← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 3422/13, 21/2/2014

ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 3422/13, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3422/13 Μεταξύ:

  1. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, εκ Λεμεσού
  2. ΠΩΛ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, εκ Λεμεσού
  3. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και
  4. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, από τη Λευκωσία
  5. ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Cyprus Popular Bank
  6. ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή για την εκτέλεση μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
  7. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  8. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  9. ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της Κύπρου
  10. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 2.8.2013 21.2.2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χρ. Χαραλάμπους για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρ. Αχιλλέως για Ανδρέα Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 4-Καθ' ων η Αίτηση: κα Καουτζάνη για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 5 & 6: κ. A. Γεωργίου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 7-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 2.8.2013, ζητούν αναγνωριστική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των υποχρεώσεων τους και/ή αμελώς ή και δολίως κ.λ.π., σε σχέση με την παραχώρηση κατόπιν αγοράς το έτος 2010, 900 αξιογράφων της εναγομένης 1, συνολικής αξίας €900.
  11. Διεκδικούν, περαιτέρω, αποζημιώσεις για την οικονομική ζημιά που έχουν υποστεί την οποία αποδίδουν σε ενέργειες ή παραλείψεις των εναγομένων που συνιστούν παράβαση της σχέσης μεταξύ πελάτη και εμπιστευματοδόχου, αμέλεια, δόλο και/ή παράβαση νόμιμου ή και εμπιστευτικού καθήκοντος. Την ίδια ημέρα (2.8.2013) καταχώρισαν την εξεταζόμενη μονομερή αίτηση και στις 5.8.2013 πέτυχαν την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος δυνάμει του οποίου απαγορεύεται στις εναγόμενες 1 και/ή 4 Τράπεζες (στη συνέχεια η «Λαϊκή Τράπεζα» και «Τράπεζα Κύπρου», αντίστοιχα) να αποξενώσουν, επιβαρύνουν ή μεταβιβάσουν συγκεκριμένο ακίνητο, ευρισκόμενο στην οδό Ζήνωνος Κιτιέως, στη Λάρνακα. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ο οποίος παραθέτει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ως ακολούθως: «
  12. Είμαι, ομού μετά των αδελφών μου κ.κ. Πωλ Χρυσοστόμου και Κυριάκου Χρυσοστόμου, ιδιοκτήτες 900 αξιόγραφων κεφαλαίου της Marfin Popular Bank Public Co Ltd ονομαστικής αξίας €1.000 που μας εκδόθηκαν στο άρτιο υπέρ μας, λόγω της υποβολής εκ μέρους μας προς αγορά εν έτει 2010 Αιτήσεων για ποσά μεγαλύτερα των €50.000 και όλα όσα αναφέρω πιο κάτω, εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση, ως επίσης και έχω πληροφορηθεί γι' αυτά, σε σχέση μόνο με νομικά ζητήματα, από την αξιόπιστη μου πηγή, τον δικηγόρο μου κ. Ανδρέα Κυπρίζογλου.
  13. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επιθυμώ όπως αναφέρω τα ακόλουθα:
  14. Αρχικά, χρησιμοποιώντας απάτη, ψεύδος ή και ψευδείς παραστάσεις και ενημερώνοντας μας κατά τρόπον μεροληπτικό και όχι αληθή για τα οφέλη μόνο και όχι τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να υπήρχαν από την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου που εκδόθηκαν το έτος 2010, έχοντας ως μόνο στόχο να πλουτίσουν αδικαιολόγητα σε βάρος μας, οι Καθ' ων η Αίτησις 1 ή και οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι ή και οι υπαλλήλοι τους, απόσπασαν τη συναίνεση μας προς αγορά εν έτει 2010, κατόπιν σχετικής Αιτήσεως με αρ. 276, των αξιογράφων που αναφέρονται κατωτέρω, ήτοι, 900 αξιογράφων στη βάση σχετικής Αίτησης με αρ. 276, των αξιογράφων που αναφέρονται κατωτέρω, ήτοι, 900 αξιογράφων στη βάση σχετικής Αίτησης με αρ. 276, κεφαλαίου εκάστου ονομαστικής αξίας €1.000 προς όφελος εμού και των αδερφών μου και συνιδιοκτητών των εν λόγω αξιογράφων, Πωλ Χρυσοστόμου και Κυριάκου Χρυσοστόμου, συνολικού ύψους €900.000 φέρον τόκο προς 7% ετησίως και τα οποία φέρουν αριθμό μητρώου πιστοποιητικού 203301 (βλ. Τεκμήριο 1). (β) Στη συνέχεια, δήθεν μετά από σχετική Αίτηση για ανταλλαγή υφισταμένων αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2010, που έλαβε χώρα το 2012, παραχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτησις 1 ή και 4 προς εμάς 3.000.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 0,10 σεντ του Ευρώ εκάστη, όπως φαίνεται στο έγγραφο με αριθμό λογαριασμού αποθετηρίου 20047777248, ανταλλάσσοντας έτσι 300 αξιόγραφα ονομαστικής αξίας 1,000 Ευρώ έκαστο με αυτές τις μετοχές, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, να μειώσουν τη ζημιά που δημιούργησαν στην πραγματικότητα προς εμένα και τους Αιτητές 2-3, από την πώληση προς εμάς αξιογράφων άνευ οποιασδήποτε αξίας, μιας και κατά τον επίδικο χρόνο, η Καθ' ης η Αίτησις 1, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και ως εκ τούτου, προσπαθούσε, αφενός ν' αντλήσει έστω και με δόλιο τρόπο χρήματα από διάφορους πελάτες - επενδυτές αξιογράφων και αφετέρου, να διασκεδάσει τις εντυπώσεις μετατρέποντας αξιόγραφα σε μετοχές για να μετριάσει την οικονομική ζημιά που δημιούργησε στους πελάτες - επενδυτές, από την πώληση αξιογράφων κεφαλαίου σε αυτούς, χωρίς αντίκρισμα. (βλ. Τεκμήριο 2).
  15. Στις 29.07.2013, μετά από πολύμηνες έρευνες, έφτασε στα χέρια μου μέσω των Δικηγόρων μου, το πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερ. 17.10.2012, σχετικά με τα ευρήματα ειδικού ελέγχου, στα οποία προέβη η εν λόγω Αρχή, αναφορικά με τις διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου, το οποίο απευθύνετο προς τον τότε Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η Αίτησις 1 κ. Ανδρέα Φιλίππου (βλπ Τεκμήριο 3).
  16. Στις σελ.18-23 της Έκθεσης αυτής, γίνεται σχετική αναφορά για την έκδοση αξιογράφων κεφαλαίου στις 30.03.2010 από το Διοικητικό Συμβούλιο της εν λόγω Τράπεζας.
  17. Σύμφωνα με το πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ήτοι των Καθ'ων η Αίτησις 5 συνεργούντος και του Καθ' ου η Αίτησις 6, έγιναν τα ακόλουθα ευρήματα: (α) Στις προσωπικές επαφές των λειτουργών των Καθ' ων η Αίτησις 1 και/ ή 4 με τους κατόχους αξιογράφων, τονίζονταν κυρίως σε αυτούς ή και αποκλειστικά τα θετικά χαρακτηριστικά του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου (καθώς και διδόταν λάθος η εντύπωση ότι η τράπεζα θα πληρώσει τα αξιόγραφα σε 5 έτη) και υποβαθμίζονταν ή δεν αναφέρονταν καθόλου οι κίνδυνοι που απέρρεαν από αυτό. (β) Οι Διευθυντές ή και άλλα στελέχη των καταστημάτων / μονάδων των Καθ' ων η Αίτησις 1 και/ ή 4, οι οποίοι είχαν ενεργό ρόλο στην επαφή και επικοινωνία με τους πιθανούς πελάτες κατά την προώθηση της έκδοσης, ως επίσης και άλλοι υπαλλήλοι που επικοινωνούσαν με πιθανούς πελάτες κατά την προώθηση της έκδοσης των εν λόγω αξιογράφων κατά το έτος 2010, δεν κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά και γνώσεις για ν' αντιληφθούν πλήρως τους κινδύνους και να τους εξηγήσουν ή και αναφέρουν κατά τρόπο ορθό, ως καθηκόντως όφειλαν προς τους πελάτες. (γ) Επίσης δε, διαφάνηκε πως, η παροχή πληροφόρησης γινόταν στη βάση ή και με έμφαση στα πλεονεκτήματα των αξιογράφων μόνον και ως εκ τούτου, ήταν μεροληπτική. (δ) Στο πόρισμα γίνεται ξεκάθαρο τελικό εύρημα πως οι Καθ' ων η Αίτησις 1 ή και 4 εφάρμοσε πρακτικές και διαδικασίες προώθησης της διάθεσης των Αξιογράφων Κεφαλαίου του έτους 2010, οι οποίες κατέληγαν άμεσα ή έμμεσα στην παροχή επενδυτικής συμβουλής στους πελάτες και ως εκ τούτου, δεν έθεσε τις κατάλληλες διαδικασίες, για να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του Νόμου που αφορά της Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και Ρυθμιζόμενων Δραστηριοτήτων Ν. 144(Ι)/ 2007, και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την έκδοση των Αξιογράφων Κεφαλαίου κατά το έτος
  18. Με βάση τα πιο πάνω, φαίνεται ξεκάθαρα πως, οι Καθ' ων η Αίτησις 1 ή και 4, ενήργησαν κατά τρόπο που ανάγεται σε παράβαση της σχέσης μεταξύ πελάτη και εμπιστευματοδόχου για αμέλεια ή και δόλο ή και παράβαση νόμιμου ή και συμβατικού καθήκοντος πριν ή και κατά ή και μετά την παραχώρηση των υπό αναφορά αξιογράφων κεφαλαίου προς τους Ενάγοντες και ειδικότερα, σε σχέση με τα αξιόγραφα κεφαλαίου τα οποία αγόρασαν οι Ενάγοντες 1 ή και 2 ή και 3 από την εν λόγω Τράπεζα ως τούτα αναφέρονται αναλυτικά κατωτέρω, προκαλώντας σε αυτούς σημαντικότατη οικονομική ζημιά, ως ακολούθως: (α) Αρχικά, χρησιμοποιώντας απάτη, ψεύδος ή και ψευδείς παραστάσεις και ενημερώνοντας κατά τρόπον μεροληπτικό και όχι αληθή τους Αιτητές 1-3 για τα οφέλη μόνο και όχι τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να υπήρχαν από την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου που εκδόθηκαν το έτος 2010, έχοντας ως μόνο στόχο να πλουτίσουν αδικαιολόγητα σε βάρος των Αιτητών 1 -3, απόσπασαν τη συναίνεση των τελευταίων προς αγορά εν έτει 2010, κατόπιν σχετικής Αιτήσεως, με αρ. 276, των αξιογράφων που αναφέρονται κατωτέρω, ήτοι, 900 αξιογράφων στη βάση σχετικής Αίτησης με αρ. 276, κεφαλαίου εκάστου ονομαστικής αξίας €1.000 προς όφελος των Αντρέα Χρυσοστόμου, Πωλ Χρυσοστόμου και Κυριάκου Χρυσοστόμου, συνολικού ύψους €900.000 φέρον τόκο προς 7% ετησίως και τα οποία φέρουν αριθμό μητρώου πιστοποιητικού
  19. ...............................
  20. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποτελεί ακόμη θέση μου, πως εν' όψει των πιο πάνω, αλλά και λόγω μεταβίβασης ή και πώλησης των εργασιών της Καθ' ης η Αίτησις 1 προς την Καθ' ής η Αίτησις 4, δυνάμει των Κ.Δ.Π 94/2013 ΚΑΙ 104/2013 (βλ. Τεκμήρια 4 και 5) και του πλαισίου εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων που τέθηκε με βάση το θεσμικό πλαίσιο του Ν. 17(Ι)/2013, καθίσταται ξεκάθαρο, μετά και το διορισμό της Καθ' ης η Αίτησις 2, πως η Καθ' ης η Αίτησις 1, αλλά ομοίως και η Καθ' ης η Αίτησις 4, για την οποίαν ομοίως έχουν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης με διατάγματα του Καθ' ου η Αίτησις 6, συνεργούντος του Καθ' ου η Αίτησις 7, μέσω του Υπουργείου Οικονομικών, κατέστησαν αφερέγγυες, με συνέπεια εάν επιτραπεί η μεταβίβαση ή η αποξένωση των εξαιτουμένων περιουσιακών στοιχείων, σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν των Καθ' ων η Αίτησις 1,2,3 και 4 δηλαδή, εάν δεν εκδοθεί το εξαιτούμενο διάταγμα στην παράγραφο Α της Αίτησης, είναι δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του δικαστηρίου, υπέρ των Αιτητών 1-3.» Οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 καταχώρισαν ενστάσεις ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι, που δεν επηρεάζονται από το προσωρινό διάταγμα, δήλωσαν ότι τις υιοθετούν. Οι βασικοί λόγοι ένστασης θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως: 1) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  21. 2) Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. 3) Στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας το διάταγμα δεν πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. 4) Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17

(1)/2013) και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα διατάγματα (Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013) βρίσκονται σε ισχύ και οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 οφείλουν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες τους. 5) Η αίτηση έπαυσε να έχει αντικείμενο καθώς οι πράξεις που αναφέρονται στο Διάταγμα 104/2013, έχουν συντελεστεί στις 29.3.
  1. Εγείρονται βεβαίως και άλλοι λόγοι οι οποίοι δεν απαιτείται να εκτεθούν, καθόσον είναι παρεμφερείς ή σχετικοί με τους πιο πάνω. Τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις, υπογράφουν οι λειτουργοί των εναγομένων 1 και 4, Ανδρέας Ανδρέου και Μαρία Μιχαήλ, αντίστοιχα. Ο πρώτος, αρνούμενος τα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν από τον ενάγοντα 1, υποστηρίζει πως ήταν το πρόσωπο που ενήργησε ως εξουσιοδοτημένος πωλητής, εκ μέρους της Λαϊκής Τράπεζας, ενημέρωσε τους ενάγοντες και τους έδωσε κάθε σχετική πληροφορία, παραπέμποντας τους στο ενημερωτικό δελτίο. Οι ενάγοντες, προσθέτει, υπέγραψαν το σχετικό έντυπο αίτησης στην παρουσία του, έχοντας πάρει όλες τις πληροφορίες, τόσο για τους κινδύνους από την επένδυση τους όσο και για τα οφέλη. Είναι, συνεπώς, ανακριβείς και παραπλανητικές οι σχετικές αναφορές του ενάγοντα 1 περί δήθεν απόσπασης της συναίνεσης των εναγόντων από εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της εναγόμενης 1 για να επενδύσουν στα αξιόγραφα, χρησιμοποιώντας απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, καταλήγει, τόσο ο ίδιος όσο και όσοι άλλοι υπάλληλοι της εναγόμενης 1 εμπλάκηκαν με τα αξιόγραφα, ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Η κα Μιχαήλ, υποδεικνύει πως με βάση τον πιο πάνω νόμο και διατάγματα, τα επίδικα αξιόγραφα δεν έχουν μεταβιβαστεί στην εναγόμενη 4 και, συνεπώς, δεν μπορεί να προωθηθεί η αξίωση εναντίον της. Αναφέρει στη συνέχεια πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, επιχειρηματολογώντας επί των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στην ένσταση. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Δεν παράλειψαν, βεβαίως, να αναφερθούν στη θεμελιακή για το ζήτημα απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά., Υπόθεση Αρ. 551 κ.ά. ημερομηνίας 7.6.
  2. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  3. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  4. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  5. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Αφού εκδοθεί μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι ορθά εκδόθηκε και δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, ενόψει και των στοιχείων που περιέχονται στην ένσταση (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Ένας από τους λόγους ένστασης αφορά το ζήτημα του κατεπείγοντος, το οποίο, θεωρώ πως έχει σημαίνοντα ρόλο στα περιστατικά της υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί επανειλημμένα, το επείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας στη βάση μονομερούς αίτησης. Στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, στη σελίδα 1462, τονίστηκε ότι «η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί». Ομοίως, στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, στη σελίδα 604, λέχθηκαν ανάμεσα σ' άλλα, τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην εξεταζόμενη υπόθεση, οι ενάγοντες απέκτησαν τα επίδικα αξιόγραφα το έτος 2010 και το έτος 2012 έγινε η ανταλλαγή των 300 από αυτά με μετοχές. Ακολούθησαν τα γνωστά γεγονότα του Μαρτίου 2013, στα οποία γίνεται εκτενής αναφορά στην αναφερθείσα υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κ.ά. (πιο πάνω). Τα γεγονότα, ασφαλώς, με τα αξιόγραφα είχαν προηγηθεί, όπως γίνεται αποδεκτό και στην ένοκρη δήλωση του αιτητή 1. Η ανάγκη για παροχή θεραπείας «επειγόντως», με βάση τα γεγονότα που αναφέρουν οι αιτητές και περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, είναι, αφ' ενός, η προβαλλόμενη αφερεγγυότητα των εναγομένων 1 και 4 τραπεζών, λόγω του καθεστώτος εξυγίανσης στο οποίο περιήλθαν, με βάση το Ν.17
(1)/2013 και τα Διατάγματα 94/2013 και 104
(1)/2013 και αφ' ετέρου, το γεγονός ότι η έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 17.10.2012, «έφτασε στα χέρια μου, μέσω των Δικηγόρων μου» μόλις στις 29.7.2013. Όπως όμως υποδεικνύεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων 1 και 2, το πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας δημοσιεύθηκε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης την ημέρα που εκδόθηκε, ήτοι από τις 17.10.2012 (παράγραφος 25). Σε κάθε περίπτωση, οι ενάγοντες, είχαν υπόψη τους όλα τα δεδομένα σε σχέση με τα, κατ' ισχυρισμόν, αγώγιμα δικαιώματα τους, ενώ η ζημιά τους φαίνεται ότι αποκρυσταλλώθηκε με τη ψήφιση του Ν.17
(1)/2013 και την έκδοση των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 94/2013 και 104/2013. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ελλείπει παντελώς το στοιχείο του κατεπείγοντος και κατά συνέπεια δεν επληρούντο οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία των εναγομένων. Η διαπίστωση αυτή θα ήταν αρκετή για την ακύρωση του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Συντρέχουν όμως και άλλοι λόγοι που καθιστούν αδύνατη την επιτυχία της αίτησης. Το παρόν Δικαστήριο έχει πρόσφατα αποφασίσει πως δεν παρέχεται περιθώριο έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων προς εξασφάλιση αξιώσεων καταθετών κατά των εναγομένων τραπεζών και των υπολοίπων εναγομένων, για ζημιές που έχουν υποστεί λόγω του γνωστού «κουρέματος» των καταθέσεων τους. Θα περιοριστώ να επαναλάβω όσα σχετικά παρατίθενται στην Ενδιάμεση Απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.1.2014 στην Αγωγή αρ. 1847/13 τα οποία ισχύουν, κατ' αναλογία, και για την παρούσα υπόθεση. Έχουν ως ακολούθως: «Με βάση εξάλλου το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου, οριοθετείται το πλαίσιο αποζημιώσεων που μπορούν να διεκδικηθούν από τους καταθέτες και δεν είναι άλλο από την αποτίμηση της θέσης, στην οποία θα βρεθούν από τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, σε συνάρτηση με τη θέση στην οποία θα περιέρχονταν εάν η Λαϊκή Τράπεζα ετίθετο σε εκκαθάριση. Στη θεμελιακή για τα εξεταζόμενα θέματα απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. Υπόθεση Αρ. 551/13 κ.α., ημερομηνίας 7.6.2013, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) 'δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση'. Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Με βάση τα πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν γενική απαγόρευση επέμβασης στις καταθέσεις τους. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί, γεγονός που υποδεικνύεται και στην αναφερθείσα υπόθεση Χριστοδούλου, στην οποία αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ούτε θα διέφερε καθόλου η κατάληξη από την κατάληξη που θα είχαν οι προσφυγές, αν το Δικαστήριο αναλάμβανε δικαιοδοσία σε περίπτωση επιτυχίας τους. Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Σε άλλο σημείο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης..» Είναι φανερό πως οι ενάγοντες επιδιώκουν με την αίτηση να αναιρέσουν τις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στους επίδικους λογαριασμούς τους, τα οποία, όπως έχει υποδειχθεί, έχουν συντελεστεί. Τέτοια θεραπεία δεν είναι πρόσφορη ούτε και θα μπορούσε να δοθεί αφού θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή της ισχύος της Κ.Δ.Π. 104/2013, η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από τις 29.3.2013 και οι πρόνοιες της έχουν εφαρμοστεί. Μια τέτοια προσέγγιση θα ανέτρεπε την ισχύ του Νόμου και της Κανονιστικής Πράξης, κατά παράβαση του τεκμηρίου της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου (βλ. A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596). Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε την αδελφή Πρόεδρο Τ. Ψαρά, σε πανομοιότυπο αίτημα καταθέτη, για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ως τα επίδικα. (Αγωγή Αρ. 1481/13, Ε.Δ. Λεμεσού, Μαρινέλλα Ερωτοκρίτου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α. ημερ. 20.12.2013). Στις σελίδες 10 - 12 της απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα τα οποία με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο: «Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ως ενδιάμεσων θεραπειών θα ισοδυναμούσε με παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών και δεν μπορούν να εκδοθούν - το τονίζω - στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων και δεν είναι δυνατόν να γίνει ανάλυση που αφορά και επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει με την μορφή πάντα μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια Κανονιστικών Πράξεων και νόμου των δυο άλλων εξουσιών του Κράτους τα οποία κρίθηκαν αναγκαία μέτρα για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας και της περιαγωγής όλων των πολιτών σε δεινή θέση πιθανόν εκ του κλεισίματος των δυο πιο μεγάλων τραπεζών της χώρας και της παντελούς έλλειψης ρευστότητας. Αυτή μου η τοποθέτηση δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να πετύχει στις αιτούμενες ή κάποιες των αιτούμενων θεραπειών στην αγωγή. Εκείνο όμως που θεωρώ ως απόλυτη προϋπόθεση, της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας στο πραγματικό βάθρο της Αίτησης, είναι να ζητείται δια ενδιάμεσης θεραπείας η παράβαση ή παράκαμψη νόμου και Κανονισμών έστω και σε συνάρτηση με το πρόσωπο μόνο ενός καταθέτη (εδώ της Αιτήτριας). Αν περιουσιακά στοιχεία είτε της Λαϊκής είτε της Τράπεζας Κύπρου δεσμευτούν ευθέως αυτό αποτελεί όχι μόνο εμπόδιο στην εφαρμογή ενός νόμου και κανονισμού που φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και το τεκμήριο της συνταγματικότητας αλλά στην ουσία θα καταλήγαμε σε καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος των σχετικών νόμων. Είναι γνωστό ότι «η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός» (βλ. A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ.2)
(1998)1(Γ) 1596). Δεν θεωρώ ότι το εκδοθέν διάταγμα που αφορά απαγόρευση αποξένωσης της ακινήτου περιουσίας της Λαϊκής μπορεί να εξαιρεθεί της πιο πάνω προσέγγισης μου. Κατ' αρχήν διαφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας ότι δύναται να κριθεί ότι η ακίνητη περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, όπως παρουσιάζουν το θέμα στις σελ.28 κ.ε. των αγορεύσεων τους. Δεν προκύπτει από την καταχωρημένη Έκθεση Απαίτησης κάτι τέτοιο. Αντίθετα είναι σαφές ότι το εκδοθέν διάταγμα είχε αυτό το περιεχόμενο και η συνολική Αίτηση αυτή την κατεύθυνση λόγω του ότι η πιο πάνω ακίνητη περιουσία ανήκε στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι στα πλαίσια του ιδίου νόμου και κανονισμού ως ανωτέρω τέθηκαν υπό καθεστώς εξυγίανσης μ' όλα τα συναφή και γνωστά αποτελέσματα. Το ότι η Αιτήτρια επιδιώκει και διάταγμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας για εξασφάλιση λαβείν αποζημίωσης δεν το καθιστά αντικείμενο της αγωγής άνευ ετέρας σύνδεσης. Οπότε και η δέσμευση ακίνητης περιουσίας καλύπτεται από την ίδια προσέγγιση ως προς την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να προβεί στις ενδιάμεσες θεραπείες με άμεση ή έμμεση παράκαμψη των αποτελεσμάτων της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία δεσμευτούν ως άνω, τούτο θα αποτελέσει τροχοπέδη για τους σκοπούς του Νόμου και Κανονισμών. Για την ίδια την κατάθεση της Αιτήτριας επαναλαμβάνεται η προσέγγιση της Χριστοδούλου ότι εκλαμβάνεται απλώς ως οφειλή της Τράπεζας στον πελάτης της (βλ. πιο πάνω). Περαιτέρω και πέραν από την διαπίστωση αυτή, εν πάση περιπτώσει, κρίνεται ότι όντως - όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα και οι εξελίξεις (βλ. πιο πάνω) - η παρούσα διαδικασία δεικνύει ότι οι κυρίως αιτούμενες θεραπείες δεν έχουν αντικείμενο. Στο βαθμό που οι καταθέσεις της Αιτήτριας-Ενάγουσας συνθέτουν το ενεργητικό της Λαϊκής σημειώνεται πως ακριβώς ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ104/2013 (και αναλογικά η ΚΔΠ103/13) έχει συντελεσθεί στις 29.3.2013 ώρα 6.10 το πρωί. Οπότε, εκτός των πιο πάνω παρατηρήσεων ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου λειτουργώντας ως θα έπρεπε, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα ίδια τα διατάγματα δεν είχαν αντικείμενο όταν υποβαλλόταν η σχετική αίτηση και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εφαρμοσθούν. Είναι ορθό ότι η παρεμπόδιση πράξεων που συντελέσθηκαν ως αναγκαία νομοθετικά μέτρα εκθέτει την ίδια την διαδικασία αφού ουσιαστικά επιδιώκεται η μη συμμόρφωση με τους νόμους και κανονισμούς. Αφενός επιδιώκεται η μη συμμόρφωσή της με τους νόμους και τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στις 25/3/2013 και 29/3/2013 αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται, επί του παρόντος, σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή και αφετέρου της στερείται το δικαίωμα να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης επί τους επίδικους λογαριασμούς που σκοπό έχουν την εξυγίανσή της τράπεζας. Ως εκ των ανωτέρω διαφαίνεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν ρητές πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας οι οποίες είναι, επί του παρόντος, σε ισχύ. Αυτό κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει σε ενδιάμεσες αιτήσεις τέτοιου είδους.» Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς όφελος των εναγομένων. Δεν θα ήταν ορθό, πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που θα αναιρούσαν την ισχύ του Νόμου και του Διατάγματος, με πιθανές ολέθριες συνέπειες για την οικονομία και τον τόπο γενικότερα. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 25 του Νόμου, «..υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Νόμου». Είναι, βέβαια, γεγονός πως η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση διαφέρει από τις αξιώσεις των εναγόντων στην αναφερθείσα υπόθεση στην οποία εγειρόταν ευθέως ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου. Τα αποτελέσματα όμως, από την εφαρμογή του αναφερθέντος Νόμου και Διαταγμάτων, επηρεάζουν τόσο τους καταθέτες όσο και τους υπόλοιπους πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, όπως υποδεικνύεται και στην αναφερθείσα υπόθεση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Καθόσον δε αφορά το επίδικο ακίνητο που δεσμεύθηκε με το προσωρινό διάταγμα, έχει ήδη μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου, με βάση τις πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 104/2013, από την 06:10 πρωϊνή ώρα της 29.3.2013. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, θα πρέπει να λεχθεί πως δεν έχει στοιχειοθετηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση, καθόσον η ζημιά των εναγόντων μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η Τράπεζα Κύπρου έχει καταστεί αφερέγγυα, λόγω των μέτρων εξυγίανσης, δεν μπορεί να εξισωθεί με αδυναμία της Τράπεζας ή των άλλων εναγομένων, να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση εκδοθεί εναντίον τους. Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας όπως υποδεικνύεται ανωτέρω, η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος των εναγομένων. Η διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ θα δυσχεράνει, οπωσδήποτε, τη διαδικασία εξυγίανσης με όλες τις δυσμενείς συνέπειες για τις εναγόμενες τράπεζες αλλά και για την οικονομία του τόπου, ευρύτερα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 5.8.2013, παύει να ισχύει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Νοείται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση, θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Όσον αφορά τους εναγόμενους 5, 6 και 7, που δεν έχουν καταχωρίσει ένσταση, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.