← Κύπρος

Στέλιου Σάββα ν. Χρυστάλλας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 3395/08, 3/2/2014

Στέλιου Σάββα ν. Χρυστάλλας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 3395/08, 3/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3395/08 Μεταξύ: Στέλιου Σάββα, από την Λεμεσό Ενάγοντα και Χρυστάλλας Γεωργίου, από την Λεμεσό Εναγόμενης ........................... Ημερομηνία: 3.2.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Αριστείδου για κκ Δ. Αριστείδου & Σία (για να ακούσει την απόφαση η κα Ν. Δημητρίου) Για την Εναγόμενη: κ. Μ. Φιλίππου για κκ Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Σωκράτους) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 13.11.05 επί της οδού Γλάδστωνος στην Λεμεσό με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC 372 το οποίο οδηγείτο από τον Ενάγοντα και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EEX 881 το οποίο οδηγείτο από την Εναγόμενη. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη όταν η Εναγόμενη οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής EEX 881 επί της οδού Γλάδστωνος με ανατολική κατεύθυνση συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγων με αριθμούς εγγραφής KHC 372 επί της ιδίας οδού και με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι δυτικά. Η σύγκρουση έλαβε χώρα όταν η Εναγόμενη ενώ οδηγούσε εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ενάγων και να συγκρουσθεί βίαια μαζί του. Με την αγωγή του ο Ενάγων αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της πιο πάνω σύγκρουσης καθώς και το ποσό των Ευρώ 11.072,57 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις. Αξιώνει, επίσης, το ποσό των Ευρώ 1.798,60 σεντ για μελλοντική εγχείρηση καθώς και απώλεια ημερομισθίων και/ή εισοδημάτων από την εργασία του ένεκα του ότι από την εν λόγω εγχείρηση θα παραμείνει εκτός εργασίας για περίοδο τριών εβδομάδων. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του εκτός του ότι (α) κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής EEX 881 και (β) ενεπλάκη σε σύγκρουση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC 372 το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο από τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η σύγκρουση επισυνέβη όταν ο Ενάγων επί αριστερής σύμφωνα με την πορεία του στροφής και πριν το σημείο της σύγκρουσης προσπέρασε επί γωνίας προπορευόμενο όχημα από τα δεξιά με αποτέλεσμα συνεχίζοντας την δυτική του πορεία να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και να ανακόψει την πορεία του οχήματος που οδηγούσε η Εναγόμενη από την αντίθετη κατεύθυνση. Ως αποτέλεσμα τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν μετωπικά. Υπό το φως των πιο πάνω η Εναγόμενη εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα. Με την Απάντησή του ο Ενάγων συνενώνει τα επίδικα θέματα αρνούμενος όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Υπεράσπιση οι οποίοι είναι αντίθετοι και δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής του. Ισχυρίζεται δε ότι δεν προπέρασε επί γωνίας και όπως του καταλογίζεται με την Υπεράσπιση, αλλά σε προηγούμενο σημείο του δρόμου το οποίο καμία σχέση δεν έχει με το επίδικο δυστύχημα. Επίδικα είναι μόνο το θέμα της ευθύνης, το ύψος των γενικών αποζημιώσεων και ο τόκος αφού τα πιο κάτω έγιναν από κοινού παραδεκτά γεγονότα: τα ιατρικά έξοδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (υποπαράγραφος 2 της παραγράφου 5(ΙΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ζημιών, Εξόδων και Απωλειών» είναι Ευρώ 48,74 σεντ επί πλήρους ευθύνης τα έξοδα για την αστυνομική έκθεση (υποπαράγραφος 3 της παραγράφου 5(ΙΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ζημιών, Εξόδων και Απωλειών» είναι Ευρώ 85,43 σεντ επί πλήρους ευθύνης οι ζημιές του αυτοκινήτου (υποπαράγραφος 4 της παραγράφου 5(ΙΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ζημιών, Εξόδων και Απωλειών» είναι Ευρώ 6.834,40 σεντ επί πλήρους ευθύνης η απώλεια απολαβών (υποπαράγραφος 1 της παραγράφου 5(ΙΙΙ) της Έκθεσης Απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ζημιών, Εξόδων και Απωλειών» είναι Ευρώ 2.392,04 σεντ επί πλήρους ευθύνης και ο Ενάγων θα πρέπει να υποβληθεί σε δεύτερη εγχείρηση για την αφαίρεση των μετάλλων από το γόνατό του. Τα έξοδα αυτής της εγχείρησης και η ως εξ' αυτής προκύπτουσα απώλεια απολαβών είναι στο σύνολο Ευρώ 2.059,00 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Από κοινού παραδεκτά έγιναν και τα ακόλουθα αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που ο Ενάγων υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος, θεραπεία και επακόλουθα: «Ο ενάγοντας υπέστη (α) κάταγμα κάτω πόλου αριστεράς επιγονατίδας, (β) κάταγμα εγγύς φάλαγγος αριστερού δείκτου και (γ) κάταγμα διάφυσης 3ου μετακαρπιακού αριστερά. Θεραπεία: Εισήχθη εις το χειρουργείο και υπό γενική νάρκωση εγένετο:

  1. ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος αριστερής επιγονατίδας καθώς και χειρουργική αποκατάσταση του εκτακτικού μηχανισμού
  2. ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος 3ου μετακαρπίου με πλάκα και βίδες. Εν συνεχεία εγένετο ακινητοποίηση δια γύψινου νάρθηκα εις το αριστερό κάτω άκρο και χορήγηση αντιβιώσεως. Επίσης ετοποθετήθει νάρθηκας εις την αριστερή άκρα χείρα. Η άμεση μετεγχειρητική του πορεία καθώς και ο ακτινολογικός έλεγχος ήσαν ικανοποιητικά. Εγένετο σταδιακή κινητοποίηση και εξήλθε του νοσοκομείου στις 17/11/05 με οδηγίες. Στις 23/11/05 εξετάσθει εις τα εξωτερικά ιατρεία. Εγένετο έλεγχος πληγών, αφαίρεση ραφών και τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα αριστερού κάτω άκρου και αριστερά άκρα χείρα. 01.02.06: Ακτινογραφίες: ικανοποιητική εξέλιξη καταγμάτων Ως άμεσο αποτέλεσμα του ως άνω δυστυχήματος ο ασθενής αυτός υπέστη:
  3. ανοικτό κάταγμα αριστερής επιγονατίδας με ρήξη έκτακτου μηχανισμού
  4. κάταγμα διάφυσης 3ου μετακαρπίου
  5. κάταγμα εγγύς φάλαγγος αριστερού δείκτου Του εγένετο η προαναφερθείσα χειρουργική αγωγή. Κατάσταση την 26.9.2006: Περπατά χωρίς βοήθεια. Φέρει χειρουργική ουλή υπεράνω αριστεράς επιγονατίδος. Φέρει χειρουργική ουλή αριστεράς άκρας χειρός υπεράνω 3ου μετακαρπίου. Έχει πλήρη κινητικότητα αριστεράς άκρας χειρός έχει πόνους εις το αριστερό γόνατο όταν γονατά και κάποιου βαθμού δυσκαμψία μετά όταν σηκώνεται από γονάτισμα. Κατάσταση την 09.6.2009: Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκαν τα παρακάτω: I. πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή στην ραχιαία επιφάνεια του αριστερού χεριού μήκους 5 εκ. Εντοπίζεται στην περιοχή του τρίτου μετακαρπίου II. παρόμοιας μορφής ουλή σχήματος «L» με το ένα σκέλος να επιμετρά 8 εκ. μήκος και το άλλο
  6. Η ουλή εντοπίζεται στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος III. φυσιολογική κινητικότητα του αριστερού καρπού, δακτύλων του αριστερού χεριού και αριστερού γόνατος IV. βαδίζει χωρίς χωλότητα V. φυσιολογική συνδεσμική σταθερότητα του γόνατος με απουσία ενδοαρθρικού υγρού VI. φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος του αριστερού άνω και κάτω άκρου. Το τελικό αποτέλεσμα της θεραπείας που του εχορηγήθη κρίνεται πλήρως ικανοποιητικό. Η γνώμη αυτή στηρίζεται στα σημερινά κλινικά αλλά και τα ακτινολογικά του ευρήματα. Οι ουλές θα παραμείνουν. Ορισμένες περιοδικές ενοχλήσεις ήπιας έντασης στο αριστερό γόνατο όπως τις περιγράφει, συνάδουν με την μορφή του τραυματισμού που υπέστη και την παρουσία του μεταλλικού συρμάτινου πλέγματος. Περίοδος αποκατάστασης διάρκειας 5 μηνών». Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες έγινε, επίσης, από κοινού παραδεκτό ότι η εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της αριστερής επιγονατίδος έγινε με τοποθέτηση μεταλλικού συρμάτινος πλέγματος και βιδών. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ 1) και ο Α/Αστ 2532, Αναστάσιος Παναγίδης (ΜΕ 2). Για την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ 1) και ο Άγγελος Σεργίου (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Α - ως την κυρίως εξέτασή του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε, μεταξύ άλλων, το τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος στο οποίο επισυνάπτεται αστυνομική έκθεση. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως δέσμη εγγράφων και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Ο Ενάγων δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν με έπεισε ότι ήταν ειλικρινής. Κατ' αρχή, από την γραπτή του δήλωση συνάγεται ευκρινώς ότι η θέση του ως προς το αν πριν την επίδικη σύγκρουση είχε προηγηθεί προσπέρασμα άλλου αυτοκινήτου από τον ίδιο στο σημείο που επί του Τεκμηρίου 4 σημειώνεται με το γράμμα Ε είναι διφορούμενη σε βαθμό που στερείται πειστικότητας. Αναφέρομαι, αρχικά, στους ισχυρισμούς του ότι το σημείο Ε είναι το σημείο στο οποίο ο Ενάγων προσπέρασε τρίτο όχημα σύμφωνα με ό,τι είχε λεχθεί σε αυτόν από τον ΜΕ 2 και ότι η προσπέραση είναι ισχυρισμός του τρίτου οδηγού. Από τα πιο πάνω συνάγεται ευκρινώς ότι ο Ενάγων δεν δέχεται ότι πριν την σύγκρουση είχε προσπεράσει τρίτο όχημα. Προβάλει, όμως, και τον εξής ισχυρισμό. Ότι και αν ακόμη έγινε το ισχυριζόμενο - στην Υπεράσπιση - προσπέρασμα αυτό έγινε παρά πολύ μακριά από το σημείο της σύγκρουσης και, κατ' επέκταση, δεν έθεσε την Εναγόμενη «σε δίλημμα ή ενώπιον απότομου και απρόβλεπτου κινδύνου, ως επίσης ούτε και σε αγωνία της στιγμής». Πώς, όμως, είναι δυνατόν, από την μια, στην τελευταία του δήλωση να αμφισβητεί, ουσιαστικά, το προσπέρασμα και την ίδια στιγμή να ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε παρά πολύ μακριά από το σημείο της σύγκρουσης; Αντεξεταζόμενος δε αρχικά δέχθηκε ότι πριν την σύγκρουση και δυτικά των φώτων τροχαίας επί της συμβολής των οδών Αναστάση Σούκρη και Ολυμπίων προσπέρασε άλλο όχημα για να διαφοροποιήσει εν τέλει και την δεύτερη του αυτή θέση υποστηρίζοντας ως τελική του θέση ότι ουδέποτε έλαβε χώρα οποιοδήποτε προσπέρασμα και υποστηρίζοντας μια εκδοχή που δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΥ
  1. Η τελευταία διαφοροποίηση έγινε όταν ο Ενάγων ρωτήθηκε αν κατά την προσπέραση εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας εντός της οποίας και παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα για σκοπούς προσπέρασης. Προφανώς, για να μην διατρέξει τον κίνδυνο να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι και μέχρι την σύγκρουση δεν είχε καταφέρει να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται με δυτική κατεύθυνση επί της οδού Γλάδστωνος, όπως ήταν η θέση του ΜΥ
  2. Εν πάση περιπτώσει κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγων υποστήριξε συγκεκριμένα τα ακόλουθα. Πριν την σύγκρουση βρισκόταν στα φώτα τροχαίας επί της συμβολής των οδών Αναστάση Σούκρη και Ολυμπίων και ανέμενε μέχρι να ανάψει πράσινο για την πορεία του. Στο σημείο εκείνο σχηματίζονται τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η άκρως αριστερή που πάει νότια, προς την θάλασσα, η διπλανή της στα δεξιά, η μεσαία, που πάει ευθεία προς την οδό Γλάδστωνος και μια τρίτη, η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, που οδηγεί στον κυκλικό κόμβο Αγίου Νικολάου. Ο Ενάγων βρισκόταν επί της δεύτερης λωρίδας και πρώτος στην σειρά αναμονής επί των φώτων τροχαίας. Την στιγμή εκείνη ο άλλος οδηγός βρισκόταν δίπλα του, ήτοι στην άκρως αριστερή λωρίδα, και πρώτος κι' εκείνος στην σειρά αναμονής επί των φώτων τροχαίας. Όταν άναψε πράσινο ο Ενάγων εκκίνησε όπως και ο άλλος οδηγός. Ο Ενάγων εκκίνησε πριν από τον άλλο οδηγό και προπορευόταν αυτού ενώ και οι δύο οδηγούσαν με δυτική κατεύθυνση προς την οδό Γλάδστωνος. Έτσι, ο άλλος οδηγός βρέθηκε πίσω του να τον ακολουθεί. Ουδέποτε είχε παρεκκλίνει της πορείας του και ουδέποτε είχε προσπεράσει τον οδηγό αυτόν. Λέγοντας δε αρχικά κατά την αντεξέταση ότι προσπέρασε άλλο όχημα εννοούσε ότι ο ίδιος κρατούσε την λωρίδα κυκλοφορίας του κανονικά και ότι ο άλλος οδηγός επιχείρησε να τον ακολουθήσει. Κατ' αρχή, η πιο πάνω τελευταία διατυπωθείσα θέση του Ενάγοντα είναι τόσο παράδοξη σε βαθμό που εύλογα να προκαλεί δυσπιστία ως προς το αξιόπιστό της και, κατ' επέκταση, την ειλικρίνεια του Ενάγοντα. Δυσκολεύομαι να κρίνω δικαιολογημένο ή εύλογο και, κατ' επέκταση, ειλικρινή τον τρόπο με τον οποίο ο Ενάγων αντιλαμβάνεται, ως διατείνεται, την έννοια της λέξης «προσπερνώ». Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι επί του προκειμένου σημείου ο Ενάγων προέβη σε διάφορες εκδοχές κατά την μαρτυρία του. Στην γραπτή του δήλωση δεν διασαφηνίζει εν κατακλείδι αν δέχεται ότι έλαβε χώρα το προσπέρασμα. Στην αντεξέταση αρχικά δέχθηκε ότι προσπέρασε τρίτο όχημα για να υιοθετήσει στην αντεξέταση ως τελική του θέση ότι ουδέποτε προσπέρασε άλλο όχημα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα εν' όψει και της εντύπωσης που αποκόμισα γι' αυτόν ως μάρτυρα μόνο με υποψία θα μπορούσαν να ιδωθούν. Και λογικά παραπέμπουν σε ένα συμπέρασμα. Ότι η εκδοχή του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία δεν προσπέρασε άλλο όχημα και κινήθηκε με τον τρόπο που αυτός περίγραψε στην διά ζώσης μαρτυρία του είναι αναληθής. Σημειώνεται, επίσης, ότι αυτή δεν συνάδει με την μαρτυρία του ΜΥ 2 η οποία παρατίθεται λεπτομερώς κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το ότι στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων προσπάθησε να αποφύγει να λάβει θέση ως προς το αν είχε προσπεράσει άλλο όχημα ή όχι. Προδήλως, για να μην καταστεί αντιληπτό ό,τι επιλήψιμο γι' αυτόν υποστήριξε με την μαρτυρία του ο ΜΥ 2 σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος λίγο μετά τα φώτα επί της συμβολής των οδών Ολυμπίων και Αναστάση Σούκρη και παρά την κτιστή νησίδα που υπήρχε μετά τα φώτα τροχαίας με κατεύθυνση δυτική δέχθηκε προσπέρασμα από τον Ενάγοντα από τα δεξιά με αποτέλεσμα επί της στροφής που οδηγεί εντός της οδού Γλάδστωνος και που βρίσκεται κάποια μέτρα δυτικότερα της κτιστής νησίδας και εντός της πορείας που ακολούθησε ο Ενάγων να μην είχε καταφέρει να καταλάβει την λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται επί της οδού Γλάδστωνος με δυτική κατεύθυνση και σύμφωνα με την Εναγόμενη εισερχόμενος πλέον εντός της οδού Γλάδστωνος και πριν την σύγκρουση να εξακολουθεί να καταλαμβάνει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι την δική της λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι στην στροφή επί της οδού Γλάδστωνος δεν κρατούσε την λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνταν επί της εν λόγω οδού με κατεύθυνση δυτική καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ΜΥ
  3. Ο δε ισχυρισμός του ότι εισερχόμενος εντός της πιο πάνω οδού οδηγούσε εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας καταρρίπτεται από ό,τι λογικά προκύπτει από την μαρτυρία της Εναγόμενης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως ο Ενάγων δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και δεν δέχομαι την μαρτυρία του. Τέλος, σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με την ισχυριζόμενη απώλεια απολαβών του. Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων υποστήριξε ότι οι μηνιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των Ευρώ 684,00 σεντ και ότι έλαβε αναρρωτική άδεια συνολικής διάρκειας 6 μηνών με αποτέλεσμα η συνολική απώλεια απολαβών του να ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 4.104,00 σεντ. Στην διά ζώσης μαρτυρία του διαφοροποίησε την θέση του υποστηρίζοντας ότι το μηνιαίο του εισόδημα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Λ.Κ.280,50 σεντ και ότι συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος απώλεσε απολαβές για περίοδο 5 μηνών, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.402,50 σεντ ή το ισόποσο Ευρώ 2.396,31 σεντ. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό αφού σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα η απώλεια απολαβών του Ενάγοντα συμφωνήθηκε επί πλήρους ευθύνης στο ποσό των Ευρώ 2.392,04 σεντ. Δεύτερος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 2532, Αναστάσιος Παναγίδης, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Κλάδο Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού και είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση ως το συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε σε μεταγενέστερο στάδιο βασιζόμενος στο πρόχειρο που είχε ετοιμάσει στην σκηνή του δυστυχήματος. Αναγνώρισε, επίσης, την αστυνομική έκθεση που επισυνάπτεται ως την έκθεση που ετοίμασε ο ίδιος στην βάση των στοιχείων που προέκυψαν από την διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος. Στην βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και κατόπιν αιτήματος της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα το Τεκμήριο 1 για Αναγνώριση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Κατά την μαρτυρία του ο μάρτυρας εξήγησε, μεταξύ άλλων, τις μετρήσεις που έλαβε καθώς και τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος όπως τα πιο πάνω σημειώνονται επί του Τεκμηρίου
  5. Μεταξύ άλλων, σημείωσε ως Χ το σημείο της σύγκρουσης μεταξύ των ενεχόμενων οχημάτων και ως Ε το σημείο το οποίο υποδείχθηκε από τον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΕ 416 - ΜΥ 2 - ως το σημείο στο οποίο ο Ενάγων προσπέρασε τον ΜΥ 2 κατά την διαδρομή του πρώτου προς το σημείο της σύγκρουσης. Ανέφερε, επίσης, ότι επί της πορείας του Ενάγοντα υπήρχε κτιστή νησίδα η οποία δεν φαίνεται επί του Τεκμηρίου
  6. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατατέθηκαν, επίσης, από κοινού ως δέσμη εγγράφων τρεις σελίδες οι οποίες περιέχουν 13 φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν την ζημιά που υπέστη αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC
  7. Ο μάρτυρας σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και θετική και περιορίσθηκε στις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του, ούτε και την ποιότητα της διερεύνησης ή την αλήθεια των μετρήσεων που έλαβε και οι ερωτήσεις που τέθηκαν στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση ήταν κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν δέχομαι τα ακόλουθα. Κατά την κυρίως εξέταση τέθηκε στον μάρτυρα το ερώτημα αν οι ενεχόμενοι οδηγοί κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσαν εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας στην βάση του ότι (α) δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και (β) τα συντρίμια από την σύγκρουση περιορίζονταν γύρω από το σημείο της σύγκρουσης. Ο μάρτυρας, ο οποίος ανέφερε ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην οδό εντός της οποίας επισυνέβη η επίδικη σύγκρουση ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, στο πιο πάνω ερώτημα απάντησε καταφατικά. Το πιο πάνω θέμα χρήζει, όμως, εμπειρογνωμοσύνης και ο μάρτυρας δεν είναι εμπειρογνώμονας αφού δεν παρουσιάσθηκε ως τέτοιος. Αυτός κλήθηκε να καταθέσει ως πρόσωπο που γνωρίζει, όπως υποστήριξε, να διερευνά και να σχεδιάζει σκηνές τροχαίων δυστυχημάτων επί κλίμακος ή μη, αφενός, από εκπαίδευση που έτυχε στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου, αφετέρου, από την πεντάχρονη πείρα που αποκόμισε στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού. Η πιο πάνω μαρτυρία του συνιστά μαρτυρία γνώμης και για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σημειώνεται ότι υπό το φως των πιο πάνω παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο αν οι παράμετροι που πιο πάνω αναφέρθηκαν υπό σημεία (α) και (β) ως κριτήρια για το ζητούμενο μπορούν ορθά να εκληφθούν ως τέτοια. Το δεύτερο σημείο από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι είναι το εξής. Σύμφωνα με τον μάρτυρα επειδή η σύγκρουση ήταν μετωπική - το σημείο τούτο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και προκύπτει ευκρινώς και από την μαρτυρία της Εναγόμενης - και δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης οι ενεχόμενοι οδηγοί δεν αντιλήφθηκαν ο ένας τον άλλο έγκαιρα. Μόνο που τα υπό του μάρτυρα αναφερθέντα δεδομένα σε συνδυασμό με το ότι η σύγκρουση επισυνέβη πλησίον στροφής δεν συνηγορούν σύμφωνα με την λογική απαραίτητα και δίχως άλλο με το συμπέρασμά του. Συνακόλουθα ούτε το σημείο αυτό από την μαρτυρία του γίνεται αποδεκτό. Σημειώνονται, επίσης, τα ακόλουθα. Στην έκθεση που ο μάρτυρας ετοίμασε και που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 4 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι (α) ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΕΧ 881 θα παρουσιασθεί στο Δικαστήριο κατηγορούμενος για αμελή οδήγηση και παράνομο προσπέρασμα επί γωνίας και (β) η Εναγόμενη ήταν επιβάτιδα στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC
  8. Ανακριβής, όμως, θα πρέπει να εκληφθεί η πρώτη δήλωση αφού κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας υποστήριξε ότι το πρόσωπο που κατηγορήθηκε για τα πιο πάνω αδικήματα ήταν ο Ενάγων. Σύμφωνα δε με την προσκομισθείσα στην υπόθεση μαρτυρία, η οποία αποτελεί κοινό έδαφος, αλλά και την σελίδα με αριθμό 2 της έκθεσης, ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΕΧ 881 ήταν η Εναγόμενη και όχι ο Ενάγων. Ανακριβής θα πρέπει να θεωρηθεί και η δεύτερη δήλωση, αφενός, για τον ίδιο λόγο, αφετέρου, γιατί η Εναγόμενη δεν ήταν απλή επιβάτις στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΕΧ 881, αλλά η οδηγός. Τέλος, εν' όψει της μαρτυρίας του ΜΥ 2 ανακριβής θα πρέπει να θεωρηθεί άλλη μια δήλωση του μάρτυρα στην έκθεσή του σύμφωνα με την οποία «σύμφωνα με ανεξάρτητη μαρτυρία, ο οδηγός του αυτοκινήτου KHC 372 προσπέρασε από δεξιά, επί γωνίας προπορευόμενο αυτοκίνητο ...». Προκύπτει ευκρινώς από την μαρτυρία του μάρτυρα ότι η επικαλούμενη ανεξάρτητη μαρτυρία ήταν η μαρτυρία του ΜΥ
  9. Πώς, όμως, είναι δυνατόν ο μάρτυρας στην έκθεσή του να υποστηρίζει τα πιο πάνω και την ίδια στιγμή να τοποθετεί επί του Τεκμηρίου 4 το σημείο Ε ως το σημείο στο οποίο ο ΜΥ 2 σύμφωνα με ό,τι είχε λεχθεί από τον τελευταίο στον μάρτυρα κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος, όπως και κατά την μαρτυρία του δέχθηκε, δέχθηκε προσπέρασμα από τον Ενάγοντα; Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω δηλώσεις από την έκθεση του μάρτυρα, το περιεχόμενο της οποίας ο μάρτυρας υιοθέτησε, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Εκτός από τα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι και που πιο πάνω αναφέρθηκαν όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Εναγόμενη κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο Β - ως την κυρίως εξέτασή της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Από την μαρτυρία της Εναγόμενης σημειώνω τις ακόλουθες αντιφάσεις: ενώ στην γραπτή της δήλωση ανέφερε ότι στην προσπάθειά της να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα έστριψε δεξιά, κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι «πρέπει να στραβοτιμόνιασα προς τα δεξιά», υποδηλώνοντας ότι δεν ήταν σίγουρη αν κατά πόσο με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Η πιο πάνω αναντιστοιχία στην μαρτυρία της δεν δημιουργεί, όμως, ρήγμα στην υπόθεση. Καθότι στην βάση της εν γένει εκδοχής της σύμφωνα με την οποία πριν την επίδικη σύγκρουση οδηγούσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της το ότι πριν την σύγκρουση έκανε ελιγμό προς τα δεξιά επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  10. Σύμφωνα με αυτό και την μαρτυρία του ΜΕ 2 μέρος του αυτοκινήτου της βρέθηκε στην τελική του θέση στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αναφορικά με την θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα μέσα στον δρόμο πριν την επίδικη σύγκρουση η Εναγόμενη έδωσε αντικρουόμενες εκδοχές. Ενώ στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης υποστήριξε ότι δεν θυμόταν αν το αυτοκίνητο του Ενάγοντα πριν την σύγκρουση οδηγείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, προς το τέλος της αντεξέτασης της υποστήριξε με θετικότητα τον ισχυρισμό ότι πριν την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ενάγοντα οδηγείτο στην αντίθετη σύμφωνα με την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας και εντός της δικής της. Δεν δέχομαι ότι η Εναγόμενη θυμόταν το γεγονός που πιο πάνω περιέγραψε. Ούτε και ότι στην προσπάθειά της να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα έστριψε δεξιά. Ό,τι από την μαρτυρία της δέχομαι είναι ό,τι αποτελεί την εν γένει θέση της και, συγκεκριμένα, ότι ένεκα του επίδικου περιστατικού έπαθε συσκότιση το μυαλό της - blackout, όπως το ονόμασε - με αποτέλεσμα να μην θυμάται, όπως υποστήριξε, ούτε την σύγκρουση αυτή καθ' αυτή, αλλά ούτε και ό,τι έλαβε χώρα, είτε αμέσως πριν από αυτή, είτε αμέσως μόλις μετά και, συγκεκριμένα, (α) σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας οδηγούσε ο Ενάγων το αυτοκίνητό του αμέσως πριν την σύγκρουση, (β) την σύγκρουση την ίδια, (γ) αν με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση έκανε ελιγμό, (δ) πόσα μέτρα ήταν ο ελιγμός και (ε) αν κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Και ότι ό,τι θυμόταν ήταν μόνο ότι πριν την επίδικη σύγκρουση (α) οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα και (β) εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της και (γ) ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα βρέθηκε ακριβώς μπροστά της, ακριβώς απέναντί της, και τα φώτα του την τύφλωσαν. Και πάλι η αναντιστοιχία αυτή στην μαρτυρία της Εναγόμενης δεν δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση. Καθότι ακόμα και στην βάση των όσων αποδέχθηκα ως αληθή από την μαρτυρία της προκύπτει συμπερασματικά το αληθές του υπό συζήτηση γεγονότος άσχετα αν η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να το θυμηθεί. Ότι, δηλαδή, ο Ενάγων πριν την σύγκρουση βρέθηκε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας για την πορεία του και εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας. Αυτό είναι ό,τι λογικά προκύπτει από τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, ο οποίος κρίνεται γνήσιος και αληθής, ότι πριν την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ενάγοντα βρέθηκε ακριβώς μπροστά της και απέναντί της. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε οι πιο πάνω αντιφάσεις της Εναγόμενης δεν δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση και για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι ικανές να κλονίσουν την καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο η Εναγόμενη απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση η Εναγόμενη μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι σε σχέση με την εν γένει εκδοχή της ήταν ειλικρινής. Η μαρτυρία της σε σχέση με αυτή ήταν σαφής και θετική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Εν' όψει δε της καλής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας της αλήθειας δέχομαι ως αληθινά και γνήσια τα όσα αυτή ανέφερε περί επιλησμοσύνης. Και, κατά συνέπεια, ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της δεν προβλήθηκε από αυτήν εσκεμμένα και με σκοπό την απόκρυψη της αλήθειας ή την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Άλλωστε, καμία τέτοια διάθεση ή τάση δεν διέκρινα μέσα από την μαρτυρία της, η δε πλευρά του Ενάγοντα καμία τέτοια θέση δεν υπέβαλε στην Εναγόμενη. Υποστηρικτικός δε του ισχυρισμού της τούτου είναι λογικά και η σοβαρότητα των τραυμάτων της αλλά και το σοκ που υπέστη συνεπεία της σύγκρουσης. Σύμφωνα με την Εναγόμενη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος αυτή υπέστη σοκ και σοβαρούς τραυματισμούς. Έσπασε τα δύο της πόδια και το δεξί της χέρι και υπέστη ρήξη πνεύμονα. Η ασφαλιστική εταιρεία του Ενάγοντα την αποζημίωσε με ποσό Λ.Κ.12.000,00 σεντ. Αξίζει, επίσης, να σημειωθούν τα ακόλουθα. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε σοβαρά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι πριν την σύγκρουση ο Ενάγων βρέθηκε μπροστά της και ό,τι από αυτόν λογικά προκύπτει, ήτοι ότι εισήλθε εντός της δικής της λωρίδας κυκλοφορίας. Οι υποβολές που τέθηκαν στην Εναγόμενη αναφορικά με την οδική της συμπεριφορά κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν γενικόλογες, του τύπου ότι ένεκα κόπωσης η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να ελέγξει το όχημά της, ότι δεν οδηγούσε σαν ένας συνετός και λογικός υπό τις περιστάσεις οδηγός και ότι οδηγούσε χωρίς την απαραίτητη προσοχή και σεβασμό προς τους άλλους οδηγούς και δη τον Ενάγοντα. Δεν υπεβλήθη ρητά και ξεκάθαρα στην Εναγόμενη ότι ο Ενάγων πριν την σύγκρουση οδηγούσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, αν και υπεβλήθη σε αυτήν, και δεν μου διαφεύγει, ότι η Εναγόμενη κατηύθυνε το όχημά της στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Μόνο που η τελευταία υποβολή δεν τέθηκε στην Εναγόμενη ως θέση του Ενάγοντα, αφού ως έρεισμά της αυτή είχε μόνο το Τεκμήριο 4 και την τελική θέση του οχήματός της όπως αυτή καταδεικνύεται από το εν λόγω τεκμήριο. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση της πλευράς του Ενάγοντα ότι πριν την σύγκρουση η Εναγόμενη εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας αφού το σημείο της σύγκρουσης σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου 4 στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Μόνο που η τελική θέση ενός οχήματος δεν αποτελεί απόδειξη για το πώς ή εντός ποιας λωρίδας κυκλοφορίας οδηγείται ένα όχημα πριν από μια σύγκρουση. Όπως και στην υπό εξέταση περίπτωση η Εναγόμενη πριν την σύγκρουση οδηγούσε στην δική της λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά, προδήλως, στην προσπάθειά της να αποφύγει την σύγκρουση με τον Ενάγοντα έκανε ελιγμό προς τα δεξιά. Εξ' ου και η σημειωθείσα στο Τεκμήριο 4 τελική θέση του οχήματός της. Τέλος, σημειώνεται ότι με δεδομένη την εκδοχή της Εναγόμενης και του ότι, όπως στο Τεκμήριο 4 σημειώνεται, το αυτοκίνητο του Ενάγοντα στην τελική του θέση βρέθηκε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για τα οχήματα της δικής του πορείας συνάγεται ότι πριν την σύγκρουση και προδήλως στην προσπάθειά του να αποφύγει σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης ο Ενάγων έκανε ελιγμό προς τα αριστερά. Δεύτερος μάρτυρας για την Εναγόμενη κατέθεσε ο Άγγελος Σεργίου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Γ - ως την κυρίως εξέτασή του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Σε γενικές γραμμές η διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα ήταν η ακόλουθη. Πριν την σύγκρουση ο μάρτυρας βρισκόταν στα φώτα τροχαίας της συμβολής των οδών Αναστάση Σούκρη και Ολυμπίων και ανέμενε μέχρι να ανάψει πράσινο για την πορεία του. Στο σημείο εκείνο σχηματίζονται, μεταξύ άλλων, δύο λωρίδες κυκλοφορίας, η άκρως αριστερή που πάει νότια, προς την θάλασσα, και η διπλανή της στα δεξιά, που πάει ευθεία προς την οδό Γλάδστωνος αν και δεν υπάρχει επί της ασφάλτου διαχωριστική γραμμή. Ο μάρτυρας βρισκόταν επί της δεύτερης λωρίδας και πρώτος στην σειρά αναμονής επί των φώτων τροχαίας. Την στιγμή εκείνη ο Ενάγων δεν βρισκόταν δίπλα του, ήτοι στην άκρως αριστερή λωρίδα. Όταν άναψε πράσινο ο μάρτυρας εκκίνησε και ακολούθως ο Ενάγων τον προσπέρασε από τα δεξιά. Για να μπορέσει να τον προσπεράσει ο μάρτυρας απομάκρυνε το πόδι του από τον πατίνι της βενζίνης. Ο Ενάγων συνέχισε την δυτική του πορεία προς την οδό Γλάδστωνος πλην όμως όταν έφθασε στην αριστερή σύμφωνα με την πορεία του στροφή, που οδηγεί στην πιο πάνω οδό, δεν κατάφερε να εισέλθει εντός της αριστερής σύμφωνα με την πορεία του λωρίδας κυκλοφορίας ένεκα της ταχύτητας με την οποία οδηγούσε. Το σημείο στο οποίο ο Ενάγων προσπέρασε τον μάρτυρα ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τα φώτα τροχαίας που βρίσκονταν επί της πιο πάνω αναφερόμενης συμβολής. Η προσπέραση άρχισε λίγο πριν την κτιστή νησίδα η οποία βρισκόταν μετά τα φώτα τροχαίας με κατεύθυνση δυτική και ολοκληρώθηκε αμέσως μετά το σημείο που τελείωνε η νησίδα. Διευκρίνισε ότι δεν είχε ορατότητα προς το σημείο της σύγκρουσης και, επομένως, δεν είδε την σύγκρουση. Διάφορη επί του σημείου του προσπεράσματος ήταν η γραπτή δήλωση του μάρτυρα. Στην παράγραφο 10 αυτής αναφέρεται ότι η προσπέραση έγινε σε στροφή και χωρίς ο Ενάγων να έχει την απαιτούμενη ορατότητα. Στο ίδιο πνεύμα είναι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης σύμφωνα με τον οποίο ο Ενάγων άρχισε να τον προσπερνά από τα δεξιά «λίγο πριν ξεκινήσει η ανηφορική αριστερή στροφή». Με έναυσμα τους πιο πάνω ισχυρισμούς οι οποίοι εκτίθενται στις παραγράφους 4 και 10 της γραπτής του δήλωσης δράττομαι της ευκαιρίας να πω ότι επί του προκειμένου ζητήματος οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα. Αφού ό,τι, μεταξύ άλλων, εκεί αναφέρεται είναι ότι κατά την προσπέραση ο μάρτυρας βρισκόταν στην διαδικασία εκκίνησης και, επομένως, όχι επί της στροφής. Όπως, δηλαδή, υποστήριξε και διά ζώσης. Μεταξύ δε των δύο πιο πάνω σημείων υπάρχει απόσταση, όπως από το Τεκμήριο 4 προκύπτει. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τον ΜΕ 2 η απόσταση μεταξύ του σημείου το οποίο επί του Τεκμηρίου 4 σημειώνεται με το γράμμα Ε και του σημείου της σύγκρουσης είναι κατά προσέγγιση 50 μέτρα. Πάντως, οι ισχυρισμοί του μάρτυρα που εκτίθενται στις παραγράφους 4 και 10 της γραπτής του δήλωσης ανατρέπονται από όσα επί του προκειμένου αυτός υποστήριξε με την διά ζώσης μαρτυρία του, τα οποία υποστήριξε, θα πρέπει να λεχθεί, με τρόπο εμφαντικό και επίμονο. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι ερωτηθείς και, μάλιστα, δύο φορές και ευθέως κατά την αντεξέταση αν ο Ενάγων τον είχε προσπεράσει ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην διαδικασία της εκκίνησης από τα φώτα τροχαίας ο τελευταίος απάντησε καταφατικά. Η θέση του αυτή συνάδει, επίσης, με τις θέσεις που ο μάρτυρας είχε εξ' αρχής και οι οποίες διατυπώθηκαν από τον ίδιο στον ΜΕ 2 κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος. Ενδεικτικό τούτου είναι η θέση του σημείου Ε που ο ΜΕ 2 τοποθέτησε επί του Τεκμηρίου 4 σύμφωνα με όσα ανέφερε στον τελευταίο ο μάρτυρας και που, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, είναι το σημείο στο οποίο ο Ενάγων είχε προσπεράσει τον μάρτυρα σύμφωνα με ό,τι είχε λεχθεί από τον ίδιο στον ΜΕ 2 κατά τον χρόνο διερεύνησης του δυστυχήματος. Αυτό τοποθετείται από τον ΜΕ 2 όχι επί της στροφής, αλλά σε πολύ κοντική απόσταση, όπως ενδεικτικά ο ΜΥ 2 δέχθηκε κατά την αντεξέταση, από τα φώτα τροχαίας επί της συμβολής των οδών Ολυμπίων και Αναστάση Σούκρη και με κατεύθυνση δυτική. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι η αληθινή θέση του μάρτυρα αναφορικά με το σημείο στο οποίο έγινε η προσπέραση αντανακλάται στην διά ζώσης μαρτυρία του και την παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης και όχι στις παραγράφους 4 και 10 αυτής. Συνακόλουθα δεν δέχομαι τον υπό συζήτηση ισχυρισμό του μάρτυρα ο οποίος εκτίθεται στις παραγράφους 4 και 10 της γραπτής του δήλωσης. Και η διά ζώσης, όμως, μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου σημείου δεν είναι χωρίς πρόβλημα αφού δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η προσπέραση έγινε επί της πιο πάνω αριστερής στροφής που είναι η αφετηρία της οδού Γλάδστωνος, και επί γωνίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Υπεράσπιση, και όχι στο ύψος της κτιστής νησίδας, η οποία βρίσκεται λίγο μετά τα φώτα τροχαίας επί της συμβολής των οδών Αναστάση Σούκρη και Ολυμπίων με κατεύθυνση δυτική, όπως διά ζώσης ο μάρτυρας υποστήριξε. Για τον πιο πάνω λόγο η διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για εύρημά μου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Η αναντιστοιχία, όμως, αυτή μεταξύ της διά ζώσης μαρτυρίας του μάρτυρα και της Υπεράσπισης δεν κρίνω ότι είναι ικανή να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία του μάρτυρα, αφ' ης στιγμής ο μάρτυρας δεν είναι διάδικος στην αγωγή και οι θέσεις που διατυπώνονται στην Υπεράσπιση δεν είναι οι δικές του θέσεις. Ούτε και το γεγονός ότι επί του υπό συζήτηση σημείου παρατηρείται αντίφαση στην γραπτή του δήλωση καθώς και αντίφαση μεταξύ της διά ζώσης μαρτυρίας του και της γραπτής του δήλωσης - παράγραφοι 4 και 10 - είναι ικανό να κλονίσει την εν γένει εκδοχή του. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, μέσα δε από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι συν τοις άλλοις στο ουσιώδες σημείο της υπόθεσης, που είναι η οδική συμπεριφορά του Ενάγοντα ενώ αυτός πλησίασε την στροφή επί της αρχής της οδού Γλάδστωνος ήταν ειλικρινής. Η μαρτυρία του επί του προκειμένου σημείου ήταν σαφής και θετική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Πέραν τούτου ήταν ένας ανεξάρτητος, όπως από την μαρτυρία του προκύπτει, μάρτυρας και, επομένως, πρόσωπο που δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να ψευδομαρτυρήσει προς όφελος της Εναγόμενης, πράγμα που εξαλείφει από το μυαλό του Δικαστηρίου την υποψία η μαρτυρία του επί του πιο πάνω σημείου να είναι κατασκευασμένη. Έτσι, εκτός από τον πιο πάνω συζητηθέν ισχυρισμό από τις παραγράφους 4 και 10 της γραπτής του δήλωσης όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του που αποδέχομαι εντάσσεται και ο σημαντικός για την υπόθεση ισχυρισμός του ότι ο Ενάγων φθάνοντας στην αριστερή στροφή που οδηγεί στην οδό Γλάδστωνος και εισερχόμενος εντός της εν λόγω οδού δεν βρισκόταν στην λωρίδα κυκλοφορίας του, αλλά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πρόκειται περί ισχυρισμού ο οποίος συν τοις άλλοις συνάδει και επιβεβαιώνεται και από ό,τι λογικά προκύπτει από την μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία έγινε αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία εισερχόμενος ο Ενάγων εντός της οδού Γλάδστωνος βρέθηκε ακριβώς μπροστά και απέναντι της. Καθώς και ότι εισερχόμενος εντός της οδού Γλάδστωνος δεν οδηγούσε με ταχύτητα τέτοια που λογικά θα του επέτρεπε να εισέλθει εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας και να αποφύγει σύγκρουση με εξ' αντιθέτου ερχόμενο όχημα που θα εμφανιζόταν μπροστά του σε κοντική απόσταση. Ενδεικτικός είναι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι με την ταχύτητα και την θέση που είχε ο Ενάγων επί της στροφής και ενώ εισερχόταν εντός της οδού Γλάδστωνος η ευχή που έκανε ο μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν όπως αυτός ήταν τυχερός και δεν ερχόταν όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση. Υπό το φως της μαρτυρίας του μάρτυρα που έκανα αποδεκτή και σε συνδυασμό με την μαρτυρία της Εναγόμενης σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων πριν την σύγκρουση βρέθηκε ακριβώς μπροστά από τα μάτια της και απέναντί της προκύπτει ότι ο Ενάγων διαχειριζόμενος την στροφή δεν κατάφερε πριν την σύγκρουση να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Από το Τεκμήριο δε 4 και δη την θέση του σημείου σύγκρουσης, η οποία τοποθετείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται με δυτική κατεύθυνση, σε συνδυασμό με την μαρτυρία της Εναγόμενης σύμφωνα με την οποία αυτή πριν την σύγκρουση τηρούσε την λωρίδα κυκλοφορίας της προκύπτει ότι βρισκόμενοι και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί αντιμέτωποι με μια επικείμενη σύγκρουση έκαναν και οι δύο ελιγμό, ο μεν Ενάγων προς τα αριστερά, η δε Εναγόμενη προς τα δεξιά, χωρίς, όμως, να καταφέρουν να αποφύγουν την σύγκρουση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 13.11.05 ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KHC 372 επί της οδού Αναστάση Σούκρη με δυτική κατεύθυνση. Στην συμβολή της εν λόγω οδού με την οδό Ολυμπίων υπάρχουν φώτα τροχαίας επί των οποίων σχηματίζονται τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η μια, η άκρως αριστερή με κατεύθυνση δυτική, οδεύει προς νότο, ήτοι προς την παραλία, η διπλανή προς τα δεξιά της πρώτης, ευθεία προς την οδό Γλάδστωνος, και η πάρα δίπλα, προς την οδό Γρίβα Διγενή, η οποία βρίσκεται στα δεξιά της συμβολής με κατεύθυνση δυτική. Μετά τα φώτα τροχαίας με κατεύθυνση δυτική και εντός της πορείας των οχημάτων με κατεύθυνση την οδό Γλάδστωνος υπάρχει κτιστή νησίδα και, ακολούθως, αριστερή στροφή η οποία οδηγεί προς την οδό Γλάδστωνος. Ο Ενάγων περνώντας τα φώτα τροχαίας επί της συμβολής των οδών Αναστάση Σούκρη και Ολυμπίων κατευθύνθηκε προς την οδό Γλάδστωνος. Φθάνοντας στην στροφή που υπήρχε στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και εισερχόμενος εντός της οδού Γλάδστωνος δεν τηρούσε την λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα της πορείας του, αλλά οδηγούσε εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, ήτοι της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται επί της εν λόγω οδού με κατεύθυνση ανατολική. Κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγόμενη οδηγούσε επί της οδού Γλάδστωνος το όχημα με αριθμούς εγγραφής EEX 881 με κατεύθυνση ανατολική. Εισερχόμενος εντός της οδού Γλάδστωνος ο Ενάγων βρέθηκε ακριβώς μπροστά από την Εναγόμενη και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Πριν την σύγκρουση η Εναγόμενη κατηύθυνε το αυτοκίνητό της προς τα δεξιά, ο δε Ενάγων προς τα αριστερά. Η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται επί της οδού Γλάδστωνος με κατεύθυνση δυτική, ήτοι εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγόμενης, και σε απόσταση 5,20 μέτρων από την αριστερή σύμφωνα με την πορεία της Εναγόμενης άκρια του επιτρεπόμενου για την διακίνηση οχημάτων ασφάλτινου μέρους του δρόμου. Το πλάτος του ασφάλτινου μέρους του δρόμου εντός του οποίου επιτρεπόταν η διακίνηση οχημάτων στο σημείο όπου επισυνέβη η σύγκρουση ήταν 9,50 μέτρα. Η σύγκρουση ήταν μετωπική και συνεπεία αυτής το αυτοκίνητο της Εναγόμενης υπέστη ζημίες σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος, ενώ το αυτοκίνητο του Ενάγοντα σε ολόκληρο το μπροστινό μέρος καθώς και στον μπροστινό ανεμοθώρακα. Μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ενάγοντα μετακινήθηκε προς τα εμπρός, ενώ το αυτοκίνητο της Εναγόμενης προς τα πίσω. Συνεπεία της σύγκρουσης ο Ενάγων υπέστη ανοικτό κάταγμα κάτω πόλου αριστεράς επιγονατίδας, κάταγμα εγγύς φάλαγγος αριστερού δείκτου και κάταγμα διάφυσης 3ου μετακαρπίου αριστερά. Εισήχθηκε στο χειρουργείο και υπό γενική νάρκωση έγιναν (α) ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος της αριστερής επιγονατίδας με τοποθέτηση μεταλλικού συρμάτινος πλέγματος και βιδών καθώς και χειρουργική αποκατάσταση του εκτακτικού μηχανισμού και (β) ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος του 3ου μετακαρπίου με πλάκα και βίδες. Εν συνεχεία έγινε ακινητοποίηση δια γύψινου νάρθηκα στο αριστερό κάτω άκρο και χορηγήθηκε αντιβίωση. Επίσης, τοποθετήθηκε νάρθηκας στην αριστερή άκρα χείρα. Η άμεση μετεγχειρητική πορεία καθώς και ο ακτινολογικός έλεγχος ήταν ικανοποιητικά. Έγινε σταδιακή κινητοποίηση και ο Ενάγων εξήλθε του Νοσοκομείου στις 17.11.05 με οδηγίες. Στις 23.11.05 ο Ενάγων εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία. Έγινε έλεγχος πληγών, αφαίρεση ραφών και τοποθέτηση γύψινου νάρθηκα αριστερού κάτω άκρου και αριστεράς άκρας χειρός. Την 1.02.06 ο Ενάγων υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο. Οι ακτινογραφίες κατέδειξαν ικανοποιητική εξέλιξη των καταγμάτων. Στις 26.9.06 ο Ενάγων περπατούσε χωρίς βοήθεια. Έφερε χειρουργική ουλή υπεράνω αριστεράς επιγονατίδος και αριστεράς άκρας χειρός υπεράνω 3ου μετακαρπίου. Είχε πόνους στο αριστερό γόνατο όταν γονατούσε και κάποιου βαθμού δυσκαμψία μετά όταν σηκωνόταν από γονάτισμα. Η αριστερή άκρα χειρός είχε πλήρη κινητικότητα. Στις 9.6.09 η κλινική εξέταση κατέδειξε τα ακόλουθα: πλήρως επουλωμένη χειρουργική ουλή στην ραχιαία επιφάνεια του αριστερού χεριού μήκους 5 εκατοστών. Αυτή εντοπιζόταν στην περιοχή του τρίτου μετακαρπίου παρόμοιας μορφής ουλή σχήματος «L» με το ένα σκέλος να επιμετρά 8 εκατοστά και το άλλο 4 εκατοστά. Η ουλή εντοπίζετο στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος φυσιολογική κινητικότητα του αριστερού καρπού, δακτύλων του αριστερού χεριού και αριστερού γόνατος βάδιζε χωρίς χωλότητα φυσιολογική συνδεσμική σταθερότητα του γόνατος με απουσία ενδοαρθρικού υγρού φυσιολογική λειτουργικότητα του νευροαγγειακού συστήματος του αριστερού άνω και κάτω άκρου. Στην βάση των κλινικών και ακτινολογικών ευρημάτων το τελικό αποτέλεσμα της θεραπείας που χορηγήθηκε στον Ενάγοντα ήταν πλήρως ικανοποιητικό. Οι ουλές θα παραμείνουν. Ορισμένες περιοδικές ενοχλήσεις ήπιας έντασης στο αριστερό γόνατο οι οποίες επέμεναν μέχρι τις 9.6.09 συνάδουν με την μορφή του τραυματισμού που ο Ενάγων υπέστη και την παρουσία του μεταλλικού συρμάτινου πλέγματος. Η περίοδος αποκατάστασης καθορίζεται στους 5 μήνες. Ο Ενάγων θα πρέπει στο μέλλον να υποβληθεί σε δεύτερη εγχείρηση για την αφαίρεση των μετάλλων από το γόνατό του. Συνεπεία της εγχείρησης αυτής θα απωλέσει απολαβές. Τα έξοδα της εγχείρησης και η ως εξ' αυτής προκύπτουσα απώλεια απολαβών ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 2.059,00 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Συνεπεία της σύγκρουσης ο Ενάγων υπέστη, επίσης, τα ακόλουθα έξοδα: (α) ιατρικά έξοδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, (β) έξοδα για την αστυνομική έκθεση, (γ) ζημιές στο αυτοκίνητο που οδηγούσε και (δ) απώλεια απολαβών. Τα ιατρικά έξοδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 48,74 σεντ επί πλήρους ευθύνης, τα έξοδα για την αστυνομική έκθεση στο ποσό των Ευρώ 85,43 σεντ επί πλήρους ευθύνης οι ζημιές στο αυτοκίνητο που οδηγούσε στο ποσό των Ευρώ 6.834,40 σεντ επί πλήρους ευθύνης και η απώλεια απολαβών στο ποσό των Ευρώ 2.392,04 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίσθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή, με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο προσδιορισμός δε του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) και καθολικό, εφόσον οφείλεται σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420 εισήχθηκε ένα ευρύτερο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ήτοι το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί τον δρόμο την λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Για το κριτήριο της αμέλειας αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο». Σύμφωνα με τα ευρήματά μου κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη οδηγούσε επί της οδού Γλάδστωνος με κατεύθυνση ανατολική και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας για οχήματα της δικής της πορείας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ενάγων εισήλθε εντός της πιο πάνω οδού με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι δυτική, κρατώντας την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα της πορείας του και οδηγώντας εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγόμενης με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη και νόμιμη πορεία της. Η Εναγόμενη, προδήλως, με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση και μπροστά στον κίνδυνο που εκτυλίχθηκε μπροστά της προέβη σε αποτρεπτική ενέργεια κάνοντας ελιγμό του αυτοκινήτου της προς τα δεξιά. Απόδειξη τούτου είναι το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθετείται επί του Τεκμηρίου 4 εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας της Εναγόμενης. Συγκρούσθηκε δε με το όχημα του Ενάγοντα όταν ο τελευταίος, προδήλως, στην προσπάθειά του και εκείνος να αποφύγει την επικείμενη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της Εναγόμενης έκανε ελιγμό προς τα αριστερά. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων η Εναγόμενη να πράξει. Το ότι ακολούθησε την πορεία που ακολούθησε με αποτέλεσμα εν τέλει να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να της καταλογισθεί οποιαδήποτε ευθύνη. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η συμπεριφορά ενός οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Αν η αντίδραση ενός οδηγού είναι τέτοια που παρόλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από τον μέσο οδηγό τότε ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Έχει, επίσης, λεχθεί, ότι η όλη συμπεριφορά ενός οδηγού θα πρέπει να κρίνεται μέσα στο στενό περιθώριο χρόνου και την αγωνία της στιγμής (Βλ. Adamis And Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Παπαχριστοδούλου ν. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426). Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και δη τα αγωνιώδη διλήμματα που η Εναγόμενη είχε να αντιμετωπίσει καθώς και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών της αφ' ης στιγμής ο Ενάγων ξεπρόβαλε μέσα στην πορεία της από στροφή και όλως απότομα, όπως από την μαρτυρία της συνάγεται, αφού σύμφωνα με αυτήν ο Ενάγων εισερχόμενος εντός της οδού επί της οποίας αυτή οδηγούσε το αυτοκίνητό της βρέθηκε ακριβώς μπροστά της και απέναντί της, κρίνω πως ο τρόπος με τον οποίο η Εναγόμενη αντέδρασε στον επικείμενο κίνδυνο ήταν τέτοιος που ενόψει και της αγωνίας της στιγμής ήταν και ικανοποιητικός και εύλογα αναμενόμενος από τον μέσο οδηγό. Υπό το φως των πιο πάνω και ενόψει της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε καμία ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στην Εναγόμενη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Τουναντίον, η ενέργεια του Ενάγοντα να οδηγεί εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη και νόμιμη πορεία του οχήματος της Εναγόμενης συνιστά αμέλεια και αποτελεί την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο Ενάγων φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Το πιο πάνω συμπέρασμά μου καθορίζει την τύχη της αγωγής η οποία δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σε περίπτωση, όμως, που ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω κατάληξή μου είναι εσφαλμένη θα προχωρήσω στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων καθώς και του τόκου προς αποφυγή έκδοσης διαταγής για επανεκδίκαση της υπόθεσης. Στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων υπόψη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Ο Ενάγων συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς. Συγκεκριμένα, τρία κατάγματα για τα οποία εισήχθηκε στο χειρουργείο και του δόθηκε γενική νάρκωση. Προς αντιμετώπιση του κατάγματος της επιγονατίδας τοποθετήθηκαν μεταλλικό συρμάτινο πλέγμα και βίδες και προς αντιμετώπιση του κατάγματος του μετακαρπίου πλάκα και βίδες. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 4 ημέρες και του τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας στο αριστερό κάτω άκρο και γύψινος νάρθηκας στο αριστερό χέρι. Έξι ημέρες μετά τοποθετήθηκε νέος γύψινος νάρθηκας στο αριστερό κάτω άκρο και νέος γύψινος νάρθηκας στο αριστερό χέρι. Δέκα μήνες μετά το δυστύχημα είχε πόνους στο αριστερό γόνατο όταν γονατούσε και όταν σηκωνόταν κάποιου βαθμού δυσκαμψία. Είχε, επίσης, περιοδικές ενοχλήσεις, οι οποίες εξακολουθούσαν να επιμένουν 3 ½ χρόνια μετά το δυστύχημα και αναμένονται να διαρκέσουν άλλους πέντε μήνες, στο αριστερό γόνατο ως εκ της παρουσίας του μεταλλικού συρμάτινου πλέγματος. Οι ουλές επουλώθηκαν πλήρως πλην όμως θα παραμείνουν ως μόνιμα κατάλοιπα. Η μια βρίσκεται στην ραχιαία επιφάνεια του αριστεριού χεριού μήκους 5 εκατοστών και η άλλη στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος. Η τελευταία έχει σχήμα L, και μήκος 8 εκατοστά η μια πλευρά και 4 εκατοστά η άλλη. Από την άλλη, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η μετεγχειρητική πορεία του Ενάγοντα ήταν ομαλή με τα κατάγματα να εξελίσσονται ικανοποιητικά. Και ότι εκτός από τις προαναφερόμενες ουλές δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο κατάλοιπο. Ενδεικτικό είναι και το ότι το τελικό αποτέλεσμα της θεραπείας που χορηγήθηκε στον Ενάγοντα κρίθηκε πλήρως ικανοποιητικό. Επισημαίνονται, πάντως, τα ακόλουθα κενά στα παραδεκτά γεγονότα που αφορούν στις σωματικές βλάβες. Δεν αναφέρεται πότε αφαιρέθηκαν οι νάρθηκες. Ούτε και αναφέρεται με σαφήνεια αν ο Ενάγων περπατούσε και για ποιο χρονικό διάστημα με βοήθεια, και αν, ναι, με τι είδους βοήθεια. Ό,τι αναφέρεται είναι ότι στις 26.9.06 περπατούσε χωρίς βοήθεια. Επίσης, από αυτό και μόνο δεν μπορώ να συνάξω ως συμπέρασμα ότι είναι μόλις κατά την πιο πάνω ημερομηνία που έπαυσε να περπατά με βοήθεια και όχι καθ' οιονδήποτε προγενέστερο χρόνο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 25.000,00 σεντ θα ήταν ικανοποιητικό για να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης. Συνακόλουθα θα επιδίκαζα στον Ενάγοντα το πιο πάνω ποσό επί πλήρους ευθύνης. Στην βάση των παραδεκτών γεγονότων και των ευρημάτων μου θα επιδίκαζα, επίσης, στον Ενάγοντα τα ακόλουθα ποσά επί πλήρους ευθύνης: Ευρώ 2.059,00 για τα έξοδα της μελλοντικής εγχείρησης στην οποία ο Ενάγων θα πρέπει να υποβληθεί για την αφαίρεση των μετάλλων από το γόνατό του συμπεριλαμβανομένης και της απώλειας απολαβών που θα προκύψει από την εν λόγω εγχείρηση Ευρώ 48,74 ιατρικά έξοδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού Ευρώ 85,43 σεντ έξοδα για την αστυνομική έκθεση Ευρώ 6.834,40 σεντ για ζημιές του αυτοκινήτου και Ευρώ 2.392,04 σεντ απώλεια απολαβών. Δηλαδή, θα επιδίκαζα στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των Ευρώ 36.419,61 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Αναφορικά με τον τόκο έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου στην υπόθεση Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο νόμος απολήγει στην παροχή ευχέρειας επιδίκασης τόκου για ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος ή από οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, ως ήθελε κριθεί δίκαιο, προς 8%». Στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο ενάγοντας στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο ενάγοντας στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων που δεν θα κατέτασσαν μιαν υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων του είδους μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (Βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E R 710 (C.A.)). Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγων με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριό του και την Έκθεση Απαίτησής του αξιώνει τόκους από την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, ήτοι από τις 13.11.
  1. Αξίζει, όμως, να σημειωθούν τα ακόλουθα. Ενώ το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στις 13.11.05 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε με σημαντική καθυστέρηση και συγκεκριμένα στις 28.8.08, ήτοι 2 χρόνια και 9 μήνες αργότερα. Η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, στις 17.9.08, ήτοι 21 ημέρες μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, και ο Ενάγων καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησής του στις 28.11.08, ήτοι 2 και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση της εμφάνισης της Εναγόμενης και 3 και πλέον χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα. Χωρίς, όμως, να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για την πιο πάνω καθυστέρηση. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν, επίσης, τα ακόλουθα. Στις 16.12.10, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε αναβολή καθότι ήταν απασχολημένη σε άλλη συνεχιζόμενη ακρόαση. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την υπόθεση εκ νέου για ακρόαση στις 20.5.11, ήτοι μετά παρέλευση 5 μηνών. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγων ευθύνεται για σημαντική καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Κρίνω πως η καθυστέρηση αυτή είναι της τάξης των 3 ετών. Γι' αυτό θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων έφερε τόκο 3 χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι από 13.11.
  2. Σε σχέση με το κονδύλι της μελλοντικής εγχείρησης αναφέρεται ότι σύμφωνα με την Νομολογία αυτό επιδικάζεται στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων και φέρει τόκο από της έκδοσης της απόφασης (Βλ. Ζαούρη Αζόφ ν. Πρόδρομος Προδρόμου κ.α.
(2006)1(Α) ΑΑΔ 331, Τάσος Σολομωνίδης, ανήλικος διά του πατρός και/ή πλησιέστερου φίλου και/ή συγγενούς αυτού Ρένου Σολομωνίδη ν. Μιχάλη Λοίζου Ζεβλού κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 228, Βέρα Φαράζη ν. Αντώνη Τζιάρα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 269, Ναταλία Φιλίππου, ανήλικη διά του πατρός και φυσικού κηδεμόνος αυτής Μιχαήλ Φιλίππου ν. Ανδρέα Μιχαήλ κ.α.
(1997)1(Α) ΑΑΔ 540). Το ποσό, όμως, των Ευρώ 2.059,00 σεντ που έγινε παραδεκτό αφορά όχι μόνο στα έξοδα μελλοντικής εγχείρησης, αλλά περιλαμβάνει και τις απολαβές που θα προκύψουν ως απόρροια της εγχείρησης αυτής. Προκύπτει ότι το ποσό για τα έξοδα της μελλοντικής εγχείρησης δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο. Επομένως δεν θα μπορούσα να επιδικάσω τόκο από της απόφασης επί του ποσού των Ευρώ 2.059,00 σεντ αφού και οι απολαβές οι οποίες θα προκύψουν ως απόρροια της εγχείρησης για ευνόητους λόγους δεν θα φέρουν τόκο. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, που πιο πάνω μνημονεύεται, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον τόκο που θα πρέπει να επιδικάζεται επί των ειδικών ζημιών: «Το ύψος των ειδικών ζημιών είναι γνωστό κατά το χρόνο της δίκης και, ως θέμα αρχής, το ορθό θα ήταν να επιδικάζεται τόκος από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων είχε υποστεί την κάθε ζημιά. Ομως αυτό θα συνεπαγόταν πολυδιάσπαση των ποσών και ενασχόληση με πολλές αριθμητικές πράξεις συνήθως με αντικείμενο μικρά ποσά κάθε φορά. Αναφέρεται το παράδειγμα της απώλειας απολαβών που είναι σταδιακή και που εκτείνεται στη μεγάλη καμιά φορά περίοδο από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη. Έτσι, ευνοήθηκε η προσέγγιση του θέματος πάνω σε γενικές γραμμές και προκρίθηκε ως δίκαιη η επιδίκαση τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που επιδικάζονται, από την ημέρα της γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος ως τη δίκη, μειωμένου όμως κατά το μισό ώστε να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή. Τονίζεται πως αυτό μόνο σε συνηθισμένες περιπτώσεις. Δεν αποκλείεται διαφορετική προσέγγιση όταν τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης το δικαιολογούν». Δεν θεωρώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να υποστηριχθεί ότι δεν είναι πρόσφορη η υιοθέτηση της πρακτικής που πιο πάνω διατυπώθηκε. Το ήμισυ του συνολικού ποσού των ειδικών αποζημιώσεων, ήτοι ιατρικά έξοδα, αστυνομική έκθεση, ζημιές αυτοκινήτου και απώλεια απολαβών, ανέρχεται σε Ευρώ 4.680,30 σεντ. Με δεδομένη την καθυστέρηση των 3 ετών θα επιδίκαζα τόκο επί του πιο πάνω ποσού από 13.11.08. Συνακόλουθα θα επιδίκαζα τόκο ως ακολούθως: 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 25.000,00 σεντ από 13.11.08 μέχρι εξόφλησης και 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 4.680,30 σεντ 13.11.08 μέχρι εξόφλησης, ήτοι 5,5% ετησίως επί του συνολικού ποσού των Ευρώ 29.680, 30 σεντ από 13.11.08 μέχρι εξόφλησης. Με βάση την κατάληξή μου ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος φέρει ο Ενάγων η αγωγή μοιραία θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροχαίο Δυστύχημα Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.