PERIDEO S. A. ν. Βασίλειου Γαβρίλη, Αρ. Αγωγής: 5438/07, 24/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5438/07 Μεταξύ: PERIDEO S. A. από την Ελλάδα Ενάγοντες και G. V. EARTH LIMITED, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.1.11 PERIDEO S. A. από την Ελλάδα Ενάγοντες και Βασίλειου Γαβρίλη, από την Λεμεσό Εναγόμενος ........................... Ημερομηνία: 24.2.14 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία: κ. Μ. Χαρτζιώτης (για να ακούσει την απόφαση η κα Αρκάδη) Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Μελάς για κκ Κ. Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Β. Γιατρού) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα» αξιώνει το ποσό των Ευρώ 11.127,80 σεντ ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων πλέον τόκο προς 9% ετησίως από της ημερομηνίας έκδοσης έκαστου τιμολογίου μέχρι πλήρους εξόφλησης πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ανώνυμη εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει της Ελληνικής Νομοθεσίας με έδρα των εργασιών της την Θεσσαλονίκη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την κατασκευή και εμπορία κοσμημάτων, ρολογιών και άλλων συναφών ειδών. Ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτης της Ενάγουσας και διεξήγαγε στην Λεμεσό εργασίες και/ή επιχείρηση πώλησης ρολογιών, κοσμημάτων και γυναικείων αξεσουάρ υπό την εμπορική επωνυμία G. V. EARTH. Μεταξύ της περιόδου Ιουνίου και Δεκεμβρίου του 2006 η Ενάγουσα κατ' εντολή και/ή παράκληση και/ή παραγγελία του Εναγόμενου πώλησε και απέστειλε στον Εναγόμενο διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας Ευρώ 11.127,80 σεντ (παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης). Για τα πωληθέντα εμπορεύματα η Ενάγουσα εξέδωσε 11 τιμολόγια. Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρονται λεπτομέρειες των υπό της Ενάγουσας ισχυριζόμενων υπό αυτής εκδοθέντων τιμολογίων, όπως αριθμοί τιμολογίων, ημερομηνία έκδοσης και ποσό για το οποίο το κάθε τιμολόγιο εκδόθηκε. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να καταβάλει οποιοδήπορε ποσό με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το πιο πάνω ποσό παρά τις επανηλειμμένες ειδοποιήσεις και/ή οχλήσεις από μέρους της Ενάγουσας και/ή των δικηγόρων της (παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαίτησης). Σύμφωνα με την Υπεράσπιση: ο Εναγόμενος αρνείται τις παραγράφους 3, 4 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα παρέλειψε να πιστώσει στον λογαριασμό του το ποσό των Ευρώ 1.336,33 σεντ μετά από επιστροφή εμπορευμάτων που ο Εναγόμενος έκανε στις 7.12.06 δυνάμει του πιστωτικού με αριθμό ΟΙΠΠΕ50 ο Εναγόμενος αρνείται την αξία των υπόλοιπων εμπορευμάτων και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι υπερβολική και/ή εξογκωμένη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Με την Απάντησή της η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου οι οποίοι εκτίθενται στην Υπεράσπισή του και οι οποίοι δεν συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησής της. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε η Χριστίνα Πουριάζη (ΜΕ 1). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ 1). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Η Χριστίνα Πουριάζη - ΜΕ 1 - εργάζεται στην Ενάγουσα η οποία εδρεύει στην Θεσσαλονίκη. Εργάζεται ως υπάλληλος στο Τμήμα Credit από το έτος
- Γνωρίζει τον Εναγόμενο καθότι ήταν πελάτης της Ενάγουσας. Για τις δοσοληψίες του με την Ενάγουσα γνωρίζει από το έτος 2006, οπότε και παρακολουθεί την καρτέλα του, και έπειτα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Ενάγουσα κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα χωρίς να υπάρξει ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης: Βεβαίωση από την Ενάγουσα ότι η μάρτυρας εργάζεται ως υπάλληλος στην Ενάγουσα από τις 10.5.04 στο Τμήμα Credit Control και έχει υπό την ευθύνη της την έκδοση τιμολογίων και την είσπραξη υπολοίπων των πελατών - Τεκμήριο 1 Φύλλο από την «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας» με αριθμό 7728 και ημερομηνία 18.7.05 προς βεβαίωση της εγγραφής και σύστασης της Ενάγουσας - Τεκμήριο 2 τα τιμολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης - Τεκμήρια 3 -13 και, τέλος, πιστωτική σημείωση με αριθμό ΟΙΠΠΕ50 ημερομηνίας 7.12.06 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την μάρτυρα δεν υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι των επίδικων τιμολογίων - Τεκμήρια 3 -13 - το συνολικό δε ποσό που προκύπτει από αυτά και που ο Εναγόμενος οφείλει στην Ενάγουσα ανέρχεται σε Ευρώ 11.127,80 σεντ. Σύμφωνα με την μάρτυρα το Τεκμήριο 14 είναι το πιστωτικό που η Ενάγουσα εξέδωσε στις 7.12.06 μετά από επιστροφή εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο και με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός του τελευταίου σε αντίθεση, σύμφωνα με την μάρτυρα, με τον ισχυρισμό του Εναγόμενου στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισής του ότι ο λογαριασμός του δεν πιστώθηκε με το πιο πάνω πιστωτικό. Σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου όχι μόνο δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του Τεκμηρίου 14 από την μάρτυρα, αλλά και δήλωσε ότι δέχεται την αλήθεια του περιεχομένου του. Σύμφωνα, επίσης, με την μάρτυρα, με το Τεκμήριο 14 ξοφλήθηκε άλλο τιμολόγιο ίδιου ποσού, το οποίο ήταν απλήρωτο, «ανοικτό», όπως η μάρτυρας το αποκάλεσε. Τα δε εμπορεύματα που αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται ή αφορούν στα εμπορεύματα που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 -
- Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 14 αντιλογίσθηκε με το τιμολόγιο που αναφέρεται σε αυτό πάνω από τις λέξεις «REFERENCE No» και το οποίο φέρει αριθμό 01ΤΧΤ0000197, από τώρα και στο εξής «το τιμολόγιο με αριθμό 197». Σε όλα τα πιστωτικά που εκδίδει η Ενάγουσα αναφέρεται το τιμολόγιο ή τα τιμολόγια που κάθε πιστωτικό αφορά. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας ανέφερε ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 -14 - τα έξέδωσε η ίδια και τα υπέγραψε. Η υπογραφή που σε αυτά φαίνεται είναι η δική της υπογραφή. Το Τεκμήριο 14, όμως, επειδή πρόκειται περί πιστωτικού και αφορά σε επιστροφή εμπορευμάτων, το έδωσε στην Οικονομική Διεύθυνση για να αποσταλεί στον Εναγόμενο. Υπεύθυνος για την αποστολή των πιστωτικών στους πελάτες είναι ο Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας ονόματι Λιάκας Αλέξανδρος. Δεν γνωρίζει αν η Οικονομική Διεύθυνση το απέστειλε στον Εναγόμενο. Τα τιμολόγια, όμως, 3 -13 τα απέστειλε στον Εναγόμενο η ίδια. Μαζί με τα πρωτότυπά τους αποστάλησαν στον Εναγόμενο και τα εμπορεύματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης υπέβαλε στην μάρτυρα ότι ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και ότι προέβη σε πληρωμή στους διευθυντές της Ενάγουσας. Η μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και αντέτεινε ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη πληρωμής για τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 -
- Ο Εναγόμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: Πιστωτικό με αριθμό ΟΙΠΠΕ50 ημερομηνίας 7.12.06 - Τεκμήριο 15 Κατάσταση παραστατικών και πληρωμών που ετοίμασε ο ίδιος - Τεκμήριο 16 Απόδειξη πληρωμής ποσού εκ Ευρώ 21.781,79 σεντ - Τεκμήριο 17 Τα τιμολόγια που στο Τεκμήριο 16 καταδεικνύονται με χρώμα πορτοκαλί περιλαμβανομένων και των Τεκμηρίων 3 και 4 ως δέσμη εγγράφων - Τεκμήριο 18 Απόδειξη πληρωμής ποσού εκ Ευρώ 9.535,80 σεντ - Τεκμήριο 19 Τιμολόγιο με αριθμό 01ΤΧΕ0000331 ημερομηνίας 2.3.07 για το ποσό των Ευρώ 1.732,14 σεντ και το οποίο στο Τεκμήριο 16 καταδεικνύεται με χρώμα μπλε - Τεκμήριο 20 Πιστωτικό με αριθμό 01ΠΠΕ000093 ημερομηνίας 7.3.07 για το ποσό των Ευρώ 35,85 σεντ και το οποίο στο Τεκμήριο 16 καταδεικνύεται με χρώμα μπλε - Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι τα δύο τελευταία τεκμήρια, 20 και 21, δεν αφορούν στην αγωγή. Κατά την κυρίως εξέτασή του υποστήριξε τα ακόλουθα: Το Τεκμήριο 15 είναι το πιστωτικό που απεστάλη σε αυτόν από την Ενάγουσα σε αντίθεση με το Τεκμήριο 14 το οποίο ο Εναγόμενος ουδέποτε παρέλαβε και πρώτη φορά είδε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ενώ αναγνωρίζει ότι στο Τεκμήριο 14 αναφέρονται τα ίδια εμπορεύματα και τα ίδια ποσά που αναφέρονται και στο Τεκμήριο 15 το πρώτο έγγραφο είναι επιλήψιμο σύμφωνα με τον μάρτυρα για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι το Τεκμήριο 14 δεν έχει φορολογική ισχύ για τον λόγο ότι ελλείπει από αυτό κάποιος χαρακτηριστικός μακρύς αριθμός, ο οποίος στο Τεκμήριο 15 υπάρχει - όπως και στα Τεκμήρια 3 -13 - και είναι αυτός που φαίνεται στο κάτω μέρος και που αρχίζει με τα στοιχεία «7Α64D» και τελειώνει με τους αριθμούς «...1800». Αυτό σύμφωνα με τον Εναγόμενο καθιστά το Τεκμήριο 14 μη νόμιμο έγγραφο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι λανθασμένα αναφέρεται στο Τεκμήριο 14 το τιμολόγιο με αριθμό 197 καθότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και αυτό γιατί τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 14 δεν είναι από το τιμολόγιο με αριθμό 197, αλλά από άλλα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 3 - 13 και τα οποία σύμφωνα με την ΜΕ 1 είναι απλήρωτα. Τιμολόγιο με αριθμό 197 δεν υπάρχει σύμφωνα με τον Εναγόμενο. Σημειώνεται ότι το εν λόγω τιμολόγιο κατατέθηκε κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον Εναγόμενο αυτός ουδέποτε παρέλαβε το Τεκμήριο 22 και πρώτη φορά το είδε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό δεν είναι γνήσιο έγγραφο, τουναντίον, αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα της Ενάγουσας. Από το Τεκμήριο 15 ο Εναγόμενος υπέδειξε συγκεκριμένα τα ακόλουθα: το προϊόν 02L01 - 00051 (Silver brachelet) με τιμή Ευρώ 4,26 σεντ απαντάται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 4 το προϊόν 03L01 - 02993 (Silver earrings) με τιμή Ευρώ 113,45 σεντ απαντάται στην δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 8 και, τέλος, τα υπόλοιπα προϊόντα που φαίνονται στο Τεκμήριο 15 είναι όλα τα εμπορεύματα που φαίνονται στο Τεκμήριο 10 και τα οποία επιστράφηκαν. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο τα πιο πάνω προϊόντα επιστράφηκαν στην Ενάγουσα. Σημειώνεται ότι το συνολικό τους ποσό ανέρχεται σε Ευρώ 1.336,34 σεντ και δεν πιστώθηκε στον λογαριασμό του. Ο λόγος που στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισής του ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα είναι γιατί εντός του έτους 2007 απέστειλε στην Ενάγουσα Ευρώ 21.781,79 σεντ στις 4.1.07 και Ευρώ 9.535,80 σεντ την 1.3.
- Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 16 υπέδειξε τα ακόλουθα: Τα Τεκμήρια 3 και 4 καθώς και άλλα 27 τιμολόγια τις λεπτομέρειες των οποίων καθορίζει στο Τεκμήριο 16 πληρώθηκαν στις 4.1.07 με το έμβασμα των Ευρώ 21.781,79 σεντ. Τα τιμολόγια αυτά καταδεικνύονται με χρώμα πορτοκαλί και τα Τεκμήρια 3 και 4 και με χρώμα φούξια, όπως το αποκάλεσε ο μάρτυρας Τα Τεκμήρια 4 - 13 των οποίων τις λεπτομέρειες καθορίζει στο Τεκμήριο 16 πληρώθηκαν την 1.3.07 με το έμβασμα των Ευρώ 9.535,80 σεντ. Τα τιμολόγια αυτά καταδεκνύονται με χρώμα πράσινο καθώς και με το χρώμα φούξια. Η πληρωμή αυτή έγινε σε κοινό λογαριασμό με δικαιούχους τον Παναγιώτη Καρβουνίδη, που είναι ο κύριος μέτοχος και Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας, και τον Δαμιανό Λαζαρίδη που είναι μέτοχος και Πρόεδρος της Ενάγουσας. Ο λόγος που η πληρωμή έγινε στον πιο πάνω λογαριασμό είναι γιατί αυτό υποδείχθηκε στον Εναγόμενο να κάνει από κάποια κυρία Δώρα Τσιτσοπούλου της Ενάγουσας Στην πληρωμή των Ευρώ 9.535,80 σεντ περιλαμβάνονται και δύο χρεώσεις για μεταφορικά που αφορούν στις ημερομηνίες 23.10.06 και 20.12.06 Το τιμολόγιο - Τεκμήριο 4 - πληρώθηκε δύο φορές, την πρώτη φορά, με το έμβασμα των Ευρώ 21.781,79 σεντ και την δεύτερη φορά με το έμβασμα των Ευρώ 9.535,80 σεντ Τα έγγραφα που καταδεικνύονται με χρώμα μπλε είναι, το ένα, τιμολόγιο ημερομηνίας 2.3.07 για ποσό Ευρώ 1.732,14 σεντ (Τεκμήριο 20) και, το άλλο, πιστωτικό ημερομηνίας 7.3.07 για ποσό Ευρώ 35,85 σεντ (Τεκμήριο 21). Σημειώνεται ότι αυτά εκδόθηκαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και δεν την αφορούν. Ο Εναγόμενος δέχθηκε τα ακόλουθα: με τους κύριους Παναγιώτη Καρβουνίδη και Δαμιανό Λαζαρίδη έχει διαφορές σε άλλα επίπεδα συνεργασίας. Σημειώνεται ότι ενδεικτικοί του πιο πάνω ισχυρισμού είναι οι ισχυρισμοί του που εκτίθενται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης και στους οποίους δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω αναφορά καθότι παρά την αναφορά τους στην Υπεράσπιση κρίνω πως είναι άσχετοι με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 15 είναι ακριβώς τα ίδια με τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 22 όσον αφορά είδος εμπορεύματος, κωδικός εμπορεύματος και ποσότητες κάθε συγκεκριμένο μοντέλο προϊόντος φέρει τον ίδιο κωδικό και ότι ο ίδιος κωδικός θα φαίνεται στα τιμολόγια που εκδίδει η Ενάγουσα για όλα τα προϊόντα που ανήκουν στο συγκεκριμένο μοντέλο Ο ισχυρισμός περί εξογκωμένης και/ή υπερβολικής αξίας που προβάλεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης ισχύει μόνο για κάποια εμπορεύματα Ουδέποτε παρέλαβε το Τεκμήριο 23 Κατά την αντεξέταση τέθηκαν στον Εναγόμενο, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες θέσεις: τα Τεκμήρια 14, 15 και 22 είναι αυθεντικά και επιλεκτικά ο Εναγόμενος απομόνωσε εμπορεύματα από το Τεκμήριο 15 ως αυτά να είχαν παραγγελθεί ξανά για να δικαιολογήσει το λάθος που σύμφωνα κατά την γνώμη του έγινε από την Ενάγουσα ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε τα εμπορεύματα που ισχυρίσθηκε ότι επέστρεψε και δη τα εμπορεύματα του Τεκμηρίου 10 Το Τεκμήριο 16 είναι παραπλανητικό Με την απόδειξη - Τεκμήριο 17 - εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής από την Ενάγουσα αναφορικά με τιμολόγια άλλα από αυτά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν πληρώθηκαν. Με άλλα λόγια, με το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 17 ξοφλήθηκαν τιμολόγια άλλα από τα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 -
- Το Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση της εν λόγω απόδειξης η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 23 για περιορισμένο, όμως, σκοπό. Σύμφωνα με την πλευρά της Ενάγουσας στο Τεκμήριο 23 αναφέρονται τα υπό του Εναγόμενου ξοφληθέντα τιμολόγια τα οποία είναι άλλα από τα Τεκμήρια 3 - 13 Η πληρωμή των Ευρώ 9.535,80 σεντ έγινε στα πλαίσια άλλων δοσοληψιών που ο Εναγόμενος είχε με τους δικαιούχους του λογαριασμού στον οποίο έμβασε το πιο πάνω ποσό και όχι προς εξόφληση των επίδικων τιμολογίων - Τεκμήρια 3 - 13 Θα πρέπει, ευθύς εξ' αρχής να σημειωθεί ότι ενώ με την παράγραφο 2 της Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος αρνείται την έκδοση των επίδικων τιμολογίων καθώς και της παραγγελίας και της αποστολής σε αυτόν των εμπορευμάτων που σε αυτά αναφέρονται με την παράγραφο 3 αυτής αφήνεται να νοηθεί ότι παραδέχεται τα πιο πάνω συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης των επίδικων τιμολογίων αφού είναι ισχυρισμός του ότι «αρνείται την αξία των υπόλοιπων εμπορευμάτων (μετά την αφαίρεσή της πιο πάνω επιστροφής) και ισχυρίζεται ότι αυτή είναι υπερβολική και/ή εξογκωμένη». Αποτελεί, δηλαδή, σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, ισχυρισμό και υπεράσπιση του Εναγόμενου ότι η αξία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 - 13 - πλην αυτών που επέστρεψε σύμφωνα με τον ισχυρισμό που εκτίθεται στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης είναι υπερβολική και, κατά συνέπεια, όχι η πραγματική ή η αληθινή, ισχυρισμός, ο οποίος, θα πρέπει να λεχθεί, δεν προωθήθηκε από τον Εναγόμενο με την μαρτυρία του. Αντεξετασθείς επί του προκειμένου ό,τι ο Εναγόμενος ανέφερε είναι ότι το χαρτί, προδήλως, εννοούσε την Υπεράσπιση, φτιάχθηκε δικηγορικά και δεν είχε να «απαντήσει κάτι αυτή την στιγμή». Πρόσθεσε, επίσης, ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός ήταν ενδεχομένως μια δήλωση του δικηγόρου του με έρεισμα τον δικό του ισχυρισμό που πρόβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του περί υπερχρέωσης ενός και μοναδικού προϊόντος με κωδικό 03L01 - 02993 που φαίνεται στην σελίδα 2 του Τεκμηρίου
- Εκτός, όμως, σε σχέση με το εν λόγω προϊόν ο Εναγόμενος με την μαρτυρία του δεν υποστήριξε ότι υπήρξε υπερχρέωση αναφορικά με άλλα ή με όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 - 13 όπως ισχυρίζεται με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισής του σύμφωνα με την οποία υπήρξε υπερχρέωση των εμπορευμάτων που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια αφαιρουμένων εκείνων που επιστράφηκαν. Πάντως, είναι άξιο περιέργειας πώς ο Εναγόμενος, από την μια, αρνείται τον ισχυρισμό περί παραγγελίας των προϊόντων που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια καθώς και την έκδοση των τελευταίων, και, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται, ως από τον ισχυρισμό του αυτό συνάγεται, στα επίδικα τιμολόγια είναι υπερχρεωμένα. Στην δε παράγραφο 4 της Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Ισχυρισμός που αντιφάσκει τον ισχυρισμό περί υπερχρέωσης. Καθότι η κατ' ισχυρισμό υπερχρέωση των εμπορευμάτων από την Ενάγουσα δεν σημαίνει την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής ή την απαλλαγή από οποιαδήποτε οφειλή. Σημαίνει απλά και μόνο ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει το ποσό της υπερχρέωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών οι οποίοι αντιφάσκουν ο ένας με τον άλλο υποδηλοί εν πρώτοις και την ποιότητα της υπεράσπισης. Αναφορικά με την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης και τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα έχω να αναφέρω τα εξής κατά την κρίση μου σημαντικά. Ο Εναγόμενος δεν εξειδικεύει, ούτε και εξηγεί στην Υπεράσπισή του για ποιο λόγο δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Συναφώς στην Υπεράσπιση δεν προβάλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο λόγος που δεν οφείλει οτιδήποτε στην Ενάγουσα είναι γιατί πλήρωσε και ξόφλησε τα επίδικα τιμολόγια. Ούτε και κάτι τέτοιο κρίνω πως δύναται να συναχθεί από τον ισχυρισμό του περί μη υποχρέωσης από μέρους του για καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Μια ισχυριζόμενη οφειλή μπορεί να μην υφίσταται για λόγο ή λόγους που δεν άπτονται της εξόφλησής της, όπως, για παράδειγμα, η μη ύπαρξή της. Σημειώνεται ότι, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ο Εναγόμενος με την παράγραφο 2 της Υπεράσπισής του αρνείται την έκδοση των επίδικων τιμολογίων. Είναι για τον πιο πάνω λόγο, ο οποίος εντοπίζεται στον τρόπο με το οποίο είναι συνταγμένη η παράγραφος 4 της Υπεράσπισης, που το Δικαστήριο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον του ελέγχου της διαδικασίας, δεν ζήτησε από τους συνηγόρους πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τις απόψεις τους αναφορικά με το ποιος διάδικος αρχίζει πρώτος στην βάση των όσων λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Κίρλαππου ν. Κώστα Χριστοφή Μιχαηλίδη
(1996)1Β ΑΑΔ 1397 και από την πλευρά του Εναγόμενου να καθορίσει ποια υπεράσπιση ήταν διατεθειμένος να προωθήσει κατά την ακροματική διαδικασία: την θέση περί άρνησης της έκδοσης των επίδικων τιμολογίων ή την θέση ότι τα επίδικα τιμολόγια έχουν ξοφληθεί αν θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο προβαλλόταν στην Υπεράσπιση. Ο καθορισμός της ακριβούς υπεράσπισης στην περίπτωση που η υπεράσπιση του Εναγόμενου θα ήταν η εξόφληση των τιμολογίων θα ήταν επιτακτικός εν' όψει του ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Εναγόμενος θα άρχιζε πρώτος. Όμως, δεν διέκρινα μέσα από την Υπεράσπιση ότι η υπό της Ενάγουσας ισχυριζόμενη οφειλή είναι παραδεκτή και ότι το μόνο επίδικο θέμα στην διαδικασία είναι η εξόφλησή της, οπότε όχι μόνο το βάρος απόδειξής της θα ήταν στους ώμους του Εναγόμενου και που εξακολουθεί να είναι αλλά και ότι ο Εναγόμενος στην βάση της πιο πάνω απόφασης αρχίζει πρώτος, αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα προς εκδίκαση για το οποίο ο Ενάγων θα είχε βάρος απόδειξης. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός περί μη πίστωσης στον λογαριασμό του Εναγόμενου του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης θα εντασσόταν στα πλαίσια της ευρύτερης υπεράσπισης του περί εξόφλησης. Η απουσία στην Υπεράσπιση ισχυρισμού περί εξόφλησης είναι ουσιώδης καθότι ο Εναγόμενος με την μαρτυρία του αυτή την εκδοχή προώθησε. Μαρτυρία, όμως, που δεν συνάδει με τις έγγραφές του προτάσεις αφού στην Υπεράσπιση κανένας ισχυρισμός περί εξόφλησης των επίδικων τιμολογίων δεν προβάλεται, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, σε συνδυασμό, θα πρέπει, επισπρόσθετα, να λεχθεί, και με το όλο περιεχόμενο και πνεύμα της Υπεράσπισης. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι όπως η υπό του Εναγόμενου επί του ζητήματος τούτου δοθείσα μαρτυρία να μην μπορεί ως εκ των ανωτέρω να γίνει αποδεκτή. Συν τοις άλλοις στην περίπτωση που η μαρτυρία του Εναγόμενου επί του υπό συζήτηση ζητήματος δεν αποκλειόταν η πλευρά της Ενάγουσας θα επηρεαζόταν δυσμενώς καθότι αφ' ης στιγμής αυτή έκλεισε την υπόθεσή της δεν μπορούσε πλέον να αντικρούσει την μαρτυρία του Εναγόμενου με δική της μαρτυρία, όπως και έγινε, με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας να περιορίζεται κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου σε απλή υποβολή θέσεων και κατάθεση εγγράφων χωρίς αποδεικτική αξία, τα περισσότερα, και χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει μαρτυρία προς αντίκρουση των θέσεων και της εκδοχής του Εναγόμενου. Αν η υπεράσπισή του ήταν η εξόφληση των επίδικων τιμολογίων ο Εναγόμενος όφειλε να προβάλει κάτι τέτοιο ρητά, ευθέως και ευκρινώς στην Υπεράσπισή του. Η απουσία ενός τέτοιου ισχυρισμού είναι σοβαρή, ιδιαίτερα επιλήψιμη και δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Στην αντίθετη περίπτωση θα αποτελούσε τρόπο εύσχημο για να πετύχει η πλευρά του Εναγόμενου αθέμιτο όφελος εις βάρος της Ενάγουσας, ήτοι να αρχίσει αυτή πρώτη και έτσι να μην μπορεί με μαρτυρία να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τις σελίδες 1399 - 1400 από την απόφαση Κώστας Κίρλαππου ν. Κώστα Χριστοφή Μιχαηλίδη
(1996)1Β ΑΑΔ 1397 που πιο πάνω μνημονεύεται: «H Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει τον τρόπο διεξαγωγής της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το νομικό βάρος απόδειξης το είχε ο εφεσίβλητος - εναγόμενος τόσο σε σχέση με την απαίτηση όσο και σε σχέση με την ανταπαίτηση. Και τούτο διότι το μόνο επίδικο θέμα ήταν το κατά πόσο είχε εξοφληθεί το δάνειο και, ως προς αυτό, το βάρος το έφερε ο εφεσίβλητος ο οποίος ισχυριζόταν την εξόφληση. Ως εκ τούτου αυτός ήταν το "πρώτο μέρος" που ορίζεται στον Καν. 9 ως το μέρος που έχει το βάρος απόδειξης επί της απαίτησης, ενώ είχε βέβαια το ίδιο νομικό βάρος και στην ανταπαίτηση που αφορούσε τον αυτό ισχυρισμό. Έπειτα και οι δύο πλευρές επρόκειτο να προσάξουν μαρτυρία. Με αυτά τα δεδομένα εφαρμογή είχε λοιπόν ο Καν. 9(c)(i) της Δ.
- Δυστυχώς η δίκη διεξήχθη κατ' αντίθεση προς ό,τι προβλέπεται στους θεσμούς. Αντί να αρχίσει πρώτος ο εφεσίβλητος άρχισε πρώτος ο εφεσείων. Αυτή η εξέλιξη δεν προσβάλλεται άμεσα με την έφεση. Ωστόσο, όπως θα εξηγήσουμε, εγείρεται έμμεσα. Ένας από τους λόγους έφεσης στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης άποψης ότι ο εφεσείων είχε και ο ίδιος κάποιο βάρος να αποσείσει. Σε σχέση με αυτό τον λόγο το μέρος της απόφασης το οποίο ενδιαφέρει είναι το ακόλουθο: "Είναι γεγονός ότι ο Εναγόμενος έφερε το βάρος απόδειξης για την εξόφληση της επίδικης υποθήκης. Όμως ο Ενάγοντας που γνώριζε την εκδοχή του Εναγομένου, τόσο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και από τις περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, όφειλε να προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία που να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του (εναγομένου). Ο Ενάγοντας όμως επέλεξε να στηριχθεί μόνο στην δική του μαρτυρία, πράγμα που απεδείχθη ότι δεν ήταν αρκετό για να αντικρούσει την εκδοχή του Εναγόμενου." Η αρχική αυτοκαθοδήγηση, ότι δηλαδή το βάρος απόδειξης το έφερε ο εφεσίβλητος, ήταν ορθή. Προκύπτει όμως πρόβλημα με τα επόμενα. Εκείνο που φαίνεται να εννοούσε το δικαστήριο είναι ότι ενώ το νομικό βάρος το έφερε ο εφεσίβλητος εντούτοις, με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας, επέρχεται μετατόπιση του βάρους, όχι του νομικού που οπωσδήποτε παρέμενε σταθερό, αλλά του αποδεικτικού βάρους ή, με άλλα λόγια, του βάρους προσκόμισης μαρτυρίας, προς τον σκοπό μετατόπισης και πάλι του αποδεικτικού βάρους στην άλλη πλευρά. Πώς θα μπορούσε όμως πρακτικά να γίνει αυτό, δεδομένου ότι ο εφεσείων άρχισε πρώτος; Η αλλαγή στη σειρά άλλαζε και τις δυνατότητες. Με αποτέλεσμα να αποκτήσει ο εφεσίβλητος πλεονέκτημα το οποίο, όταν εκδηλώθηκε, ήταν αργά πλέον για τον εφεσείοντα να το εξουδετερώσει. Έτσι εκείνο που εμφανίζεται να ανέμενε το δικαστήριο από πλευράς εφεσείοντος σε σχέση με την προσκόμιση μαρτυρίας δεν μπορούσε να επέλθει. Το βάρος προσκόμισης μαρτυρίας προϋποθέτει την κάλυψη ήδη κάποιας απόστασης από το άλλο μέρος που φέρει το νομικό βάρος. Στην προκείμενη περίπτωση αντιστράφηκαν οι όροι. Και με την πρωτόδικη αντίκρυση της κατάστασης είναι νομίζουμε προφανής ο δυσμενής επηρεασμός της πλευράς του εφεσείοντος. Ενόψει τούτου η πρωτόδικη ετυμηγορία καθίσταται ακροσφαλής». Μπορεί κατά την ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας να μην πρόβαλε ένσταση στην προσκόμιση της μαρτυρίας του Εναγόμενου που άπτεται του ισχυρισμού του περί εξόφλησης και, που αποτελεί το μεγαλύτερο και νευραλγικό μέρος της μαρτυρίας του, με αποτέλεσμα η μαρτυρία αυτή, η οποία πιο πάνω κρίθηκε επιλήψιμη, να δόθηκε. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει τα πράγματα και δεν μεταβάλει την Υπεράσπιση, ούτε και την νομολογημένη αρχή ότι μαρτυρία εκτός δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη. Συναφώς η πλευρά του Εναγόμενου δεν επιδίωξε με αίτηση τροποποίησης να μεταβάλει την Υπεράσπισή της εισάγοντας σε αυτήν την εκδοχή που ο Εναγόμενος προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία περί εξόφλησης αν και διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις κατά πόσο μια τέτοια αίτηση θα μπορούσε να εγκριθεί από το Δικαστήριο αφ' ης στιγμής η Ενάγουσα στο στάδιο που η αίτηση θα υποβαλλόταν θα είχε κλείσει την υπόθεσή της οπότε και δεν θα υπήρχε η δυνατότητα να αρχίσει πλέον πρώτος ο Εναγόμενος. Το θέμα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Οι ισχυρισμοί περί άρνησης της έκδοσης των επίδικων τιμολογίων και της μη πίστωσης στον λογαριασμό του Εναγόμενου του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης απαιτούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου προχωρώ ευθύς αμέσως με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων. Και έχοντας κατά νου ότι ακόμα και μαρτυρία που είναι εκτός δικογράφων υπόκειται σε αξιολόγηση με σκοπό τον έλεγχο της ευρύτερης αξιοπιστίας του μάρτυρα που την προσκομίζει και, κατ' επέκταση, την εξακρίβωση της γενικότερης αλήθειας στην υπόθεση. Η ΜΕ 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν αυτή μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία της περιορίσθηκε στα όσα γνώριζε από προσωπική της εμπλοκή στην έκδοση και υπογραφή των επιδικων τιμολογίων - Τεκμήρια 3 - 13 καθώς και του Τεκμηρίου 14 και μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της ως υπάλληλος στο Τμήμα Credit Control της Ενάγουσας και που είναι, όπως ενδεικτικά ανέφερε κατά την αντεξέταση, ο έλεγχος των καρτελών των πελατών, η έκδοση τιμολογίων και η παρακολούθηση των οικονομικών στοιχείων των πελατών. Η μάρτυρας ήταν σαφής, θετική και σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Θέση της ήταν ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 - 13 - δεν πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο με αποτέλεσμα αυτός να οφείλει στην Ενάγουσα τα ποσά των εν λόγω τιμολογίων και τα οποία συμποσούμενα ανέρχονται στο συνολικό ποσό των Ευρώ 11.127,80 σεντ. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί ότι η αντεξέταση αναλώθηκε σε θέματα όπως αν ο Εναγόμενος οφείλει τιμολόγια άλλα από τα επίδικα, ποιος υπέγραψε και εξέδωσε τα Τεκμήρια 3 - 14 και ποιος έχει το καθήκον να αποστέλλει στους πελάτες τα τιμολόγια και τα πιστωτικά. Βλέπομε, δηλαδή, ότι ενώ με την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης γίνεται άρνηση της έκδοσης των επίδικων τιμολογίων - Τεκμήρια 3 - 13 - με την αντεξέταση της μάρτυρος δεν προωθήθηκε η πιο πάνω θέση. Τουναντίον, από την γραμμή της υπεράσπισης προκύτπει ευκρινώς ότι ο ισχυρισμός περί έκδοσης των Τεκμηρίων 3 - 13 είναι αποδεκτός από την πλευρά του Εναγόμενου. Κάτι το οποίο, άλλωστε, δέχθηκε ευθέως και ο Εναγόμενος κατά την μαρτυρία του και δηλώνεται ως παραδεκτός και με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγότου του. Μη προωθηθείς παρέμεινε και ο ισχυρισμός περί εξογκωμένης και/ή υπερβολικής χρέωσης των εμπορευμάτων από την Ενάγουσα. Ούτε επί του σημείου τούτου αντεξετάσθηκε η μάρτυρας. Η Υπεράσπιση παρέλειψε, επίσης, να θέσει στην μάρτυρα νευραλγικά σημεία από την εκδοχή του Εναγόμενου. Όπως ότι: τα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 - 13 - ξοφλήθηκαν. Ό,τι μόνο υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης στην μάρτυρα είναι ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι έκανε πληρωμή στους διευθυντές της Ενάγουσας η εξόφληση των τιμολογίων Τεκμήρια 4 - 13 έγινε με την πληρωμή των Ευρώ 9.535,80 σεντ και του τιμολογίου Τεκμήριο 3 με την πληρωμή των Ευρώ 21.781,79 σεντ όπως ο Εναγόμενος ισχυρίσθηκε. Ό,τι μόνο πρόβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης στην μάρτυρα είναι ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι έκανε πληρωμή στους διευθυντές της Ενάγουσας χωρίς, όμως, να καθορίσει σε ποιους έγινε η πληρωμή και για ποιο ποσό αυτή αφορούσε το τιμολόγιο - Τεκμήριο 4 - πληρώθηκε δύο φορές όπως ο Εναγόμενος υποστήριξε με την μαρτυρία του, μια, με την πληρωμή των Ευρώ 21.781,79 σεντ και, μια, με την πληρωμή των Ευρώ 9.535,80 σεντ τα υπό του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα επιστραφέντα εμπορεύματα είναι το ένα προϊόν που ο Εναγόμενος υπέδειξε από το Τεκμήριο 4, το ένα προϊόν που ο Εναγόμενος υπέδειξε από το Τεκμήριο 8 και όλα τα προϊόντα του Τεκμηρίου 10 και όχι αυτά που αναφέρονται στο τιμολόγιο με αριθμό 197 όπως η μάρτυρας υποστήριξε δεν υπάρχει τιμολόγιο με αριθμό 197 το πιστωτικό - Τεκμήριο 14 - ουδέποτε στάλθηκε στον Εναγόμενο το Τεκμήριο 14 δεν είναι έγκυρο έγγραφο δεν πιστώθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου με το ποσό των Ευρώ 1.336,33 σεντ. Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της μάρτυρος παρέμεινε αναντίλεκτος. Τίποτα από τα πιο πάνω που εκτίθενται στις παραγράφους 1 - 7 δεν υπεβλήθη στην μάρτυρα με αποτέλεσμα η μαρτυρία της επί των πιο πάνω σημείων να έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Πράγμα που, αξίζει να σημειωθεί, συνεπάγεται και κάτι άλλο σημαντικό. Αποδυναμώνει ουσιωδώς την αλήθεια της περί του αντιθέτου επί των πιο πάνω σημείων υπό του Εναγόμενου δοθείσας μαρτυρίας. Επίσης, η πιο πάνω στάση της Υπεράσπισης είχε ως αποτέλεσμα η πλευρά της Ενάγουσας να στερηθεί της δυνατότητας να απαντήσει ή να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία με σκοπό να αντικρούσει τα όσα πιο πάνω παρατέθηκαν υπό παραγράφους 1 - 7 και υποστηρίχθηκαν από την μαρτυρία του Εναγόμενου, δυνατότητα της οποίας στερήθηκε έτσι και αλλιώς από όσα επί του προκειμένου ζητήματος σχετικά ανωτέρω αναφέρθηκαν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία της μάρτυρος δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι η μάρτυρας δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών, δεν γνώριζε «την πλήρη εικόνα της συνεργασίας των διαδίκων, η οποία ήταν πολύχρονη, στενή και σε διάφορα επίπεδα» και δεν είχε προσωπική γνώση του τρόπου αποπληρωμής των τιμολογίων. Ό,τι κατά την κρίση μου έχει σημασία είναι ότι η μάρτυρας είναι το πρόσωπο που εξέδωσε τα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 -13 - και σε θέση, όπως από την μαρτυρία της συνάγεται και δεν θα επαναλάβω, να γνωρίζει αν αυτά πληρώθηκαν. Αναφορικά με το πρώτο δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο από το ότι η έκδοση των επίδικων τιμολογίων είναι αποδεκτή από την Υπεράσπιση. Αναφορικά με το δεύτερο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι από τα καθήκοντα που η μάρτυρας περιέγραψε ότι είχε στην Ενάγουσα προκύπτει ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει αν κάποιο τιμολόγιο εκκρεμεί ή αν πληρώθηκε και, αν ναι, αν γι' αυτό εκδόθηκε απόδειξη πληρωμής. Επ' αυτού, πάντως, και αξίζει να τονισθεί, η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης και, επομένως, δεν αμφισβητήθηκε ό,τι από την μαρτυρία της ευκρινώς συνάγεται σε σχέση με το υπό συζήτηση ζήτημα. Η μάρτυρας καταθέτοντας στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της ήταν σαφής και θετική ότι αναφορικά με τα επίδικα τιμολόγια καμία απόδειξη πληρωμής δεν εκδόθηκε. Αναφέρθηκε, επίσης, στην τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγόμενου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της μάρτυρος τους λογαριασμούς του Εναγόμενου τους χειρίζονταν κάποιες κυρίες Παπά και Τσιτσοπούλου οι οποίες εργάζονταν στο Λογιστήριο της Ενάγουσας. Και ότι η ίδια δεν είχε καμία επαφή με τον Εναγόμενο για θέματα λογιστηρίου. Επικοινωνούσε μαζί του αποκλειστικά και μόνο σε σχέση με καταλόγους με φωτογραφίες προϊόντων και για οδηγίες για στήσιμο βιτρίνων στα εταιρικά καταστήματα. Αναφορικά για ό,τι πιο πάνω αναφέρθηκε σε σχέση με τις επαφές της μάρτυρος με τον Εναγόμενο θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Όσον αφορά το χειρισμό των λογαριασμών του Εναγόμενου δεν ήταν το πνεύμα της μαρτυρίας της μάρτυρος ό,τι πιο πάνω υποδείχθηκε. Ό,τι η μάρτυρας επί του προκειμένου ανέφερε αντεξεταζόμενη ήταν ότι εργάζεται στο Λογιστήριο της Ενάγουσας μαζί με τις κυρίες Παπά και Πουρπουτίδου - όχι με την κυρία Τσιτσοπούλου - και ότι τον λογαριασμό του Εναγόμενου τον παρακολουθούν και οι τρεις, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό η ίδια. Επιλήψιμη για την αξιοπιστία της μάρτυρος έκρινε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου την μαρτυρία της μάρτυρος αναφορικά και με το Τεκμήριο
- Ήταν, κατ' αρχή, η θέση του ότι η μάρτυρας δεν ήταν θετική ως προς τον ισχυρισμό της ότι αυτή εξέδωσε το εν λόγω τεκμήριο. Θα διαφωνήσω και σε αυτό το σημείο. Η μάρτυρας υποστήριξε την αντίθετη θέση με θετικότητα και χωρίς καν να αντεξετασθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου επί του σημείου τούτου. Θέση της ήταν ότι επειδή επρόκειτο περί πιστωτικού δεν μπορούσε να το εκδώσει χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Οικονομικής Διεύθυνσης. Στην προκείμενη περίπτωση έλαβε την εν λόγω έγκριση και, ακολούθως, εξέδωσε το Τεκμήριο
- Ακολούθως, το παρέδωσε στην Οικονομική Διεύθυνση για να αποσταλεί στον Εναγόμενο ως είθισται διαδικαστικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε σχέση με την έκδοση και την γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας έκανε πολύ λόγο κατά την τελική του αγόρευση, κάτι το οποίο, θα πρέπει να πω, πως με ξενίζει. Και αυτό γιατί, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε κατά την κατάθεσή του εν λόγω εγγράφου ο ευπαίδευτος συνήγορος αποδέχθηκε ρητά και σαφώς την αλήθεια του περιεχομένου του. Το ότι η μάρτυρας γνώριζε για τις δοσοληψίες του Εναγόμενου με την Ενάγουσα από το έτος 20006 και έπειτα δεν βλέπω γιατί θα πρέπει να εκληφθεί ως επιλήψιμο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της Ενάγουσας. Θα διαφωνήσω με την θέση που διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου στην τελική του αγόρευση ότι η πλευρά της Ενάγουσας όφειλε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνονται όλες οι χρεοπιστώσεις κατά την επίδικη περίοδο. Οι αποφάσεις δε τις οποίες επικαλέσθηκε κατά την τελική του αγόρευση κρίνω πως δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Αυτές καταπιάνονται με περιπτώσεις στις οποίες η αξίωση ήταν για υπόλοιπο λογαριασμού και όχι όπως στην παρούσα που η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε συγκεκριμένα τιμολόγια. Ο τρόπος απόδειξης διαφέρει ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία της μάρτυρος γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Από την άλλη, ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος προσπάθησε, όπως είδαμε, να αμφισβητήσει την εγκυρότητα του Τεκμηρίου 14, αλλά και του Τεκμηρίου 22, προβάλοντας ισχυρισμούς περί απουσίας φορολογικού αριθμού στο κάτω μέρος των πιο πάνω εγγράφων για να παραδεχθεί κατά την αντεξέταση ότι τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε δεν τα γνωρίζει ως ειδικός, αλλά αποτελούν μια άποψή του για τα πράγματα την οποία βασίζει στην από καιρό ενασχόλησή του με το εμπόριο και για να δεχθεί εν τέλει τα ακόλουθα: (α) ότι η απουσία του φορολογικού αριθμού στο Τεκμήριο 14 δεν επηρεάζει το περιεχόμενο του, (β) ότι η μη εγκυρότητα του εν λογω τεκμηρίου έγκειται στο ότι η αναφορά που γίνεται σε αυτό στο τιμολόγιο με αριθμό 197 δεν είναι αληθινή και (γ) ότι δεν είναι σε θέση να καθορίσει ή να επεξηγήσει τι ακριβώς είναι που αντιπροσωπεύει ο αριθμός που σύμφωνα με τον ίδιο ελλείπει από το Τεκμήριο
- Αναμφίβολα, ο Εναγόμενος δεν είναι ειδικός για να εκφέρει άποψη για το πιο πάνω θέμα. Ο ίδιος δε δέχθηκε ότι δεν είναι φοροτεχνικός, ούτε και διαθέτει προσόντα λογιστή. Αλλά ούτε και στην βάση της μαρτυρίας του μπορεί να υποστηριχθεί ότι το ζήτημα τούτο αποτελεί ζήτημα για το οποίο απέκτησε γνώση μέσα από την εμπειρία του ή την ενασχόλησή του με αυτό. Ο δε ισχυρισμός του ότι η θέση του είναι καθαρά εμπειρική δεν αναιρεί την δεύτερη διαπίστωσή μου. Τουναντίον, την ενισχύει. Από την μαρτυρία του και δη το πνεύμα αυτής προκύπτει ότι ό,τι η πιο πάνω δήλωσή του αντανακλά είναι ό,τι ενωρίτερα αναφέρθηκε και συγκεκριμένα ότι η υπό αυτού εκφρασθείσα θέση είναι μια άποψη ή εντύπωση την οποία σχημάτισε από την ενασχόλησή του με το εμπόριο γενικότερα. Ενδεικτική γι' αυτό είναι και η δήλωσή του, η οποία αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι δεν είναι σε θέση να καθορίσει ή να επεξηγήσει τι ακριβώς είναι που αντιπροσωπεύει ο αριθμός που σύμφωνα με τον ίδιο ελλείπει από το Τεκμήριο
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο Εναγόμενος αναμφίβολα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας επί του υπό συζήτηση ζητήματος, ο δε ισχυρισμός του ότι το Τεκμήριο 14 δεν αποτελεί έγκυρο έγγραφο για τον υπό αυτού επικαλούμενο λόγο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Προδήλως, με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ο Εναγόμενος προσπάθησε να «θολώσει τα νερά» και να δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο για τα όσα η ΜΕ 1 κατέθεσε επί του προκειμένου. Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι οι κωδικοί που αναφέρονται στα πιο πάνω τεκμήρια ως δηλωτικοί των προϊόντων δεν παραπέμπουν σε συγκεκριμένα και εξακριβωμένα προϊόντα, αλλά σε συγκεκριμένα είδη προϊόντων τα οποία φέρουν πάντα τους ίδιους κωδικούς. Πώς, επομένως, είναι δυνατόν σοβαρά να ισχυρίζεται ότι τα προϊόντα που ισχυρίσθηκε ότι επιστράφηκαν και για τα οποία δεν πιστώθηκε ο λογαριασμός του όντως επιστράφηκαν αφ' ης στιγμής ό,τι υπέδειξε ως προϊόντα δεν αποτελούν συγκεκριμένα ή εξακριβωμένα προϊόντα, όπως και εν τέλει δέχθηκε, αλλά κωδικούς που αναφέρονται σε είδη εμπορευμάτων; Είδαμε, επίσης, ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της ΜΕ 1 ότι το Τεκμήριο 14 αποτελεί πιστωτική σημείωση για την επιστροφή των εμπορευμάτων του τιμολογίου με αριθμό 197 αφού η εν λόγω μάρτυς δεν αντεξετάσθηκε επί του προκειμένου. Σύμφωνα, επίσης, με την μαρτυρία της ΜΕ 1 κάθε πιστωτικό φέρει στο κουτί εντός του οποίου αναγράφονται οι λέξεις «REFERENCE No» το τιμολόγιο για το οποίο εκδίδεται το πιστωτικό, ήτοι το τιμολόγιο το οποίο με το πιστωτικό εξοφλείται. Ισχυρισμός, ο οποίος, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 15 δεν είναι προϊόντα του τιμολογίου με αριθμό 197, όπως η ΜΕ 1 υποστήριξε, αλλά προϊόντα από τα Τεκμήρια 4, 8 και 10 κλονίζεται ουσιωδώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Έπειτα είναι και το άλλο. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 14 από την ΜΕ 1 δήλωσε ότι όχι μόνο δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση του αλλά και ότι αποδέχεται την αλήθεια του περιεχομένου του. Θεωρώ ότι με την δήλωση αυτή του συνηγόρου του ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι το Τεκμήριο 14 δεν αντανακλά τα εμπορεύματα του τιμολογίου με αριθμό 197 αναιρείται εκ θεμελίων. Έστω και αν αυτή έγινε πριν δοθεί μαρτυρία από την ΜΕ 1 ότι ο αριθμός που φαίνεται πάνω από τις λέξεις «REFERENCE No» στο Τεκμήριο 14 είναι ο αριθμός του τιμολογίου τα προϊόντα του οποίου επιστράφηκαν από τον Εναγόμενο, ήτοι του τιμολογίου με αριθμό
- Και αυτό γιατί δηλώνοντας ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 είναι αποδεκτό αναπόφευκτα και αναπόδραστα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αποδέχθηκε ό,τι σε αυτό αναφέρεται και που σύμφωνα με την ΜΕ 1 είναι ότι τα εμπορεύματα που επιστράφηκαν από τον Εναγόμενο είναι τα εμπορεύματα του τιμολογίου με τον αριθμό 197, ο οποίος φαίνεται πάνω από τις λέξεις «REFERENCE No» και οι οποίες υποδηλούν το τιμολόγιο στην βάση του οποίου κάθε φορά εκδίδεται μια πιστωτική σημείωση, στην προκείμενη περίπτωση το Τεκμήριο 14, ισχυρισμός ο οποίος, για άλλη μια φορά αξίζει να σημειωθεί, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Επίσης, ο Εναγόμενος προσπάθησε να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των Τεκμηρίων 14 και 22 προβάλοντας τον ισχυρισμό ότι τα εν λόγω τεκμήρια δεν φέρουν την υπογραφή της Ενάγουσας. Σε αντίθεση με τα όσα πιο πάνω ισχυρίσθηκε ο Εναγόμενος αναφορικά με το Τεκμήριο 14 το εν λόγω τεκμήριο φέρει την υπογραφή της Ενάγουσας. Επίσης, σε κανένα από τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 18 τα οποία κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος ως τεκμήρια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα και αποστάληκαν σε αυτόν και παραλήφθηκαν δεν υπάρχει υπογραφή του εκδότη. Το σημαντικότερο δε είναι ότι όπως από την μαρτυρία του Εναγόμενου ευκρινώς συνάγεται ο Εναγόμενος είχε παραλάβει αντίγραφο του Τεκμηρίου 22, αφού ήταν ισχυρισμός του ότι στο αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου που αυτός είχε στην κατοχή του το αντίγραφο αυτό δεν έφερε καμία υπογραφή. Πώς, λοιπόν, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το τιμολόγιο με αριθμό 197 - Τεκμήριο 22 - δεν υπήρχε αφ' ης στιγμής το είχε στην κατοχή του και, επομένως, το είχε παραλάβει από την Ενάγουσα και δεν αντέδρασε στην έκδοσή του; Συναφώς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος δεν υποστήριξε ότι διαφώνησε με την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου ή ότι δεν το δέχθηκε και, κατά συνέπεια, ότι δεν παρέλαβε τα προϊόντα που σε αυτό αναφέρονται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε στην Ενάγουσα τα εμπορεύματα που με την μαρτυρία του υπέδειξε από τα Τεκμήρια 4, 8 και
- Κρίνω ότι η αλήθεια επί του προκειμένου βρίσκεται στην μαρτυρία της ΜΕ 1 την οποία και αποδέχθηκα και η οποία επί του προκειμένου σημείου δεν αμφισβητήθηκε. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ο Εναγόμενος ότι τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 και 4 - τα ξόφλησε με την πληρωμή των Ευρώ 21.781,79 σεντ. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 17 στο οποίο το μόνο που επί του προκειμένου αναφέρεται είναι ότι η πληρωμή του πιο πάνω ποσού έγινε για αρκετά τιμολόγια («several invoices»). Ερωτηθείς, όμως, από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας αν έχει να παρουσιάσει απόδειξη πληρωμής από την Ενάγουσα με σκοπό να αποδείξει ποια τιμολόγια αφορούσε η πιο πάνω πληρωμή η απάντηση του ήταν ότι ουδέποτε ζήτησε να πάρει απόδειξη πληρωμής από την Ενάγουσα. Του αρκούσαν οι αποδείξεις των καταθέσεων της τράπεζας αφού με αυτές ήταν καλυμμένος. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ουδέποτε έλαβε από την Ενάγουσα απόδείξεις για πληρωμές που έκανε. Επίσης, από την μαρτυρία του διεφάνη ότι ενώ μπορούσε να αναφέρει στην τράπεζα στην οποία έγινε το πιο πάνω έμβασμα λεπτομέρειες των τιμολογίων που με την πιο πάνω πληρωμή εξοφλούνταν και αυτές να καταγραφούν στο Τεκμήριο 17 κάτι τέτοιο δεν έπραξε. Κρίνω πως το Τεκμήριο 17 δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη του υπό του Εναγόμενου υπό συζήτηση προβληθέντα ισχυρισμού. Στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει σαφώς και ευκρινώς ότι με την πιο πάνω πληρωμή τα τιμολόγια - Τεκμήρια 3 και 4 - έχουν ξοφληθεί δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι με την πληρωμή των Ευρώ 21.781,79 σεντ τα τιμολόγια αυτά ξοφλήθηκαν. Ό,τι με το Τεκμήριο 17 καταδεικνύεται είναι ότι κάποια τιμολόγια ξοφλήθηκαν. Δεν καταδεικνύεται, όμως, ότι ξοφλήθηκαν τα τιμολόγια Τεκμήρια 3 και
- Επίσης, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου ξενίζουν και, μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούν να γίνουν πιστευτοί. Είναι αδιανόητο ένας έμπορος να κάνει πληρωμές και να μην ζητά ή και να μην απαιτεί, ακόμα, από τον προμηθευτή του να τον εφοδιάσει με αποδείξεις πληρωμών που κάνει ώστε να γνωρίζει, στην προκείμενη περίπτωση, ποιες πληρωμές θεωρεί η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος έχει κάνει σε αυτήν, αλλά και να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να παρουσιάσει ή να αποδείξει ότι έχει ξοφλήσει τις οφειλές του προς την Ενάγουσα σε περίπτωση που η τελευταία αμφισβητήσει όλες ή κάποιες από αυτές. Προδήλως, ο Εναγόμενος λάμβανε αποδείξεις πληρωμών του από την Ενάγουσα. Κατέφυγε, όμως, στους πιο πάνω ισχυρισμούς γιατί οι αποδείξεις αυτές δεν αφορούσαν στην πληρωμή των επίδικων τιμολογίων. Το Τεκμήριο 19 καταμαρτυρεί ότι το έμβασμα των Ευρώ 9.537,00 σεντ δεν έγινε προς όφελος της Ενάγουσας αλλά πρός όφελος των Παναγιώτη Καρβουνίδη και Δαμιανού Λαζαρίδη. Επίσης, ενώ σύμφωνα και με τον ίδιο τον Εναγόμενο ο τελευταίος θα μπορούσε να αναφέρει στον υπάλληλο της τράπεζας στη οποία έγινε το έμβασμα ότι η πιο πάνω πληρωμή γινόταν για τα τιμολόγια Τεκμήρια 4 - 13 ή τουλάχιστον για τιμολόγια γενικά κάτι τέτοιο δεν έπραξε σε αντίθεση με ό,τι έπραξε αναφορικά με την πληρωμή των Ευρώ 21.781,79 σεντ κατά την οποία τουλάχιστον ανέφερε στον υπάλληλο της τράπεζας ότι η πληρωμή εκείνη έγινε για διάφορα τιμολόγια. Θέση του ήταν ότι αν ο υπάλληλος της τράπεζας δεν τον είχε ρωτήσει αν επιθυμούσε να αναγραφεί επί του Τεκμηρίου 19 ο λόγος για τον οποίο γινόταν η πληρωμή ο ίδιος δεν θεώρησε ότι συνέτρεχε λόγος να αναγραφεί επί του εν λόγω τεκμηρίου κάποια συγκεκριμένη δικαιολογία. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι η πιο πάνω πληρωμή δεν ήταν πληρωμή προς τρίτα πρόσωπα, αφού δικαιούχοι του λογαριασμού ήταν ο Γενικός Διευθυντής και ο Πρόεδρος της Ενάγουσας. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο αριθμός του λογαριασμού στον οποίο έγινε η πληρωμή των Ευρώ 9.537,00 σεντ του δόθηκε από κάποια Δώρα η οποία ήταν υπεύθυνη του Λογιστηρίου της Ενάγουσας. Πάντως, δεν ρώτησε γιατί ζητήθηκε όπως η πληρωμή γίνει στον πιο πάνω λογαριασμό του οποίου οι δικαιούχοι ήταν φυσικά πρόσωπα και όχι η Ενάγουσα. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν είχε απόδειξη πληρωμής από την Ενάγουσα αναφορικά με το πιο πάνω ποσό. Η Ενάγουσα ουδέποτε τον προμήθευε με αποδείξεις πληρωμών. Τα όσα πιο πάνω υποστήριξε ο Εναγόμενος δεν με πείθουν. Θεωρώ ότι και επί των πιο πάνω σημείων ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια με προεξάρχοντες τους ισχυρισμούς του ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τον προμήθευε με αποδείξεις πληρωμών και ότι ο ίδιος ουδέποτε απαιτούσε όπως του δίνονταν τέτοιες. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε αν όχι αδιανόητος είναι τουλάχιστον παράδοξος ο πιο πάνω ισχυρισμός του για ένα έμπορο που έχει πολλές και συχνές δοσοληψίες με ένα προμηθευτή. Καταμαρτυρεί αν μη τι άλλο αφέλεια από μέρους του εμπόρου και ο Εναγόμενος δεν μου φάνηκε τέτοιος άνθρωπος. Τουναντίον, η εντύπωση που μου άφησε ο Εναγόμενος είναι ότι είναι ένας άνθρωπος έξυπνος και οξυδερκής που γνωρίζει πώς να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Ένας έμπορος που ξέρει πολύ καλά τι του γίνεται και έχει τον έλεγχο των δοσοληψιών του. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να δεχθώ ότι δεν απαιτούσε από την Ενάγουσα την έκδοση αποδείξεων για τις πληρωμές που έκανε ή ότι η Ενάγουσα δεν τον προμήθευε με τέτοιες. Υποψίες, επίσης, για την αλήθεια της μαρτυρίας του δημιουργεί και το ότι κατά την πληρωμή των Ευρώ 9.537,00 σεντ ο Εναγόμενος δεν ζήτησε και δεν επιθυμούσε, όπως από την μαρτυρία του ευκρινώς συνάγεται, να αναφερθεί στο Τεκμήριο 19 ο λόγος για τον οποίο είχε γίνει η πληρωμή των Ευρώ 9.537,00 σεντ. Ξενίζει ο πιο πάνω ισχυρισμός αφ' ης στιγμής, όπως, επίσης, υποστήριξε δεν λάμβανε αποδείξεις πληρωμής από την Ενάγουσα, κάτι το οποίο δεν αποδέχθηκα, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε. Τι απόδειξη θα είχε για το ότι κατέβαλε την πιο πάνω πληρωμή προς εξόφληση, όπως ισχυρίσθηκε, των τιμολογίων Τεκμήρια 4 - 13; Καμία. Και ποια θα ήταν η εξασφάλισή του αν η Ενάγουσα μια καλή ημέρα, όπως σήμερα, ισχυριζόταν ότι τα πιο πάνω τιμολόγια δεν είχαν ξοφληθεί; Και πάλι καμία. Η έλλειψη επιθυμίας από μέρους του Εναγόμενου όπως επί του Τεκμηρίου 19 αναφερθεί ο λόγος της πληρωμής των Ευρώ 9.537,00 σεντ καταμαρτυρεί κατά την κρίση μου την αναλήθεια των επί του προκειμένου υπό αυτού προβληθέντων ισχυρισμών του. Επίσης, αναφύεται εύλογα το ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος ενδιαφέρθηκε όπως επί του Τεκμηρίου 17 αναγραφεί ο λόγος της πληρωμής των Ευρώ 21.781,79 σεντ και κανένα τέτοιο ενδιαφέρον ή επιθυμία δεν επέδειξε αναφορικά με την πληρωμή των Ευρώ 9.537,00 σεντ; Προδήλως, γιατί η πληρωμή του τελευταίου ποσού δεν ήταν για τα επίδικα τιμολόγια - Τεκμήρια 4 - 13 - όπως ισχυρίσθηκε αλλά για κάποιο άλλο σκοπό που σχετιζόταν με τις δοσοληψίες που είχε με τα πρόσωπα που στο Τεκμήριο 19 αναφέρονται ως οι δικαιούχοι του λογαριασμού και προς όφελος των οποίων έγινε το έμβασμα. Πάντως, ο ισχυρισμός του ότι ο λόγος που επί του Τεκμηρίου 19 δεν αναφέρεται ο λόγος της πληρωμής των Ευρώ 9.537,00 σεντ είναι γιατί ο υπάλληλος της τράπεζας δεν του ζήτησε να υποδείξει αν επιθυμούσε να τον αναφέρει υπό το φως και των πιο πάνω παρατηρήσεών μου μόνο ως φαιδρός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός που ο Εναγόμενος πρόβαλε κατά την επανεξέταση σύμφωνα με τον οποίο και κατά τον χρόνο που μεταξύ αυτού και της Ενάγουσας υπήρχε μόνο η σχέση πελάτη και προμηθευτή είχε κάνει άλλες τρεις πληρωμές στον ίδιο λογαριασμό. Και αν ακόμα δεχόμουν τον πιο πάνω ισχυρισμό του Εναγόμενου αυτός δεν θα ήταν ικανός να αναιρέσει τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου και δη το βάσιμό τους υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του. Κρίνω δε πως η πληρωμή των Ευρώ 9.537,00 σεντ προς τους Παναγιώτη Καρβουνίδη και Δαμιανό Λαζαρίδη, οι οποίοι, σημειωτέον, είναι ξεχωριστές οντότητες από την Ενάγουσα, δεν ήταν πληρωμή προς την Ενάγουσα για την εξόφληση των τιμολογίων Τεκμήρια 4 -
- Δέχομαι ότι η υπεύθυνη του Λογιστηρίου της Ενάγουσας υπέδειξε στον Εναγόμενο τον πιο πάνω λογαριασμό για την πληρωμή του ποσού των Ευρώ 9.537,00 σεντ. Όχι, όμως, προς εξόφληση των τιμολογίων Τεκμήρια 4 - 13, αλλά, προδήλως, κάποιας άλλης δοσοληψίας που είχε με τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 19 ως δικαιούχοι του πιο πάνω λογαριασμού. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω πως ο Εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. γι' αυτό και δεν δέχομαι την μαρτυρία του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της μαρτυρίας της Ενάγουσας που έκανα αποδεκτή κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της στο μέτρο που απαιτείται, ήτοι κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Γι' αυτό και δικαίως θα πρέπει να επιδικασθεί υπέρ της το με την αγωγή της αξιώμενο ποσό των Ευρώ 11.127,80 σεντ. Αξιώνει, επίσης, τόκο προς 9% ετησίως από της ημερομηνίας έκδοσης έκαστου τιμολογίου μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η αξίωση αυτή βασίζεται σε ό,τι επί του προκειμένου αναφέρεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος παρέμεινε αναπόδεικτος αφού καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας προς απόδειξή του. Κρίνω πως η Ενάγουσα δικαιούται σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Ευρώ 11.127,80 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 27.9.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 11.127,80 σεντ από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τιμολόγια Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο