LQD MARKETS LTD ν. NIKOLETT PALINKAS, Aρ. Αγωγής: 4431/2013, 10/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4431/2013 Μεταξύ: LQD MARKETS LTD Εναγόντων και NIKOLETT PALINKAS Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 19.12.2013 για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.2.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ιωαννίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Σ. Νεοφύτου) Για τους Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κ. Κυπραίος (για ν' ακούσει απόφαση κα Μ. Ηλία) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, στις 14.10.2013 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγόμενης με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Την ίδια μέρα καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν το ακόλουθο διάταγμα: « ..που να απαγορεύει στη Εναγόμενη και σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτή εργοδοτείται ή άλλως πως είναι συμβεβλημένη από το να χρησιμοποιεί και/ή κοινοποιεί και/ή επιτρέπει και/ή ανέχεται την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτών και/ή στοιχεία πελατολογίου και/ή επικοινωνίας πελατών της Ενάγουσας για οποιονδήποτε λόγο.» Επιλήφθηκα αυθημερόν της αίτησης και εξέδωσα το διάταγμα. Τα ουσιαστικά γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος, τα οποία συνθέτουν και τη βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης απορρέουν από το περιεχόμενο της υποστηριχτικής του σχετικού αιτήματος ένορκης δήλωσης του διευθυντή πωλήσεων των εναγόντων Ramzi Chamat. Συνοπτικά είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης γραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το νόμο, μεταξύ άλλων ασχολούνται με συναλλαγές ξένου συναλλάγματος και επενδυτικές υπηρεσίες. Η εναγόμενη, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενή τους και συγκεκριμένα υπεύθυνη πωλήσεων. Στις 5.12.2011 συνήψε μαζί τους συμφωνία εργοδότησης και στις 13.11.2012 συμφωνία εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης. Ανάμεσα στους κύριους όρους της μεταξύ των διαδίκων σχέσης ήταν ο όρος πίστης και εμπιστοσύνης καθώς και ο όρος ο οποίος απαγόρευε στην εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε χρήση, επεξεργασία ή αποκάλυψη οποιωνδήποτε πληροφοριών οι οποίες κοινοποιήθηκαν σ' αυτή από τους ενάγοντες και αφορούσαν εμπιστευτικά στοιχεία, στοιχεία πελατών, βάση δεδομένων και προφίλ πελατών των εναγόντων. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων διαλάμβανε ότι η εναγόμενη δε θα αποκάλυπτε, χρησιμοποιούσε επεξεργαζόταν και δε θα επέτρεπε τη χρήση οποιωνδήποτε εμπιστευτικών πληροφοριών, στοιχείων, στοιχείων πελατών, βάση δεδομένων και προφίλ πελατών τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της από τους ενάγοντες. Ο συγκεκριμένος όρος θα ίσχυε για περίοδο δύο χρόνων μετά τον τερματισμό της εργοδότησής της από τους ενάγοντες. Στις 8.7.2013, η εναγόμενη υπόβαλε την παραίτησή της στους ενάγοντες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενημερώνοντάς τους ότι η 22η 7.2013 θα ήταν η τελευταία μέρα εργοδότησής της. Στις 20 και 30.8.2013 η εναγόμενη, κατά παράβαση των δικαιωμάτων των εναγόντων και της μεταξύ τους συμφωνίας πίστης και εμπιστοσύνης επικοινώνησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με πελάτες των εναγόντων ζητώντας τους διάφορα στοιχεία, ανάμεσά τους και τον αριθμό τηλεφώνου τους ώστε να μπορέσει να τους ενημερώσει προσωπικά για τις υπηρεσίες που προσφέρει κάποια άλλη εταιρεία (Iron Fx Ltd), ανταγωνιστική των εναγόντων, η οποία ασχολείται με τις ίδιες βασικά υπηρεσίες που ασχολούνται και οι ενάγοντες. Επιπλέον, στις 8.10.2013, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι η εναγόμενη επικοινώνησε με συγκεκριμένο πελάτη τους προκειμένου να του εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θα ήταν καλό να επενδύσει στην προαναφερθείσα εταιρεία. Οι πιο πάνω πελάτες των εναγόντων καθώς και άλλοι πελάτες τους τούς ανάφεραν ότι η εναγόμενη προέβαινε σ' αυτούς προφορικά και σε ψευδείς παραστάσεις ότι δήθεν οι ενάγοντες αντιμετωπίζουν εμπορικά προβλήματα και ότι αυτή ήταν και η αφορμή που επικοινωνούσε μαζί τους η ίδια. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση καθώς και στο σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, στη βάση της. Η ένστασή της βασίζεται σε διάφορους λόγους και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης στην οποία προέβηκε η ίδια. Με αυτή δίδει τη δική της εκδοχή σε σχέση με τους ισχυρισμούς γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος και γενικά που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον της. Σ' αυτά τα πλαίσια παραδέχεται μερικούς από τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αρνείται τους υπόλοιπους για τους οποίους παραθέτει τη δική της εκδοχή. Στις 19.12.2013, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν: «Α) Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την παρουσία της κ. Nicolett Palincas, από την Λεμεσό, γι' αντεξέταση, σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 21/11/13, που συνοδεύει την ένσταση της στο αίτημα των Εναγόντων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 14/10/2013 στην με τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, κατά την ακρόαση της αίτησης την και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που θα αναβληθεί γι' ακρόαση η αίτηση». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.1, Δ.38 Θ.Θ.1 και 2 και Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4 και 9, στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη νομολογία και τέλος στην πρακτική. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της υπεύθυνης ανθρώπινου δυναμικού των εναγόντων, Λουσίας Λάμπρου. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσής της η πιο πάνω αναφερόμενη είναι ανάγκη να εξεταστεί η εναγόμενη για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της ημερομηνίας 21.11.2013 - πρόκειται για την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος - «..και ιδιαίτερα σε όλους εκείνους τους ισχυρισμούς που αναφέρει και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και/ή πραγματικότητα και αναφέρονται πιο κάτω:» Στη συνέχεια προβαίνει σε ειδική αναφορά στο μέρος κάθε μίας από τις παραγράφους 5 μέχρι 12 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης για το οποίο οι ενάγοντες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να την αντεξετάσουν. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση παρατίθεται αυτούσιο: «Απ' όσα καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι και όπως οι Δικηγόροι μου με συμβουλεύουν, είναι αναγκαίο, να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, το οποίο θα επιτρέπει την αντεξέταση της κα Nikolett Palinkas, σε όλα τα πιο πάνω σημεία της ένορκης δήλωσής ημερ. 21/11/12, διότι δεν αναφέρει την αλήθεια» Η υπογράμμιση είναι δική μου. Οι εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 2. Στην παρούσα περίπτωση και/ή όπως προκύπτει από την Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν συντρέχει καλός λόγος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 3. Δεν υπάρχει αιτιολογία και/ή εξήγηση και/ή δικαιολόγηση και/ή επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή αιτιολόγηση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 4. Με την αίτηση ημερομηνίας 19/12/2013 σκοπείται από την Αιτήτρια η εκ των υστέρων επανόρθωση παράλειψης αναφοράς ουσιωδών γεγονότων ή η τροποποίηση ουσιωδών γεγονότων, κατά παράβαση του καθήκοντος της Αιτήτριας για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη κατά το στάδιο της Μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 14/10/2013. 5. Η Αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 19/12/2013 αφορά την λήψη άδειας για την αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση προς υποστήριξη μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβίαζε τον νομολογιακό κανόνα ότι η «διαδικασία έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για αντεξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων». 6. Η Αιτήτρια προβαίνει στο αίτημα της για άδεια αντεξέτασης της Καθ' ης η Αίτηση επιπόλαια και/ή καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή κακόπιστα και/ή με σκοπό να καθυστερήσουν την inter partes ακρόαση της μονομερής Αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 14/1/2013 σε βάρος των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση για Δίκαιη Δίκη. 7. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, η ακρόαση της μονομερής Αίτησης ημερομηνίας 14/10/2013 θα εκτροχιαστεί και θα απολήξει σε εκτροπή μιας ενδιάμεσης διαδικασίας από την ορθή της διάσταση. 8. Η αντεξέταση επί των θεμάτων που προκύπτουν από την Ένορκη Δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 21/11/2013 θα μετέτρεπε την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. 9. Τα θέματα, για τα οποία σκοπείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για αντεξέταση της Καθ' ης η Αίτηση, είναι θέματα που θα πρέπει να αποφασισθούν από το Δικαστήριο στο στάδιο εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και όχι στο στάδιο αυτό ήτοι, μέσα στο πλαίσιο της εκδίκασης αιτήσεως για ενδιάμεσο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα. 10. Το αίτημα για αντεξέταση σκοπό έχει την εκμαίευση μαρτυρίας και/ή την παράθεση συμπληρωματικής μαρτυρίας και/ή την πλήξη της αξιοπιστίας της ενόρκως δηλούσας. 11. Διά της πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης θα επηρεαστεί δυσμενώς το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. 12. Η Αιτήτρια με το υπό κρίση αίτημα της για άδεια αντεξέτασης της Καθ' ης η Αίτηση, επιδιώκουν να αναβαθμίσουν και/ή διορθώσουν και/ή συμπληρώσουν παραλείψεις και/ή κενά αυτών στην αρχική Ένορκη Δήλωση της Ramzi Chamat ημερομηνίας 14/10/2013 η οποία υποστηρίζει την μονομερή αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 14/10/2013, και/ή να μετατοπίσουν το βάρος απόδειξης που αυτοί φέρουν πράγμα ανεπίτρεπτο σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις όπως η εν λόγω μονομερή αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 14/10/2013». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο τους (παρότι, το ουσιαστικό μέρος της ένορκης δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση εκτίθεται σε άλλο σημείο - ανωτέρω - ) και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η Δ.48 Θ.4
(2), διαλαμβάνει ότι η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Η τελευταία (Θ.1) προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν παρακλήσεως οποιουδήποτε διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενόρκως δηλούντα για αντεξέταση. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων είναι σαφές, ότι, πρώτο, αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά πόσο θα διαταχθεί η παρουσία ενόρκως δηλούντα για σκοπούς αντεξέτασής του και δεύτερο, σε περίπτωση που διαταχθεί κάτι τέτοιο, η αντεξέταση θα πρέπει να είναι σε συνάφεια με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Μήλου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, συναφώς με το θέμα, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει ή απορρίψει αίτηση, όπως η υπό κρίση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά, ενώ μπορεί να προβεί στο δεύτερο, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ένσταση στο σχετικό αίτημα. Ότι αποτελεί θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα επιτραπεί η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα αναφέρεται και στην υπόθεση Rana (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1660, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith
(1928)W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59 θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. v. Stokesley Justices
(1956)1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.» Στην Stokesley (πιο πάνω) έγινε δεκτό το αίτημα για αντεξέταση του ομνύσαντος. Κρίθηκε ότι επρόκειτο για αξιοπρόσεκτη και εξαιρετική περίπτωση στην οποία «ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει διάταγμα το οποίο εξασφαλίστηκε πριν από 8 χρόνια και σε σχέση με το οποίο δεν είχε ενεργήσει ποτέ ο παραπονούμενος ο οποίος είχε εξασφαλίσει το διάταγμα». Λέχθηκε, επίσης, ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία προκάλεσαν στο Δικαστήριο μεγάλη ανησυχία και κάποια δυσαρέσκεια και έπρεπε να διερευνηθούν. Εν όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων». Τέλος, καθ' όλα σχετικά με το θέμα, γενικά ως θέμα αρχής, αλλά και ειδικότερα για τις ανάγκες της υπό κρίση αίτησης είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου (Αγωγή 7123/2008, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, τα οποία με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο, μιας και κινούνται στο πλαίσιο των παραπάνω αρχών: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4
(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263). Θα πρέπει ακόμα να υπενθυμιστεί ότι σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται παρεμπίπτουσας διαδικασίας, δεν προβαίνει σε γενικότερες αξιολογήσεις της αξιοπιστίας μαρτύρων ή της δοθείσας μαρτυρίας και σίγουρα δεν προβαίνει σε τελεσίδικα ευρήματα ή συμπεράσματα επί αμφισβητουμένων θεμάτων που σχετίζονται με το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο μιας αίτησης» Έχοντας υπόψη όλες της παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Η ένορκη δήλωση της εναγόμενης, σε σχέση με την οποία οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αίτηση ζητούν διάταγμα αντεξέτασής της υποστηρίζει την ένστασή της στην αίτησή τους η οποία οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Το σχετικό μέρος της εν λόγω ένορκης δήλωσης, κατά βάση περικλείει ισχυρισμούς γεγονότων που αφορούν στην ουσία της αγωγής. Το γεγονός ότι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται από την εναγόμενη για σκοπούς αντίκρουσης των αντίστοιχων ισχυρισμών των εναγόντων οι οποίοι οδήγησαν στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος το οποίο οι τελευταίοι εξασφάλισαν μονομερώς, με κανένα τρόπο και για κανένα λόγο ή σκοπό μπορεί να μεταβάλει τη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 είναι καλά γνωστό, ότι περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα έχουν τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω επίσης), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 788 υπενθυμίζεται ότι γενικά η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με μόνο λόγο ότι οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προκειμένου να αποδείξουν ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης που βασικά αφορούν στην ουσία της αγωγής τους και αμφισβητούν οι ίδιοι, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και/ή πραγματικότητα, όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για αυτούς στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ή επειδή η εναγόμενη δεν αναφέρει την αλήθεια συναφώς με αυτούς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 της ίδιας δήλωσης, διαγράφεται και η τύχη της αίτησης, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι φανερό ότι οι ενάγοντες, κατά παράβαση όλων των παραπάνω αρχών, μέσω του αιτούμενου διατάγματος επιχειρούν να μετατρέψουν την διαδικασία εκδίκασης της αίτησής τους η οποία οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε διαδικασία ακρόασης της αγωγής. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά το αίτημά τους να τους επιτραπεί να αποδείξουν ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης σε σχέση με τους οποίους ζητούν να την αντεξετάσουν, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια ή πραγματικότητα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτοί, για να επαναλάβω, αφορούν στην ουσία της υπόθεσης, έστω κι αν την ίδια ώρα συνδέονται και με τις δύο από τις τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Το τι θα πρέπει να αποδείξουν οι ενάγοντες προκειμένου το προσωρινό διάταγμα που μονομερώς έχουν εξασφαλίσει να οριστικοποιηθεί έχει ήδη αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία. Δεν είναι της ώρας να κρίνω κατά πόσο στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιόν μου θα το πετύχουν ή εάν το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Αυτό που σίγουρα μπορεί να λεχθεί από τώρα είναι το εξής: οι ενάγοντες, εκτός του ότι δε νομιμοποιούνται να ζητούν να τους επιτραπεί να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, για σκοπούς εξαγωγής οριστικών ευρημάτων αξιοπιστίας μαρτύρων και/ή συμπερασμάτων γεγονότων σε σχέση με τα επίδικα θέματα της ουσίας της αγωγής τους, επιπλέον, το θεωρώ και εντελώς αχρείαστο και μη αναγκαίο αυτό που επιδιώκουν, για σκοπούς εκδίκασης της αίτησής τους η οποία οδήγησε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, για να καταλήξω από τη μελέτη όλων των αποφάσεων που αναφέρονται στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση επί του περιεχομένου ένορκης δήλωσης, η βασική αρχή που προκύπτει είναι ότι, κάτι τέτοιο, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί. Αντεξέταση ενόρκως δηλούντα επί του περιεχομένου ένορκης δήλωσης στην οποία έχει προβεί στα πλαίσια παρεμπίπτουσας διαδικασίας προκειμένου να αποδειχθεί κατά τρόπο οριστικό ότι ο ενόρκως δηλών δε λέει την αλήθεια, ασφαλώς δεν αποτελεί μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση και συνεπώς δεν μπορεί να επιτραπεί. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες αυτό ακριβώς επιδιώκουν, η αίτησή τους, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο