμήριο 5 καταγράφοντα τα εξής κλινικά ευρήματα και ιατρικά συμπεράσματα στη βάση συνδυασμού κλινικής εξέτασης που έκανε στον Ενάγοντα, δεδομένων και στοιχείων που έλαβε υπόψη καθώς και αναλυτικής πορείας κατάληξης και ιατρικού σκεπτικού που εφάρμοσε προερχόμενο από ιατρική έρευνα αλλά και μελέτη του ιστορικού του Ενάγοντα: (α) Εντοπίστηκε μικρό αποσπασματικό κάταγμα που αφορά τη βάση του δεύτερου μεταταρσίου. (β) Ο Ενάγοντας βαδίζει φυσιολογικά χωρίς χωλότητα. (γ) Η κινητικότητα του αριστερού ποδιού, δαχτύλων και ποδοκνημικής άρθρωσης είναι πλήρης. (δ) Απουσία παραμόρφωσης ή πάχυνσης μαλακών μορίων. (ε) Απουσία μυϊκής ατροφίας του αριστερού κάτω άκρου. (στ) Απουσία οποιασδήποτε μορφής λειτουργικού κατάλοιπου που να καθιστά τον Ενάγοντα ανίκανο προς επιτέλεση οποιασδήποτε μορφής επαγγέλματος. Μέσα από το Τεκμήριο 6 καταγράφονται τα εξής κλινικά ευρήματα και ιατρικά συμπεράσματα στη βάση κλινικής εξέτασης που έκανε στον Ενάγοντα, δεδομένων και στοιχείων που έλαβε υπόψη καθώς και αναλυτικής πορείας κατάληξης και ιατρικού σκεπτικού που εφάρμοσε προερχόμενο από ιατρική έρευνα αλλά και μελέτη του ιστορικού του Ενάγοντα:
(1)Επαναλαμβάνει τα ίδια ευρήματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5.
(2)Φυσιολογικό εύρος κίνησης της οσφύος.
(3)Απουσία σπαστικότητας των παρασπονδυλίων οσφυϊκών μυών ή ευαισθησίας.
(4)Το σημείο ανύψωσης του ευθειασμένου κάτω άκρου βρίσκεται σε φυσιολογικά πλαίσια τόσο αριστερά όσο και δεξιά.
(5)Τα αντανακλαστικά των γονάτων και ποδοκνημικών παρουσιάζονται φυσιολογικά.
(6)Απουσία μυϊκής ατροφίας κατά την συγκριτική επιμέτρηση της μυϊκής μάζας του δεξιού και αριστερού κάτω άκρου.
(7)Ο Ενάγοντας δεν υπέστηκε τραυματισμό στην οσφύ και κατ' επέκταση δεν υπέστηκε μετατραυματική δισκοπάθεια. Στη δια ζώσης μαρτυρία της κυρίως εξέτασης του ο ΜΥ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το κάταγμα που εντοπίζεται στη βάση του δεύτερου μεταταρσίου είναι μικρό, εξωαρθρικό και αποσπαστικό με μέγεθος μικρότερο του κόκκου φακής. Επ' αυτού ο εν λόγω ιατρός κατάθεσε 2 ακτινογραφίες ως Τεκμήρια 7 και
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1, ανάμεσα σ' άλλα, διαφώνησε με το συνήγορο του Ενάγοντα ότι το Τεκμήριο 7 φέρει σίγουρα ημερομηνία 02.11.04 λέγοντας ότι πιθανή ημερομηνία λήψης του μπορεί να είναι η 04.11.
- Περαιτέρω, είναι η ιατρική θέση του Δρ. Γεωργίου ότι το κάταγμα που γίνεται αναφορά στα Τεκμήρια 5 και 6 είναι αποσπαστικό επειδή αποσπάστηκε ένα μικρό τεμάχιο οστού από τη θέση του μικρότερου του κόκκου φακής χωρίς παράλληλα εύρημα για απόσπαση χόνδρου. Κατά τον μάρτυρα είναι εξωαρθρικό κάταγμα που δεν δικαιολογεί μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα επειδή δεν καταγράφεται ως ενδοαρθρικό σε κανένα ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο αλλά μόνο σαν κάταγμα βάσης χωρίς αναφορά από τους άλλους θεράποντες ιατρούς στην πρόγνωση τους για επιπλοκή της οστεοαρθρίτιδας, επειδή οι ακτινογραφίες το απεικονίζουν ως τέτοιο και επειδή ο ειδικός ακτινολόγος-ραδιολόγος που προέβηκε σε εξειδικευμένη εξέταση μαγνητικής τομογραφίας δεν το κατατάσσει στην κατηγορία του ενδοαρθρικού. Σύμφωνα με τον ΜΥ1, πρόκειται για ένα μικρό κάταγμα που είναι το συνηθέστερο είδος που παρατηρείται στο ανθρώπινο σώμα και δεν δικαιολογεί αναπηρίες. Επίσης, είναι η θέση του ΜΥ1 ότι ο Ενάγοντας δεν παρουσιάζει μετατραυματική ή τραυματική οσφυϊκή δισκοπάθεια (κοίλη δίσκου) επειδή από το ιατρικό ιστορικό του δεν καταγράφονται κλινικά ευρήματα δυσκαμψίας και μυϊκού σπασμού που προκαλούνται σε περίπτωση τραυματισμού καθώς και για κλινικά ευρήματα ελαττωμένου μέσου ανύψωσης του ευθειασμένου κάτω άκρου όπως και ουδεμία αναφορά για μείωση ή κατάργηση αντανακλαστικών των κάτω άκρων. Συνεπώς, όπως ο εν λόγω ιατρός εξήγησε, δεν υπάρχουν τα χαρακτηριστικά που θα αποκάλυπταν την ύπαρξη τέτοιας τραυματικής δισκοπάθειας και ο ΜΥ1 καταγράφει στις σελίδες 7 και 8 του Τεκμηρίου
- Η δε στένωση μεσοσπονδυλίου διαστήματος χρήζει πολλών ετών για να δημιουργηθεί και να απεικονιστεί σε ακτινολογικές εξετάσεις. Επανεξεταζόμενος ο ΜΥ1 διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη μετατραυματική περίοδος είναι διάρκειας 3 εβδομάδων. Με την τοποθέτηση του μέλους σε νάρθηκα ο πόνος μειώνεται διότι δεν γίνονται κινήσεις, πλην όμως υπάρχει η ταλαιπωρία της παρουσίας του γύψινου νάρθηκα στο πόδι του Ενάγοντα. Με την αφαίρεση του γύψινου νάρθηκα ακολουθεί μία άλλη περίοδος 3 εβδομάδων περίπου που επιβάλλονται ασκήσεις κίνησης και ανάκτησης της κινητικότητας του ποδιού. Με την επούλωση του κατάγματος και αποκατάσταση της κινητικότητας δημιουργείται κατά τους πρώτους 6-8 μήνες μια ήπια ένταση, ενόχληση κάτω από συνθήκες παρατεταμένης ορθοστασίας ή βάδισης σε ανώμαλο έδαφος, ενοχλήματα τα οποία υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου. ΜΥ2 ήταν ο Γιάννος Ιωάννου, συνάδελφος του Ενάγοντα όταν ο τελευταίος εργαζόταν το έτος 2004 στους Εναγομένους. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ατύχημα συνέβηκε το πρωί της 20.09.04 στην αρχή της εργασίας τους στην Ξενοδοχειακή Σχολή Λεμεσού. Εκείνο το πρωί έφθασαν στο μαγαζί των Εναγομένων περί ώρα 07:30 και χρειάστηκαν γύρω στη μισή ώρα για να φορτώσουν τα απαραίτητα σύνεργα και υλικά που θα τους επέτρεπαν να εργαστούν στην πιο πάνω σχολή. Στη συνέχεια πήγαν στο χώρο εργασίας στην εν λόγω σχολή με το ταξίδι της μετάβασης τους να διαρκεί 10-15 λεπτά. Αμέσως ο εν λόγω μάρτυρας ξεκίνησε να ξεφορτώνει το όχημα με τα σύνεργα και ήταν τότε στην αρχή της εργασίας και ειδικότερα στη διαδικασία του ξεφορτώματος και μεταφοράς των συνέργων και υλικών που το ατύχημα συνέβηκε. Ο μάρτυρας άκουσε το θόρυβο που έπεσε η σκάλα. Εκείνη τη στιγμή στο χώρο εργασίας υπήρχαν 3 άτομα και συγκεκριμένα ο ίδιος, ο Ενάγοντας και ο υπεύθυνος τους. Ερχόμενος στο θέμα χρήσης σκάλας εν ώρα εργασίας με σκοπό τη διεκπεραίωση των καθηκόντων, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι είχαν πάντοτε οδηγίες από τον υπεύθυνο τους όταν την χρησιμοποιούν να υπάρχει κάποιο άλλο άτομο για να της δίνει στήριξη αλλά ποτέ μόνοι τους. Στο σημείο που έπεσε η σκάλα βρισκόταν μόνο ο Ενάγοντας, ο οποίος ασχολείτο με ένα παράθυρο στον πρώτο όροφο από ύψος 2,5 μέτρα. Τη στιγμή του ατυχήματος κανείς δεν κρατούσε την σκάλα του Ενάγοντα ως οι οδηγίες που είχαν. Η σκάλα που ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε την ώρα του ατυχήματος ήταν αλουμινένια και τηλεσκοπική και συγκεκριμένα διπλή ανοιγόμενη. Βρισκόταν εξωτερικά του κτιρίου. Τα δε πόδια της σκάλας είχαν λάστιχα για να μην παρεκτρέπεται. Με το που έγινε το ατύχημα ο εν λόγω μάρτυρας έτρεξε αμέσως να βοηθήσει τον Ενάγοντα χωρίς όμως αυτός να τον αφήσει. Ο Ενάγοντας σηκώθηκε από μόνος του και παρόλο ότι έδειχνε ότι πονούσε συνέχισε να εργάζεται μέχρι την ώρα του μεσημεριανού διαλείμματος όπου και αναχώρησε με το αυτοκίνητο για να μεταβεί σε ιατρό. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δεν επέστρεψε στην εργασία του αλλά αυτό έγινε μετά από μερικούς μήνες. Όταν επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων μετά από αναρρωτική άδεια παρέμεινε για κάτι περισσότερο από 2 μήνες οπότε και έφυγε μετά που ένα γυαλί του έσκισε το φρύδι. Ο ΜΥ2 θυμάται ότι ο Ενάγοντας πριν από το ατύχημα φορούσε στη μέση ζώνη του γυμναστηρίου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως την ώρα που αυτός ξεφόρτωνε μαζί με τον υπεύθυνο σύνεργα σχετικά με την εργασία που θα εκτελούσε ο Ενάγοντας δεν ήταν εκεί αλλά είχε μεταβεί για εργασία σε παράθυρο σε χώρο όπου από το όχημα που ξεφόρτωνε δεν είχε οπτική επαφή με τη σκάλα που ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε. Όπως ο ΜΥ2 διευκρίνισε, στο χώρο εργασίας μετέβηκαν και οι τρεις με το ίδιο όχημα. Ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο Ενάγοντας πήγε να εκτελέσει εργασία χρησιμοποιώντας την σκάλα μετά από οδηγίες του υπευθύνου. Η εργασία όμως δεν αφορούσε την τοποθέτηση παραθύρου επειδή τα παράθυρα του κτιρίου ήταν ήδη τοποθετημένα. Τη στιγμή που άκουσε το θόρυβο τόσο ο ίδιος όσο και ο υπεύθυνος ξεφόρτωναν πράγματα από το όχημα. Σε σχέση με τη χρήση σκάλας η διαδικασία που ακολουθείτο ήταν ένα άτομο να βγαίνει πάνω στη σκάλα και ένα άλλο άτομο να την κρατά. Κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι πριν από ο ατύχημα ο Ενάγοντας φορούσε ζώνη όταν εργαζόταν για παροχή ασφάλειας στη μέση του από βάρη που έπιανε αλλά και επειδή δούλευε και σε φούρνο. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός διευκρίνισε ότι μετά που επέστρεψε στην εργασία του λόγω του ατυχήματος ο Ενάγοντας παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα και εγκατέλειψε την υπηρεσία των Εναγομένων λίγες ημέρες μετά το ατύχημα που είχε στο μάτι, χωρίς να γνωρίζει όμως αν αυτό το γεγονός ήταν ο λόγος της αποχώρησης του. ΜΥ3 ήταν ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, διευθυντής των Εναγομένων από το έτος 2000 και ένας εκ των μετόχων. Ήταν το πρόσωπο που μαζί με τον ΜΥ2 ξεφόρτωναν εργαλεία και υλικά από το όχημα όταν το ατύχημα συνέβηκε. Στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ3 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν στους Εναγομένους από τις 05.02.04 ως βοηθός τεχνίτης και με την πρόσληψη του εξηγήθηκαν οι κανόνες ασφαλείας, όπως συνέβαινε με κάθε νέο υπάλληλο. Την ημέρα του ατυχήματος ο ίδιος, ο ΜΥ2 και ο Ενάγοντας μετέβησαν περί ώρα 08:30 στο εργοτάξιο της ξενοδοχειακής σχολής με σκοπό να τοποθετήσουν πλαίσια (κουφώματα) αλουμινίου σε υπό ανέγερση κτίρια. Δεν είδε το ατύχημα αλλά άκουσε το θόρυβο της σκάλας που χτύπησε στο έδαφος. Αμέσως έτρεξε μαζί με τον ΜΥ2 και είδαν τον Ενάγοντα μαζί με τη σκάλα στο έδαφος. Όταν ρώτησε τον Ενάγοντα αυτός του είπε ότι πήγε να τοποθετήσει σιλικόνη σε παράθυρο που ήταν τοποθετημένο. Ο ίδιος όμως δεν έδωσε στον Ενάγοντα οδηγίες για κάτι τέτοιο. Το παράθυρο όπου ο Ενάγοντας προσπάθησε να τοποθετήσει σιλικόνη βρισκόταν πάνω από τη σκάλα, λίγο πιο κάτω από την οροφή του ισογείου, εξωτερικά του κτιρίου και σε ύψος 2,80 μέτρα περίπου. Η σκάλα που χρησιμοποιήθηκε ήταν πτυσσόμενη, από αλουμίνιο με λάστιχα. Οι οδηγίες που αυτός έδινε στους υπαλλήλους των Εναγομένων είναι 2 άτομα να χρησιμοποιούν την σκάλα. Στο σημείο που ο Ενάγοντας έπεσε δεν υπήρχαν ικριώματα επειδή είχαν προηγουμένως αφαιρεθεί λόγω του ότι το κτίριο ήταν έτοιμο. Στρεφόμενος στο ατύχημα ο ΜΥ3 είπε ότι όταν ο Ενάγοντας έπεσε ο ίδιος μαζί με τον ΜΥ2 τον σήκωσαν και του εισηγήθηκαν να τον μεταφέρουν στον ιατρό αλλά αυτός του είπε ότι δεν ήθελε. Ακολούθως, ο ΜΥ3 και ΜΥ2 άρχισαν την τοποθέτηση των πλαισίων αλουμινίων. Ο Ενάγοντας τους βοήθησε παρόλο ότι ο ΜΥ3 του είπε να ξεκουραστεί. Εργάστηκαν όλοι μέχρι τις 13:30 και στις 14:00 επέστρεψαν στο μαγαζί. Στις 14:00 ο Ενάγοντας και ο ΜΥ2 πήγαν να γευματίσουν. Το απόγευμα ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στην εργασία του και εκ των υστέρων ο εν λόγω μάρτυρας πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο Ενάγοντας επέστρεψε στην εργασία του στις 31.12.04 και εργάστηκε μέχρι τις 11.03.05 όπως και πριν από το ατύχημα. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, πριν από το ατύχημα ο Ενάγοντας παραπονιόταν ότι πονούσε τη μέση του λόγω της μεταφοράς αλευριού που έκανε σε φούρνο όπου εργαζόταν και για το λόγο αυτό φορούσε ζώνη στη μέση του. Στις 11.03.05 ο Ενάγοντας αποχώρησε από την υπηρεσία των Εναγομένων μετά από κτύπημα που δέχτηκε από γυαλί και αφού εκνευρίστηκε μετά που ο ΜΥ3 αμφισβήτησε το κατά πόσο δικαιολογείτο μία δεύτερη άδεια ασθενείας που χορηγήθηκε στον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μετέβησαν όλοι με το ίδιο όχημα στο εργοτάξιο για να τοποθετήσουν πλαίσια. Όταν έφθασαν άρχισαν το ξεφόρτωμα των εργαλείων και των υλικών. Το μόνο πράγμα όμως που ο Ενάγοντας ξεφόρτωσε ήταν η σκάλα την οποία μετέφερε σε κτίριο άλλο από αυτό που θα εργαζόταν με τους συναδέλφους του. Η μεταξύ τους απόσταση ήταν περίπου 10 μέτρα. Κατά τον μάρτυρα αυτό, ο χρόνος που απαιτείται για την μεταφορά της επίδικης σκάλας στο χώρο που όλοι θα εργάζονταν είναι ο ίδιος με αυτό που χρειάστηκε για να μεταφερθεί στο χώρο όπου συνέβηκε το ατύχημα. Όταν το ατύχημα συνέβηκε ο ίδιος βρισκόταν στο όχημα που γινόταν η εκφόρτωση και σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σημείο όπου ο Ενάγοντας έπεσε, χωρίς οπτική επαφή. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, ο Ενάγοντας δεν είχε οδηγίες για να τοποθετήσει σιλικόνη σε παράθυρο από ύψος 2,80 μέτρα περίπου. Ωστόσο ο εν λόγω μάρτυρας παραδέχτηκε ότι το επίδικο παράθυρο θα καλυπτόταν με σιλικόνη δια της χρήσης σκάλας. Όπως επίσης ο ΜΥ3 είπε, ο Ενάγοντας μετά το ατύχημα δεν τους ανάφερε ότι πονούσε και παρόλο ότι του πρότειναν να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο αυτός δεν επιθυμούσε. Συνέχισε δε να εργάζεται αφού πρώτα ξεκουράστηκε λίγο. Τελικές Αγορεύσεις: Ακολούθως, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν σε νομική επιχειρηματολογία μέσω γραπτών αγορεύσεων που ετοίμασαν και υπέβαλαν στο Δικαστήριο προς διευκόλυνση του και αφού τις υιοθέτησαν επεξήγησαν προφορικώς το περιεχόμενο τους. Προς νομική υποστήριξη και τεκμηρίωση των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, τα μέρη δια των συνηγόρων τους παρέχουν συνοπτικά την προσαχθείσα μαρτυρία την οποίαν η κάθε πλευρά σχολιάζει κατά την γνώμη της και καταλήγουν στα δικά τους συμπεράσματα που κατά τη γνώμη τους θα πρέπει να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο παραπέμποντας σε νομικά συγγράμματα και σε κυπριακή νομολογία. Δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων αφού αυτές βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως μέρος των επισυνημμένων εγγράφων. Οι νομικές θέσεις όμως των μερών καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους, όπως αυτή εκτέθηκε μέσα από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο Ενάγοντας (ΜΕ1), ως μάρτυρας γεγονότων, σε γενικές γραμμές είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Βασικό μέρος της μαρτυρίας του επαληθεύεται από γεγονότα που είτε δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγομένους είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών. Το επίπεδο αξιοπιστίας του παρέμεινε ανεπηρέαστο μέχρι τέλους. Κάποιες υπερβολές, ανακρίβειες και διαφοροποιήσεις που εντοπίστηκαν στην μαρτυρία του αξιολογούμενες υπό το πρίσμα ολόκληρης της μαρτυρίας του δεν είναι ικανές να του αφαιρέσουν την ταυτότητα του αξιόπιστου μάρτυρα. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο αποδέχεται μέρος της μαρτυρίας του. Σε σχέση με το κομμάτι της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν γίνεται αποδεκτό, λεπτομερής αναφορά γίνεται στη συνέχεια με το Δικαστήριο να εξηγεί το σκεπτικό του. Ειδικότερα, το ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 20.09.04 σε εργοτάξιο της Ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού είναι παραδεκτό γεγονός, πράγμα το οποίο και αποδέχομαι. Είναι ακόμη παραδεκτό γεγονός ότι την ημέρα του ατυχήματος ο Ενάγοντας εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγομένων ως υπάλληλος μέσα από την οποία βοηθούσε στην τοποθέτηση θυρών και παραθύρων και των πλαισίων αυτών σε υπό ανέγερση κτίρια, πράγμα που επίσης αποδέχομαι. Περαιτέρω, δέχομαι ότι στις 20.09.04 ο Ενάγοντας έπεσε στο έδαφος από ύψος ενώ βρισκόταν πάνω σε σκάλα η οποία σε κάποια στιγμή γλίστρησε και μετακινήθηκε κλίνοντας προς τα κάτω και δίχως αυτή να υποβαστάζεται από άλλο άτομο, ως ήταν η πρακτική και η συνήθης διαδικασία που ακολουθείτο σε περιπτώσεις χρησιμοποίησης σκάλας. Είναι ακόμη κοινό έδαφος των διαδίκων ότι το ατύχημα συνέβηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του Ενάγοντα και συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε. Αυτά είναι όλα αποδεκτά από το Δικαστήριο. Ως προς την ώρα που το ατύχημα συνέβηκε καθώς και το ύψος από το οποίο έπεσε ο Ενάγοντας στο έδαφος, δέχομαι τη θέση του ΜΥ2 (Γιάννου Ιωάννου), ενός αυτοεργοδοτούμενου ατόμου που όταν ήλθε και κατάθεσε στο Δικαστήριο δεν εκπροσωπούσε τους Εναγομένους αλλά ούτε είχε λόγο είτε να αδικήσει είτε να ωφελήσει τον Ενάγοντα, του οποίου η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι το ατύχημα προκλήθηκε το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου του έτους 2004 και συγκεκριμένα στο ξεκίνημα της εργασίας τους με την άφιξη τους στο εργοτάξιο, το δε ύψος από το οποίο ο Ενάγοντας έπεσε ενώ βρισκόταν πάνω στη σκάλα και αυτή μετακινήθηκε δεν θα μπορούσε να υπερέβαινε το διάστημα 2,50-2,80 μέτρα περίπου. Επιπλέον, αποδέχομαι την κοινή θέση των διαδίκων ότι στο χώρο εργασίας την ημέρα του ατυχήματος, δηλαδή στο εργοτάξιο της Ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού, μετέβηκαν για εργασία μέσω του ιδίου οχήματος ο Ενάγοντας, ο ΜΥ2 και ο προϊστάμενος τους Χαράλαμπος Χαραλάμπους (ΜΥ3). Χωρίς αντίκρουση από τους Εναγομένους παρέμεινε ακόμη η θέση του Ενάγοντα ότι πριν από το ατύχημα οι εβδομαδιαίες απολαβές του από την εργασία του στην υπηρεσία των Εναγομένων ως εργοδοτούμενος τους σαν εργάτης που ασκούσε τα προαναφερόμενα καθήκοντα ανερχόταν στα €170,86 (ισότιμο σε Λ.Κ.£100,00). Επίσης, δέχομαι τη θέση του Ενάγοντα ότι ο προϊστάμενος του, ΜΥ3, του έδωσε οδηγίες να πάει και να τοποθετήσει σιλικόνη σε παράθυρο χρησιμοποιώντας σκάλα χωρίς βοήθεια άλλου ατόμου αφού τόσο ο ΜΥ3 όσο και ο ΜΥ2 ήταν απασχολημένοι με την εκφόρτωση από το όχημα με το οποίο ήλθαν στο εργοτάξιο εργαλείων και υλικών που θα χρησιμοποιούσαν στη συνέχεια για την εκτέλεση της εργασίας τους, δηλαδή την τοποθέτηση θυρών, παραθύρων και των πλαισίων αυτών σε υπό ανέγερση κτίριο. Είναι λογικοφανές ότι αυτό που πραγματικά συνέβηκε να είναι μέχρις ότου ο ΜΥ2 και ΜΥ3 ξεφορτώσουν τα εργαλεία και τα υλικά της εργασίας από το όχημα και να τα μεταφέρουν στο χώρο όπου αυτή θα εκτελείτο, ο ΜΥ3 να έδωσε εντολή στον Ενάγοντα να μεταβεί αναπόφευκτα μόνος του αφού δεν υπήρχε στο χώρο άλλος υπάλληλος των Εναγομένων και να τοποθετήσει σιλικόνη σε συγκεκριμένο παράθυρο που είχε ήδη τοποθετηθεί χρησιμοποιώντας σκάλα έτσι ώστε ακολούθως όλοι μαζί να ξεκινήσουν την τοποθέτηση θυρών, παραθύρων και πλαισίων αυτών σε διαφορετικό υπό ανέγερση κτίριο, σε αντίθεση με το σενάριο που οι Εναγόμενοι δια του αντιπροσώπου τους ΜΥ3 παρουσίασαν στο Δικαστήριο με το οποίο ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας από μόνος του επέλεξε να μεταβεί στο χώρο όπου τραυματίστηκε. Πρόκειται για ένα σενάριο που δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Δεν μπορεί να γίνει πειστική η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας αποφάσισε μόνος του να εγκαταλείψει την φαινομενικά ασφαλή εργασία εκφόρτωσης αντικειμένων και να μεταβεί σε διαφορετικό χώρο για να ανέβει σε ύψος 2,50-2,80 μέτρα περίπου χρησιμοποιώντας σκάλα χωρίς βοήθεια και κατά παράβαση των οδηγιών του εργοδότη του, ένα καθ' όλα φαινομενικά επικίνδυνο εγχείρημα για τη σωματική ακεραιότητα του. Επιπροσθέτως, είναι παραδεκτό γεγονός ότι συνεπεία του εργατικού ατυχήματος ο Ενάγοντας τραυματίστηκε. Όσον αφορά όμως την πτυχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα που άπτεται της φύσης, σοβαρότητας και έκτασης των σωματικών βλαβών που υπέστηκε καθώς και των συνεπειών και επιπτώσεων που τυχόν αυτές επισύρουν, θεωρώ ότι, εφόσον απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής μαρτυρίας εξειδικευμένης σε ορθοπεδικά ζητήματα, καταλληλότερο άτομο να δώσει διαφωτιστική μαρτυρία επ' αυτού είναι ιατρός με ειδικότητα στην χειρουργική ορθοπεδική και όχι ο Ενάγοντας που απλά καταθέτει σαν μάρτυρας γεγονότων. Συνεπώς, δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Ωστόσο σαν γεγονότα αποδέχομαι τα εξής, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία του Ενάγοντα: (α) Την ημέρα του ατυχήματος ο Ενάγοντας μετέβηκε μόνος του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εκεί υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο. (β) Ο Ενάγοντας εισήχθηκε στο ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για παρακολούθηση όπου και παρέμεινε μέχρι τις 22.09.04 όταν πήρε εξιτήριο. (γ) Τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό πόδι του Ενάγοντα ο οποίος κινείτο με πατερίτσες. (δ) Ο Δρ. Χριστόφορος Σολομωνίδης ήταν ορθοπεδικός-χειρούργος που τον παρακολουθούσε, ο οποίος στις 20.04.05 έκδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. (ε) Στις 20.10.04 αφαιρέθηκε ο γύψινος νάρθηκας από το αριστερό πόδι και άρχισε φυσιοθεραπεία στο πάσχον σκέλος. (στ) Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 23.12.04. (ζ) Μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας ο Ενάγοντας επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων για κάποιο χρονικό διάστημα ασκώντας τα ίδια καθήκοντα που εκτελούσε πριν από το ατύχημα οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς. (η) Στο μεταξύ ο Ενάγοντας είχε κλινική εξέταση από τον χειρούργο-ορθοπεδικό Δρ. Χρίστο Αρχοντούς, ο οποίος έκδωσε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.1.05, καθώς και από τον φυσίατρο-αθλητίατρο Δρ. Νικόλας Χριστοδούλου, ο οποίος έκδωσε ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 14.03.06, ενώ παράλληλα έτυχε αξονική και μαγνητική τομογραφία από τον ειδικό ραδιολόγο Δρ. Διαμαντή, ο οποίος έκδωσε ιατρική έκθεση 24.10.05. (θ) Μετά την οικειοθελή αποχώρηση του από την υπηρεσία των Εναγομένων, ο Ενάγοντας εργάστηκε ως φρουρός ασφαλείας στην ιδιωτική εταιρεία Final Line Ltd. (ι) Ο Ενάγοντας κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης του σε κάποιο βαθμό αισθανόταν πόνο και υπέστηκε ταλαιπωρία. Περαιτέρω, παρατηρώ μέσα από την μαρτυρία του Ενάγοντα ότι η όλη συμπεριφορά των διαδίκων μέσα από το πλαίσιο της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου παραπέμπει σε μεταξύ τους συνομολόγηση σύμβασης εργοδότησης, πράγμα το οποίο και αποδέχομαι. Από την άλλη μέσα από την μαρτυρία του ο Ενάγοντας θίγει ζητήματα που δεν δικογραφούνται μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Ειδικότερα, η θέση ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε πρόβλημα με τον σπόνδυλο του πριν από το ατύχημα που χειροτέρεψε συνεπεία αυτού του εργατικού ατυχήματος δεν περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ως εκ τούτου με βάση τη νομολογία το θέμα αυτό δεν εξετάζεται αφού το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση επιδίκων θεμάτων που καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Πεππή
(2005)1Α Α.Α.Δ. 213). Παράλληλα, ο Ενάγοντας κρίνεται υπερβολικός σε κάποια πτυχή της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σε θέση να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια χωρίς βοηθό. Δεν αναφέρει όμως ποιος και πως τον βοηθούσε μέχρι την ημέρα της κατάθεσης του στο Δικαστήριο. Ούτε και εξηγεί πως συνάδει ο ισχυρισμός του αυτός με το γεγονός που επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων μετά τη λήξη της αναρρωτικής εργασίας του όπου και εκτελούσε ιδίας φύσεως καθήκοντα με αυτά που ασκούσε πριν από το ατύχημα του. Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι λόγω του ατυχήματος που είχε επηρεάστηκε η σεξουαλική ζωή του σε βαθμό που να αγγίζει τα όρια της ανικανότητας με αποτέλεσμα να διακοπεί η έγγαμη σχέση του με τη σύζυγο του, η οποία πλέον δεν διαμένει μαζί με τον ίδιο και τον υιό τους. Το εάν υπάρχει σεξουαλική ανικανότητα ή έστω οποιοδήποτε πρόβλημα που να επηρεάζει τη σεξουαλική ζωή του Ενάγοντα είναι θέμα εξειδικευμένης επιστημονικής μαρτυρίας από αρμόδιο επιστήμονα συναφούς ειδικότητας. Ασφαλώς το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στη σφαίρα των γνώσεων και της ειδικότητας του Ενάγοντα. Καθίσταται αντιληπτό ότι η απουσία τέτοιας επιστημονικής μαρτυρίας αφήνει μετέωρο τον εν λόγω ισχυρισμό. Ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, υπάρχει μαρτυρία προερχόμενη από τον Ενάγοντα που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η διακοπή της έγγαμης σχέσης του Ενάγοντα με τη σύζυγο του να οφείλεται στην αλλαγή των σεξουαλικών προτιμήσεων της συζύγου του Ενάγοντα και ειδικότερα στην προτίμηση εκδήλωσης σεξουαλικών σχέσεων ιδίου φύλου με αυτή. Σαφώς και το σκέλος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Στρεφόμενος στην ημέρα του ατυχήματος δεν παραγνωρίζω την δήλωση του Ενάγοντα ότι μετά το ατύχημα περίμενε τους άλλους δύο συναδέλφους του να φορτώσουν το αυτοκίνητο και να μεταβούν στο εργοστάσιο των Εναγομένων με τον προϊστάμενο του να προθυμοποιείται να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο αλλά αυτός να αρνείται λέγοντας ότι ήταν σε θέση να οδηγήσει και να μεταβεί μόνος του, πράγμα που έκανε, με ότι αυτό συνεπάγεται. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που περιέχει ανακρίβειες, ασαφείς αναφορές και διαφοροποιήσεις. Οι εν λόγω ανακρίβειες, ασάφειες και διαφοροποιήσεις στις θέσεις του δεν καταρρίπτουν το ουσιαστικό σκέλος της μαρτυρίας του Ενάγοντα το οποίο επαληθεύεται από γεγονότα που είτε δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγομένους είτε αποτελούν κοινό έδαφος των μερών. Αντίθετα, θα έλεγα ότι μέσα από αυτές τις διαφοροποιήσεις το Δικαστήριο διαφωτίζεται περισσότερο από την εικόνα της όλης κατάστασης. Χωρίς δεύτερη σκέψη όμως η μαρτυρία αυτή που αφορά τις αρχικές τοποθετήσεις του Ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα: (α) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας έδωσε την εντύπωση ότι δεν είναι δυνατό το είδος της εγχείρησης που ισχυρίζεται ότι χρειάζεται να υποβληθεί να πραγματοποιηθεί σε νοσοκομείο της Κύπρου αλλά μόνο στο εξωτερικό, στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι ουδείς ιατρός του είπε ότι τέτοια εγχείρηση δεν θα μπορούσε να γίνει στην Κύπρο. (β) Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι πριν από το ατύχημα του αντιμετώπιζε πρόβλημα με τον σπόνδυλο του που δεν τον επηρέαζε στην εργασία του, στη συνέχεια ο Ενάγοντας δέχτηκε ότι φορούσε ζώνη οσφύος επειδή πονούσε κατά τη διάρκεια της εργασίας του πριν από το επίδικο ατύχημα. (γ) Ενώ στην αντεξέταση του ο Ενάγοντας είπε ότι δεν επισκέφτηκε τον Δρ. Αρχοντούς πριν από το ατύχημα μετά παραδέχτηκε ότι τον επισκέφτηκε 4 φορές, γεγονός που δείχνει το βαθμό σοβαρότητας του προβλήματος του σπονδύλου που προϋπήρχε. (δ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο Ενάγοντας ανάφερε ότι πλήρωσε στον Δρ. Αρχοντούς για τις υπηρεσίες του το ποσό των €200,00 στην αντεξέταση του άλλαξε γνώμη λέγοντας ότι δεν θυμάται ακριβώς πόσα τον πλήρωσε. (ε) Ενώ αρχικά στην αντεξέταση του ο Ενάγοντας δήλωσε πως από τις 23.12.04 που έληξε η αναρρωτική άδεια του μέχρι σήμερα εργάστηκε μόνο ως φύλακας στην ιδιωτική εταιρεία Final Line Ltd, στη συνέχεια υπαναχώρησε λέγοντας ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Εναγομένων για κάποιο χρονικό διάστημα. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα στο βαθμό και την έκταση που σχολιάστηκε. Ο ΜΥ2 έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν απλός, θετικός και ουσιαστικός στις απαντήσεις του. Μέσα από την μαρτυρία του δεν επιχείρησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση προβάλλοντας υπερβολές προκειμένου να ευνοήσει οποιοδήποτε διάδικο αλλά περιορίστηκε, χωρίς παλινδρομήσεις, στο να καταθέσει τα γεγονότα που ενέπιπταν στην προσωπική γνώση του και που ήταν σίγουρος γι' αυτά. Επίσης, η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και συνοχή και είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις. Το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Αυτά που, μεταξύ άλλων, προκύπτουν μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι: (α) Η ώρα του ατυχήματος προσδιορίζεται περί τις 08:30 της 20.09.
- Ο μάρτυρας έδωσε εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία και δεδομένα που φωτογραφίζουν την ώρα εκείνη ως τη χρονική στιγμή του εργατικού ατυχήματος. (β) Τη στιγμή του ατυχήματος ο εν λόγω μάρτυρας βρισκόταν μαζί με τον προϊστάμενο του και δεν είχε οπτική επαφή με τον Ενάγοντα αλλά και την σκάλα που αυτός χρησιμοποίησε. (γ) άκουσε θόρυβο ότι έγινε ατύχημα και όταν πήγε στο χώρο του ατυχήματος ο Ενάγοντας βρισκόταν μόνος στο έδαφος. (δ) Η σκάλα που ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε ήταν τηλεσκοπική και αλουμινίου και είχε λάστιχο στο άνω και κάτω μέρος των ποδιών στη βάση της. (ε) Με το που συνέβηκε το ατύχημα ο ΜΥ2 πήγε να σηκώσει τον Ενάγοντα που βρέθηκε στο έδαφος αλλά δεν τον άφησε. Ο Ενάγοντας ανασηκώθηκε από μόνος του και παρόλο ότι έδειχνε ότι πονούσε συνέχισε να εργάζεται μέχρι το μεσημέρι που σχόλασαν, με ότι αυτό συνεπάγεται. (στ) Με τη λήξη της αναρρωτικής άδειας του ο Ενάγοντας επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων όπου και παρέμεινε για περίοδο πέραν των 2 μηνών. (ζ) Στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του πριν από το ατύχημα ο Ενάγοντας φορούσε ζώνη στη μέση του. Ο ΜΥ3 δημιούργησε γενικά την εικόνα του φιλαλήθη ατόμου. Οι τοποθετήσεις του ήταν ευθείς και σαφείς και δίχως να διέπονται από τάση υπερβολής. Ο ίδιος δεν έδωσε την εντύπωση ότι προσχεδίαζε τις απαντήσεις που έδωσε και ούτε υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρας. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ουσιαστικά επαληθεύεται από την μαρτυρία του ΜΥ2 χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ή να δίδει την εντύπωση ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε κάποιο βαθμό ενισχύεται από την μαρτυρία του ιδίου του Ενάγοντα, πράγμα που την καθιστά πειστική στο Δικαστήριο. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Εξαίρεση αποτελεί ο ισχυρισμός του ΜΥ3 ότι ο Ενάγοντας ενέργησε χωρίς οποιαδήποτε εντολή του, το οποίο, για τους λόγους που εξήγησα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, δεν είναι λογικοφανές σενάριο και συνεπώς το Δικαστήριο δεν τον αποδέχεται. Αυτά που, ανάμεσα σ' άλλα, αναδύονται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι: 1) Όταν το ατύχημα συνέβηκε ο ΜΥ3 βρισκόταν στο όχημα που γινόταν η εκφόρτωση των υλικών και εργαλείων και σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σημείο όπου ο Ενάγοντας έπεσε, χωρίς οπτική επαφή. 2) Τη στιγμή του ατυχήματος ο Ενάγοντας τοποθετούσε σιλικόνη σε παράθυρο που ήταν ήδη τοποθετημένο και έπεσε ενώ βρισκόταν πάνω σε αλουμινένια σκάλα από ύψος 2,80 μέτρα. 3) Παρόλο ότι ο ΜΥ3 πρότεινε στον Ενάγοντα να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο αυτός δεν επιθυμούσε. 4) Μετά τον τραυματισμό του ο Ενάγοντας συνέχισε να εργάζεται αφού πρώτα ξεκουράστηκε για λίγο. 5) Πριν από το ατύχημα ο Ενάγοντας παραπονιόταν ότι πονούσε τη μέση του λόγω της μεταφοράς αλευριού που έκανε σε φούρνο όπου παράλληλα εργαζόταν και για το λόγο αυτό φορούσε ζώνη στη μέση του. 6) Μετά την αναρρωτική άδεια του ο Ενάγοντας επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων όπου και παρέμεινε μέχρι τις 11.03.05 που αποχώρησε μετά από κτύπημα που δέχτηκε από γυαλί και αφού εκνευρίστηκε μετά που ο ΜΥ3 αμφισβήτησε το κατά πόσο δικαιολογείτο μία δεύτερη άδεια ασθενείας που του χορηγήθηκε, δηλαδή για λόγο που δεν συνδέεται με το ατύχημα που είχε. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Θα ξεκινήσω από τα Τεκμήρια 2 και
- Όπως έχει λεχθεί προγενέστερα, το Τεκμήριο 2 είναι ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 10.11.05 που εκδόθηκε από τον ιδιώτη ορθοπεδικό χειρούργο Δρ. Χρίστο Αρχοντούς ενώ το Τεκμήριο 4 είναι ιατρική έκθεση ημερομηνίας 24.10.05 που ετοιμάστηκε από τον ιδιώτη ειδικό ραδιολόγο Δρ. Διαμαντή. Το περιεχόμενο τους αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία αφού οι εν λόγω ιατροί δεν προσήλθαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν από τον Ενάγοντα και έτσι βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο και ασφαλώς δεν αποκλείει την αξιολόγηση τους απλώς και μόνο επειδή είναι εξ' ακοής μαρτυρία (άρθρο 24
(1)Κεφ.9). Αντίθετα, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους στη βάση των παραμέτρων που θέτει κατά τρόπο μη εξαντλητικό το άρθρο 27 του Κεφ.
- Αμφότερα έγγραφα περιέχουν εξειδικευμένη επιστημονική μαρτυρία με ειδικούς ιατρικούς όρους που έχουν την δική τους ξεχωριστή σημασία. Ο Ενάγοντας δεν ήταν και δεν μπορούσε να ήταν σε θέση να εξηγήσει το περιεχόμενο και τη σημασία τους. Από την άλλη, το Δικαστήριο δεν είναι εμπειρογνώμονας για να εξηγήσει από μόνο του την εικόνα που αυτά παρουσιάζουν και να τα συγκρίνει με τα υπόλοιπα ιατρικά έγγραφα που ετοιμάστηκαν από άλλους ιατρούς οι οποίοι ήλθαν στο Δικαστήριο και επεξήγησαν το περιεχόμενο τους, για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Μάλιστα η ιατρική έκθεση του Δρ. Διαμαντή (Τεκμήριο 4) είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα με άγνωστους για το Δικαστήριο ιατρικούς όρους οπότε η μετάφραση και ερμηνεία του περιεχομένου του από τον αρμόδιο συντάκτη ιατρό ήταν κάτι περισσότερο από επιβεβλημένη. Οποιαδήποτε προσπάθεια του Δικαστηρίου για επεξήγηση και ερμηνεία των Τεκμηρίων 2 και 4 θα είναι αυθαίρετη, παρακινδυνευμένη και λανθασμένη. Για τους πιο πάνω λόγους και με δεδομένο ότι αμφότεροι διάδικοι διατήρησαν διαφορετικές εκδοχές ως προς το είδος, βαθμό και σοβαρότητα των σωματικών βλαβών που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστηκε, η παρουσία τόσο του Δρ. Αρχοντούς όσο και του Δρ. Διαμαντή ήταν αναγκαία για σκοπούς διαφώτισης του Δικαστηρίου. Θα έλεγα ήταν καθοριστικής σημασίας για την όποια βαρύτητα θα είχαν τα έγγραφα. Λαμβάνοντας υπόψη τους προαναφερόμενους παράγοντες αξιολόγησης, παρατηρώ ότι παρόλο ότι ήταν εύλογο και εφικτό η πλευρά του Ενάγοντα να είχε κλητεύσει τους εν λόγω ιατρούς, εντούτοις αυτό δεν έγινε χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. Η μη προσαγωγή των πιο πάνω εμπειρογνωμόνων ως μάρτυρες και να υποστούν τη βάσανο της αντεξέτασης στέρησε στην πλευρά των Εναγομένων τη δυνατότητα να θέσει τις δικές της τοποθετήσεις και συνάμα δια του δικαιώματος της αντεξέτασης να αντικρούσει τις θέσεις που ο Ενάγοντας προώθησε. Στη βάση αυτών το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 μέχρι
- Ο ΜΕ2 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Προσπάθησε να παρουσιάσει το εαυτό του ειδήμονα επί παντός ιατρικού θέματος που σχετιζόταν με την κλινική κατάσταση του Ενάγοντα. Ενώ έχει την ιδιότητα του φυσίατρου-αθλητίατρου πραγματεύτηκε και κατάθεσε την ιατρική γνώμη του επί σειρά διαφόρων εξειδικευμένων θεμάτων που είναι ευρέως γνωστό ότι εμπίπτουν στον ιατρικό τομέα της χειρουργικής ορθοπεδικής και της τραυματολογίας, ειδικότητα που κατέχει και εξασκεί ο Δρ. Χριστόφορος Σολομωνίδης (ΜΕ3) καθώς και ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου (ΜΥ1). Παρόλο ότι η γνώση και η εμπειρογνωμοσύνη του αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εναγομένων στη βάση συγκεκριμένων επιχειρημάτων, εντούτοις ο ίδιος περιορίστηκε στο να αντικρούσει τη θέση αυτή με γενικόλογα όπως το ότι ο ίδιος αντιμετώπισε πάρα πολλές περιπτώσεις όπως αυτή του Ενάγοντα, αποφεύγοντας όμως να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες και σε συγκεκριμένα παραδείγματα έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την ουσία των εν λόγω επιχειρημάτων. Εφόσον όπως ο ίδιος ισχυρίζεται αντιμετώπισε πολλές περιπτώσεις όπως αυτή του Ενάγοντα τότε για ποιο λόγο αποτάθηκε στην Πολυκλινική Υγεία για να ενημερωθεί για το κόστος μελλοντικής χειρουργικής ορθοπεδικής επέμβασης για αφαίρεση του ελεύθερου οστικού τεμαχίου στην οποία εκτιμά ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει να υποβληθεί. Αυτό από μόνο του φανερώνει άγνοια και/ή απειρία επί τέτοιων ιατρικών θεμάτων. Το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί ότι ο ΜΕ2 έχει 29 έτη υπηρεσίας στον κλάδο της ειδικότητας του τον οποίο όπως είπε ασκεί από το 1985, χωρίς όμως αυτό αυτόματα να τον καθιστά ειδικό σε ιατρικά θέματα άλλων ειδικοτήτων όπως χειρούργου ορθοπεδικού, κάτω από την οποία εντάσσεται η περίπτωση του Ενάγοντα. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει τον εν λόγω μάρτυρα σαν εμπειρογνώμονα αλλά και καταρτισμένο καθώς και προσοντούχο σε θέματα που εμπίπτουν στην ειδικότητα ενός χειρούργου ορθοπεδικού και τραυματολόγου. Κατά συνέπεια, προσδίδω μηδενική βαρύτητα τόσο στην δια ζώσης μαρτυρία του ΜΕ2 όσο και στο ιατρικό πιστοποιητικό που ο ίδιος έκδωσε στις 14.03.06 (Τεκμήριο 3). Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, δεν θα απέδιδα οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ2 (προφορική και Τεκμήριο 3) για τους πιο κάτω λόγους:
(1)Στην κυρίως εξέταση του ο εν λόγω ιατρός ανάφερε για πρόβλημα οσφυοισχυαλγίας που ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε πριν από το ατύχημα, ένα ουσιώδες γεγονός όμως που παραλείπει να καταγράψει στο Τεκμήριο 3.
(2)Ο ΜΕ2 δεν διστάζει να αναφέρει ότι το κόστος μελλοντικής χειρουργικής ορθοπεδικής επέμβασης για αφαίρεση του ελεύθερου οστικού τεμαχίου στην οποία εκτιμά ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει να υποβληθεί ανέρχεται σε €2.562,90 (ισότιμο σε Λ.Κ.1.500,00), χωρίς όμως η δήλωση αυτή να αποτελεί προϊόν δικής του εμπειρίας, γνώσης ή έρευνας, γεγονός που ούτε καταγράφεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Πρόκειται για πληροφορία που συνέλλεξε από άλλο άτομο που δεν κατονομάζει δίχως να θέτει εις γνώση του Δικαστηρίου από ποια πηγή το άγνωστο αυτό άτομο άντλησε τη γνώση του για να καταλήξει σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο το πρόσωπο που έδωσε αυτήν την πληροφορία στον ΜΕ2 να την έχει μεταφέρει ως αποτέλεσμα δήλωσης άλλου προσώπου με αποτέλεσμα να υπάρχει εξ' ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού.
(3)Ο ΜΕ2 εξέφρασε την γνώμη ότι ο Ενάγοντας δεν θα μπορεί να έχει παρατεταμένη βάδιση και να ανεβοκατεβαίνει σκάλες πράγμα που καταγράφει στο Τεκμήριο 3, η οποία όμως καταρρίπτεται από την επιστροφή του Ενάγοντα στην υπηρεσία των Εναγομένων μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας του ασκώντας καθήκοντα ιδίας φύσης με αυτά που εκτελούσε πριν από το ατύχημα και ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του για λόγους που δεν συνδέονται με το επίδικο ατύχημα. Επίσης, η εν λόγω επαγγελματική γνώμη του ΜΕ2 καταρρίπτεται από την μεταγενέστερη εργασία του Ενάγοντα ως φύλακας σε εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας κάτι που είναι κοινώς γνωστό ότι απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία και χωρίς να αποκλείεται αυτή να πρέπει να γίνει σε ανώμαλη ή κεκλιμένη επιφάνεια.
(4)Ενώ στην αντεξέταση του ο ΜΕ2 διευκρινίζει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν η μετατραυματική κοίλη του μεσοσπονδυλίου δίσκου υπήρχε πριν από το επίδικο ατύχημα ή δημιουργήθηκε μετά από αυτό αλλά ότι είναι αποτέλεσμα τραυματισμού της περιοχής της οσφυαλγικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ο τρόπος που το καταγράφει στο Τεκμήριο 3 είναι παραπλανητικός επειδή δίδει την εντύπωση ότι το πρόβλημα αυτό οφείλεται στο ατύχημα.
(5)Ο ΜΕ2 δεν φρόντισε να ενημερωθεί ολοκληρωμένα για το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα δια της μελέτης ιατρικών πιστοποιητικών άλλων ιατρών που τον εξέτασαν έτσι ώστε σε συνδυασμό με την δική του κλινική αλλά και άλλη επικουρική εξέταση (παρακλινικός έλεγχος) να αποκρυσταλλώσει μια συμπληρωμένα ορθότερη και αντικειμενικότερη εικόνα της ιατρικής κατάστασης του Ενάγοντα.
(6)Το εύρημα του ΜΕ2 ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει να υποβληθεί σε μελλοντική χειρουργική ορθοπεδική επέμβαση δεν υιοθετείται από τον χειρούργο ορθοπεδικό Δρ. Χριστόφορο Σολωμονίδη (ΜΕ3), την μαρτυρία του οποίου επίσης επικαλέστηκε ο Ενάγοντας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Ούτε η ανάγκη για μια τέτοια εγχείρηση υποστηρίζεται από το Δρ. Ηλία Γεωργίου (ΜΥ1), χειρούργο ορθοπεδικό-τραυματιολόγο.
(7)Η ιατρική θέση του ΜΕ2 ότι ο Ενάγοντας δεν θα μπορεί να έχει παρατεταμένη βάδιση και να ανεβοκατεβαίνει σκάλες όχι βέβαια ένεκα οποιασδήποτε λειτουργικής αναπηρίας αλλά λόγω ενοχλημάτων πόνου έρχεται σε αντίθεση με το ιατρικό εύρημα του χειρούργου ορθοπεδικού Δρ. Χριστόφορου Σολωμονίδη (ΜΕ3), ο οποίος στο ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 20.04.05 (Τεκμήριο 1) καταγράφει ότι με την πάροδο του χρόνου τα ενοχλήματα πόνου θα υποχωρούσαν. Ο ΜΕ3, χειρούργος ορθοπεδικός στην ιατρική ειδικότητα, άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ο αρμόδιος θεράπον ιατρός του Ενάγοντα της ειδικότητας που σχετιζόταν με την περίπτωση του, ο οποίος είχε την ευκαιρία να εξετάσει τον Ενάγοντα την ημέρα του επιδίκου ατυχήματος. Το ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 20.04.05 περιγράφει με σαφήνεια την τότε πραγματική ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα μέσα από κλινική εξέταση που ο ίδιος έκανε καθώς επίσης ακτινολογικό έλεγχο στο αριστερό πόδι αλλά και αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Θεωρώ ότι ο εν λόγω ιατρός ήλθε και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός απαντούσε στις απαντήσεις που του υπεβλήθηκαν με ευθύτητα και σαφήνεια. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν έδωσε την εικόνα του εμπειρογνώμονα που σκοπό είχε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Με αυτά τα δεδομένα και σε συνδυασμό με την όλη θετική συμπεριφορά που εξέπεμψε από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά και την απουσία ουσιωδών αντιφάσεων στην μαρτυρία του, το Δικαστήριο κρίνει τον μάρτυρα αυτό αξιόπιστο. Ωστόσο η εκ των υστέρων θέση του ότι ο Ενάγοντας θα αισθάνεται πόνο στην ορθοστασία, χρήση σκάλας και παράλληλα αδυναμία να ασχοληθεί με αθλητισμό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή καταρρίπτεται από το προγενέστερο ιατρικό εύρημα του εν λόγω μάρτυρα στις 18.01.05 το οποίο βεβαιώνει ότι τέτοια ενοχλήματα πόνου θα υποχωρήσουν με την πάροδο χρόνου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΕ3 περιλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 1 που είναι το ιατρικό πιστοποιητικό που έκδωσε στις 20.04.05, με εξαίρεση βέβαια την προαναφερόμενη θέση για το λόγο που σημειώθηκε πιο πάνω. Εν πάσει περιπτώσει, από την αποδεκτή μαρτυρία του προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Ο Ενάγοντας στις 20.04.05 υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε κάταγμα στη βάση του δευτέρου μεταταρσίου του αριστερού ποδιού. (β) Η αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στην οποία ο Ενάγοντας επίσης υπεβλήθηκε την ημέρα του ατυχήματος ήταν αρνητική για κάταγμα. (γ) Τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό, ο οποίος αφαιρέθηκε στις 20.10.04 οπότε και άρχισε φυσιοθεραπεία στο πάσχον σκέλος με καλά αποτελέσματα. (δ) Ο ΜΕ3 χορήγησε τον Ενάγοντα με αναρρωτική άδεια μέχρι τις 23.12.04, αλλά μετά από αυτή κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση άλλης τέτοιας. (ε) Ο Ενάγοντας μπορεί να κάνει ορθοστατική εργασία και τα ενοχλήματα πόνου που παραπονιόταν ότι είχε μετά από ορθοστασία και κόπωση θα υποχωρούσαν με την πάροδο του χρόνου. (στ) Δεν υπάρχει ανάγκη για μελλοντική εγχείρηση στο αριστερό πόδι. (ζ) Ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε ενοχλήματα πόνου οσφυαλγίας και ισχιαλγίας πριν από το ατύχημα. Ο ΜΥ1, Δρ. Ηλίας Γεωργίου, άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε ξεκάθαρες και επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις. Με τις επεξηγηματικός ιατρικές τοποθετήσεις του διαφώτισε το Δικαστήριο βοηθώντας το να αντιληφθεί σχετικά με την υπόθεση εξειδικευμένα ιατρικά θέματα. Κατά τρόπο αναλυτικό περίγραψε την ιατρική εικόνα του Ενάγοντα όπως ο ίδιος τη διαπίστωσε όταν τον εξέτασε στις 13.12.05 και 20.04.10 και κατά τρόπο σαφή και εμπεριστατωμένο εξήγησε το σκεπτικό που κατέληξε στα ιατρικά ευρήματα και συμπεράσματα του, τα οποία καταγράφει στα δύο ιατρικά πιστοποιητικά του ημερομηνίας 23.12.05 και 13.05.10 (Τεκμήρια 5 και 6). Δείγματα τέτοιων επιστημονικά τεκμηριωμένων εξηγήσεων αποτελούν οι ιατρικοί ορισμοί και περιγραφές που έδωσε για την άρθρωση και τη φύση και το είδος κατάγματος που διαπίστωσε στον Ενάγοντα, το οποίο και προσδιόρισε ως εξωαρθρικό αποσπαστικό κάταγμα μικρότερου του κόκκου φακής, εξηγήσεις που δόθηκαν κατά την προφορική κατάθεση του Δρ. Γεωργίου. Οι εν λόγω εμπεριστατωμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες εξηγήσεις οδήγησαν το Δικαστήριο στο να πειστεί για την ορθότητα τους και να τις αποδεχτεί έναντι των θέσεων του Δρ. Χριστόφορου Σολωμονίδη (ΜΕ3), ο οποίος έκανε λόγο για ενδοαρθρικό κάταγμα. Αξιοσημείωτη είναι και η εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη ιατρική αναφορά του ως προς το βαθμό και την έκταση του πόνου και της ταλαιπωρίας που υφίσταται κάποιος με κάταγμα ιδίας φύσης, είδους και βαθμού σοβαρότητας όπως ο Ενάγοντας την οποία αποδέχομαι και αφορά το ότι η πρώτη μετατραυματική περίοδος για ένα μετατάρσιο είναι διάρκειας 3 εβδομάδων. Με την τοποθέτηση του μέλους σε νάρθηκα ο πόνος μειώνεται διότι δεν γίνονται κινήσεις, πλην όμως υπάρχει η ταλαιπωρία της παρουσίας του γύψινου νάρθηκα στο πόδι του Ενάγοντα. Με την αφαίρεση του γύψινου νάρθηκα ακολουθεί μία άλλη περίοδος 3 εβδομάδων περίπου που επιβάλλονται ασκήσεις κίνησης και ανάκτησης της κινητικότητας του ποδιού. Με την επούλωση του κατάγματος και αποκατάσταση της κινητικότητας δημιουργείται κατά τους πρώτους 6-8 μήνες μια ήπια ένταση, ενόχληση κάτω από συνθήκες παρατεταμένης ορθοστασίας ή βάδισης σε ανώμαλο έδαφος, ενοχλήματα τα οποία υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 στην ολότητα της, δηλαδή προφορική μαρτυρία και Τεκμήριο 6, ως επιστημονικά ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 7 και 8 που είναι δύο ακτινογραφίες του Ενάγοντα και βρέθηκαν στην κατοχή του Δρ. Ηλία Γεωργίου το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτές να αναφέρονται σ' ένα παλαιό κάταγμα του Ενάγοντα. Ωστόσο η μαρτυρία του Δρ. Σολομωνίδη (ΜΕ3) ότι την ημέρα του επιδίκου ατυχήματος που ο Ενάγοντας προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε κάταγμα στη βάση του δευτέρου μεταταρσίου στο αριστερό πόδι του υποδεικνύει ότι πρόκειται για διαφορετικό κάταγμα, το είδος, η φύση, ο βαθμός σοβαρότητας και η έκταση του να είναι αυτά που έχουν περιγραφεί από τον ΜΥ1 και εδράζονται από το φάκελο ακτινολογικών εξετάσεων απλών ακτινογραφιών οι οποίες λήφθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και σημειώνεται ως μέρος του υλικού που ο Δρ. Ηλίας Γεωργίου είχε στη διάθεση του για να κατατοπιστεί για το ιατρικό ιστορικό του Ενάγοντα (βλέπε πρώτη σελίδα Τεκμηρίου 5). Κάτω από αυτά δεδομένα, τα Τεκμήρια 7 και 8 έχουν μηδενική βαρύτητα. Σε σχέση με την διιστάμενες εκδοχές των διαδίκων ως προς την ημερομηνία λήψης του Τεκμηρίου 7, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι για την επίλυση της διαφοράς αυτής απαιτείτο μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Ο τρόπος ανάγνωσης της ημερομηνίας λήψης του Τεκμηρίου 7 από τον συνήγορο του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 μέσω προώθησης σχετικών υποβολών είναι αυθαίρετος και από τη στιγμή που δεν συνοδεύτηκε από το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας παρέμεινε μετέωρος και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της αγωγής αυτής αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: - Στις 20.09.04 ο Ενάγοντας εργοδοτείτο στην υπηρεσία των Εναγομένων και εργαζόταν ως υπάλληλος και σαν εργάτης βοηθούσε στην τοποθέτηση θυρών και παραθύρων και των πλαισίων αυτών σε υπό ανέγερση κτίρια με καθαρές εβδομαδιαίες απολαβές €100,00. - Την ημέρα εκείνη μετέβηκαν με το ίδιο όχημα σε εργοτάξιο της Ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού με σκοπό την εκτέλεση εργασιών ο διευθυντής των Εναγομένων (ΜΥ3), ο ΜΥ2 και ο Ενάγοντας. - Με την άφιξη τους στο εργοτάξιο ο ΜΥ3 έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να μεταβεί σε συγκεκριμένο χώρο και να τοποθετήσει σιλικόνη σ' ένα παράθυρο που είχε τοποθετηθεί χρησιμοποιώντας τηλεσκοπική αλουμίνιον σκάλα με λάστιχα στο πάνω και κάτω μέρος των ποδιών της βάσης της, ενώ ο ίδιος και ο ΜΥ2 εκφόρτωναν υλικά και εργαλεία στους χώρους όπου θα εκτελούσαν τις εργασίες. - Ο Ενάγοντας μετέφερε τη σκάλα στο μέρος όπου βρισκόταν το τοποθετημένο παράθυρο. Σε κάποια στιγμή που ο Ενάγοντας εργαζόταν και είχε ανεβεί πάνω στη σκάλα και βρισκόταν σε ύψος 2,5-2,80 μέτρα η σκάλα ολίσθησε (γλίστρησε), μετακινήθηκε και έκλινε προς το έδαφος με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να πέσει από το προαναφερόμενο ύψος και να προσκρούσει στο έδαφος. - Από το ατύχημα ο Ενάγοντας τραυματίστηκε. - Τη στιγμή του ατυχήματος οι ΜΥ2 και ΜΥ3 δεν είχαν οπτική επαφή με τον Ενάγοντα αλλά και την σκάλα που αυτός χρησιμοποίησε. - Όταν όμως άκουσαν το θόρυβο του ατυχήματος έσπευσαν στο μέρος και βρήκαν τον Ενάγοντα μόνο του στο έδαφος. - Παρόλο ότι ο ΜΥ3 πρότεινε στον Ενάγοντα να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο αυτός δεν επιθυμούσε. - Μετά τον τραυματισμό του ο Ενάγοντας συνέχισε να εργάζεται αφού πρώτα ξεκουράστηκε για λίγο. - Μετά τις εργάσιμες ώρες της ίδιας ημέρας μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον Δρ. Χριστόφορο Σολομωνίδη (ΜΕ3), τα ιατρικά ευρήματα του οποίου καταγράφονται σε ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 20.04.05. - Στα πλαίσια εξέτασης του την ίδια ημέρα υπεβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε κάταγμα στη βάση του δευτέρου μεταταρσίου του αριστερού ποδιού. - Η αξονική τομογραφία της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στην οποία ο Ενάγοντας επίσης υπεβλήθηκε την ημέρα του ατυχήματος ήταν αρνητική για κάταγμα. - Ο Ενάγοντας παρέμεινε στο νοσοκομείο δύο βράδια. - Τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό, ο οποίος αφαιρέθηκε στις 20.10.04 οπότε και άρχισε φυσιοθεραπεία στο πάσχον σκέλος με καλά αποτελέσματα. - Ο ΜΕ3 χορήγησε τον Ενάγοντα με αναρρωτική άδεια μέχρι τις 23.12.04, αλλά μετά από αυτή κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση άλλης τέτοιας. - Ο Ενάγοντας μπορεί να κάνει ορθοστατική εργασία και τα ενοχλήματα πόνου που παραπονιόταν ότι είχε μετά από ορθοστασία και κόπωση θα υποχωρούσαν με την πάροδο του χρόνου. - Δεν υπάρχει ανάγκη για μελλοντική εγχείρηση στο αριστερό πόδι. - Ο Ενάγοντας αντιμετώπιζε ενοχλήματα πόνου οσφυαλγίας και ισχιαλγίας πριν από το ατύχημα. - Μετά την αναρρωτική άδεια του ο Ενάγοντας επέστρεψε στην υπηρεσία των Εναγομένων όπου και παρέμεινε μέχρι τις 11.03.05 που αποχώρησε μετά από κτύπημα που δέχτηκε από γυαλί και αφού εκνευρίστηκε μετά που ο ΜΥ3 αμφισβήτησε το κατά πόσο δικαιολογείτο μία δεύτερη άδεια ασθενείας που του χορηγήθηκε, δηλαδή για λόγο που δεν συνδέεται με το ατύχημα που είχε. Ακολούθως ο Ενάγοντας εργάστηκε ως φρουρός εταιρείας σε εταιρεία ιδιωτικής ασφάλειας. - Ο Ενάγοντας επίσης εξετάστηκε από τον Δρ. Ηλία Γεωργίου (ΜΥ1) στις 13.12.05 και 20.04.10 όπου διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγοντας είχε υποστεί εξωαρθρικό αποσπαστικό κάταγμα με μέγεθος μικρότερου του κόκκου φακής που αφορά τη βάση του δεύτερου μεταταρσίου. - Η ιατρική κατάσταση του Ενάγοντα, η οποία περιγράφεται αναλυτικά μέσα από τα ιατρικά πιστοποιητικά ημερομηνίας 23.12.05 και 13.05.10 (Τεκμήρια 5 και 6), παρουσίαζε την πιο κάτω κλινική εικόνα: Ü Επούλωση του κατάγματος. Ü Ο Ενάγοντας βαδίζει φυσιολογικά χωρίς χωλότητα. Ü Η κινητικότητα του αριστερού ποδιού, δαχτύλων και ποδοκνημικής άρθρωσης είναι πλήρης. Ü Απουσία παραμόρφωσης ή πάχυνσης μαλακών μορίων. Ü Απουσία μυϊκής ατροφίας του αριστερού κάτω άκρου. Ü Απουσία οποιασδήποτε μορφής λειτουργικού κατάλοιπου που να καθιστά τον Ενάγοντα ανίκανο προς επιτέλεση οποιασδήποτε μορφής επαγγέλματος. Ü Φυσιολογικό εύρος κίνησης της οσφύος. Ü Απουσία σπαστικότητας των παρασπονδυλίων οσφυϊκών μυών ή ευαισθησίας. Ü Το σημείο ανύψωσης του ευθειασμένου κάτω άκρου βρίσκεται σε φυσιολογικά πλαίσια τόσο αριστερά όσο και δεξιά. Ü Τα αντανακλαστικά των γονάτων και ποδοκνημικών παρουσιάζονται φυσιολογικά. Ü Απουσία μυϊκής ατροφίας κατά την συγκριτική επιμέτρηση της μυϊκής μάζας του δεξιού και αριστερού κάτω άκρου. Ü Ο Ενάγοντας δεν υπέστηκε τραυματισμό στην οσφύ και κατ' επέκταση δεν υπέστηκε μετατραυματική δισκοπάθεια. Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζομένων αποτελεί διακηρυγμένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου που αναμφίβολα περιλαμβάνουν και την ασφάλεια του στον τόπο της εργασίας του." (Απόσπασμα από την υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, βλέπε επίσης άρθρο 9 του Συντάγματος). Παρόλο ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, εντούτοις οι υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του σε σχέση με την ασφάλεια αυτών κατά την εργασία τους πηγάζουν από το άρθρο 51 του Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινοδικαίου αναφορικά με την αμέλεια. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους. Λέχθηκε δε ότι συστατικός όρος της έννοιας του 'μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου' είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεση του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. Το καθήκον του εργοδότη είναι γενικά πολύπτυχο και περιλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας, ικανό προσωπικό, ασφαλή εξοπλισμό, επαρκή επίβλεψη και ασφαλείς εγκαταστάσεις για εργασία (Kakou v. Adriatica
(1980)1 CLR 357, Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 CLR 636, Panayi v. Galatariotis & Sons Ltd
(1971)1 CLR 416). ). Στην Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 918 λέχθηκε ότι το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί καθήκον του εργοδότη να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός και αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως η έννοια του μη αναγκαίου κινδύνου είχε αρχικά προσδιοριστεί στην αγγλική υπόθεση Allard v. Saunders Ltd [1953] All E.R. 395, η οποία επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε κυπριακές υποθέσεις. Πιο αυστηρή όμως προσέγγιση, ίδια τάση με αυτή που επικρατεί στην Αγγλία (Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551), υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219 όπου τονίστηκε ότι η προβλεπτικότητα του κινδύνου δεν αποτελεί απαραίτητο κριτήριο, αφού η υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει ασφαλή χώρο εργασίας στους εργοδοτουμένους του, υφίσταται ανεξάρτητα από το εάν οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Επομένως, σύμφωνα με την υπόθεση αυτή, το καθήκον του εργοδότη για παροχή ασφαλούς τόπου ή ασφαλούς συστήματος εργασίας απέναντι στους υπαλλήλους του είναι απόλυτο. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελή v. Κάρκα κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1118, όπου ο εργοδότης ενός εργάτη οικοδομών που έπεσε στο έδαφος από ικρίωμα ανεγειρόμενης οικοδομής και τραυματίστηκε σοβαρά κρίθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος και κλήθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις στον εργοδοτούμενο του. Σε σχέση με την ευθύνη του εργοδότη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: "Η ευθύνη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί να μετατεθεί αυτή η ευθύνη στους ώμους του εργοδοτουμένου. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το καθήκον του εργοδότη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στον εργοδοτούμενο του ήταν υπαρκτό και ο εφεσείων δεν το εξετέλεσε." Επίσης στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506 αποδόθηκαν οι έννοιες και η σημασία των 'συστήματος εργασίας' και 'καθήκοντος υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' με αναφορά στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8η έκδοση. Ειδικότερα, λέχθηκε ότι 'σύστημα εργασίας' είναι όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (α) της οργάνωσης της εργασίας, (β) του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (γ) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (δ) της σειράς των γεγονότων, (ε) της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (στ) του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (ζ) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, και (η) της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Αναφορικά με το 'καθήκον υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας' υποδείκτηκε πως αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Έπεται ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας. Στην προαναφερόμενη υπόθεση, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110, λέχθηκε περαιτέρω ότι είναι καλά γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί οι εργοδότες να καταβάλλουν λογική φροντίδα και να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκον από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται μέσα στην ήρεμη ατμόσφαιρα του γραφείου με τις συμβουλές των ειδικών. Περαιτέρω με αναφορά στην ίδια αυτή υπόθεση λέχθηκε ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι άλλα συστήματα διεξαγωγής της εργασίας δεν ήταν πρακτικώς εφαρμόσιμα, οι εργοδότες είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι το σύστημα το οποίο είχε υιοθετηθεί ήταν, όσο μπορούσε αυτό να επιτευχθεί, ασφαλές και ότι οι υπάλληλοι τους είχαν καθοδηγηθεί ως προς τα μέτρα που θα ελάμβαναν για να αποφύγουν τα ατυχήματα. Όσον αφορά το τι περιλαμβάνει το καθήκον του εργοδότη για διασφάλιση της ασφάλειας στην εργασία σχετική είναι η υπόθεση Tziellas v. The Ship "Nadalena H" and others
(1982)1 C.L.R. 807 όπου σημειώθηκε ότι ανάμεσα στα πρώτα καθήκοντα του εργοδότη είναι να διασφαλίσει ασφάλεια στην εργασία ώστε ο χώρος εργασίας να καταστεί όσο πιο ασφαλής εύλογα γίνεται. Αυτό με τη σειρά του περιλαμβάνει ασφαλή πρόσβαση από και προς τον πραγματικό χώρο εργασίας. Περαιτέρω λέχθηκε ότι το καθήκον για λήψη εύλογης φροντίδας για την ασφάλεια των εργαζομένων παραμένει αμείωτο, όμως η εκτέλεση του διαφοροποιείται ανάλογα με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Το καθήκον αυτό επεκτείνεται σε κάθε σύστημα το οποίο υιοθετείται για εκτέλεση της εργασίας. Δεν περιορίζεται στις καθιερωμένες - συνήθεις μεθόδους εκτέλεσης μιας εργασίας. Περαιτέρω επεκτείνεται στην προμήθεια ή παροχή ασφαλών μέσων πρόσβασης στο σημείο εργασίας μέσα στον χώρο εργασίας. Επιπλέον, στην υπόθεση Γιαννάκης Λάμπης ν. Shiptrans Trading Agency Ltd
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 370 λέχθηκε ότι το καθήκον του εργοδότη για την κατοχύρωση της ασφάλειας των εργοδοτουμένων του περιλαμβάνει και εξασφάλιση των μέσων ασφαλούς διακίνησης μέσα στον τόπο της εργασίας τους. Όπως χαρακτηριστικά επισημάνθηκε στην υπόθεση αυτή, ο εργοδότης έχει καθήκον για λήψη λογικών μέτρων και φροντίδας που αφορούν στην ασφάλεια των εργοδοτουμένων ανάλογα και σε συσχετισμό με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Ο εργοδότης, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, έχει υποχρέωση να λαμβάνει τη λογική ασφάλεια των προσώπων που εργοδοτεί και την ανάγκη αποφυγής προβλεπτών κινδύνων. Η λογική φροντίδα που πρέπει να λαμβάνει ένας εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο προσδιορίζεται με κριτήριο την κοινή λογική σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Μέρος του γενικότερου καθήκοντος του εργοδότη αποτελεί και η υποχρέωση του να παρέχει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας. Αποτελεί πρώτιστο καθήκον του εργοδότη η εφαρμογή στο χώρο εργασίας ασφαλούς συστήματος διεξαγωγής της εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τους εργαζομένους από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί και ο οποίος με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Στην δε υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 304, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία ομιλούν από μόνα τους: "Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ΄ ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas
(1953)A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας." Επίσης στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423 τονίστηκε πως ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα των οποίων η λύση είναι αφενός πραγματικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύεται να αποφευχθεί. Ακόμη στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 556 λέχθηκε ότι κάθε εργοδότης έχει ευθύνη να παράσχει ασφαλή μέθοδο εργασίας και ορθή επιτήρηση του χώρου όπου διεξάγονται οι εργασίες. Περαιτέρω, στο νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, 'Αστικά Αδικήματα', Τόμος 2, σελ. 32 αναφέρονται και τα εξής: "Μέρος της υποχρέωσης του εργοδότη είναι να δίδει και κατάλληλες οδηγίες και να φροντίζει για την επίβλεψη των εργοδοτουμένων του. Οι οδηγίες για ασφάλεια πρέπει να είναι εκείνες που ένας εύλογα επιμελής εργοδότης που έχει εξετάσει το πρόβλημα που προκύπτει από την εργασία θα έδιδε στους εργάτες του. Σχετική επί του θέματος είναι η Charalambous v. Shoham (Cyprus) Ltd and another
(1983)1 C.L.R. 239). Όσον αφορά επίβλεψη, όπως τονίστηκε στην Penteris v. General Constructions
(1984)1 CLR 1 το γενικό καθήκον του εργοδότη για επίδειξη επιμέλειας περιλάμβανε και την επίβλεψη. Όπου ο κίνδυνος είναι ορατός, δεν είναι αρκετό ο εργοδότης να παρέχει τα μέσα προφύλαξης αλλά πρέπει να βεβαιώνεται ότι οι εργάτες του τα χρησιμοποιούν. Η επίβλεψη πρέπει να είναι άμεση, αλλά όχι αναγκαστικά συνεχής, εκτός όπου οι συνθήκες είναι τέτοιες που να το επιβάλλουν." Στα πλαίσια θεμελίωσης ευθύνης από μέρους του εργοδότη απαιτείται απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με τη ζημιά που υπέστηκε ο εργοδοτούμενος με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον ενάγοντα (Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219, Κωνσταντίνου v. Phasouri Plantations
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης v. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ. 148 και η ύπαρξη της αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο εναγόμενος (Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475). Ο καταμερισμός ευθύνης πρόκλησης ατυχήματος στα άτομα που ευθύνονται αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας (Charalambous and Another v. Kassapis and Another
(1988)1 C.L.R. 25, Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321). Στην υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του." Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Ο δε καταμερισμός της ευθύνης γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα την λογική και την κοινή εμπειρία σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506, Αλεξάνδρου v. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 211). Όσον αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις που συνήθως απαιτούνται στις περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο ενάγοντας (Παναγιώτη Παναγή v Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Η σημασία επιδίκασης γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις ατυχημάτων έχει εκφραστεί σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Όπως χαρακτηριστικά τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους v Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματία. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofis
(1992)1 C.L.R. 789). Μέσα από την κυπριακή νομολογία αναδύεται μία αυξητική τάση στον καθορισμό τους αφού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος (A. Panayides Contracting Ltd v Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Η όποια όμως προσπάθεια γίνει για άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη (Αρετούλλα Μακρή και άλλος v Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Έχει τονιστεί η ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση στον καθορισμό τέτοιων αποζημιώσεων. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (Χάρης Νικολάου v Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ v Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Γεώργιος Ταμπούρα v Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη, Πολιτική Έφεση 222/2006, ημερ. 17.04.08). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (Lankuttis v Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Επομένως, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα και να είναι κοινωνικά αποδεκτές (Μιχαήλ v Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494). Σκοπό έχουν την αποκατάσταση του ζημιωθέντος για τη ζημιά, απώλεια ή βλάβη που έχει υποστεί και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (Κουμπαρή κ.α. v Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμιση για να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (Φοινικαρίδης v Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου v A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134, Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Όλα αυτά μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Ακολούθως, ολόκληρα τα ποσά φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι εξόφλησης. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποίαν γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Όπως είναι γνωστό μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ.2), Ν.81(Ι)/2008επιδικαζόταν νόμιμος τόκος ύψους 8%. Από την ημέρα δημοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.08, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008, Ν.82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Η ελευθερία του συμβάλλεσθε, δηλαδή το δικαίωμα κάποιου να εισέρχεται σε νόμιμη σύμβαση, είναι δικαίωμα ενός ατόμου που κατοχυρώνεται συνταγματικά στην Κύπρο (άρθρο 26
(1)του Συντάγματος). Η δε συνομολόγηση, ερμηνεία και εφαρμογή μιας συμφωνίας, οι συμβατικές υποχρεώσεις των συμβαλλομένων και η προστασία των δικαιωμάτων των μερών που δημιουργούνται μέσα από τη σύμβαση καθώς και οι οποιεσδήποτε νομικές συνέπειες που απορρέουν από συμπεριφορές, πράξεις και παραλείψεις που παρεκκλίνουν από το συμφωνημένο πνεύμα είναι ορισμένα από τα ζητήματα που διέπονται από το δίκαιο των συμβάσεων (Ο Περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125). Καθοριστικός παράγοντας στην ερμηνεία μιας σύμβασης είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων, προς αναζήτηση της οποίας συνυπολογίζεται ολόκληρο το περιεχόμενο της σύμβασης (Αλεξάνδρου v. Κωμοδρόμου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 576). Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων, μία σύμβαση δύναται να καταρτιστεί είτε γραπτά είτε προφορικά είτε μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά είτε δύναται να συνάγεται από τη συμπεριφορά των μερών. Οι όροι που καθορίζουν τη συμβατική σχέση μερών μπορεί να είναι ρητοί και εξυπακουόμενοι. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν λέχθηκε, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών (Τσιαηλή v. Χατζηανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250). Δηλαδή όροι που δεν έχουν συμφωνηθεί ρητά εξυπακούονται ότι υφίστανται σε μια συμφωνία. Σε μια συμφωνία εργοδότησης αποτελεί, ανάμεσα σ' άλλα, εξυπακουόμενο όρο ότι ο εργοδοτούμενος θα εκτελεί τα καθήκοντα κάτω από ασφαλείς, κατάλληλες και υγιής συνθήκες εργασίας που θα του παρέχει και θα του διασφαλίζει διαρκώς ο εργοδότης του. Επίσης, εξυπακουόμενοι όροι σε μία συμφωνία δύναται να υπάρχουν ένεκα νομοθεσίας. Συμπεράσματα: Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε, τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. (α) Ενδεχόμενη αμέλεια των Εναγομένων Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος είναι το ολίσθημα, η μετακίνηση και η κλίση της σκάλας που ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε προς το έδαφος, γεγονός που προκάλεσε την πτώση του από ύψος 2,50-2,80 μέτρα και την πρόσκρουση του στο έδαφος ως αποτέλεσμα της οποίας τραυματίστηκε. Οι Εναγόμενοι είχαν ευθύνη όταν μέσω του διευθυντή τους (ΜΥ3) έδιναν εντολές στον Ενάγοντα να μεταβεί και να τοποθετήσει σιλικόνη σε παράθυρο που ήδη τοποθετήθηκε σε υπό ανέγερση κτίριο της Ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού χρησιμοποιώντας σκάλα που είχαν μεταφέρει στο εργοτάξιο για την εκτέλεση των εργασιών τους ότι αυτή θα χρησιμοποιείτο σύμφωνα με τις οδηγίες τους. Είχαν καθήκον να διασφαλίσουν ότι ο Ενάγοντας θα χρησιμοποιούσε την εν λόγω σκάλα για να εκτελέσει τη εργασία που του ανατέθηκε με τη βοήθεια άλλου συναδέλφου του ο οποίος θα κρατούσε την σκάλα για ασφάλεια όταν ο Ενάγοντας ανέβαινε πάνω σ' αυτή. Αυτό αποτελούσε μέρος της υποχρέωσης των Εναγομένων για παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας μέσα από το οποίο διασφαλίζονται οι ασφαλείς συνθήκες εργασίας των εργαζομένων τους. Το αν η συγκεκριμένη σκάλα έφερε λάστιχα ή πλαστικά στη βάση της δεν απέκλειε την πιθανότητα ολισθήματος της ή οποιοδήποτε άλλο είδος ατυχήματος με αυτή. Μπορεί με τα λάστιχα στη βάση της να αυξανόταν η σταθερότητα της αλλά ο κίνδυνος ολισθήματος δεν εξαλειφόταν και ήταν υπαρκτός και προβλεπτός. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι υπάλληλοι των Εναγομένων είχαν εντολές να χρησιμοποιούν τη σκάλα μαζί με τη βοήθεια άλλου συναδέλφου τους, δηλαδή η χρήση της σκάλας να γινόταν συνολικά από δύο άτομα και ειδικότερα όταν ο ένας να ανεβαίνει πάνω σ' αυτή ο άλλος να τη βαστά για σκοπούς σταθερότητας. Η παροχή εντολών στον Ενάγοντα να εκτελέσει εργασία, για την διεκπεραίωση της οποίας απαιτείτο να εργαστεί από ύψος, είναι εργασία που εκ φύσεως ενέχει βαθμό επικινδυνότητας για τον Ενάγοντα. Όπως έχω ήδη πει ο κίνδυνος ολισθήματος και κλίσης της σκάλας με αναπόφευκτο συνακόλουθο την πτώση του Ενάγοντα ήταν υπαρκτός και προβλεπτός. Η μοναδική μαρτυρία ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το εν λόγω εργατικό ατύχημα προέρχεται από τον Ενάγοντα. Ενώ ο Ενάγοντας βρισκόταν πάνω στη σκάλα και εργαζόταν σε κάποια στιγμή η σκάλα ολίσθησε, μετακινήθηκε και έκλινε προς το έδαφος με αποτέλεσμα την πτώση του Ενάγοντα. Αν οι Εναγόμενοι δια του διευθυντή της που την ημέρα του ατυχήματος βρισκόταν στο εργοτάξιο όπου αυτό συνέβηκε μεριμνούσε να υπήρχε άλλο άτομο εκεί και να βαστούσε τη σκάλα τη στιγμή που ο Ενάγοντας βρισκόταν πάνω σ' αυτή το ολίσθημα, η μετακίνηση και η κλίση της θα αποφευγόταν. Η μη διευθέτηση από μέρους των Εναγομένων να υπάρχει τη δεδομένη εκείνη στιγμή ανυψωτικό μηχάνημα στο εργοτάξιο, η απουσία ικριωμάτων από το συγκεκριμένο χώρο εργασίας καθώς επίσης η μη ανάθεση σε άλλο συνάδελφο του Ενάγοντα για να τον βοηθήσει κρατώντας την σκάλα όταν αυτός ανέβαινε σ' αυτή, ως είναι η διακηρυγμένη μέθοδος και καθιερωμένη πρακτική εκτέλεσης εργασίας από μέρους των Εναγομένων, τους καθιστά υπεύθυνους για απουσία ή πλημμελή εφαρμογή ενός κατάλληλου και ασφαλούς συστήματος εργασίας. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να λάβει εντολή από τον προϊστάμενο του μετέβηκε στο χώρο του ατυχήματος για να εκτελέσει εργασία. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω η θέση αυτή των Εναγομένων δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ακόμη όμως και να γίνει δεκτή ως ορθή τη θέση των Εναγομένων για σκοπούς συζήτησης, ο προϊστάμενος των εργασιών θα έπρεπε να είχε στρέψει αποκλειστικά την προσοχή του στις ενέργειες των υφισταμένων του επιβλέποντας τον τρόπο με τον οποίο εκτελούσαν τις οδηγίες του, ιδιαίτερα την περίπτωση του Ενάγοντα που αφορούσε ένα υπάλληλο που τότε είχε μόνο 7,5 μήνες υπηρεσία στην εταιρεία των Εναγομένων. Το γεγονός αυτό από μόνο του δείχνει ότι ο Ενάγοντας ήταν ένα άτομο με πολύ μικρή προϋπηρεσία στους Εναγομένους και ουσιαστικά θα έπρεπε να βρισκόταν υπό συνεχή έλεγχο και επίβλεψη. Η άσκηση μηχανισμού επίβλεψης στην μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας του Ενάγοντα από τον προϊστάμενο του, εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγομένων, θα οδηγούσε στην αποφυγή του επιδίκου εργατικού ατυχήματος αφού είτε θα αποτρεπόταν η κατ' ισχυρισμό πρωτοβουλία του είτε θα τον βοηθούσε ο ΜΥ2 που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο εργοτάξιο στο χρόνο που θα έκρινε ο ΜΥ3 είτε θα διευθετείτο η παρουσία ανυψωτικού μηχανήματος στο χώρο εργασίας. Το γεγονός ότι ο διευθυντής των Εναγομένων δεν αναζήτησε τον Ενάγοντα φανερώνει έλλειψη αποτελεσματικού ελέγχου στον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του. Συνεπεία των πιο πάνω παραλείψεων τους, οι Εναγόμενοι εξέθεσαν τον Ενάγοντα σε προβλεπτούς και εμφανείς κινδύνους, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποφευχθούν με την ανάθεση βοήθειας στον Ενάγοντα στα πλαίσια χρήσης της σκάλας ή χρήσης ανυψωτικής πλατφόρμας είτε άλλως πως, κατά παράβαση έτσι των υποχρεώσεων τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παραβάσεις των υποχρεώσεων των Εναγομένων καθώς και η έλλειψη προσήκουσας επιμέλειας από μέρους τους αλλά και η απουσία και/ή εφαρμογή ενός κατάλληλου και ασφαλούς συστήματος εργασίας από τους ιδίους για τους εργοδοτουμένους τους περιλαμβανομένου του Ενάγοντα ευθύνονται για την πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του Ενάγοντα. Από το ατύχημα ο Ενάγοντας τραυματίστηκε, ο βαθμός και η έκταση της σοβαρότητας αυτού περιγράφονται αναλυτικά, το οποίο ατύχημα προκλήθηκε από το συνδυασμό των πιο πάνω λόγων. Επομένως, αναδύεται η απαιτούμενη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απουσίας ή μη εφαρμογής επαρκούς και κατάλληλου ασφαλούς συστήματος εργασίας και των προαναφερόμενων παραλείψεων των Εναγομένων με τις σωματικές βλάβες και ζημιές που ο Ενάγοντας υπέστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το καθήκον των Εναγομένων για παροχή ασφαλών τρόπων στον Ενάγοντα για διεκπεραίωση εργασίας που του ανατέθηκε ήταν υπαρκτό, πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν το εκπλήρωσαν. Κατά συνέπεια, οι Εναγόμενοι παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν απέναντι στον Ενάγοντα και έτσι κρίνονται αμελείς για την πρόκληση του εργατικού ατυχήματος που επέφερε τραυματισμό και ζημιές στον Ενάγοντα. (β) Τυχόν παράβαση συμφωνίας εργοδότησης από μέρους των Εναγομένων Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν υπάλληλος των Εναγομένων μέσα στα πλαίσια σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου και στη βάση συμφωνίας εργοδότησης. Όπως επίσης έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, ο τραυματισμός του Ενάγοντα οφείλεται στην απουσία και ορθής εφαρμογής κατάλληλου και επαρκούς ασφαλούς συστήματος εργασίας από μέρους των Εναγομένων τη δεδομένη στιγμή. Μέσα από την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής και συγκεκριμένα την 20η Σεπτεμβρίου του έτους 2004, ημερομηνία που το ατύχημα συνέβηκε, ο Ενάγοντας ήταν εργοδοτούμενος τους δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης. Ούτε αμφισβητήθηκε κάτι τέτοιο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Αυτό που απλώς αμφισβητείται μέσα από την έκθεση υπεράσπισης είναι η ύπαρξη ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου στη σύμβαση εργοδότησης για υποχρέωση των Εναγομένων στην παροχή κατάλληλου συστήματος εργασίας (βλέπε παράγραφο 6 έκθεσης υπεράσπισης). Εν πάσει περιπτώσει, όπως έχει ήδη λεχθεί, η όλη συμπεριφορά των διαδίκων μέσα από το πλαίσιο της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου παραπέμπει σε μεταξύ τους συνομολόγηση σύμβασης εργοδότησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έγινε γνωστό το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής. Μέσα όμως από την προσαχθείσα μαρτυρία δίδονται απαντήσεις σε βασικές πτυχές της συμφωνίας όπως τα καθήκοντα του Ενάγοντα, το είδος και το ύψος του μισθού. Η έλλειψη μαρτυρίας για την ύπαρξη ρητού όρου της συμφωνίας που να επιβάλλει στο εργοδότη το καθήκον της προστασίας της ασφάλειας εκείνων που εργοδοτεί, δεν επηρεάζει την υπόθεση του Ενάγοντα αφού το καθήκον αυτό εξυπακούεται από τον ίδιο το νόμο σε όλες ανεξαίρετα τις συμβάσεις εργοδότησης προσώπων (Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423). Στη βάση των πιο πάνω, διαπιστώνω ότι ο εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία εργοδότησης του Ενάγοντα περί παροχής και διασφάλισης ασφαλών και κατάλληλων συνθηκών εργασίας έχει παραβιαστεί από μέρους των Εναγομένων ως εργοδότης του Ενάγοντα που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος. (γ) Τυχόν παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος από Εναγομένους Παρόλο ότι στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ισχυρισμός του Ενάγοντα για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων των Εναγομένων ως βάση αγωγής, εντούτοις ο Ενάγοντας παρέλειψε να την προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός του να παραμείνει μετέωρος. Ως εκ τούτου, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει αυτή τη βάση αγωγής. (δ) Ενδεχόμενη συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του Ενάγοντα Μέσα από την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Προς στήριξη της θέσης τους αυτής ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας με δική του με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να λάβει εντολή από τον προϊστάμενο του μετέβηκε στο χώρο του ατυχήματος για να εκτελέσει εργασία. Επίσης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας επιχείρησε να εκτελέσει εργασία κατά παράβαση των εντολών που όλοι οι υπάλληλοι των Εναγομένων είχαν και αφορούσε τη χρήση της σκάλας και συγκεκριμένα ότι όταν ο ένας ανεβαίνει πάνω σ' αυτή ένα άλλος συνάδελφος του βρίσκεται εκεί για να την κρατεί. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τις θέσεις αυτές των Εναγομένων. Το Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι ο Ενάγοντας έλαβε οδηγίες από τον προϊστάμενο του να μεταβεί σε συγκεκριμένο χώρο και να τοποθετήσει σιλικόνη σε τοποθετημένο παράθυρο χρησιμοποιώντας σκάλα την οποία εκφόρτωσε ο ίδιος από το όχημα που τον μετέφερε στο εργοτάξιο, ως μέρος των εργαλείων που μεταφέρθηκαν για την εκτέλεση της καθημερινής εργασίας. Με γνώμονα ότι στο εργοτάξιο της Ξενοδοχειακής Σχολής Λεμεσού μετέβηκε την ημέρα του επιδίκου εργατικού ατυχήματος ο διευθυντής των Εναγομένων μαζί με τον Ενάγοντα και ακόμη μόνο ένα άτομο και με δεδομένο ότι ο διευθυντής χρειαζόταν το άλλο άτομο να εκφορτώνει μαζί του τα υπόλοιπα εργαλεία και υλικά που βρίσκονταν εντός του οχήματος που τους μετέφερε μέχρις ότου ο Ενάγοντας ολοκληρώσει την εργασία που του ανάθεσε, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας δεν είχε επιλογή να ζητήσει από τον προϊστάμενο του να του στείλει άλλο συνάδελφο του να τον βοηθήσει κρατώντας ουσιαστικά τη σκάλα στην οποία αυτός θα ανέβαινε για να εκτελέσει την εργασία που του ανάθεσε επειδή δεν υπήρχε άλλος υπάλληλος των Εναγομένων στο εργοτάξιο. Με γνώμονα ότι στο εργοτάξιο δεν υπήρχε διαθέσιμη ανυψωτική πλατφόρμα καθώς επίσης στο χώρο εκείνο δεν υπήρχαν ικριώματα ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, η χρήση της σκάλας από τον ίδιο και μόνο ήταν μονόδρομος. Παράλληλα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί το Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε πλημμελώς ή λανθασμένα την σκάλα ή ότι ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο για την πτώση του. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν βρίσκω πως μπορεί να αποδοθεί ευθύνη και κατ' επέκταση αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια στον Ενάγοντα, ο οποίος ακολούθησε τις οδηγίες του προϊσταμένου του και διευθυντή των Εναγομένων για να εκτελέσει την εργασία που του ανατέθηκε χωρίς ουσιαστικά να έχει οποιαδήποτε επιλογή. Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται αποκλειστικά και εξ' ολοκλήρου για την πρόκληση του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου ο Ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες, έξοδα και ζημιές. (ε) Κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται οποιαδήποτε από τις θεραπείες που αξιώνει Κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ο Ενάγοντας προώθησε τη θέση του για καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων στη βάση μόνο αμέλειας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει θέμα επιδίκασης αποζημιώσεων είτε ειδικών είτε γενικών εναντίον των Εναγομένων στη βάση παράβασης συμφωνίας εργοδότησης από μέρους τους παρόλο που η ύπαρξη της δικογραφείται, επειδή όχι μόνο τέτοια απαίτηση δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής αλλά ούτε και δικογραφείται τέτοια διεκδίκηση μέσα από την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα. Παράλληλα, σημειώνεται η παράλειψη από μέρους του Ενάγοντα να προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής το δικογραφημένο ισχυρισμό του για παράβαση εκ του νόμου καθηκόντων των Εναγομένων ως βάση αγωγής θεωρώντας έτσι ότι αυτή εγκαταλείφθηκε. Κατά συνέπεια, αυτό που υπολείπεται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι το ενδεχόμενο επιδίκασης στον Ενάγοντα ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για αμέλεια των Εναγομένων επί πλήρους ευθύνης. 1. Ειδικές αποζημιώσεις: Παράγραφος 8 υπό τον τίτλο 'Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών κάτω από τα σημεία (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ε) της έκθεσης απαίτησης Το σημείο (Α) αφορά ποσό ύψους €2.221,18 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.300,00) για απώλειες απολαβών από 29.09.04 μέχρι 23.12.04. Πέραν από μια γενική τοποθέτηση στο στάδιο αντεξέτασης του ότι πληρώθηκε μέρος των χρημάτων αναφορικά με την περίοδο αναρρωτικής άδειας του, ουδεμία άλλη αναφορά γίνεται στο θέμα αυτό κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Προς τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού του ο Ενάγοντας παρέλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ως όφειλε να πράξει έχοντας το βάρος απόδειξης, ιδιαίτερα όταν οι Εναγόμενοι προώθησαν τη θέση ότι είχαν εξοφλήσει το συγκεκριμένο κονδύλι. Η παράλειψη αυτή δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό σχετικά με το θέμα αυτό. Το σημείο (Β) σχετίζεται με το ποσό των €2.562,90 (ισότιμο σε Λ.Κ.£1.500,00) που αφορά το κατ' ισχυρισμό κόστος μελλοντικής εγχείρησης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι αποζημιώσεις για το κόστος πιθανής μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης πρέπει να επιδικάζονται σαν γενικές αποζημιώσεις (Ορφανίδου v. Περνάρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253) και όχι να διεκδικούνται ως μέρος ειδικών αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο έχοντας αποδεχτεί την μαρτυρία του Δρ. Γεωργίου και απορρίψει την μαρτυρία του Δρ. Χριστοδούλου κατέληξε ότι δεν υφίσταται αναγκαιότητα για μια τέτοια εγχείρηση στο μέλλον. Ακόμη όμως και να υπήρχε τέτοια αναγκαιότητα το διεκδικούμενο κόστος αυτής δεν θα μπορούσε να επιδικαστεί ένεκα της απόρριψης της μαρτυρίας του Δρ.