← Κύπρος

Θεογνωσίας Παναγιώτη Φούτρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών διά του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αίτηση/Έφεσ

Θεογνωσίας Παναγιώτη Φούτρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών διά του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αίτηση/Έφεση: 114/08, 19/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 114/08 Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμος, Κεφ.224 και των Τροποποιητικών αυτού Νόμων από 3/60 μέχρι 165(Ι)/2007 και των Κανονισμών επί του άρθρου 80 του

  1. Μεταξύ: Θεογνωσίας Παναγιώτη Φούτρου, σύζυγος Παπα-Στυλιανού Παπα- Χριστοφόρου Αιτήτριας και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών διά του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Καθ' ου η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/2/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Φ. Αποστολίδης Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Κουρουσίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Έφεση/Αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 21/4/2008 με την οποία αποφάσισε την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6491, τεμάχιο 810 του Φ/Σχ. 48/25 στην τοποθεσία Πέφκος του χωριού Καλό Χωριό της επαρχίας Λεμεσού και του εφαπτόμενου βόρειου δημόσιου δρόμου. Ως λόγους για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή η αιτήτρια προβάλλει συνολικά δεκαπέντε. Η αίτηση την οποία υποστηρίζουν ένορκος δήλωση της αιτήτριας καθώς και του Νικόλα Δημητρίου πολιτικού μηχανικού συνάντησε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρέα Παφίτη, χωρομέτρη στον κλάδο χωρομετρίας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ο οποίος διεξήγαγε και τη χωρομετρική εργασία κατά την επιτόπια εξέταση που διεξήχθη στις 24/10/
  2. Στην εξεταζόμενη υπόθεση οι διάδικοι δεν έκαμαν χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης των προσώπων των οποίων οι ένορκες δηλώσεις στηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα, αλλά περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις τις οποίες και ετοίμασαν γραπτώς και παρέδωσαν στο Δικαστήριο, προσθέτοντας κατά τη δικάσιμο κάποιες παρατηρήσεις επί των εισηγήσεων της άλλης πλευράς. Μεταξύ των προβαλλόμενων λόγων ένστασης προβάλλεται ως τέτοιος ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν έχει συμπεριληφθεί από την αιτήτρια ως αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία, η δεύτερη εγγεγραμμένη συνιδιοκτήτρια του ακινήτου. Επικαλούμενη η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ' ου η αίτηση τον Κανονισμό 5

(2)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών του 1956, υποστήριξε ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει, αφού η μία από τις δύο συνιδιοκτήτριες του ακινήτου δεν έχει συμπεριληφθεί ως διάδικος στην αίτηση. Στην αντίπερα πλευρά και μετά την παράδοση των αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε προφορικά ότι η συμπερίληψη της συνιδιοκτήτριας ως διαδίκου δεν είναι αναγκαία, καθότι στο σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε από το κτηματολόγιο καταδεικνύεται ότι υπάρχουν οικοδομές από τις οποίες η μία κατέχεται από την αιτήτρια και η άλλη από τη συνιδιοκτήτρια που είναι αδελφή της. Όπως είναι προφανές ο λόγος αυτός, είναι ουσιαστικότατης σημασίας και θα πρέπει πρώτιστα να εξετασθεί από το Δικαστήριο, αφού η αποδοχή του είναι καταλυτικής σημασίας για την υπόθεση και σε περίπτωση επιτυχίας του, η τύχη της αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη. Πρέπει από την αρχή να λεχθεί ότι με τα όσα η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκο της δήλωση, δεν προκύπτει ότι το ακίνητο δεν είναι αποκλειστικά δικής της ιδιοκτησίας και ότι υπάρχει συνιδιοκτήτρια. Και αυτό γιατί περιορίζεται μόνο και αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου ακινήτου και ότι προκάτοχος της ήταν ο πατέρας της. Παράλειψη αναφοράς για την συνιδιοκτησία του ακινήτου παρατηρείται και στην ένορκο δήλωση του Νικόλα Δημητρίου πολιτικού μηχανικού που επίσης συνοδεύει την αίτηση. Ότι η αιτήτρια δεν είναι αποκλειστική ιδιοκτήτης του ακινήτου αλλά υπάρχει και συνιδιοκτήτρια, καθώς επίσης και η έκταση του μεριδίου της αιτήτριας και της συνιδιοκτήτριας της, προσδιορίζονται μόνο στην ένορκο δήλωση του Ανδρέα Παφίτη που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Πιο συγκεκριμένα και όπως εκτίθεται σε αυτή την ένορκο δήλωση, η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά τα 2/3 μερίδια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6491, τεμάχιο 810 του Φ/Σχ. 48/25, ενώ το υπόλοιπο 1/3 είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Άνδρης Παναγιώτη Φούτρου, συζύγου Στέλιου Αντωνίου από τη Λεμεσό. Η ύπαρξη της συνιδιοκτησίας αυτής προκύπτει και από υπόλοιπα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από την ειδοποίηση που στάληκε από το κτηματολόγιο στις δύο συνιδιοκτήτριες σύμφωνα με το άρθρο 58
(3)του Κεφ.224 καθώς επίσης και από την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή που βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Το θέμα της συνένωσης στην αίτηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, εξετάσθηκε στην υπόθεση Γεωργιάδου v. Γεωργιάδη
(1999)1 ΑΑΔ 1210, της οποίας απόσπασμα θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο. «Το εδάφιο 2 του Καν. 5 έχει ως εξής:- "
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41,43,58,59,68,69 and 69A of the Law.". Από το πιο πάνω εδάφιο προκύπτει ότι η πρόνοια αυτή, ήτοι της συνένωσης στην αίτηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, είναι επιτακτική. Αυτό εξάγεται από τη χρησιμοποίηση της λέξης "shall" όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, άλλως η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. (Βλέπε: Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, Hadjipctrou ν. Petsoloucas
(1985)1 C.L.R. 83 και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλουν
(1998)1 Α.Α.Δ. 579.). Στην υπόθεση HjiSavva and Others ν. Loizou
(1982)1 C.L.R. 218 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, που παραχώρησε δικαίωμα διαβάσεως σε αιτητή που ήταν ιδιοκτήτης μεριδίου του δεσπόζοντος κτήματος χωρίς να συνενώσει στην αίτησή του τον άλλο συνιδιοκτήτη του. Η πρωτόδικη απόφαση βασίσθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην υπόθεση Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.
  1. Παρατίθεται δε και σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή στην οποία φαίνεται ότι εξετάσθηκε και ερμηνεύθηκε ολόκληρος ο Καν.
  2. Δεν συμβαίνει όμως έτσι. Στην απόφαση αυτή εξετάσθηκε διαδικαστικό θέμα που έχει σχέση μόνο με το εδάφιο 1 του Καν. 5 δηλαδή ότι δεν επισυνάφθηκε στην αίτηση-έφεση η ειδοποίηση της απόφασης του Διευθυντή όπως επιτάσσει το εδάφιο 1 του Καν.
  3. Δεν εξετάσθηκε καθόλου το εδάφιο
  4. Αυτό φαίνεται ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ενόψει όλων των πιο πάνω έχουμε φθάσει στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2 ευσταθούν. Ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αίτηση δεν βρίσκονταν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι-ενδιαφερόμενα μέρη. Οι συνιδιοκτήτες ακινήτου το οποίο ο Διευθυντής του Κτηματολογίου καταναγκαστικά διένειμε ήσαν ασφαλώς ενδιαφερόμενα μέρη και ως τέτοια έπρεπε να συνενωθούν ως διάδικοι. Η διαπίστωση στην οποία έχουμε προβεί καθιστά χωρίς νόημα την εξέταση των άλλων λόγων έφεσης». Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι τα όσα ο κ. Αποστολίδης προέβαλε για κατοχή των οικοδομών που όντως φαίνονται να υπάρχουν στο σχεδιάγραμμα που είναι συνημμένο στην ειδοποίηση του Διευθυντή που στάληκε σύμφωνα με το άρθρο 58
(3), δεν μπορούν και δεν θα ληφθούν υπόψη γιατί τα γεγονότα μίας υπόθεσης και στη συγκεκριμένη περίπτωση η κατοχή των οικοδομών θα έπρεπε να είχαν τεθεί με μαρτυρία και όχι στα πλαίσια της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου. Πέραν των όσων έχουν τεθεί με την αγόρευση του κ. Αποστολίδη και τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, τίποτε απολύτως δεν έχει τεθεί με μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι το ακίνητο κατέχεται διαμοιρασμένο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο συνιδιοκτητριών και ότι το μέρος που επηρεάζεται από την απόφαση του Διευθυντή είναι μόνο το μέρος που κατέχει η αιτήτρια, έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί μέσα και από το πρίσμα αυτό. Ότι προκύπτει από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι υπάρχει ένα ακίνητο με δύο συνιδιοκτήτριες, την αιτήτρια και την Άνδρη Παναγιώτη Φούτρου, στο οποίο φαίνεται να υπάρχουν κτισμένες οικοδομές. Η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη ιδοκτήτρια των 2/3 μεριδίων του ακινήτου και η Άνδρη Π. Φούτρου του υπόλοιπου 1/
  1. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση του Διευθυντή, στις 23/10/2002 η συνιδιοκτήτρια της αιτήτριας υπέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού αίτηση για οροθέτηση της εξωτερικής περιμέτρου του επίδικου ακινήτου. Κατά τη διάρκεια της χωρομετρικής εργασίας διαπιστώθηκε συνοριακή διαφορά με το δημόσιο δρόμο που εφάπτεται του βόρειου και βορειοανατολικού συνόρου του ακινήτου. Έτσι η χωρομετρική εργασία αναστάληκε και οι ιδιοκτήτριες του ακινήτου ειδοποιήθηκαν γραπτώς να καταθέσουν αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς, κάτι που οι δύο συνιδιοκτήτριες έπραξαν στις 14/11/
  2. Ακολούθησε η εξέταση της, το αποτέλεσμα της οποίας αμφισβητείται από την αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα και οι δύο συνιδιοκτήτριες κατάθεσαν στο κτηματολόγιο αίτηση για επίλυση της συνοριακής διαφοράς που διαφάνηκε να υπάρχει μεταξύ του κτήματος τους και του δημόσιου δρόμου. Μόνο όμως η μία από αυτές, είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Από τη στιγμή λοιπόν αυτή που υπάρχει δηλαδή συνιδιοκτησία του ακινήτου κρίνεται ότι η αιτήτρια θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει ως διάδικο και τη συνιδιοκτήτρια της αφού και της τελευταίας ως εξ' αδιαιρέτου ιδιοκτήτριας επηρεάζονται και τα δικά της συμφέροντα από την οποιαδήποτε απόφαση. Από τη στιγμή που η αίτηση έχει ως αντικείμενο εξ' αδιαιρέτου ακίνητη ιδιοκτησία θα έπρεπε να συνενωθεί ως διάδικος και η συνιδιοκτήτρια. Η παράλειψη αυτή καθιστά την όλη διαδικασία θνησιγενή και άκυρη. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι-ενδιαφερόμενα μέρη, αφού η συνιδιοκτήτρια του ακινήτου για το οποίο ο Διευθυντής εξέδωσε την απόφαση του σε συνοριακή διαφορά, αποτελεί ενδιαφερόμενο μέρος και ως τέτοιο έπρεπε να συνενωθεί ως διάδικος (βλ. Γεωργιάδης πιο πάνω). Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Τσιτσινίδης v. Ρεσιάτ
(1993)1 ΑΑΔ 429 που αφορούσε βεβαίως υπόθεση εχθρικής κατοχής «Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ν' ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση». Έτσι και στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι τα δικαιώματα της συνιδιοκτήτριας επηρεάζονται ή κατά το ελάχιστο είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από τη δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί. Για όλους τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω η τύχη της αίτησης έχει κριθεί. Όμως για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι θεωρώ χρήσιμο να προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η αίτηση θα μπορούσε να επιτύχει λόγω της ισχυριζόμενης εκ μέρους της αιτήτριας έλλειψης αιτιολογίας και /ή επαρκούς αιτιολογίας της επίδικης απόφασης του Διευθυντή. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου έχει καταχωρηθεί στο φάκελο της διαδικασίας στις 23/6/2008. Δεν μπορεί όμως να ελεχθεί αν αυτό έγινε εντός της προβλεπόμενης από τον Καν. 6
(2)των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 προθεσμίας αφού δεν προκύπτει από το φάκελο πότε επιδόθηκε η αίτηση στο Κτηματολόγιο. Εν πάση περιπτώσει από τη στιγμή που η αιτιολογία της απόφασης βρίσκεται στο φάκελο και σύμφωνα και με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Πελίδης
(2001)1 ΑΑΔ 46, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για να προχωρήσει στην εξέταση του ζητήματος (βλ. επίσης Βασιλείου ν. Μάνουλλου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1359). Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή απορρέει από το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Ο τρόπος που πρέπει να προσεγγίζεται η απόφαση του Διευθυντή από το Δικαστήριο, υποδείχθηκε στις υποθέσεις Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619 σελ. 643, Αθανάση ν. Χατζημάμα
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 906, 912, 913, Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1313 και Χειμώνα ν. Γεωργίου κ.α.
(1999)1(Α) 108. Ο Καν. 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφής και Εκτίμησης) Κανονισμών του 1956, προνοεί τα ακόλουθα: "6.
(1)The Director shall, when so requested by a person aggrieved by any order, notice or decision of the Director made or given under the provisions of the Law who signifies his intention to appeal against such order, notice or decision, furnish such person with a statement of his reasons thereof, which statement shall be filed with the Registrar together with the summons". Η αναγκαιότητα για αιτιολόγηση της απόφασης του Διευθυντή επιβάλλεται από την ίδια τη φύση της διαδικασίας αλλά και από το λεκτικό του Κανονισμού 6
(1). Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Χ΄ Φεσσά
(1970)1 Α.Α.Δ. 58, έχει υποδειχθεί ότι ο υπάλληλος του Κτηματολογίου ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα (quasi judicial capacity). Επομένως οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες με τον τρόπο που επίσης πρέπει να είναι αιτιολογημένες οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Δεν μπορεί λοιπόν και σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω να γίνει αποδεκτή η θέση που φαίνεται να εγείρει η ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης αίτηση με την αγόρευση της, αν και όχι με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της αιτιολογίας αλλά θα πρέπει να περιοριστεί «στον έλεγχο ή μη της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή επί της ουσίας της δηλαδή της διαφοράς που προέκυψε εκ της συνοριακής διαφοράς». Η ανάγκη για αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων εδράζεται όχι μόνο στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος αλλά όπως έχει υποδειχθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ουσιώδης και για τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Πέτσας ν. Δημοκρατίας
(193)2 Α.Α.Δ. 84, Pioneer & SonLtd v. Stelios Tryfon & Sons Ltd
(1981)1 Α.Α.Δ. 540, Παπαγεωργίου ν. Χ΄ Πιέρα
(1981)1 Α.Α.Δ. 560). Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η επίδικη απόφαση είναι ή όχι αιτιολογημένη, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες τις παραγράφους 6-12 της αιτιολογίας της απόφασης του Διευθυντή. «
  1. Αφού υποδείχθηκε το διαφιλονικούμενο μέρος, ο Χωρομέτρης διεξήγαγε χωρομετρική εργασία και τοποθέτησε τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των πιο πάνω κτημάτων. Όλες οι καταμετρήσεις που έγιναν από σταθερά σημεία, καταχωρήθηκαν στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή και ετοιμάστηκε σχέδιο στο οποίο φαίνονται τα πιο πάνω αναφερόμενα κτήματα καθώς και το διαφιλονικούμενο μέρος. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τη χρήση χωρομετρικών οργάνων.
  2. Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέχθηκε από τον Λειτουργό Νέων Χωρομετρικών εργασιών και τον Λειτουργό Νέων Κτηματικών Χαρτογραφήσεων του Γραφείου μου και βρέθηκε ότι ήταν απόλυτα ορθή. Ως εκ τούτου εξέδωσα την απόφαση μου ημερομηνίας 21 Απριλίου 2008 την οποία απέστειλα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένη επιστολή, στην οποία η διαφιλονικούμενη λωρίδα φαίνεται με κόκκινο και κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που φαίνεται σε αυτή.
  3. Η πιο πάνω διαδικασία ακολουθείται από το Τμήμα μου σε όλες τις υποθέσεις συνοριακών διαφορών. Διεξάγεται χωρομετρική εργασία βάσει του σχεδίου στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκομένων κτημάτων και τοποθετούνται επί τόπου ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου συνόρου των κτημάτων και στη συνέχεια αποστέλλονται στους ενδιαφερόμενους ειδοποιήσεις με τις οποίες τους κοινοποιείται η απόφαση μου
  4. Τα όργανα μέτρησης που χρησιμοποίησε ο χωρομέτρης για επίλυση της συνοριακής διαφοράς είναι σύχρονα και μεγάλης ακρίβειας.
  5. Οι καταμετρήσεις για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς λήφθηκαν από σταθερά σημεία στη γύρω περιοχή με βάση το εν χρήσει σχέδιο.
  6. Μετά τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας ο χωρομέτρης υπέδειξε τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των πιο πάνω περιγραφόμενων κτημάτων. Επίσης χωρομέτρησε και αποτύπωσε την επί τόπου κατάσταση των κτημάτων, το διαφιλονικούμενο μέρος και τα κτίρια ή κτίσματα που υπάρχουν σε αυτό
  7. Κατά την χωρομετρική εργασία που αφορά επίλυση μιας συνοριακής διαφοράς, τοποθετούνται ορόσημα που καθορίζουν το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο του κτήματος, του οποίου ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης υπέβαλε την αίτηση και των αντιδίκων κτημάτων μόνο. Δεν τοποθετούνται άλλα σημεία που να καθορίζουν τα κοινά σύνορα με άλλα όμορα κτήματα ». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ενώ όπως αναφέρεται στην αιτιολογημένη απόφαση, υποδείχθηκε το διαφιλονικούμενο μέρος δεν αναφέρεται από ποιον ή ποιους υποδείχθηκε και ποιο συγκεκριμένα μέρος υποδείχθηκε ως τέτοιο, που βρίσκεται, ποια έκταση καταλαμβάνει κ.λ.π.. Αναφέρεται περαιτέρω ότι ο χωρομέτρης διεξήγαγε χωρομετρική εργασία χωρίς όμως αυτή να προσδιορίζεται, να αναφέρεται δηλαδή ποια ήταν η εργασία αυτή, πως και με ποιο τρόπο ακριβώς διεξήχθη. Δεν αναφέρεται περαιτέρω οτιδήποτε σε σχέση με τα ορόσημα. Πόσα δηλαδή τοποθετήθηκαν, που τοποθετήθηκαν, γιατί τοποθετήθηκαν εκεί που τοποθετήθηκαν, με βάση ποια στοιχεία και δεδομένα. Γενική επίσης αναφορά γίνεται σε καταμετρήσεις που έγιναν από κάποια σταθερά σημεία τα οποία και πάλι δεν διασαφηνίζονται πόσα ήταν, ποια ήταν και που βρίσκονταν σε σχέση με το ακίνητο και το δημόσιο δρόμο. Αναφέρεται ακόμα στην αιτιολογία της απόφασης ότι η χωρομετρική εργασία έγινε με τη χρήση χωρομετρικών οργάνων τα οποία και πάλι δεν προσδιορίζονται, αναφέρεται μόνο ότι είναι σύγχρονα και μεγάλης ακριβείας. Όπως δε στη συνέχεια της αιτιολογημένης απόφασης αναφέρεται, ο χωρομέτρης υπέδειξε τα ορόσημα «που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των πιο πάνω περιγραφομένων κτημάτων», χωρίς όμως να αναφέρει σε ποιον τα υπέδειξε, αν αυτός στον οποίο υποδείχθηκαν συμφώνησε ή όχι με αυτά, όπως επίσης παραλείπει να αναφέρει πως χωρομέτρησε και που αποτύπωσε την επί τόπου κατάσταση και τι αυτή περιλαμβάνει. Κρίνεται ότι όλες οι πιο πάνω παραλείψεις καθιστούν την επίδικη απόφαση όχι αιτιολογημένη μέσα στην έννοια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και όπως έχει επεξηγηθεί στη νομολογία. Στην υπό κρίση υπόθεση η απουσία αιτιολογίας είναι τέτοια που ο σωστός δικαστικός έλεγχος της επίδικης απόφασης καθίσταται αδύνατος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάγκη για αιτιολόγηση της απόφασης του Διευθυντή υπάρχει και στην περίπτωση που το θέμα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές του διοικητικού δικαίου. Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας
(1986)3 Α.Α.Δ. 1637, η επίδικη απόφαση κρίθηκε αναιτιολόγητη επειδή οι απόψεις του προϊσταμένου του τμήματος αν και λήφθηκαν υπόψη στη λήψη της απόφασης δεν είχαν καταγραφεί στα πρακτικά (βλ. επίσης Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(1972)3 Α.Α.Δ. 318, Άνθιμου ν. Δημοκρατίας
(1978)3 Α.Α.Δ. 308, Χ΄Πασχάλη ν. Δημοκρατίας
(1980)3 Α.Α.Δ. 101). Η κατάληξη μου αυτή, για έλλειψη αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην ακύρωση της και στην επιτυχία της αίτησης. Όμως και παρά την κρίση μου αυτή η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αφού η παράλειψη της αιτήτριας να συμπεριλάβει ως αναγκαίο διάδικο και τη συνιδιοκτήτρια του ακινήτου αποβαίνει σύμφωνα με τη νομολογία μοιραία για την τύχη της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Efesi/ Etisi: paraliphsi sinenosis anageou diadikou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.