Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου ν. Γεωργίας Ζήνωνος, Αρ. Αγωγής: 2082/13, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2082/13 Μεταξύ: Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου Ενάγοντα Και Γεωργίας Ζήνωνος Εναγομένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/2/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη/ Αιτήτρια: κα Χρ. Θεοδώρου Για Ενάγοντα/ Καθ' ου η Αίτηση: κα Σ. Πιλάτση (για την απαγγελία της απόφασης η κα Ο. Λάμπρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 17/10/2013 η εναγόμενη/αιτήτρια, επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της, μετά την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω στο παρών στάδιο αφού αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δυνατότητα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, πρέπει να εξισορροπήσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Από τη μια το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων (Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Νεάρχου ν. Γ. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 955, Mine & Quarry Services Ltd ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ., Milouca Motor Trading Ltd ν. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, 2000
(1)ΑΑΔ 86, Alpha Bank ν. Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108, Edict Mauns ν. Μιχαηλίδης
(2003)1 Α.Α.Δ. 1887). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο εναγόμενος φέρει το βάρος να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και να επεξηγήσει την παράλειψη του να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Χριστοφόρου ν. Κυριακούλλης
(1963)1 Α.Α.Δ. 159. Οι αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101». Καθοδηγητικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Sabine Zehli v. Neil Roberts
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 678 της οποίας παραθέτω σχετικό απόσπασμα. «Με βάση τη Διάταξη 17, θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 29/3/2013 και επιδόθηκε όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση επίδοσης του που βρίσκεται στο φάκελο, στη μητέρα της εναγομένης Αθηνά Παναγή στις 26/6/2013. Στις 26/7/2013 καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης η οποία και ορίσθηκε στις 23/9/2013, ημερομηνία κατά την οποία και εκδόθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 17/10/2013. Με βάση τις αρχές που διέπουν το θέμα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με τους προβαλλόμενους από την εναγόμενη ισχυρισμούς αποκαλύπτεται ή όχι καλή υπεράσπιση. Ως προς το θέμα αυτό σχετικοί είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλει στις παραγράφους 7 και 10 της ένορκης της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 7 αναφέρει «... Ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παρουσιάζεται μια ανυπόγραφη συμφωνία η οποία ενισχύει τους παρακάτω ισχυρισμούς μου περί ύπαρξης υπεράσπισης μου στην εν λόγω αγωγή». Και στην παράγραφο 10 «.. (
- i)δεν γνωρίζω ποια είναι η Αθηνά Ζήνωνος η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα και κατ' επέκταση δεν είναι και δεν μπορεί να ενεργεί ως αντιπρόσωπος μου (
- ii)ουδέποτε υπογράφηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και εμένα αναφορικά με το ποσό των 21.000= (iii) όντως καταβλήθηκε το ποσό των 5.500 αλλά αυτό οφειλόταν και μόνο αυτό (
- iv)διαζευκτικά με τον υπό (iii) ισχυρισμό καμία συμβατική σχέση δεν συνδέει εμένα με τον Ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν έχω αντιληφθεί για ποιο λόγο παρουσιάζομαι ως Εναγομένη στην παρούσα αγωγή και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου η παρούσα αγωγή χωρεί προδικαστικής ένστασης». Αυτά είναι όλα όσα η εναγόμενη προβάλλει για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Ισχυρίζεται κατ' αρχήν ότι η συμφωνία που επικαλέσθηκε ο ενάγοντας για πώληση εμπορευμάτων και εξοπλισμού επιχείρησης προς αυτήν ουδέποτε έχει υπογραφεί και ότι αυτό είναι στοιχείο που καταδεικνύει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Ο ενάγοντας όμως στην Έκθεση Απαίτησης του δεν θέτει ως βάση της αγωγής του οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία αλλά αντίθετα επικαλείται προφορική συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ του ενάγοντα και κάποιας Αθηνάς Ζήνωνος ως αντιπροσώπου της εναγόμενης για πώληση εμπορευμάτων εξοπλισμού επιχείρισης. Δικογραφείται επίσης από τον ενάγοντα ότι παρόλο που ο ίδιος ζήτησε από τον δικηγόρο του τη σύνταξη γραπτής συμφωνίας, η εναγόμενη παρέλειψε να την υπογράψει (παράγραφοι 2, 3, 4 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης). Τα γεγονότα αυτά ο ενάγοντας τα επαναλαμβάνει στην ένορκο δήλωση που καταχώρησε για απόδειξη της υπόθεσης του. Συνεπώς τα όσα προβάλλει η εναγόμενη για την μη ύπαρξη γραπτής συμφωνίας δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Αρνείται περαιτέρω η εναγόμενη ότι γνωρίζει την Αθηνά Ζήνωνος η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ενήργησε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως αντιπρόσωπος της, δέχεται όμως ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €5.500= ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι μόνο το ποσό αυτό οφειλόταν προς τον ενάγοντα. Διαζευκτικά επίσης προβάλλει ότι καμία συμβατική σχέση δεν την συνδέει με τον ενάγοντα. Εκτός όμως ότι στην ένορκο δήλωση δεν είναι επιτρεπτό να προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, δεν εξηγεί γιατί κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €5.500=, δεδομένου μάλιστα ότι όπως προβάλλει έστω και με διαζευκτικό τρόπο καμία συμβατική σχέση δεν την συνδέει με τον ενάγοντα. Τίποτε επίσης δεν αναφέρει για τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντα που ίσχυαν σύμφωνα με τις θέσεις του δυνάμει της προφορικής μεταξύ τους συμφωνίας και ειδικότερα αν παρέλαβε την κατοχή του υποστατικού και των εμπορευμάτων της επιχείρησης όπως αυτός ισχυρίζεται. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (πιο πάνω), το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια έχει πρωταρχικό καθήκον να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ότι με τα όσα προβάλλονται δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι θέσεις της εναγομένης, παρέμειναν γενικές, ασαφείς και αόριστες χωρίς να έχουν τεκμηριωθεί αφού δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θετικά στοιχεία που να συνιστούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο που να δικαιολογούν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν καταδεικνύεται με την προβολή αρνήσεων αλλά με την προβολή θετικών ισχυρισμών που να την καταδεικνύουν, κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Η εναγόμενη αρνείται συμβατική σχέση με τον ενάγοντα, αρνείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ενήργησε ως αντιπρόσωπος της, αλλά δεν επεξηγεί γιατί κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €5.500=, ούτε και αναφέρει οτιδήποτε για την παραλαβή του υποστατικού και των εμπορευμάτων της επιχείρισης. Παρά το ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου, η τύχη της αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα της παράλειψης της εναγομένης να εμφανισθεί στη διαδικασία. Αυτή, αποδίδει την παράλειψη της να εμφανισθεί σε προσωπικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τα οποία την παρεμπόδισαν να επισκεφθεί τους δικηγόρους της για να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου για να μπορέσουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Η εναγόμενη αιτιολογώντας την παράλειψη της αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τα ακόλουθα. Όταν της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, επικοινώνησε αμέσως με τους δικηγόρους της και τους έδωσε οδηγίες να καταχωρήσουν εμφάνιση. Αυτοί την πληροφόρησαν ότι για να γίνει αυτό θα έπρεπε να τους υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου και επικοινώνησαν μαζί της για να διευθετηθεί συνάντηση για τον σκοπό αυτό. Λόγω όμως προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, δεν κατάφερε να παρεβρεθεί σε καμία από τις προγραμματισμένες συναντήσεις με τους δικηγόρους της. Την 1/7/2013 οι τελευταίοι, απέστειλαν στους δικηγόρους του ενάγοντα επιστολή με την οποία τους πληροφορούσαν ότι εντός των επόμενων ημερών θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης. Στις 18/9/2013 οι δικηγόροι της απέστειλαν δεύτερη επιστολή στους δικηγόρους του ενάγοντα με την οποία απολογήθηκαν για την καθυστέρηση στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και τους πληροφορούσαν ότι θα το έπρατταν εντός των επόμενων ημερών. Στην αντίπερα όχθη η Όλγα Λάμπρου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα και η οποία ορκίζεται την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης, δεν αρνείται ότι οι δικηγόροι της εναγόμενης απέστειλαν τις επιστολές στις οποίες η ενάγουσα αναφέρεται. Περαιτέρω όμως προβάλλει ότι η δεύτερη επιστολή των δικηγόρων της εναγόμενης στάληκε σε απάντηση δικού τους τηλεομοιοτυπικού μηνύματος προς τους δικηγόρους της εναγόμενης με το οποίο ζητούσαν να πληροφορηθούν εάν είχαν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ή εάν είχαν πρόθεση να το πράξουν. Αναφέρει ακόμα ότι στις 19/9/2013 η ίδια προσωπικά, ενημέρωσε την Χριστιάνα Θεοδώρου, δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγομένης ότι είχαν καταχωρήσει αίτηση για απόφαση και ότι θα προχωρούσαν σε απόδειξη. Η κα Θεοδώρου την διαβεβαίωσε ότι μέχρι το μεσημέρι της 20/9/2013, η εναγόμενη θα τους υπέγραφε διοριστήριο δικηγόρου και ότι η ίδια θα την ενημέρωνε τηλεφωνικά το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Όμως μέχρι την Δευτέρα 23/9/2013 και επειδή δεν είχε καμία ενημέρωση, ούτε προφανώς σημείωμα εμφάνισης είχε καταχωρηθεί, προχώρησαν σε απόδειξη της υπόθεσης. Αναφέρει ακόμα ότι στις 24/9/2013 πληροφόρησε την συνάδελφο της για την έκδοση της απόφασης λέγοντας περαιτέρω ότι ουδέποτε τους λέχθηκε οτιδήποτε για την ύπαρξη προσωπικών προβλημάτων που εμπόδιζαν την εναγόμενη να προσέλθει στο γραφείο των δικηγόρων της για να υπογράψει το σχετικό διοριστήριο. Αμέσως θα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα η εναγόμενη προβάλλει περί ύπαρξης προσωπικών προβλημάτων που την εμπόδισαν να επισκεφθεί τους δικηγόρους της για να υπογράψει διοριστήριο έγγραφο και έτσι οι τελευταίοι να μπορέσουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, παραμένουν μετέωρα και χωρίς στέρεη βάση. Και αυτό γιατί η αναφορά της εναγόμενης σε προσωπικά προβλήματα, γίνεται εντελώς γενικά και αόριστα και χωρίς τα προβλήματα αυτά να προσδιορίζονται έτσι ώστε να είναι δυνατή η αποτίμηση της σοβαρότητας τους και ο συσχετισμός τους με τον χρόνο που παρήλθε από τον χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος μέχρι και την έκδοση της απόφασης εναντίον της. Άξιο επίσης να σχολιασθεί είναι ότι όπως η ίδια η ενάγουσα προβάλλει στην ένορκη της δήλωση οι συναντήσεις με τους δικηγόρους της οι οποίες καθορίσθηκαν και στις οποίες δεν μετέβη ήταν περισσότερες από μία αφού όπως ισχυρίζεται «δεν κατάφερα να παραβρεθώ σε καμία από τις προγραμματισμένες συναντήσεις για να υπογράψω το διοριστήριο έγγραφο και να μεταφέρω στους δικηγόρους μου τις θέσεις και τους ισχυρισμούς μου για να μπορούν να συντάξουν την υπεράσπιση». Ποια ήταν τα προσωπικά προβλήματα που για διάστημα τριών σχεδόν ολόκληρων μηνών δεν της επέτρεψαν να επισκεφθεί τους δικηγόρους της για μια απλή υπογραφή; Η γενική επίκληση των προβλημάτων αυτών και ιδιαίτερα για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφήνει εντελώς ατεκμηρίωτη αλλά και αδικαιολόγητη την παράλειψη της να εμφανισθεί στη διαδικασία. Θα πρέπει όμως επιπρόσθετα να λεχθεί ότι εύλογα ερωτήματα ως προς τους ισχυρισμούς της αυτούς προκαλεί και το γεγονός ότι σε καμία από τις δύο επιστολές των δικηγόρων της εναγομένης προς τους δικηγόρους του ενάγοντα και τις οποίες η ίδια η εναγόμενη επισυνάπτει ως τεκμήρια στην αίτηση, δεν αναγράφεται ως λόγος για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης η ύπαρξη προσωπικών προβλημάτων κάτι που εύλογα θα αναμενόταν να συνέβαινε στην περίπτωση που πράγματι αυτός ήταν ο λόγος της καθυστέρησης. Αξίζει περαιτέρω να λεχθεί ότι τα όσα προβάλλονται με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης και τα οποία δεικνύουν ότι η πλευρά του ενάγοντα είχε ειδοποιήσει την πλευρά της εναγόμενης για την αίτηση απόφασης που ο ενάγοντας είχε καταχωρήσει έχουν παραμείνει αναπάντητα από την εναγομένη η οποία ούτε ζήτησε ούτε και εξασφάλισε διάταγμα αντεξέτασης της ομνύουσας την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση ούτε και για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι τα όσα προβάλλονται με την ένσταση ότι η επιστολή των δικηγόρων της εναγομένης ημερομηνίας 18/9/2013 ήταν σε απάντηση προηγούμενου τηλεομοιοτυπικού μηνύματος των δικηγόρων του ενάγοντα εκτός του ότι παρέμειναν αναπάντητα, επιβεβαιώνονται και από την ώρα αποστολής των μηνυμάτων αυτών που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Πιο συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από αυτά, το μήνυμα που στάληκε από τους δικηγόρους του ενάγοντα προς τους δικηγόρους της εναγομένης έχει σταλεί στις 9.20 π.μ. ενώ αυτό των δικηγόρων της εναγομένης στις 16.16 μ.μ.. Οι προβαλλόμενοι εκ μέρους της εναγόμενης ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και να δικαιολογήσουν την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης από τις 26/6/2013 που έγινε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μέχρι και την έκδοση της απόφασης στις 23/9/2013 της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός, για περίοδο δηλαδή σχεδόν ολόκληρων τριών μηνών. Πρέπει εν τέλει να λεχθεί ότι πρόσθετα με τα πιο πάνω η εναγόμενη δεν επέδειξε ακόμα και σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς οποιαδήποτε σπουδή για να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού αφού η απόφαση εκδόθηκε στις 23/9/2013 ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/10/2013. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η εναγόμενη επιμελώς αποφεύγει να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία που πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της, ενώ αντίθετα και σύμφωνα με τα όσα προβάλλονται με την ένσταση και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου του ενάγοντα πληροφόρησε στις 24/9/2013 δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου της εναγόμενης για την έκδοση της απόφασης. Η παράλειψη της εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και η γενικότερη στάση που επέδειξε καταδεικνύει αδιαφορία που παρέμεινε αδικαιολόγητη κατά τρόπο που συνιστά περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Η όλη συμπεριφορά της είναι τέτοια που δεν επιτρέπει να στερηθεί ο ενάγοντας των ευεργημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε στο απαράδεκτο αποτέλεσμα ένας διάδικος καλυπτόμενος πίσω από μία ή περισσότερες επιστολές να παρακάπτει τις προθεσμίες που τίθενται από το Νόμο με ένα απλό και εύσχημο τρόπο. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας/εναγομένης και υπέρ του καθ' ου η αίτηση/ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Paramerismos apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο